Mr and Mrs Smith - Review

Mr and Mrs Smith
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Doug Liman
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Brad Pitt, Angelina Jolie, Vince Vaughn, Kerry Washington

Η ταινία που έγινε η αφορμή για ένα από τα πιο ωραία σκάνδαλα της φετινής σαιζόν, επιτέλους έφτασε. Κι αν το timing του χωρισμού του Brad Pitt από την Jennifer Aniston λόγω της κρυφής του σχέσης με την Angelina Jolie δεν ήταν το καλύτερο δυνατό για να προωθήσει την ταινία, το Mr & Mrs Smith εξακολουθεί να είναι η ταινία που έχει στα credits της τα δυο πιο καυτά ονόματα του Hollywood.

Κρίμα που η χημεία ανάμεσά τους είναι χαμηλότερη από την ιδεατή, αυτό όμως μάλλον είναι κάτι που οφείλεται στην αγάπη της φύσης για την ισορροπία. Πάντως ακόμη κι αν η Angelina ήταν πιο σέξι ως Lara, ή ακόμη και ως Ολυμπιάδα, κι ακόμη κι αν ο Pitt δε θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τον εικονικό ρόλο του στο Fight Club ή να ξαναγεμίσει την οθόνη με τον ίδιο τρόπο που το έκανε στην Τροία, οι δυο τους εξακολουθούν να αποτελούν την προσωποποίηση των ερωτικών φαντασιώσεων straight, bi και gay θεατών στα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.

Ο John και η Jane Smith είναι ένα συνηθισμένο παντρεμένο ζευγάρι που ζει στα προάστια ένα συνηθισμένο, ρουτινιάρικο, έγγαμο βίο. Φυσικά, αντιμετωπίζουν όλα τα προβλήματα που συνοδεύουν την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, ο καθένας τους κρύβει κάτι που ο άλλος θα σκότωνε για να μάθει: ο Κος και η Κα Smith είναι ακριβοπληρωμένοι επαγγελματίες δολοφόνοι που δουλεύουν σε δύο άκρως ανταγωνιστικούς οργανισμούς. Όταν οι δυο τους αναλαμβάνουν την ίδια αποστολή, μαθαίνει ο ένας το μυστικό του άλλου, και τότε ξεκινά το πάρτι. Αν θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους και τη ζωή τους, θα πρέπει να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον.

Το σενάριο του Kinberg παίρνει ένα αρκετά μαύρο concept και το χειρίζεται έξυπνα, στολίζοντας το με παιχνιδιάρικες ατάκες και σπιρτόζικες εμπνεύσεις όπως τα παιχνίδια εξουσίας στο τραπέζι, με το σούρτα-φέρτα της αλατιέρας -ένα παιχνίδι καθοριστικής σημασίας για το ποιος φοράει τα παντελόνια στο σπίτι. Όσοι είναι παντρεμένοι για αρκετό καιρό το ξέρουν αυτό, και ξέρουν επίσης ότι δε χρειάζεται κανείς να είναι πληρωμένος δολοφόνος για να θελήσει κάποια στιγμή να σκοτώσει τον/την σύζυγό του. Αλλά αν ήταν επαγγελματίας εκτελεστής, σίγουρα θα τα πράγματα θα γινόταν πιο εύκολα. Αν μη τι άλλο, θα είχε να διαλέξει εργαλείο από ένα σωρό ωραία, μεγάλα και γυαλιστερά όπλα.

Με αυτά τα όπλα και τις σφαίρες τους, ο Liman στήνει μαγευτικές χορογραφίες τύπου John Woo, ενώ αποδεικνύει για άλλη μια φορά μετά το Bourne Identity, ότι μπορεί να γίνει ο καινούριος άρχων των σοβαρών ταινιών δράσης και των κατασκοπικών φιλμ. Με εξαιρετικό στυλ και άριστο timing, η σκηνή της μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στους δυο Smiths μπορεί άνετα να γραφτεί στα χρονικά ως το πέρασμα του Πολέμου των Ρόουζ στη νέα εποχή, ενώ όλες οι σκηνές δράσης εμπλουτίζονται με ανορθόδοξες γωνίες λήψεις και εξαιρετική αίσθηση συγχρονισμού.

Το πρόβλημα της ταινίας όμως είναι η αναποφασιστικότητα των παραγωγών για το πού θέλουν να την κατατάξουν. Αν και ως μαύρη κωμωδία θα μπορούσε να λειτουργεί περίφημα, η ταινία προσπαθεί να γίνει κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είναι. Ανάμεσα στις κυνικές ατάκες και τις στροφές του σεναρίου, παρεμβάλλεται περισσότερη δράση απ’ όση χρειάζεται και παρ’ ότι ο Liman προσπαθεί να της δώσει στυλ, το αποτέλεσμα είναι άνισο και καταστροφικό για το ρυθμό.

Γι’ αυτό βέβαια ευθύνεται και ο μοντέρ, που εκτός από κάποια μικροπροβληματάκια ασυνέχειας -απαγορευμένα σε παραγωγές τέτοιου επιπέδου-, αρκετά από τα μεγάλα μπουμ και τα πολύχρωμα μπαμ θα μπορούσαν επίσης να έχουν μείνει στα extras του dvd για να είναι η ταινία πιο σπηντάτη και απολαυστική.

Όπως και να ’χει όμως, ο κύριος και η κυρία Σμιθ παραμένουν ένα από τα πιο δροσιστικά blockbuster ζευγάρια που θα σας ψήσουν pop-corn και nachos στη φετινή καλοκαιρινή σαιζόν.

Hitchhiker’s Guide to the Galaxy - Review

The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy – Γυρίζοντας τον Γαλαξία με Ωτοστόπ
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Garth Jennings
Σενάριο: Karey Kirkpatrick, (από τη σειρά βιβλίων του Douglas Adams)
Παίζουν: Martin Freeman, Zooey Deschanel, Sam Rockwell

Η μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη, είναι ούτως ή άλλως το new hot thing για το Hollywood, που ψάχνει best sellers να μετατρέψει σε blockbusters. Μόδα γνωστή και επιβεβαιωμένη, όμως το Ταξιδεύοντας το Γαλαξία με Ωτοστόπ, δεν ανήκει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία.

