XXX: State of the Union - Review

XXX: State of the Union – XXX: Ο Απόλυτος Πράκτορας 2
(1/5)

Σκηνοθεσία: Lee Tamahori
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Ice Cube, Willem Daffoe, Samuel L. Jacskon

Και καλά ο Samuel L. Jackson, αυτός υποθέτω είχε συμβόλαιο από την πρώτη ταινία και έπρεπε να επιστρέψει. Ο Dafoe όμως, πώς διάολο έμπλεξε σε μια ταινία με σενάριο τόσο ηλίθιο που όταν βάζει όλο το ταλέντο και τις ικανότητές του στην υπηρεσία των γελοίων διαλόγων του, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι οίκτος;

Κάποιος θέλει να εξαλείψει τη μυστική οργάνωση που παράγει τους σούπερ ντούπερ υπερπράκτορες xXx, για να προκαλέσει αρκετή αναστάτωση στο εσωτερικού της κυβέρνησης ώστε να μπορέσει να την ανατρέψει. Αυτό είναι λίγο πολύ ό,τι χρειάζεται να ξέρει για το στόρυ του sequel της ταινίας που βοήθησε τον Vin Diesel να γίνει ο super star που είναι σήμερα, και –οποία ύβρις- ο Diesel αρνήθηκε να συμμετάσχει. Τον υπόλοιπο χρόνο της ταινίας, φροντίζει να τον γεμίσει ο Lee Tamahori με ό,τι έκρηξη του είχε μείνει stock από το Die Anoter Day, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου τα 90 από τα 101 λεπτά της διάρκειας.

Η αφέλεια και η προχειρότητα της ταινίας, θα ήταν τουλάχιστον ανεκτές αν τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούσε κάποιος που αν μη τι άλλο να έμοιαζε με απόλυτος action hero, με φοβερές ικανότητες στη σώμα-με-σώμα μάχη και στις τακτικές ανορθόδοξου πολέμου. Όμως, ο ατσούμπαλος Ice Cube -του οποίου το ερμηνευτικό ταλέντο περιορίζεται στο σήκωμα του ενός φρυδιού (του αριστερού μόνο) και στο συγχρονισμένο φούσκωμα των ρουθουνιών- είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα περιττά κιλά του μπορούν να πείσουν οποιονδήποτε ότι είναι μέρος μιας άριστα εκπαιδευμένης φονικής μηχανής. Κι είναι κι αυτό το χιούμορ του ρε παιδί μου… μετατρέπει το αναψυκτικό σε παγάκια. Εξ ου και το όνομά του μάλλον.

Εκτός βέβαια κι αν όλα αυτά έιναι καμουφλάζ, οπότε δουλεύουν μια χαρά. Όπως μια χαρά δουλεύουν και τα απανωτά μπαμ μπουμ για να καμουφλάρουν την παντελή έλειψη οποιοδήποτε άλλου ενδιαφέροντος στην ταινία. Ακόμη και τα δυο γκομενάκια που έχει, μένουν τόσο ανεκμετάλλευτα που κι αυτά αδιάφορα είναι.

Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ, ότι θα αναπολούσαμε την χοντροσμιλλεμένη φιγούρα του Vin Diesel; Και ποιος θα το φανταζόταν, ότι οι σεναρίστες θα ήταν τόσο ιερόσυλοι, ώστε να νομίζουν ότι είναι σε θέση να ειρωνεύονται όχι μόνο τον James Bond, αλλά και τον ίδιο τον Diesel, τον μοναδικό λόγο ύπαρξης της πρώτης ταινίας;

Batman Begins - Review

Batman Begins
(4/5)

Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Σενάριο: David S. Goyer, Christopher Nolan
Παίζουν: Christian Bale, Michael Caine, Liam Neeson, Cillian Murphy, Gary Oldman, Katie Holmes

Μετά από μια σειρά μετριοτήτων, η DC μπόρεσε επιτέλους να βρει τη συνταγή για την αντεπίθεση στη Marvel, και μετά από μια σειρά αθλιοτήτων, οι fans του Σκοτεινού Ιππότη μπορούν επιτέλους να ξανανιώσουν περήφανοι.

Ο Christopher Nolan, ο σκηνοθέτης που άφησε το παγκόσμιο κοινό με ανοιχτό το στόμα όταν είπε την ιστορία του Memento από το τέλος προς την αρχή, τώρα παίρνει τον Batman και τον γυρίζει ανάποδα. Αντί να γυρίσει άλλη μια υπερθεαματική περιπέτεια, προσπαθώντας να ανταγωνιστεί τους προκατόχους του, επιστρέφει στο παρελθόν του νεαρού Bruce Wayne, και σκαλίζει όλες αυτές τις εσωτερικές διεργασίες που εξασφάλισαν στον Batman τη δύναμη να γίνει ο μόνος υπερήρωας χωρίς υπερδυνάμεις.

Μετά τη δολοφονία των γονιών του και την εκτέλεση του φονιά τους μερικά χρόνια αργότερα (ο οποίος σύμφωνα με το νέο στόρι, δεν ήταν ο Joker), ο Bruce Wayne, μοναδικό κληρονόμος της αμύθητης περιουσίας, παίρνει το δρόμο της Ανατολής προσπαθώντας να βρει το νόημα της ύπαρξης του και να ξεφύγει από τους δαίμονές του. Βυθίζεται στην παρανομία προσπαθώντας να την κατανοήσει, όμως χάνει το δρόμο και τον εαυτό του ακόμη περισσότερο. Μέχρι που μια περίεργη μυστικιστική οργάνωση, η Λεγεώνα των Σκιών, τον παίρνει στις παρατάξεις της, τον εκπαιδεύει, και δίνει κατεύθυνση στη ζωή του, βοηθώντας τον να ξεκαθαρίσει το στόχο του: να φέρει τον φόβο σ’ αυτούς που πλήττουν τους φοβισμένους.