Στη διαδικασία του development (δηλαδή στη διαδικασία για να πάρει το πράσινο φως και να μπει στο pre-production) για δυο δεκαετίες περίπου, η ιστορία του γήινου που επέζησε από την καταστροφή του πλανήτη του και γυρνάει τον γαλαξία με ωτοστόπ (αλλά φαντάζομαι αυτό το είχατε καταλάβει), είχε ξεκινήσει ως ραδιοφωνικό σήριαλ, για να γίνει μετά σειρά βιβλίων, τηλεοπτική μίνι-σειρά, ηλεκτρονικό παιχνίδι, σειρά κόμικς και –επιτέλους- ταινία.

Από τα κλασσικότερα δείγματα φλεγματικού βρετανικού χιούμορ, το ομότιτλο βιβλίο του Douglas Adams (και αυτά που ακολούθησαν) βασίζεται στην ικανότητα του συγγραφέα του να παίρνει τυπικά εκνευριστικά γήινα χαρακτηριστικά και περιστατικά, και να τα προσωποποιεί σε ολόκληρες εξωγήινες φυλές, ή συνήθειες του σύμπαντος. Για να το κάνω πιο απλό, θα μπείτε αμέσως στο κλίμα, όταν δείτε τον Arthur Dent να ξυπνάει ένα όμορφο αγγλικό πρωινό στην όμορφη αγγλική ύπαιθρο, για να βρει ένα μάτσο μπουλντόζες να κοιτάζουν το σπίτι του με εχθρικές διαθέσεις, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από την ιδιοκτησία του πρέπει να περάσει ένας αυτοκινητόδρομος. Ένα τυπικό γήινο περιστατικό. Μερικά λεπτά αργότερα, ένα μάτσο Βογκονιανά κατεδαφιστικά διαστημόπλοια διαγράφουν τη Γη από το Σύμπαν, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από εκεί πρέπει να περάσει ένας, ας πούμε, διαστημοπλοιόδρομος.

Βέβαια ο Arthur γλιτώνει, γιατί, όπως λέγαμε, πρέπει να γυρίσει τον Γαλαξία, κι έτσι οι παρόμοιοι συσχετισμοί συνεχίζονται και απογειώνονται, ενώ η σελίδες του βιβλίου εμπλουτίζονται με ευφάνταστες περιπέτειες, που ξεχειλίζουν από την ειρωνική διάθεση και το σαρκαστικό χιούμορ του συγγραφέα.

Όμως να μην πω άλλα για τα βιβλία του Adams, τα οποία πιθανώς θα αδικήσω, μιας και δεν μπορώ να πω αρκετά γι’ αυτά πέρα απ’ το ότι τα τρία που διάβασα μου χάρισαν δύο από τις πιο απολαυστικές εβδομάδες ανάγνωσης που θυμάμαι.

Δε νομίζω ότι θα αδικήσω την ταινία όμως, λέγοντας ότι όσο δροσερή κι αν είναι η χάρη της σχετικά πλούσιας παραγωγής και η φρεσκάδα των ψιλό-άγνωστων προσώπων ακολουθούν την πρόθεση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου να υπηρετήσουν το πνεύμα των βιβλίων, το τελικό αποτέλεσμα στερείται ξεχωριστού χαρακτήρα, και ιδιαίτερης συνοχής. Λιγότερο pop θέαμα απ’ όσο pop ανάγνωσμα ήταν ο Οδηγός του Γαλαξία, προσφέρει δύο ευχάριστες ώρες στον θεατή με χαρακτήρες και στιγμές που θα απολαύσει, αλλά το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε –κάτι που θα βρει στα βιβλία.

Αν πάλι, έχει διαβάσει από πριν τα βιβλία, θα μπει πιο εύκολα στο κλίμα της ταινίας, θα καταλάβει τι έλειπε, θα καταλάβει γιατί έλειπε αυτό που έλειπε, και το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι τελικά θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει σπίτι με την πετσέτα του. Έτσι γίνεται όταν η πολυπλοκότητα και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, θυσιάζονται για την απλοϊκότητα ενός πιο mainstream μέσου. Και έτσι γίνεται βέβαια, όταν πρέπει να στριμώξεις έξι βιβλία σε δυο ώρες ταινίες, ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.

House of Wax - Review

House of Wax - Το σπίτι του τρόμου
(1/5)

Σκηνοθεσία: Jaume Collet – Serra
Σενάριο: Charles Belden, Chad Hayes, Carey W. Hayes
Παίζουν: Elisha Cuthbert, Chad Michael Murray, Paris Hilton

Τα εφηβικά slashers χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Η πρώτη είναι τα slashers που μπορούν να προσφέρουν απέραντη διασκέδαση μέσω της ένοχης απόλαυσης που κρύβει το θέαμα ενός σχιζοφρενή που ξεκοιλιάζει καμπυλόγραμμες κορασίδες και ξαναμμένους νεαρούς. Η δεύτερη, είναι τα slashers που βυθίζουν τον θεατή στην κινούμενη άμμο των κλισέ, που κρύβει το θέαμα ενός σχιζοφρενή που ξεκοιλιάζει καμπυλόγραμμες κορασίδες και ξαναμμένους νεαρούς. Η ειδοποιός διαφορά: η σοβαρότητα.

Όχι πως είναι εύκολο, το κάθε άλλο. Για να πετύχει ένα καλοκαιρινό θρίλερ, πρέπει η συνταγή του είναι καλοζυγισμένη και εκτελεσμένη σωστά. Πρέπει ο σεναριογράφος να μην έχει βάλει περισσότερα γκομενάκια απ’ όσα μπορεί να υποστηρίξει η ιστορία του, πρέπει να μην έχει βάλει λιγότερα ξεκοιλιάσματα απ’ όσα διψάει να δει το κοινό, και πρέπει να έχει εμπλουτίσει αρκετά το σεναριακό σκελετό του «βαθιά στην άγρια αμερικάνικη δυτική επαρχία, οι παραμορφωμένοι παρανοϊκοί διαμελίζουν teenagers», ώστε να μην τον πιάσουν στα χαστούκια για στείρα αντιγραφή.

Ακόμη, πρέπει ο σκηνοθέτης να μην παίρνει πολύ στα σοβαρά τη δουλειά του και να ψάχνει για παράδειγμα δραματικές κορυφώσεις εκεί που δεν υπάρχουν –και που δε χρειάζεται κιόλας να υπάρχουν-, αλλά να την παίρνει και αρκετά στα σοβαρά ώστε όταν κανείς βλέπει την ταινία του να πείθεται ότι όντως υπήρχε ένας άνθρωπος στα γυρίσματα που έδινε κατευθύνσεις με κάποια κοινή λογική στο συνεργείο, και η ταινία δεν προέκυψε από πρόγραμμα υπολογιστή που πριν την αναβάθμιση τύπωνε μόνο βήματα εύκολης εκμάθησης καν-καν.