Αν και απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε ο Christopher Nolan μπορεί να γυρίσει μια σκηνή μάχης σώμα-με-σώμα της προκοπής -αυτή η νέα μόδα με την κάμερα-ναυτία που δε σε αφήνει να καταλάβεις ποιος κλοτσάει ποιόν, είναι η νέα επιδημία του Hollywood-, τουλάχιστον είναι ικανός να κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα. Μπορεί να φτιάξει ατμόσφαιρα, να στήσει μεγαλειώδη πλάνα και να διαχειριστεί υποβλητικά σκηνικά. Το αν θα προτιμήσει κανείς το πιο μοντέρνο, μητροπολιτικό και νεοϋορκέζικο μοντέλο που χρησιμοποιεί ο Nolan για τη Gotham City, από το σκοτεινό, γοτθικό σκηνικό που έστησε ο Burton στα δύο πρώτα επισόδεια της σειράς, είναι απλά θέμα γούστου. Αυτό που επίσης θα εκτιμήσει σίγουρα, είναι πώς, όπως και ο Burton, έτσι και ο Nolan μπορεί να προσεγγίσει σωστά την ψυχολογία των ηρώων του, να απογειώσει τη δράση, και να δώσει χαρακτήρα στην ταινία του. Μπορεί να κάνει πράγματα που έχουν σημασία, και το δείχνει στο Batman Begins.


Επίσης, ξέρει να διαλέγει πρωταγωνιστές, και αναγνωρίζει το ταλέντο του Christian Bale να βυθίζεται στους ήρωές του για να φέρει στην επιφάνεια τις πιο υποχθώνιες πλευρές του χαρακτήρα τους. Αν και το πηγούνι του Michael Keaton είναι αξεπέραστο, ο Christian Bale έχει την ιδανική διάπλαση που χρειάζεται το πρόσωπο πίσω από τη μαύρη μάσκα με τα κέρατα. Τα χοντροκομμένα ζυγωματικά, τα σφιχτά χείλη και η βαθιά φωνή, δίνουν στον Batman τον τρομακτικό χαρακτήρα που εξάλειψε ο George Clooney στην προηγούμενη ταινία της σειράς, μετατρέποντας τον Batman σε παιχνιδιάρη playboy.

Ακόμη, με τη βοήθεια του David Goyer στο σενάριο, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τους κόμικ ήρωες και το σύμπαν τους (αρκεί να μην τους σκηνοθετεί, όπως φάνηκε στην πανωλεθρία του Blade Trinity), ο Bale πιάνει ακριβώς το σωστό τόνο μυστηριώδους και βασανισμένου που χρειάζεται ο χαρακτήρας του Bruce Wayne, και φέρνει στο φως όλες τις σκοτεινές πτυχές των δυο περσόνων του ήρωα. Και είναι και πολλές. Τι διάολο Σκοτεινός Ιππότης θα ήταν αλλίως;

It's All Gone Pete Tong - Review

It’s All Gone Pete Tong
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Michael Dowse
Σενάριο: Michael Dowse
Παίζουν: Paul Kaye, Mike Wilmot, Beatriz Batarda, Kate Magowan

Πριν τρία χρόνια ο Woody Allen στήριξε μια κωμωδία του στην ευφάνταστη ιδέα ενός σκηνοθέτη που αναγκάζεται να γυρίσει την μεγαλύτερη ταινία του, τυφλός. Το Hollywood Ending ήταν η ευκαιρία του νευρικού κλαριντζή να κανιβαλίσει ανελέητα το Hollywood και τις ταινίες που γυρίζονται στον αυτόματο πιλότο. Μπορεί να μην τα κατάφερε όσο καλύτερα μπορούσε, όμως η ιδέα παραμένει εκπληκτική.

Φέτος, ο Michael Dowse παίρνει μια αντίστοιχη ιδέα, και τη μετατρέπει σε ευχάριστο mockumentary, με ανάλογο δυναμικό, αλλά χαμηλότερες αξιώσεις. Ο Frankie Wylde, είναι ένας από τους άρχοντες της Ibiza, ένας χαρισματικός DJ, του οποίου οι μοναδικές ικανότητες να καβαλάει τα beats, τού έχουν εξασφαλίσει παγκόσμια αναγνώριση και τεράστια περιουσία. Όμως, κάποια στιγμή η ακοή του αρχίζει να του κάνει κολπάκια.

Το κουδούνισμα στο αυτί του γίνεται ολοένα και δυνατότερο, μέχρι που αρχίζει να υπερκαλύπτει τα πάντα, ώσπου τελικά να οδηγήσει στην τελική κώφωση. Το νέο album του Frankie είναι μια φρίκη και η καριέρα του τινάζεται στον αέρα. Μετά όμως από ένα φλερτ με την παράνοια, ο Frankie παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, μαθαίνει να διαβάζει χείλη και γενικά βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει την αναπηρία του, με αποκορύφωμα, να φτιάχνει ένα ολοκαίνουριο album «νιώθοντας» τις δονήσεις της μουσικής. Φυσικά, το album γίνεται το απόλυτο hit, η φήμη του Frankie απογειώνεται ξανά, και όλοι των αποθεώνουν. Βέβαια ο ίδιος μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, έχει σιχαθεί το star system του χώρου, και το απορρίπτει με τον τρόπο του.

Το έργο του Dowse ξεδιπλώνεται με ήρεμη, προσγειωμένη σκηνοθεσία, χωρίς να επιχειρεί κάποια ιδιαίτερη προσέγγιση του χλιδάτου και αυτοκαταστροφικού σύμπαντος των superstars, ή να προχωράει σε κάτι περισσότερο από μια σχηματική αναπαράσταση των διαδικασιών που οδηγούν έναν άνθρωπο στην απόρριψη του συστήματος που τον ανέδειξε.

Προσφέρει πάντως ένα ευχάριστο και διασκεδαστικό, ανάλαφρο δίωρο, με μερικές αφορμές αφελούς προβληματισμού –αν θέλει κανείς άλλοθι για κάτι τέτοιο δηλαδή- και ο χρόνος κυλάει όμορφα και γλυκά, κυρίως χάρη στην spaced out ερμηνεία του πρωταγωνιστή. Ο Paul Kaye ποτίζει το ρόλο με μια παιδιάστικη αφέλεια που μαλακώνει κάπως την εγκληματική απερισκεψία του Wilde, και κάνει συμπαθή έναν κατά τα άλλα αδιάφορο –αν όχι ενοχλητικό- χαρακτήρα. Στα highlights της ταινίας, ο υπερμεγέθης λούτρινος αρκούδος με τη σκονισμένη μύτη, που ενσαρκώνει την εξάρτηση του Frankie από τις διάφορες άσπρες ουσίες, οι σκηνές σε θρυλικά clubs της Ibiza, και βέβαια τα cameo τεράτων του χώρου.

Mr and Mrs Smith - Review

Mr and Mrs Smith
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Doug Liman
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Brad Pitt, Angelina Jolie, Vince Vaughn, Kerry Washington

Η ταινία που έγινε η αφορμή για ένα από τα πιο ωραία σκάνδαλα της φετινής σαιζόν, επιτέλους έφτασε. Κι αν το timing του χωρισμού του Brad Pitt από την Jennifer Aniston λόγω της κρυφής του σχέσης με την Angelina Jolie δεν ήταν το καλύτερο δυνατό για να προωθήσει την ταινία, το Mr & Mrs Smith εξακολουθεί να είναι η ταινία που έχει στα credits της τα δυο πιο καυτά ονόματα του Hollywood.

Κρίμα που η χημεία ανάμεσά τους είναι χαμηλότερη από την ιδεατή, αυτό όμως μάλλον είναι κάτι που οφείλεται στην αγάπη της φύσης για την ισορροπία. Πάντως ακόμη κι αν η Angelina ήταν πιο σέξι ως Lara, ή ακόμη και ως Ολυμπιάδα, κι ακόμη κι αν ο Pitt δε θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τον εικονικό ρόλο του στο Fight Club ή να ξαναγεμίσει την οθόνη με τον ίδιο τρόπο που το έκανε στην Τροία, οι δυο τους εξακολουθούν να αποτελούν την προσωποποίηση των ερωτικών φαντασιώσεων straight, bi και gay θεατών στα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.

Ο John και η Jane Smith είναι ένα συνηθισμένο παντρεμένο ζευγάρι που ζει στα προάστια ένα συνηθισμένο, ρουτινιάρικο, έγγαμο βίο. Φυσικά, αντιμετωπίζουν όλα τα προβλήματα που συνοδεύουν την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, ο καθένας τους κρύβει κάτι που ο άλλος θα σκότωνε για να μάθει: ο Κος και η Κα Smith είναι ακριβοπληρωμένοι επαγγελματίες δολοφόνοι που δουλεύουν σε δύο άκρως ανταγωνιστικούς οργανισμούς. Όταν οι δυο τους αναλαμβάνουν την ίδια αποστολή, μαθαίνει ο ένας το μυστικό του άλλου, και τότε ξεκινά το πάρτι. Αν θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους και τη ζωή τους, θα πρέπει να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον.

Το σενάριο του Kinberg παίρνει ένα αρκετά μαύρο concept και το χειρίζεται έξυπνα, στολίζοντας το με παιχνιδιάρικες ατάκες και σπιρτόζικες εμπνεύσεις όπως τα παιχνίδια εξουσίας στο τραπέζι, με το σούρτα-φέρτα της αλατιέρας -ένα παιχνίδι καθοριστικής σημασίας για το ποιος φοράει τα παντελόνια στο σπίτι. Όσοι είναι παντρεμένοι για αρκετό καιρό το ξέρουν αυτό, και ξέρουν επίσης ότι δε χρειάζεται κανείς να είναι πληρωμένος δολοφόνος για να θελήσει κάποια στιγμή να σκοτώσει τον/την σύζυγό του. Αλλά αν ήταν επαγγελματίας εκτελεστής, σίγουρα θα τα πράγματα θα γινόταν πιο εύκολα. Αν μη τι άλλο, θα είχε να διαλέξει εργαλείο από ένα σωρό ωραία, μεγάλα και γυαλιστερά όπλα.

Με αυτά τα όπλα και τις σφαίρες τους, ο Liman στήνει μαγευτικές χορογραφίες τύπου John Woo, ενώ αποδεικνύει για άλλη μια φορά μετά το Bourne Identity, ότι μπορεί να γίνει ο καινούριος άρχων των σοβαρών ταινιών δράσης και των κατασκοπικών φιλμ. Με εξαιρετικό στυλ και άριστο timing, η σκηνή της μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στους δυο Smiths μπορεί άνετα να γραφτεί στα χρονικά ως το πέρασμα του Πολέμου των Ρόουζ στη νέα εποχή, ενώ όλες οι σκηνές δράσης εμπλουτίζονται με ανορθόδοξες γωνίες λήψεις και εξαιρετική αίσθηση συγχρονισμού.

Το πρόβλημα της ταινίας όμως είναι η αναποφασιστικότητα των παραγωγών για το πού θέλουν να την κατατάξουν. Αν και ως μαύρη κωμωδία θα μπορούσε να λειτουργεί περίφημα, η ταινία προσπαθεί να γίνει κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είναι. Ανάμεσα στις κυνικές ατάκες και τις στροφές του σεναρίου, παρεμβάλλεται περισσότερη δράση απ’ όση χρειάζεται και παρ’ ότι ο Liman προσπαθεί να της δώσει στυλ, το αποτέλεσμα είναι άνισο και καταστροφικό για το ρυθμό.

Γι’ αυτό βέβαια ευθύνεται και ο μοντέρ, που εκτός από κάποια μικροπροβληματάκια ασυνέχειας -απαγορευμένα σε παραγωγές τέτοιου επιπέδου-, αρκετά από τα μεγάλα μπουμ και τα πολύχρωμα μπαμ θα μπορούσαν επίσης να έχουν μείνει στα extras του dvd για να είναι η ταινία πιο σπηντάτη και απολαυστική.

Όπως και να ’χει όμως, ο κύριος και η κυρία Σμιθ παραμένουν ένα από τα πιο δροσιστικά blockbuster ζευγάρια που θα σας ψήσουν pop-corn και nachos στη φετινή καλοκαιρινή σαιζόν.