Και πάνω απ’ όλα (αυτό είναι εκ των ουκ άνευ), αν η ταινία έχει σκοπό μόνο να πουλήσει pop-corn, πρέπει να έχει μια κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη πρωταγωνιστική scream queen η οποία να μπορεί να ξυπνάει πόθους φορώντας το κλασικό λευκό t-shirt, και παράλληλα να πιάνει όλες τις ψηλές νότες όταν ουρλιάζει. Μία όμως. Κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη.

Δυστυχώς το House of Wax χάνει σε όλα. Το σενάριο είναι άνευρο, προχειρογραμμένο, και γεμάτο με τόσους χαρακτήρες που δεν προλαβαίνουν καν να εξασφαλίσουν έναν αξιοπρεπή θάνατο. Η σκηνοθεσία είναι το τυπικό, διαδικαστικό MTV-ζον μείγμα των night-vision λήψεων, της κουνημένης κάμερας και των αποτυχημένα στημένων ‘μπου’ (αν και έχει δυο-τρία τολμηρά meat shots που πρέπει να αναγνωρίσουμε). Και πάνω απ’ όλα (και αυτή είναι η καταστροφή της ταινίας), έχει δύο πρωταγωνίστριες, εκ των οποίων η μια δε μπορεί να παίξει –δεν μπορεί όμως- και η άλλη δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το λευκό t-shirt της (αν και φαίνεται να έχει τα φόντα).



Απ’ τη μια, η Elisha Cuthbert. Στο The Girl Next Door ήταν το πιο αισθησιακό 22άχρονο που έχουν βγάλει οι αμερικάνικες ταινίες εδώ και πολύ, πολύ καιρό, στο House of Wax για κάποιο λόγο δεν μπορεί να… τονίσει τα χαρίσματά της, και τα κρύβει σε μια αντιαισθητική (ή τουλάχιστον αντιαισθησιακή) καμπούρα. Αναμφίβολα, θα τις χρειάζονταν μερικά μαθήματα από την Jessica Biel το Texas Chainsaw Massacre. Απ’ την άλλη, η Paris Hilton, της οποίας τα υποκριτικά ταλέντα υποθέτω ότι περιορίζονται στην κρεβατοκάμαρα (αν κι αυτό θα πρέπει να το διασταυρώσουμε με τον Πάρη), σίγουρα πάντως δεν τα έχει φέρει μαζί της στο πλατό. Όμως προφανώς η διάχυτη σεξουαλικότητά της, της εξασφάλισε αρκετό screen-time στο οποίο επισκιάζει την Elisha, και μπόλικα πιπεράτα υπονοούμενα τα οποία περνούν ανεκμετάλλευτα σε βαθμό κακουργηματικό (γιατί μην ξεχνάτε, στις παλιές καλές εποχές που το Hollywood δεν έκανε ταινίες με κριτήριο το PG rating, τα πιπεράτα υπονοούμενα, δεν έμεναν πάντα υπονοούμενα). Και επίσης, δεν ξέρω αν είναι τυχαίο (που σιγά μην είναι), αλλά η Paris έχει και τον μόνο αξιοπρεπή splatter θάνατο σ’ όλη την ταινία.

Όταν λοιπόν έχεις μια ταινία όπου το highlight είναι ο φόνος της Paris Hilton, τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.

Guess Who - Review

Guess Who – Μάντεψε Ποιός
(3/5)

Σκηνοθεσία: Kevin Rodeny Sullivan
Σενάριο: David Ronn, Jay Scherick, Peter Tolan
Παίζουν: Bernie Mac, Ashton Kutcher, Zoe Saldana

Ένα new age remake του Guess Who’s Coming to Dinner με αντιστροφή των φυλετικών ρόλων και μεταφορά των τεκταινομένων στη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ κακή ιδέα. Αλλά αυτοί το γύρισαν έτσι κι αλλιώς. Αυτή είναι η δουλειά τους άλλωστε.

Το story θέλει την Theresa να φέρνει στους γονείς της τον εκλεκτό της καρδιά της, τον Simon, με σκοπό να τους ανακοινώσουν τους αρραβώνες τους. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι: Η Theresa αμέλησε να αναφέρει στους έγχρωμους γονείς της, ότι ο Simon είναι λευκός. Και τότε όλη η κόλαση μεταφέρεται στη γη.

Παραδόξως λοιπόν, αυτή η καινούρια εκδοχή τους βγαίνει αρκετά πετυχημένη. Φυσικά παραλείπονται οι όποιες άσχημες επιπλοκές θα μπορούσαν να προκύψουν από την όποια μελέτη των ρατσιστικών ρευμάτων που ενδεχομένως να ακολουθούσαν την ιδέα του διαφυλετικού ζευγαριού, γιατί δεν πρόκειται δα και για κοινωνική ταινία, ωστόσο γίνεται με τρόπο ευχάριστα αφελή, και μάλιστα η μετακύλιση της ρατσιστικής αντιμετώπισης από τον μαύρο στο λευκό αποδέκτη, προκύπτει και σχεδόν χαριτωμένη.

Βλέποντας λοιπόν το Guess Who αποκλειστικά σαν rom com, παρ’ ότι σέρνεται για κάνα εικοσάλεπτο στα μισά της, η ταινία έχει ένα αρκετά διασκεδαστικό πρώτο ημίχρονο των 30 λεπτών, κι άλλο ένα ημίωρο στο τέλος με χιούμορ δροσερό και πετυχημένο, αν και λίγο πιο κλισεδιάρικο προς το τέλος. Ωστόσο, η συνολική αίσθηση είναι ευχάριστη και στην επιτυχία συμβάλλουν εξίσου ο Bernie Mac, πετυχημένος κωμικός για χρόνια στην Αμερική, στο ρόλο του πατέρα, και ο Ashton Kutcher, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο συμπαθής, οξύνοντας τις ικανότητές του έστω και σε χαμηλών απαιτήσεων δουλειές.

Monster in Law - Review

Monster in Law – Κακιά Πεθερά
(2/5)

Σκηνοθεσία: Robert Luketic
Σενάριο: Anya Kochoff
Παίζουν: Jennifer Lopez, Jane Fonda, Michael Vartan, Wanda Sykes

Είναι πάντα μια σκληρή μέρα, η μέρα που μια ηθοποιός θα κληθεί να παίξει τη μητέρα αντί για την κόρη. Όμως όποια έχει ελάχιστη επίγνωση της κατάστασής της, αντιλαμβάνεται πότε έρχεται εκείνη η ώρα που δεν μπορεί πια να παίζει την 25άρα. Δυστυχώς, η J-Lo δε φαίνεται να είναι μια απ’ αυτές. Η J-Fo(nda) απ’ την άλλη, δεν έχει και πολλά περιθώρια, οπότε αναμενόμενο είναι να θέλει να βγάλει κι ένα easy dollar, όπως τόσοι και τόσοι πριν απ’ αυτήν.

Η Charlie (J-Lo) είναι νεαρή φιλοσοφημένη και πολυτάλαντη κοπέλα -με έφεση στο σχέδιο και τη ζωγραφική- που ψάχνει τον Mr. Perfect της και στο μεταξύ περνάει το χρόνο της έχοντας τουλάχιστον τρεις προσωρινές δουλειές (dogwalker, σερβιτόρα και υποδοχή σε κλινική). Τον βρίσκει στο πρόσωπο του Kevin (Michael Vartan), φοβερού και τρομερού χειρουργού με εμφάνιση μοντέλου, ο οποίος τυγχάνει και ηλιθιωδώς πλούσιος. Για την περιουσία αλλά και τις γνωριμίες που θα ζήλευε και Πλανητάρχης, μπορεί να ευχαριστεί τη μητέρα του, Viola (Jane Fonda), μεγαλοδημοσιογράφο υπερεπιτυχημένου τηλεοπτικού talk show, από την οποία το πέρασμα του χρόνου στέρησε τη δουλειά και σημαντικό κομμάτι των λογικών της. Λίγο λοιπόν η τρέλα της, λίγο η υπερβολική αγάπη για το γιο της, την μετατρέπουν στη νυφο-νέμεση της Charlie, την φονική πεθερά που θα κάνει τα πάντα για να εμποδίσει αυτό το γάμο. Κι όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε φόνο.

Το στόρι έχει τις δυνατότητες να ακουστεί σχεδόν διασκεδαστικό, αν και η αλήθεια είναι πως, όσο να ‘ναι, το όνομα της Jennifer Lopez στη μαρκίζα γεννά κάποιες αρνητικές προδιαθέσεις. Και φευ… τα κοτσιδάκια και οι πλεξούδες και τα χαρούμενα χοροπηδητά, κάθε άλλο παρά καμουφλάρουν το γεγονός ότι η Lopez καμία σχέση δεν έχει με την νεαρή κοπελίτσα που βρήκε τον πρίγκιπα και ζει το μελιστάλαχτο παραμύθι της, και βέβαια το ερμηνευτικό της ταλέντο (ή η έλλειψή του, αν θέλετε), επίσης δεν βοηθά καθόλου. Στα 35 της χρόνια και με τον παγκόσμιο τύπο στο σύνολό του να μας έχει αποκαλύψει όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του παρελθόντος της, το προφίλ της πρωταγωνίστριας δε θα λέγαμε ότι είναι ακριβώς συμβατό με το ρόλο της. Κρίμα που η κοπέλα δεν μπορεί να μεταμορφωθεί.

Ο συνδυασμός του παραπάνω, με τις απιθανότητες και τις υπερβολές του σεναρίου (βέβαια αυτό το λέω εγώ που είμαι ανύπαντρος, οπότε που να ξέρω κιόλας, αλλά οκ), δίνει σύνθημα για έναν ανελέητο κανιβαλισμό κάθε έννοιας αληθοφάνειας, η οποία βέβαια μπορεί να μην είναι και το ζητούμενο, αλλά κακό δε θα έκανε. Το ζητούμενο είναι να δουλεύουν τα comic gags της Lopez με την Jane Fonda, για να ξεχνιόμαστε από τις σποραδικές υπερζαχαρώδεις εκκρίσεις του ρομάντζου της Lopez με τον Vartan. Απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν, η ταινία είναι ένα έτσι-κι-έτσι πιάτο ξαναζεσταμένου φαγητού, με φορμουλαϊκή σκηνοθεσία και μηδενική πρωτοτυπία σε οποιονδήποτε τομέα, το οποίο, αν δεν είστε αλλεργικοί στα συστατικά του, δυσάρεστη γεύση δε θα σας αφήσει.

And They Lived Happily Ever After

And They Lived Happily Ever After – Κι έζησαν αυτοί καλά
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Yvan Attal
Σενάριο: Yvan Attal
Παίζουν: Yvan Attal, Charlotte Gainsbourg, Alain Chabat, Alain Cohen

Ηθοποιός γίνεται σκηνοθέτης για να γυρνάει ταινίες για τη γυναίκα του. Πολύ ωραίο και ρομαντικό, και μάλλον θα ‘ναι και αρκετά κερδοφόρο, αφού βρίσκει λεφτά για να συνεχίσει να το κάνει, αλλά... εμάς μας αφορά;

Πριν τέσσερα χρόνια είχαμε δει στην Ελλάδα την πρώτη ταινία του Attal, η οποία φυσικά ήταν αφιερωμένη στη γυναίκα του, τη Charlotte Gainsbourg, και με τον εύγλωττο τίτλο «Η γυναίκα μου είναι ηθοποιός» εξιστορούσε τις αγωνίες και τις χαρές ενός αθλητικογράφου που ήταν παντρεμένος με μια ηθοποιό. Φυσικά το ποια πρωταγωνιστούσε είναι προφανές (η γυναίκα του, η Charlotte Gainsbourg, χαζούλη), όμως αυτό που πραγματικά κινούσε την ταινία, ήταν η φρεσκάδα και η χαριτωμένη αφέλεια του σεναρίου της, που μαζί με τους γρήγορους ρυθμούς, την ισορροπημένη σκηνοθεσία και τη λατρεία του φακού για την Gainsbourg, έδιναν ένα ευχάριστο και εύπεπτο συνολάκι, μια χαρά για θερινό.