Hitchhiker’s Guide to the Galaxy - Review

The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy – Γυρίζοντας τον Γαλαξία με Ωτοστόπ
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Garth Jennings
Σενάριο: Karey Kirkpatrick, (από τη σειρά βιβλίων του Douglas Adams)
Παίζουν: Martin Freeman, Zooey Deschanel, Sam Rockwell

Η μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη, είναι ούτως ή άλλως το new hot thing για το Hollywood, που ψάχνει best sellers να μετατρέψει σε blockbusters. Μόδα γνωστή και επιβεβαιωμένη, όμως το Ταξιδεύοντας το Γαλαξία με Ωτοστόπ, δεν ανήκει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία.

Στη διαδικασία του development (δηλαδή στη διαδικασία για να πάρει το πράσινο φως και να μπει στο pre-production) για δυο δεκαετίες περίπου, η ιστορία του γήινου που επέζησε από την καταστροφή του πλανήτη του και γυρνάει τον γαλαξία με ωτοστόπ (αλλά φαντάζομαι αυτό το είχατε καταλάβει), είχε ξεκινήσει ως ραδιοφωνικό σήριαλ, για να γίνει μετά σειρά βιβλίων, τηλεοπτική μίνι-σειρά, ηλεκτρονικό παιχνίδι, σειρά κόμικς και –επιτέλους- ταινία.

Από τα κλασσικότερα δείγματα φλεγματικού βρετανικού χιούμορ, το ομότιτλο βιβλίο του Douglas Adams (και αυτά που ακολούθησαν) βασίζεται στην ικανότητα του συγγραφέα του να παίρνει τυπικά εκνευριστικά γήινα χαρακτηριστικά και περιστατικά, και να τα προσωποποιεί σε ολόκληρες εξωγήινες φυλές, ή συνήθειες του σύμπαντος. Για να το κάνω πιο απλό, θα μπείτε αμέσως στο κλίμα, όταν δείτε τον Arthur Dent να ξυπνάει ένα όμορφο αγγλικό πρωινό στην όμορφη αγγλική ύπαιθρο, για να βρει ένα μάτσο μπουλντόζες να κοιτάζουν το σπίτι του με εχθρικές διαθέσεις, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από την ιδιοκτησία του πρέπει να περάσει ένας αυτοκινητόδρομος. Ένα τυπικό γήινο περιστατικό. Μερικά λεπτά αργότερα, ένα μάτσο Βογκονιανά κατεδαφιστικά διαστημόπλοια διαγράφουν τη Γη από το Σύμπαν, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από εκεί πρέπει να περάσει ένας, ας πούμε, διαστημοπλοιόδρομος.

Βέβαια ο Arthur γλιτώνει, γιατί, όπως λέγαμε, πρέπει να γυρίσει τον Γαλαξία, κι έτσι οι παρόμοιοι συσχετισμοί συνεχίζονται και απογειώνονται, ενώ η σελίδες του βιβλίου εμπλουτίζονται με ευφάνταστες περιπέτειες, που ξεχειλίζουν από την ειρωνική διάθεση και το σαρκαστικό χιούμορ του συγγραφέα.

Όμως να μην πω άλλα για τα βιβλία του Adams, τα οποία πιθανώς θα αδικήσω, μιας και δεν μπορώ να πω αρκετά γι’ αυτά πέρα απ’ το ότι τα τρία που διάβασα μου χάρισαν δύο από τις πιο απολαυστικές εβδομάδες ανάγνωσης που θυμάμαι.

Δε νομίζω ότι θα αδικήσω την ταινία όμως, λέγοντας ότι όσο δροσερή κι αν είναι η χάρη της σχετικά πλούσιας παραγωγής και η φρεσκάδα των ψιλό-άγνωστων προσώπων ακολουθούν την πρόθεση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου να υπηρετήσουν το πνεύμα των βιβλίων, το τελικό αποτέλεσμα στερείται ξεχωριστού χαρακτήρα, και ιδιαίτερης συνοχής. Λιγότερο pop θέαμα απ’ όσο pop ανάγνωσμα ήταν ο Οδηγός του Γαλαξία, προσφέρει δύο ευχάριστες ώρες στον θεατή με χαρακτήρες και στιγμές που θα απολαύσει, αλλά το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε –κάτι που θα βρει στα βιβλία.

Αν πάλι, έχει διαβάσει από πριν τα βιβλία, θα μπει πιο εύκολα στο κλίμα της ταινίας, θα καταλάβει τι έλειπε, θα καταλάβει γιατί έλειπε αυτό που έλειπε, και το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι τελικά θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει σπίτι με την πετσέτα του. Έτσι γίνεται όταν η πολυπλοκότητα και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, θυσιάζονται για την απλοϊκότητα ενός πιο mainstream μέσου. Και έτσι γίνεται βέβαια, όταν πρέπει να στριμώξεις έξι βιβλία σε δυο ώρες ταινίες, ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.

House of Wax - Review

House of Wax - Το σπίτι του τρόμου
(1/5)

Σκηνοθεσία: Jaume Collet – Serra
Σενάριο: Charles Belden, Chad Hayes, Carey W. Hayes
Παίζουν: Elisha Cuthbert, Chad Michael Murray, Paris Hilton

Τα εφηβικά slashers χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Η πρώτη είναι τα slashers που μπορούν να προσφέρουν απέραντη διασκέδαση μέσω της ένοχης απόλαυσης που κρύβει το θέαμα ενός σχιζοφρενή που ξεκοιλιάζει καμπυλόγραμμες κορασίδες και ξαναμμένους νεαρούς. Η δεύτερη, είναι τα slashers που βυθίζουν τον θεατή στην κινούμενη άμμο των κλισέ, που κρύβει το θέαμα ενός σχιζοφρενή που ξεκοιλιάζει καμπυλόγραμμες κορασίδες και ξαναμμένους νεαρούς. Η ειδοποιός διαφορά: η σοβαρότητα.