Φέτος, ο Attal ρίχνει τους τόνους για να ερευνήσει τις ιστορίες τριών φίλων, εκ των οποίων ο ένας, ο Fred(Alain Cohen), είναι ρέμπελος εργένης και οι άλλοι δύο είναι οικογενειάρχες που ζηλεύουν την τύχη του φίλου τους. Απ’ αυτούς τους δύο τώρα, ο George (Alain Chabat) είναι παντρεμένος με μια νεοφώτιστη φεμινίστρια μέγαιρα που του καταρρακώνει την αυτοεκτίμηση, και ο Vincent (Yvan Attal) έχει την καλύτερη σύζυγο, την Gabrielle (Charlotte Gainsbourg), το πιο ήσυχο παιδάκι, και γενικά την ζωή-υπόδειγμα, που κάθε οικογενειάρχης θα ονειρευόταν. Αν σας έλεγα πως ένας από τους τρεις θα απατήσει τη γυναίκα του, θα μαντεύατε ποιος; Πάντως δε θα είναι ο George.

Η δεύτερη λοιπόν σκηνοθετική δουλειά του Attal (εξαιρουμένης της μικρού μήκους του), είναι σχεδόν εκ των πραγμάτων αρκετά πιο σκοτεινή. Κρατώντας τη λατρεία του για τη φιγούρα της γλυκιάς του Gainsbourg, και αφήνοντας όλα τα άλλα, του προκύπτει άλλη μια γαλλική ταινία που προσπαθεί να εισχωρήσει διερευνητικά στην καθημερινότητα του γάμου και τη φύση της απιστίας, όμως ο σκηνοθέτης του -που φαίνεται να μπορεί να χειριστεί την κάμερα όταν ξέρει τι θέλει να την κάνει- δείχνει εξαιρετικά νευρικός κι απρόθυμος να κάνει τη βουτιά στα βαθιά και να επικεντρωθεί στα δύσκολα ερωτηματικά του σεναρίου του όταν έρχεται η ώρα να το κάνει.

Γι’ αυτό προσπαθεί όσο μπορεί να τα αποφύγει, όμως έτσι πριν τα μισά ακόμη της ταινίας, παγώνει το ρυθμό και θολώνει το στόχο, με μόνο τις εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλο το cast να κρατάνε κάπως την κατάσταση. Τι να σου κάνουν όμως κι αυτές όταν περπατάνε στον αέρα; Τα πράγματα σα να αρχίζουν να παίρνουν μπρος λίγο πριν το φινάλε, όταν μια σουρεάλ σύμπτωση οδηγεί κάπως ξεκρέμαστα στην τελική έκβαση του δράματος, που είναι αρκετά πιστευτή για να μην ενοχλεί και αρκετά ελπιδοφόρα για να μπορεί να θεωρηθεί και happy.

Στο Βελγικό L' Enfant το Palme d' Or 2005

Οι Βέλγοι Jean-Pierre και Luc Dardenne, είναι οι μεγάλοι νικητές της 58ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ των Κανών.

Το L' Enfant, η ιστορία ενός νεαρού μικροαπατεώνα που ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες της πατρότητας, χάρισε το βράδυ του Σαββάτου στους αδερφούς Dardene τον δεύτερο Χρυσό τους Φοίνικα, μετά και την βράβευσή τους το 1999 με την Rosetta.

Για την ύψιστη των τιμών του αναμφίβολλα σημαντικότερου κινηματογραφικού φεστιβάλ της Ευρώπης -αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, αν προτιμάτε το σινεμά σας στο ποιοτικό του-, οι αδερφοί Dardene υπερίσχυσαν πολύ δυνατών ονομάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως αυτά των David Cronenberg, Wim Wenders, Michael Haneke, Jim Jarmusch, Lars Von Trier και Gus Van Sant.

Τη δεύτερη θέση (Grand Prix) κατέκτησε ο Jim Jarmusch με το Broken Flowers, στο οποίο ο Bill Murray υποδύεται έναν γερασμένο Δον Ζουάν, στο κυνήγι του γιου που δεν ήξερε ότι είχε.

Ο Tommy Lee Jones τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για το The Three Burials of Melquiades Estrada, ταινία που αποτελεί και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Η ταινία βραβεύτηκε και για το σενάριό της (απο τον Μεξικανό Guillermo Arriaga), το οποίο θέλει τον Jones να υποδύεται έναν Τεξανό που αναγκάζει τον φονιά του φίλου του να ξεθάψει το σώμα, να το μεταφέρει στο Μεξικό, και εκεί να του ετοιμάσει μια κανονική κηδεία.

Η Hanna Laslo κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, για το ρόλο μιας οδηγού ταξί στο Free Zone, το road movie του Ισραηλινού Amos Gitai.

Ο Αυστριακός Mikael Haneke έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας για το θρίλερ Hidden, στο οποίο ένα ζευγάρι τρομοκρατείται απο έναν παρανοϊκό που τους παρακολουθεί.

Την Κυριακή, το 58ο Φεστιβάλ των Κανών, το οποίο σε γενικές γραμμές χαρακτηρίστηκε ως μια διοργάνωση με καλές αλλά όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες ταινίες, θα ρίξει την αυλαία του με την επαναπροβολή των βραβευμένων ταινιών.

Περισσότερα για τη διοργάνωση και τα βραβεία,
στις σχετικές ανταποκρίσεις και τα διάφορα αφιερώματα του Cine.gr,
και του movieworld.gr(μόνο που εκεί τα links
θα πρέπει να τα βρείτε μόνοι σας, είναι λίγο πιο μπερδεμένα...).

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: George Lucas
Σενάριο: George Lucas
Παίζουν: Hayden Christensen, Ewan McGregor, Natalie Portman, Ian McDiarmid

Του πήρε 28 χρόνια, αλλά τελικά ο Lucas τα κατάφερε να ολοκληρώσει το όραμα του. Αν βέβαια δεν του ‘ρθει να περάσει και όλη την υπόλοιπη ζωή του σ’ αυτόν τον πολύ, πολύ μακρινό του γαλαξία, φτιάχνοντας άλλα τρία επεισόδια, για να συμπληρώσει εννιαλογία όπως μας είχε απειλήσει.