Όχι πως είναι εύκολο, το κάθε άλλο. Για να πετύχει ένα καλοκαιρινό θρίλερ, πρέπει η συνταγή του είναι καλοζυγισμένη και εκτελεσμένη σωστά. Πρέπει ο σεναριογράφος να μην έχει βάλει περισσότερα γκομενάκια απ’ όσα μπορεί να υποστηρίξει η ιστορία του, πρέπει να μην έχει βάλει λιγότερα ξεκοιλιάσματα απ’ όσα διψάει να δει το κοινό, και πρέπει να έχει εμπλουτίσει αρκετά το σεναριακό σκελετό του «βαθιά στην άγρια αμερικάνικη δυτική επαρχία, οι παραμορφωμένοι παρανοϊκοί διαμελίζουν teenagers», ώστε να μην τον πιάσουν στα χαστούκια για στείρα αντιγραφή.

Ακόμη, πρέπει ο σκηνοθέτης να μην παίρνει πολύ στα σοβαρά τη δουλειά του και να ψάχνει για παράδειγμα δραματικές κορυφώσεις εκεί που δεν υπάρχουν –και που δε χρειάζεται κιόλας να υπάρχουν-, αλλά να την παίρνει και αρκετά στα σοβαρά ώστε όταν κανείς βλέπει την ταινία του να πείθεται ότι όντως υπήρχε ένας άνθρωπος στα γυρίσματα που έδινε κατευθύνσεις με κάποια κοινή λογική στο συνεργείο, και η ταινία δεν προέκυψε από πρόγραμμα υπολογιστή που πριν την αναβάθμιση τύπωνε μόνο βήματα εύκολης εκμάθησης καν-καν.

Και πάνω απ’ όλα (αυτό είναι εκ των ουκ άνευ), αν η ταινία έχει σκοπό μόνο να πουλήσει pop-corn, πρέπει να έχει μια κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη πρωταγωνιστική scream queen η οποία να μπορεί να ξυπνάει πόθους φορώντας το κλασικό λευκό t-shirt, και παράλληλα να πιάνει όλες τις ψηλές νότες όταν ουρλιάζει. Μία όμως. Κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη.

Δυστυχώς το House of Wax χάνει σε όλα. Το σενάριο είναι άνευρο, προχειρογραμμένο, και γεμάτο με τόσους χαρακτήρες που δεν προλαβαίνουν καν να εξασφαλίσουν έναν αξιοπρεπή θάνατο. Η σκηνοθεσία είναι το τυπικό, διαδικαστικό MTV-ζον μείγμα των night-vision λήψεων, της κουνημένης κάμερας και των αποτυχημένα στημένων ‘μπου’ (αν και έχει δυο-τρία τολμηρά meat shots που πρέπει να αναγνωρίσουμε). Και πάνω απ’ όλα (και αυτή είναι η καταστροφή της ταινίας), έχει δύο πρωταγωνίστριες, εκ των οποίων η μια δε μπορεί να παίξει –δεν μπορεί όμως- και η άλλη δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το λευκό t-shirt της (αν και φαίνεται να έχει τα φόντα).



Απ’ τη μια, η Elisha Cuthbert. Στο The Girl Next Door ήταν το πιο αισθησιακό 22άχρονο που έχουν βγάλει οι αμερικάνικες ταινίες εδώ και πολύ, πολύ καιρό, στο House of Wax για κάποιο λόγο δεν μπορεί να… τονίσει τα χαρίσματά της, και τα κρύβει σε μια αντιαισθητική (ή τουλάχιστον αντιαισθησιακή) καμπούρα. Αναμφίβολα, θα τις χρειάζονταν μερικά μαθήματα από την Jessica Biel το Texas Chainsaw Massacre. Απ’ την άλλη, η Paris Hilton, της οποίας τα υποκριτικά ταλέντα υποθέτω ότι περιορίζονται στην κρεβατοκάμαρα (αν κι αυτό θα πρέπει να το διασταυρώσουμε με τον Πάρη), σίγουρα πάντως δεν τα έχει φέρει μαζί της στο πλατό. Όμως προφανώς η διάχυτη σεξουαλικότητά της, της εξασφάλισε αρκετό screen-time στο οποίο επισκιάζει την Elisha, και μπόλικα πιπεράτα υπονοούμενα τα οποία περνούν ανεκμετάλλευτα σε βαθμό κακουργηματικό (γιατί μην ξεχνάτε, στις παλιές καλές εποχές που το Hollywood δεν έκανε ταινίες με κριτήριο το PG rating, τα πιπεράτα υπονοούμενα, δεν έμεναν πάντα υπονοούμενα). Και επίσης, δεν ξέρω αν είναι τυχαίο (που σιγά μην είναι), αλλά η Paris έχει και τον μόνο αξιοπρεπή splatter θάνατο σ’ όλη την ταινία.

Όταν λοιπόν έχεις μια ταινία όπου το highlight είναι ο φόνος της Paris Hilton, τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.

Guess Who - Review

Guess Who – Μάντεψε Ποιός
(3/5)

Σκηνοθεσία: Kevin Rodeny Sullivan
Σενάριο: David Ronn, Jay Scherick, Peter Tolan
Παίζουν: Bernie Mac, Ashton Kutcher, Zoe Saldana

Ένα new age remake του Guess Who’s Coming to Dinner με αντιστροφή των φυλετικών ρόλων και μεταφορά των τεκταινομένων στη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ κακή ιδέα. Αλλά αυτοί το γύρισαν έτσι κι αλλιώς. Αυτή είναι η δουλειά τους άλλωστε.

Το story θέλει την Theresa να φέρνει στους γονείς της τον εκλεκτό της καρδιά της, τον Simon, με σκοπό να τους ανακοινώσουν τους αρραβώνες τους. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι: Η Theresa αμέλησε να αναφέρει στους έγχρωμους γονείς της, ότι ο Simon είναι λευκός. Και τότε όλη η κόλαση μεταφέρεται στη γη.

Παραδόξως λοιπόν, αυτή η καινούρια εκδοχή τους βγαίνει αρκετά πετυχημένη. Φυσικά παραλείπονται οι όποιες άσχημες επιπλοκές θα μπορούσαν να προκύψουν από την όποια μελέτη των ρατσιστικών ρευμάτων που ενδεχομένως να ακολουθούσαν την ιδέα του διαφυλετικού ζευγαριού, γιατί δεν πρόκειται δα και για κοινωνική ταινία, ωστόσο γίνεται με τρόπο ευχάριστα αφελή, και μάλιστα η μετακύλιση της ρατσιστικής αντιμετώπισης από τον μαύρο στο λευκό αποδέκτη, προκύπτει και σχεδόν χαριτωμένη.

Βλέποντας λοιπόν το Guess Who αποκλειστικά σαν rom com, παρ’ ότι σέρνεται για κάνα εικοσάλεπτο στα μισά της, η ταινία έχει ένα αρκετά διασκεδαστικό πρώτο ημίχρονο των 30 λεπτών, κι άλλο ένα ημίωρο στο τέλος με χιούμορ δροσερό και πετυχημένο, αν και λίγο πιο κλισεδιάρικο προς το τέλος. Ωστόσο, η συνολική αίσθηση είναι ευχάριστη και στην επιτυχία συμβάλλουν εξίσου ο Bernie Mac, πετυχημένος κωμικός για χρόνια στην Αμερική, στο ρόλο του πατέρα, και ο Ashton Kutcher, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο συμπαθής, οξύνοντας τις ικανότητές του έστω και σε χαμηλών απαιτήσεων δουλειές.

Monster in Law - Review

Monster in Law – Κακιά Πεθερά
(2/5)

Σκηνοθεσία: Robert Luketic
Σενάριο: Anya Kochoff
Παίζουν: Jennifer Lopez, Jane Fonda, Michael Vartan, Wanda Sykes

Είναι πάντα μια σκληρή μέρα, η μέρα που μια ηθοποιός θα κληθεί να παίξει τη μητέρα αντί για την κόρη. Όμως όποια έχει ελάχιστη επίγνωση της κατάστασής της, αντιλαμβάνεται πότε έρχεται εκείνη η ώρα που δεν μπορεί πια να παίζει την 25άρα. Δυστυχώς, η J-Lo δε φαίνεται να είναι μια απ’ αυτές. Η J-Fo(nda) απ’ την άλλη, δεν έχει και πολλά περιθώρια, οπότε αναμενόμενο είναι να θέλει να βγάλει κι ένα easy dollar, όπως τόσοι και τόσοι πριν απ’ αυτήν.

Η Charlie (J-Lo) είναι νεαρή φιλοσοφημένη και πολυτάλαντη κοπέλα -με έφεση στο σχέδιο και τη ζωγραφική- που ψάχνει τον Mr. Perfect της και στο μεταξύ περνάει το χρόνο της έχοντας τουλάχιστον τρεις προσωρινές δουλειές (dogwalker, σερβιτόρα και υποδοχή σε κλινική). Τον βρίσκει στο πρόσωπο του Kevin (Michael Vartan), φοβερού και τρομερού χειρουργού με εμφάνιση μοντέλου, ο οποίος τυγχάνει και ηλιθιωδώς πλούσιος. Για την περιουσία αλλά και τις γνωριμίες που θα ζήλευε και Πλανητάρχης, μπορεί να ευχαριστεί τη μητέρα του, Viola (Jane Fonda), μεγαλοδημοσιογράφο υπερεπιτυχημένου τηλεοπτικού talk show, από την οποία το πέρασμα του χρόνου στέρησε τη δουλειά και σημαντικό κομμάτι των λογικών της. Λίγο λοιπόν η τρέλα της, λίγο η υπερβολική αγάπη για το γιο της, την μετατρέπουν στη νυφο-νέμεση της Charlie, την φονική πεθερά που θα κάνει τα πάντα για να εμποδίσει αυτό το γάμο. Κι όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε φόνο.

Το στόρι έχει τις δυνατότητες να ακουστεί σχεδόν διασκεδαστικό, αν και η αλήθεια είναι πως, όσο να ‘ναι, το όνομα της Jennifer Lopez στη μαρκίζα γεννά κάποιες αρνητικές προδιαθέσεις. Και φευ… τα κοτσιδάκια και οι πλεξούδες και τα χαρούμενα χοροπηδητά, κάθε άλλο παρά καμουφλάρουν το γεγονός ότι η Lopez καμία σχέση δεν έχει με την νεαρή κοπελίτσα που βρήκε τον πρίγκιπα και ζει το μελιστάλαχτο παραμύθι της, και βέβαια το ερμηνευτικό της ταλέντο (ή η έλλειψή του, αν θέλετε), επίσης δεν βοηθά καθόλου. Στα 35 της χρόνια και με τον παγκόσμιο τύπο στο σύνολό του να μας έχει αποκαλύψει όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του παρελθόντος της, το προφίλ της πρωταγωνίστριας δε θα λέγαμε ότι είναι ακριβώς συμβατό με το ρόλο της. Κρίμα που η κοπέλα δεν μπορεί να μεταμορφωθεί.

Ο συνδυασμός του παραπάνω, με τις απιθανότητες και τις υπερβολές του σεναρίου (βέβαια αυτό το λέω εγώ που είμαι ανύπαντρος, οπότε που να ξέρω κιόλας, αλλά οκ), δίνει σύνθημα για έναν ανελέητο κανιβαλισμό κάθε έννοιας αληθοφάνειας, η οποία βέβαια μπορεί να μην είναι και το ζητούμενο, αλλά κακό δε θα έκανε. Το ζητούμενο είναι να δουλεύουν τα comic gags της Lopez με την Jane Fonda, για να ξεχνιόμαστε από τις σποραδικές υπερζαχαρώδεις εκκρίσεις του ρομάντζου της Lopez με τον Vartan. Απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν, η ταινία είναι ένα έτσι-κι-έτσι πιάτο ξαναζεσταμένου φαγητού, με φορμουλαϊκή σκηνοθεσία και μηδενική πρωτοτυπία σε οποιονδήποτε τομέα, το οποίο, αν δεν είστε αλλεργικοί στα συστατικά του, δυσάρεστη γεύση δε θα σας αφήσει.