Από το sleeper hit του ’77 που ήρθε από το πουθενά και άλλαξε την ιστορία του κινηματογράφου, στο πιο πολυαναμενόμενο fuckin’-mega-budget-super-block-buster της χρονιάς, στο τρίτο επεισόδιο ο Lucas δίνει στοιχεία που πέφτουν σαν κομμάτια Tetris στα κενά, για να ολοκληρώσουν την εικόνα του έπους με τις περίεργες λέξεις όπως Wookies, Amidala, Jedi, Skywalker, Sith και Death Star.

Σ’ αυτό το πρώτο prequel του Πολέμου των Άστρων, δηλαδή το δεύτερο sequel του τρίτου prequel, ή το πρώτο sequel του δεύτερου prequel, ή τέλος πάντων στο Επεισόδιο ΙΙΙ, ο Anakin Skywalker και ο Obi-Wan Kenobi (νομίζω αυτό το όνομα το έχω δει σε κατάλογο κινέζικου delivery, στις σούπες), βρίσκονται ένα μόνο βήμα από το να τελειώσουν τον Πόλεμο των Κλώνων μια και καλή, και να εξοντώσουν τον τελευταίο από τους επαναστατημένους άρχοντες Sith. Το μόνο που έχουν να κάνουν, είναι να τον βρουν. Δυστυχώς για τους Jedi, τον βρίσκει πρώτος ο Anakin, του οποίου η πίστη στη Φωτεινή Πλευρά είναι ήδη κλονισμένη, και τα νεύρα του δεν είναι και πολύ καλύτερα γιατί τελευταία βλέπει ότι η πριγκίπισσα Amidala, με την οποία έχει κρυφά παντρευτεί, πεθαίνει στη γέννα του παιδιού τους. Οπότε ο Anakin δε θέλει πολύ για να αρχίσει να αλληθωρίζει προς τη Σκοτεινή Πλευρά της Δύναμης, και κάπως έτσι, γεννιέται ο Darth Vader. Και το Death Star.

Με εξαιρετική δεξιοτεχνία (για έναν άνθρωπο της ηλικίας του κιόλας, που θα περίμενε κανείς να έχει σταματήσει πια να παίζει playstation), ο George Lucas αποδεικνύεται για άλλη μια φορά μέγας μάστορας του είδους, και δίνει μαθήματα χρήσης της κινηματογραφικής τεχνολογίας αιχμής: οι περίπλοκες αερομαχίες των διαστημοπλοίων του και οι σκηνές δράσεις με τα φωτόσπαθα –ή και χωρίς- είναι ικανά να κόψουν την ανάσα, ενώ η ομάδα των designers του, έχει ετοιμάσει γι’ αυτήν την ταινία μερικά από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά σκηνικά όλων των επεισοδίων.

Με πληροφορίες και ανατροπές αρκετά αναπάντεχες –τουλάχιστον για κάποιον που δεν περνάει τον ελεύθερο χρόνο του φορώντας μαύρη κάσκα και απαγγέλλοντας “Luke, I am your father” με βαθιά φωνή- το Επεισόδιο ΙΙΙ θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπατε μέχρι τώρα ολόκληρη την ιστορία της οικογένειας Skywalker, και η μονομαχία του Darth Vader με τον νεαρό Jedi θα αποκτήσει εντελώς καινούριο συμβολισμό. Όμως πέραν τούτου, και αυτή η προσθήκη στο saga, αν και στέκεται ψηλότερα από τα προηγούμενα δύο Βατερλό, ούτε κατά διάνοια δεν αγγίζει τη σεναριακή βαθύτητα που συνόδευε την πρώτη και αξεπέραστη τριλογία. Την οποία, αν είστε fans, με το Επεισόδιο ΙΙΙ θα έχετε την ευκαιρία να την αποχαιρετίσετε περήφανα (αν και τα Χρυσά Βατόμουρα, πάλι δε θα σας αφήσουν ήσυχους, ειδικά στις ερμηνείες). Αν δεν είστε, ε, δε νομίζω να γίνετε τώρα.


*Όλες οι φωτογραφίες, είναι ιδιοκτησία της

"(c) Lucasfilm Ltd. & TM. All rights reserved."

"Digital work by ILM."
και υπόκεινται στις
σχετικές διαδικτυακές νομοθεσίες.


The Edukators - Οι Μέρες της Αφθονίας Σας Είναι Μετημένες

The Edukators – Οι Μέρες της Αφθονίας σας Είναι Μετρημένες
Image hosted by Photobucket.com (3/5)

Σκηνοθεσία: Hans Weingartner
Σενάριο: Hans Weingartner, Katharina Held
Παίζουν: Daniel Buhl, Julia Jentsch, Stipe Erceg

O Jan (Daniel Buhl) και ο Peter (Stipe Erceg), είναι δύο ακτιβιστές που προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο με έναν πιο… πρακτικό τρόπο. Εισβάλλουν στα σπίτια των πλουσίων, αλλάζουν τη διαρρύθμιση των επίπλων. Εφαρμοσμένη αναρχία. Όταν όμως ο Jan, τσιμπημένος με την κοπέλα του φίλου του, της κάνει επίδειξη βάζοντάς την σε ένα σπίτι χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας για το επαναστατικό τρίο.

Ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Hans Weingartner θέτει υψηλούς στόχους καθώς προσπαθεί να συνδυάσει όλα τα στοιχεία ενός καλοφτιαγμένου θρίλερ, με τις ταινίες ενηλικίωσης και την ανάγκη των νέων να επαναστατήσουν. Υπάρχει ένας εκπληκτικός διάλογος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του The Edukators, που αναφέρει το πώς είναι δύσκολο για τους ανθρώπους να κάνουν την επανάστασή τους σήμερα, που, ό,τι κάποτε ήταν ανατρεπτικό, όπως τα αυτοκόλλητα με το «Α» της αναρχίας ή οι σημαίες και τα μπλουζάκια με το πρόσωπο του Che, πωλούνται στα πολυκαταστήματα. Είναι, λέει, μια μέθοδος του «συστήματος» να επιβάλει στην κοινωνία την αίσθηση πως ό,τι μπορούσε να γίνει, έχει ήδη γίνει.

Όμως, για κάτι περισσότερο από δύο ώρες, ο σκηνοθέτης κυνηγά με την κάμερα στον ώμο τους ήρωές του μέσα από προσεγγίσεις της σύγχρονης αναρχίας, της επανάστασης στην καπιταλιστική κοινωνία και των καλύτερων στοιχείων που επιβίωσαν από κινήματα του παρελθόντος. Αν και με λίγη τεμπελιά στη μονταζιέρα, η μοντέρνα του αισθητική τόσο στη σκηνοθεσία, όσο και στην φωτογραφία, καταφέρνει με μαγευτική ευκολία να παντρέψει το θρίλερ με την πολιτική και τα ερωτικά τρίγωνα με την ιστορία ενηλικίωσης, για να βρει ότι, τελικά, οι πετυχημένες επαναστάσεις είναι αυτές που πετυχαίνουν μέσα σου.

Αν και μπορεί να τα υποψιαστεί κανείς, τα πολιτικά κίνητρα του σκηνοθέτη δεν καταλαμβάνουν τόσο το πρώτο πλάνο στην ταινία, όσο η διάθεση για αναζωογόνηση της πολιτικής σκέψης και συζήτησης στο σινεμά. Όμως, στην ουσία το Edukators, περισσότερο από πολιτική ταινία, είναι η ιστορία τριών νέων που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, η αναζήτηση για την οπτική της ζωής που θα τους κάνουν να αισθάνονται πιο εντάξει απέναντι στον καθρέφτη, και ο αγώνας να υπερνικήσουν προβλήματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν ακόμη καθαρά.

Boogeyman - Review

Boogeyman – Εφιάλτης
(2/5)

Σκηνοθεσία: Stephen T. Kay
Σενάριο: Eric Kripke, Juliet Snowden, Stiles White
Παίζουν: Barry Watson, Emily Deschanel, Lucy Lawless

Το καλοκαίρι έρχεται, τα δροσερά θριλεράκια χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις επίσης. Ένας μπαμπούλας που στερείται κάποιου συγκεκριμένου concept ως προς την προέλευση, τον σκοπό και την απεικόνισή του στην οθόνη, βγαίνει από τη ντουλάπα και κλέβει παιδάκια και ενήλικες αδιακρίτως, για να τους πάει κάπου. Το πού, δεν γίνεται ποτέ σαφές. Ο Tim (Barry Watson) είναι ένα παιδάκι που είδε τον μπαμπούλα να του κλέβει τον πατέρα, και έκτοτε φέρει το τραύμα με τη μορφή θανάσιμου φόβου για τις σκοτεινές ντουλάπες. Όταν όμως μεγαλώνει αρκετά και επιστρέφει στο πατρικό του για την κηδεία της μητέρας του, αναγκάζεται να κυνηγήσει και να εξοντώσει τον μπαμπούλα για να σώσει την αρραβωνιαστικιά του. Το πώς το καταφέρνει, παραμένει επίσης ασαφές.

Το Boogeyman, που με κάποιον περίεργο, και ανατριχιαστικό αναμφίβολα τρόπο, κατάφερε να χρηματοδοτηθεί από τον εταιρεία του Sam Raimi, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής θρίλερ, που βλέπουμε να απλώνουν στην οθόνη το ανέμπνευστο, φορμουλαϊκό σενάριό τους, ενόσω το κοινό από κάτω καταναλώνει το ποπ κορν και το αναψυκτικό του, αδιαφορώντας για το τι βλέπει. Τουλάχιστον, υπάρχει ο Barry Watson, ο δεύτερος πιο συμπαθής ηθοποιός της δημοφιλούς στην Ελλάδα τηλεοπτικής σειράς Έβδομος Ουρανός μετά την Jessica Biel ο οποίος προσπαθεί να γεμίσει τα κενά του σεναρίου, που απειλεί να μετατρέψει όλη τη διάρκεια της ταινίας σε νεκρό χρόνο. Δεδομένης της κατάστασης, δεν τα καταφέρνει κι άσχημα. Η δική μου ντουλάπα μπορεί να μην έχει μέσα νυχτερίδες και δαίμονες, αλλά στα κέφια της είναι σίγουρα πιο τρομακτική απ’ αυτήν εδώ την ταινία. Και πιο ενδιαφέρουσα μη σου πω.

Kingdom of Heaven - Review

Kingdom of Heaven – Το Βασίλειο των Ουρανών
(1.5/5)

Σκηνοθεσία: Ridley Scott
Σενάριο: William Monahan
Παίζουν: Orlando Bloom, Eva Green, Liam Neeson

Όσο άνετα ανέστησε ο Ridley Scott το έπος-σανδάλι με τον Μονομάχο πριν 5 χρόνια, άλλο τόσο άνετα δείχνει φέτος ικανός να το σκοτώσει πάλι. Σε μια κραυγαλέα περίπτωση ταινίας-οχήματος του πρωταγωνιστή της, με απαράδεκτες ερμηνείες στους κεντρικούς ρόλους και κατασπαταλημένους ηθοποιούς στους δεύτερους, με σχηματικό σενάριο και χάρτινους χαρακτήρες και ηλιθιωδώς πομπώδεις μονολόγους και ατάκες, ο Ridley Scott, σοβαρός άνθρωπος από σπίτι και με ιστορία μεγάλη, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα. Περικυκλωμένος από ατάλαντους, ο Scott προσπαθεί να στήσει ένα έπος που στα πιο τρελλά του όνειρα ήθελε να είναι ο Λώρενς της Αραβίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι τόσο στείρο όσο η άμμος των ερήμων που περικυκλώνουν τα Ιεροσόλυμα. Οι αδιαμφισβήτητες σκηνοθετικές του ικανότητες είναι ο μόνος λόγος που αυτή η ταινία συνεχίζει να προβάλλεται για πάνω από δύο ώρες, χωρίς ο θεατής να εισβάλει στο δωματιάκι του προβολατζή για να τον πνίξει με το φιλμ και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Cursed - Review

Cursed
(1/5)

Σκηνοθεσία: Wes Craven
Σενάριο: Kevin Williamson
Παίζουν: Christina Ricci, Joshua Jackson, Jesse Eisenberg

Όταν πριν από 30 και κάτι χρόνια ο Wes Craven πρωτοδοκιμαζόταν στη σκηνοθεσία, άφησε εποχή στο χώρο των thrillers κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο γέμιζε τα κενά των απλοϊκών σεναρίων με σκηνές βίας χωρίς προηγούμενο την εποχή εκείνη. Κάπως έτσι, το Last House on the Left, έμεινε στην ιστορία σαν ένα camp αιματοβαμμένο φεστιβάλ σοκ μηδαμινού budget. Φέτος, επιστρέφει από πενταετή απουσία από τη σκηνοθεσία με το Cursed, μια ταινία εξίσου camp, αλλά χωρίς καθόλου αίμα, και κανένα σοκ. Εκτός ίσως από το budget της.