And They Lived Happily Ever After

And They Lived Happily Ever After – Κι έζησαν αυτοί καλά
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Yvan Attal
Σενάριο: Yvan Attal
Παίζουν: Yvan Attal, Charlotte Gainsbourg, Alain Chabat, Alain Cohen

Ηθοποιός γίνεται σκηνοθέτης για να γυρνάει ταινίες για τη γυναίκα του. Πολύ ωραίο και ρομαντικό, και μάλλον θα ‘ναι και αρκετά κερδοφόρο, αφού βρίσκει λεφτά για να συνεχίσει να το κάνει, αλλά... εμάς μας αφορά;

Πριν τέσσερα χρόνια είχαμε δει στην Ελλάδα την πρώτη ταινία του Attal, η οποία φυσικά ήταν αφιερωμένη στη γυναίκα του, τη Charlotte Gainsbourg, και με τον εύγλωττο τίτλο «Η γυναίκα μου είναι ηθοποιός» εξιστορούσε τις αγωνίες και τις χαρές ενός αθλητικογράφου που ήταν παντρεμένος με μια ηθοποιό. Φυσικά το ποια πρωταγωνιστούσε είναι προφανές (η γυναίκα του, η Charlotte Gainsbourg, χαζούλη), όμως αυτό που πραγματικά κινούσε την ταινία, ήταν η φρεσκάδα και η χαριτωμένη αφέλεια του σεναρίου της, που μαζί με τους γρήγορους ρυθμούς, την ισορροπημένη σκηνοθεσία και τη λατρεία του φακού για την Gainsbourg, έδιναν ένα ευχάριστο και εύπεπτο συνολάκι, μια χαρά για θερινό.

Φέτος, ο Attal ρίχνει τους τόνους για να ερευνήσει τις ιστορίες τριών φίλων, εκ των οποίων ο ένας, ο Fred(Alain Cohen), είναι ρέμπελος εργένης και οι άλλοι δύο είναι οικογενειάρχες που ζηλεύουν την τύχη του φίλου τους. Απ’ αυτούς τους δύο τώρα, ο George (Alain Chabat) είναι παντρεμένος με μια νεοφώτιστη φεμινίστρια μέγαιρα που του καταρρακώνει την αυτοεκτίμηση, και ο Vincent (Yvan Attal) έχει την καλύτερη σύζυγο, την Gabrielle (Charlotte Gainsbourg), το πιο ήσυχο παιδάκι, και γενικά την ζωή-υπόδειγμα, που κάθε οικογενειάρχης θα ονειρευόταν. Αν σας έλεγα πως ένας από τους τρεις θα απατήσει τη γυναίκα του, θα μαντεύατε ποιος; Πάντως δε θα είναι ο George.

Η δεύτερη λοιπόν σκηνοθετική δουλειά του Attal (εξαιρουμένης της μικρού μήκους του), είναι σχεδόν εκ των πραγμάτων αρκετά πιο σκοτεινή. Κρατώντας τη λατρεία του για τη φιγούρα της γλυκιάς του Gainsbourg, και αφήνοντας όλα τα άλλα, του προκύπτει άλλη μια γαλλική ταινία που προσπαθεί να εισχωρήσει διερευνητικά στην καθημερινότητα του γάμου και τη φύση της απιστίας, όμως ο σκηνοθέτης του -που φαίνεται να μπορεί να χειριστεί την κάμερα όταν ξέρει τι θέλει να την κάνει- δείχνει εξαιρετικά νευρικός κι απρόθυμος να κάνει τη βουτιά στα βαθιά και να επικεντρωθεί στα δύσκολα ερωτηματικά του σεναρίου του όταν έρχεται η ώρα να το κάνει.

Γι’ αυτό προσπαθεί όσο μπορεί να τα αποφύγει, όμως έτσι πριν τα μισά ακόμη της ταινίας, παγώνει το ρυθμό και θολώνει το στόχο, με μόνο τις εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλο το cast να κρατάνε κάπως την κατάσταση. Τι να σου κάνουν όμως κι αυτές όταν περπατάνε στον αέρα; Τα πράγματα σα να αρχίζουν να παίρνουν μπρος λίγο πριν το φινάλε, όταν μια σουρεάλ σύμπτωση οδηγεί κάπως ξεκρέμαστα στην τελική έκβαση του δράματος, που είναι αρκετά πιστευτή για να μην ενοχλεί και αρκετά ελπιδοφόρα για να μπορεί να θεωρηθεί και happy.

Στο Βελγικό L' Enfant το Palme d' Or 2005

Οι Βέλγοι Jean-Pierre και Luc Dardenne, είναι οι μεγάλοι νικητές της 58ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ των Κανών.

Το L' Enfant, η ιστορία ενός νεαρού μικροαπατεώνα που ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες της πατρότητας, χάρισε το βράδυ του Σαββάτου στους αδερφούς Dardene τον δεύτερο Χρυσό τους Φοίνικα, μετά και την βράβευσή τους το 1999 με την Rosetta.

Για την ύψιστη των τιμών του αναμφίβολλα σημαντικότερου κινηματογραφικού φεστιβάλ της Ευρώπης -αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, αν προτιμάτε το σινεμά σας στο ποιοτικό του-, οι αδερφοί Dardene υπερίσχυσαν πολύ δυνατών ονομάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως αυτά των David Cronenberg, Wim Wenders, Michael Haneke, Jim Jarmusch, Lars Von Trier και Gus Van Sant.

Τη δεύτερη θέση (Grand Prix) κατέκτησε ο Jim Jarmusch με το Broken Flowers, στο οποίο ο Bill Murray υποδύεται έναν γερασμένο Δον Ζουάν, στο κυνήγι του γιου που δεν ήξερε ότι είχε.

Ο Tommy Lee Jones τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για το The Three Burials of Melquiades Estrada, ταινία που αποτελεί και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Η ταινία βραβεύτηκε και για το σενάριό της (απο τον Μεξικανό Guillermo Arriaga), το οποίο θέλει τον Jones να υποδύεται έναν Τεξανό που αναγκάζει τον φονιά του φίλου του να ξεθάψει το σώμα, να το μεταφέρει στο Μεξικό, και εκεί να του ετοιμάσει μια κανονική κηδεία.

Η Hanna Laslo κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, για το ρόλο μιας οδηγού ταξί στο Free Zone, το road movie του Ισραηλινού Amos Gitai.

Ο Αυστριακός Mikael Haneke έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας για το θρίλερ Hidden, στο οποίο ένα ζευγάρι τρομοκρατείται απο έναν παρανοϊκό που τους παρακολουθεί.

Την Κυριακή, το 58ο Φεστιβάλ των Κανών, το οποίο σε γενικές γραμμές χαρακτηρίστηκε ως μια διοργάνωση με καλές αλλά όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες ταινίες, θα ρίξει την αυλαία του με την επαναπροβολή των βραβευμένων ταινιών.

Περισσότερα για τη διοργάνωση και τα βραβεία,
στις σχετικές ανταποκρίσεις και τα διάφορα αφιερώματα του Cine.gr,
και του movieworld.gr(μόνο που εκεί τα links
θα πρέπει να τα βρείτε μόνοι σας, είναι λίγο πιο μπερδεμένα...).

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: George Lucas
Σενάριο: George Lucas
Παίζουν: Hayden Christensen, Ewan McGregor, Natalie Portman, Ian McDiarmid

Του πήρε 28 χρόνια, αλλά τελικά ο Lucas τα κατάφερε να ολοκληρώσει το όραμα του. Αν βέβαια δεν του ‘ρθει να περάσει και όλη την υπόλοιπη ζωή του σ’ αυτόν τον πολύ, πολύ μακρινό του γαλαξία, φτιάχνοντας άλλα τρία επεισόδια, για να συμπληρώσει εννιαλογία όπως μας είχε απειλήσει.

Από το sleeper hit του ’77 που ήρθε από το πουθενά και άλλαξε την ιστορία του κινηματογράφου, στο πιο πολυαναμενόμενο fuckin’-mega-budget-super-block-buster της χρονιάς, στο τρίτο επεισόδιο ο Lucas δίνει στοιχεία που πέφτουν σαν κομμάτια Tetris στα κενά, για να ολοκληρώσουν την εικόνα του έπους με τις περίεργες λέξεις όπως Wookies, Amidala, Jedi, Skywalker, Sith και Death Star.

Σ’ αυτό το πρώτο prequel του Πολέμου των Άστρων, δηλαδή το δεύτερο sequel του τρίτου prequel, ή το πρώτο sequel του δεύτερου prequel, ή τέλος πάντων στο Επεισόδιο ΙΙΙ, ο Anakin Skywalker και ο Obi-Wan Kenobi (νομίζω αυτό το όνομα το έχω δει σε κατάλογο κινέζικου delivery, στις σούπες), βρίσκονται ένα μόνο βήμα από το να τελειώσουν τον Πόλεμο των Κλώνων μια και καλή, και να εξοντώσουν τον τελευταίο από τους επαναστατημένους άρχοντες Sith. Το μόνο που έχουν να κάνουν, είναι να τον βρουν. Δυστυχώς για τους Jedi, τον βρίσκει πρώτος ο Anakin, του οποίου η πίστη στη Φωτεινή Πλευρά είναι ήδη κλονισμένη, και τα νεύρα του δεν είναι και πολύ καλύτερα γιατί τελευταία βλέπει ότι η πριγκίπισσα Amidala, με την οποία έχει κρυφά παντρευτεί, πεθαίνει στη γέννα του παιδιού τους. Οπότε ο Anakin δε θέλει πολύ για να αρχίσει να αλληθωρίζει προς τη Σκοτεινή Πλευρά της Δύναμης, και κάπως έτσι, γεννιέται ο Darth Vader. Και το Death Star.

Με εξαιρετική δεξιοτεχνία (για έναν άνθρωπο της ηλικίας του κιόλας, που θα περίμενε κανείς να έχει σταματήσει πια να παίζει playstation), ο George Lucas αποδεικνύεται για άλλη μια φορά μέγας μάστορας του είδους, και δίνει μαθήματα χρήσης της κινηματογραφικής τεχνολογίας αιχμής: οι περίπλοκες αερομαχίες των διαστημοπλοίων του και οι σκηνές δράσεις με τα φωτόσπαθα –ή και χωρίς- είναι ικανά να κόψουν την ανάσα, ενώ η ομάδα των designers του, έχει ετοιμάσει γι’ αυτήν την ταινία μερικά από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά σκηνικά όλων των επεισοδίων.

Με πληροφορίες και ανατροπές αρκετά αναπάντεχες –τουλάχιστον για κάποιον που δεν περνάει τον ελεύθερο χρόνο του φορώντας μαύρη κάσκα και απαγγέλλοντας “Luke, I am your father” με βαθιά φωνή- το Επεισόδιο ΙΙΙ θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπατε μέχρι τώρα ολόκληρη την ιστορία της οικογένειας Skywalker, και η μονομαχία του Darth Vader με τον νεαρό Jedi θα αποκτήσει εντελώς καινούριο συμβολισμό. Όμως πέραν τούτου, και αυτή η προσθήκη στο saga, αν και στέκεται ψηλότερα από τα προηγούμενα δύο Βατερλό, ούτε κατά διάνοια δεν αγγίζει τη σεναριακή βαθύτητα που συνόδευε την πρώτη και αξεπέραστη τριλογία. Την οποία, αν είστε fans, με το Επεισόδιο ΙΙΙ θα έχετε την ευκαιρία να την αποχαιρετίσετε περήφανα (αν και τα Χρυσά Βατόμουρα, πάλι δε θα σας αφήσουν ήσυχους, ειδικά στις ερμηνείες). Αν δεν είστε, ε, δε νομίζω να γίνετε τώρα.


*Όλες οι φωτογραφίες, είναι ιδιοκτησία της

"(c) Lucasfilm Ltd. & TM. All rights reserved."

"Digital work by ILM."
και υπόκεινται στις
σχετικές διαδικτυακές νομοθεσίες.


Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.