Γιατί δεν μπορείς να ξοδεύεις 35 εκατομμύρια δολάρια για μια ταινία με σενάριο που αδικεί τους ηθοποιούς της, διαλόγους που προσβάλουν τον θεατή, twist που είναι ο ορισμός της απάτης, και ανύπαρκτη σκηνοθετική υπογραφή. Τα κλισέ του είδους που τόσο έντεχνα κανιβάλισε ο Craven στο Scream, παίρνουν εδώ την εκδίκησή τους, βοηθώντας την ταινία να κερδίσει τον τίτλο του χειρότερου δείγματος προχειροφτιαγμένου εφηβικού θρίλερ-τσιχλόφουσκας που πέρασε φέτος απ’ τις οθόνες. Για την ώρα τουλάχιστον.

Synchronize your watches

Μετά το εμπορικό trick της ταυτόχρονης πρεμιέρας ταινιών όπως τα δυο τελευταία μέρη του Matrix, που έκαναν την πρώτη προβολή τους (σχεδόν) την ίδια ώρα σε (σχεδόν) όλον τον κόσμο, τα παιδιά του marketing περνάνε την ιδέα σε άλλο επίπεδο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η πρώτη προβολή του trailer μιας ταινίας αποτελεί event, ιδίως (και κυρίως) στην Αμερική που πολλές ταινίες φτιάχνουν ειδικά διαφημιστικά σποτάκια, και οι εταιρείες τους πληρώνουν αδρά για να εξασφαλίσουν την προβολή τους κατά τη διάρκεια του Super Bowl, του τελικού του πρωταθλήματος του αμερικάνικου football. Είναι όμως η πρώτη φορά που οι εταιρείες προσπαθούν να εφαρμόσουν την τακτική σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έτσι, το Σάββατο 7 Μαΐου το trailer της νέας ταινίας φαντασίας της Disney, Τα Χρονικά της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα (φανταστείτε το σαν τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών να συναντά τον Χάρυ Πότερ και μαζί πάνε να βρουν το μάγο του Οζ, σε μια χώρα καταδισκαμένη σε ένα ξόρκι αιώνιου χειμώνα, που περιμένει τέσσερα πιτσιρίκια να μπουν εκεί απο μια μαγική ντουλάπα και να σώσουν τους φανταστικούς της κατοίκους), θα καταργήσει τα σύνορα και θα προβληθεί συγχρόνως σε 32 χώρες, φιλοδοξόντας να κεντρίσει για μερικά δευτερόλεπτα το ενδιαφέρον 200 εκατομυρίων θεατών. Στην Ελλάδα, το trailer θα προβληθεί στο Mega, κατά τη διάρκεια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, αλλά φαντάζομαι αρκετοί θα είναι αυτοί που θα το έχουν τσεκάρει αρκετά νωρίτερα στο διαδίκτυο. Αλλά έτσι βγαίνουν τα δολλάρια...


Pacifier, The - Review

The Pacifier
(1/5)

Σκηνοθεσία: Adam Shankman
Σενάριο: Thomas Lennon, Robert Ben Garant
Παίζουν: Vin Diesel, Lauren Graham, Faith Ford

Η τριγωνική μάζα μυών που συνοδεύεται από δυο πόδια κι ένα γυαλιστερό καραφλό κεφάλι και ακούει στο όνομα Vin Diesel, συνεχίζει το σερί των αποτυχημένων του επιλογών στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έχοντας στηρίξει το κασέ του στα τεστοστερονούχα θεμέλια των no-brainer action flicks, έχει –όπως κάθε action hero που σέβεται τον εαυτό του- φτάσει σ’ εκείνο το σημείο της καριέρας του, που νιώθει την ανάγκη να πείσει πως μπορεί να υποδυθεί. Το οποίο βέβαια είναι και λογικό και ανθρώπινο, αλλά στην περίπτωση του Vin είναι και ολότελα αστείο. Αυτό που δεν είναι αστείο, είναι η νέα κωμωδία (με εσάνς περιπέτειας), με την οποία προσπαθεί να το καταφέρει.

Ο Vin λοιπόν, είναι ο Shane Wolf, σκληροτράχηλος ΟΥΚ-ας που στην καινούρια του αποστολή αναλαμβάνει να κάνει babysitting στην οικογένεια μακαρίτη επιστήμονα, ενόσω η μητέρα της οικογένειας απουσιάζει μετα ετέρου αξιωματικού στην Ελβετία, όπου προσπαθούν να βρουν τον μυστικό κωδικό για το υπερόπλο που είχε σχεδιάσει ο εκλιπών. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο φαίνονται, και σύντομα η κόλαση μεταφέρεται στη γη, για να απειλήσει την επιτυχία της αποστολής με μπιμπερό, πάνες, μωρουδίστικα κλάματα, απειθάρχητους εφήβους και καθυστερημένους νίντζα.

Αν και υποψιάζομαι ότι το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης το φέρει ο μοντέρ, ούτε το σενάριο μπορεί να πει κανείς ότι βοηθάει την ταινία να επιδείξει το παραμικρό ίχνος αυτοσυγκέντρωσης, κι έτσι η κυριότερη αδυναμία αυτού του άναρθρου κατασκευάσματος καταλήγει να είναι το ότι δεν αποφασίζει ποτέ σε ποιο κοινό θέλει να απευθυνθεί και σε ποιο genre να καταταχθεί. Ενώ του χιούμορ της ταινίας δεν είναι ιδιαίτερα βασανιστικό (ούτε και ιδιαίτερα πετυχημένο βέβαια), είναι πολύ σκόρπιο για να πει κανείς ότι βλέπει κωμωδία, ενώ οι σκηνές δράσεις, αν και αρκούντως τυποποιημένες, είναι ελάχιστες για να πεις την ταινία περιπέτεια. Απ’ την άλλη, ούτε για οικογενειακή μου κάνει, λόγω της έλλειψης οικογενειακού πυρήνα και αντίστοιχων μηνυμάτων. Είναι κι αυτή η εχθρική καράφλα του Vin στη μέση, τρέχα γύρευε. Οπότε, περί τίνος πρόκειται λοιπόν; Ε, ok, για ταινία με τίτλο «Κωδικός Πιπίλα» πρόκειται. Τι περιμένετε;
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.