Όμηρος - Review

Όμηρος
(4/5)

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιάνναρης
Σενάριο: Κωνσαντίνος Γιάνναρης
Παίζουν: Άρτο Απαρτιάν, Στάθης Παπαδόπουλος, Γιάννης Στάνκογλου, Μαριλού Κάππα Βαλεοντή

Βασισμένος στο αληθινό περιστατικό της λεωφορειοπειρατείας του ’99, από τον νεαρό Αλβανό που επιχείρησε να επιστρέψει στον πατρίδα του καταλαμβάνοντας ένα λεωφορείο από τη Νέα Μάκρη μαζί με τους επιβάτες -περιπέτεια που έληξε με την εκτέλεση τόσο του «πειρατή» όσο και ενός εκ των ομήρων του από τις αλβανικές ειδικές δυνάμεις-, ο Γιάνναρης παρουσιάζει ίσως την καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα, και σίγουρα μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Σκηνοθετημένος με νεύρο και ένταση, με ασφυκτικά γκρο-πλαν στα πρόσωπα των χαρακτήρων του, με εξαιρετικό ρυθμό στη μονταζιέρα, και τα beat της μουσικής του Νίκου Πατρελάκη να κλωτσάνε το στομάχι στις σωστές στιγμές, ο Όμηρος είναι ό,τι πιο κοντινό σε ψυχολογικό θρίλερ έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική παραγωγή.

Μια παραγωγή αριστοτεχνικά φτιαγμένη, αν αναλογιστεί κανείς τα πενιχρά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένας ανεξάρτητος Έλληνας κινηματογραφιστής, η συνολική εικόνα του Ομήρου αδικείται μόνο από την τελική αίσθηση ότι εκμεταλλεύεται περισσότερο τη δύναμη της ιστορίας του απ’ όσο είναι διατεθιμένος να την αποδομήσει και να την αναλύσει, τουλάχιστον δημιουργώντας δυνατότερους χαρακτήρες, με συνασιθηματικό-ψυχολογικό υπόβαθρο πιο στέρεο από μερικές κλεφτές ματιές με υπονοούμενα έξω απ’ τα παράθυρα της κινούμενης φυλακής τους.

Εκεί είναι που εντοπίζεται η αδυναμία της ταινίας, και έρχεται να γύρει την πλάστιγγα προς το μέρος του πρωταγωνιστή της ιστορίας, του Ελιόν, που στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τα πράγματα όπως ήταν πριν, όταν είχε περάσει τα σύνορα ως άγραφη σελίδα, με την ελπίδα να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό του. Πριν πηδήξει τη γυναίκα του αφεντικού του, πριν ενοχοποιηθεί απ’ αυτόν για εμπόριο όπλων, πριν βιαστεί από τους φύλακές του, πριν ξεφτιλιστεί στην πατρίδα του.

Όλες αυτές τις ιστορίες για αγιοποίησή του, εγώ δεν τις καταλαβαίνω. Λογικό κι αναμενόμενο βέβαια, μιας και ξεκίνησαν από τους συγγενείς του παιδιού που γνώρισε το θάνατο σ’ αυτό το λεωφορείο, οι οποίοι αν θα ήθελαν ποτέ να δουν την ιστορία του να γίνεται ταινία, σίγουρα δε θα ήθελαν να έχει για πρωταγωνιστή τον Αλβανό που τον οδήγησε στο θάνατο. Αλλά πέρα απ’ αυτό, και πέρα απ’ το ότι δεν παρακολουθούμε μάθημα ιστορίας αλλά ταινία, ακόμη και αν θέλει κανείς να σταθεί στον χαρακτήρα του Ελιόν, θα συναντήσει έναν ανισόρροπο νέο, που είδε τη ζωή του να καταστρέφεται επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει κλειστό το φερμουάρ του (που μεταξύ μας, αν αυτή η γυναίκα ήταν η Θεοφανία Παπαθωμά, εγώ δεν ξέρω πόσοι άντρες θα αντιστέκονταν), και πιάστηκε ο ίδιος Όμηρος σε μια αφελή και ανώριμη ιδέα για το πώς να κερδίσει πίσω τη χαμένη του τιμή. Όλα αυτά, δεν είναι αγιοποίηση του ήρωα, είναι προβλήματα του σεναρίου.

Εκτός κι αν πρέπει πια να κατηγορήσουμε τον Γιάνναρη γιατί υπεννόησε ότι μια (Ελληνίδα) γυναίκα ήταν λίγο… φιλελεύθερη με τη σεξουαλικότητά της! Ε δε γίνεται έτσι να αντιμετωπίζουμε μια ταινία. Εγώ σας προκαλώ να βγάλετε από το μυαλό σας την αληθινή ιστορία, να δείτε την ταινία, και μετά να βγείτε από την αίθουσα και να πείτε ότι δεν ήταν εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, του Collateral.


In Good Company - Review

In Good Company
(2/5)

Σκηνοθεσία: Paul Weitz
Σενάριο: Paul Weitz
Παίζουν: Dennis Quaid, Topher Grace, Scarlet Johansson

Εικοσιεξάχρονος γιάπης αναστατώνει τη ζωή πενηντάχρονου επικεφαλής διαφημιστικού τμήματος πολυεθνικής, τόσο στη δουλειά όταν γίνεται διευθυντής του, όσο και στο σπίτι όταν τα φτιάχνει με την κόρη του.

Θα μπορούσε να είναι άλλη μια κλασσική αμερικάνικη εφηβική σαχλοκομεντί, όμως οι ήρεμοι ρυθμοί, η τάση για ψυχαναλυτική παρουσίαση των (επιφανειακών) χαρακτήρων και η αποφυγή χρήσης εκβιαστικών μηχανισμών κωμωδίας (πού φτάσαμε, να είναι θετικό για μια ταινία όταν κάτι τέτοιο λείπει…), μειώνουν τα επίπεδα χαζοχαρουμενιάς στο minimum, κάνοντάς την από υποφερτή μέχρι και απολαύσιμη.

Όπως και να ’χει όμως, δεν είναι δα και το ψυχόδραμα του σύγχρονου επιχειρηματία (όσο κι αν θα το ήθελε), και σύντομα αρχίζει να βουλιάζει στη χλιαρότητά του, για να τα τινάξει όλα στον αέρα με την γελοία, κακογραμμένη και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, δήθεν επικράτηση των ανθρωπίνων σχέσεων έναντι του καπιταλισμού.

Αλλά όταν τελειώσει η ταινία, θα αναρωτηθείτε και μόνοι σας: πόσα να περιμένει κανείς από έναν σκηνοθέτη-σεναριογράφο, που σπαταλάει τη Johansson σε ένα ρολάκι 20 λεπτών το πολύ;

Constantine - Review

Constantine
(2/5)

Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Kevin Brodbin, Frank Capello (από το comic Hellblazer)
Παίζουν: Keanu Reeves, Rachel Weisz

Ο Keanu Reeves είναι o John Constantine, το νόθο παιδί του Harry Callahan που μεγάλωσε ο Πατήρ Damien Karras λίγο πριν πηδήξει απ’ το παράθυρο. Ένας αλκοολικός μανιώδης καπνιστής, που πήγε ταξίδι ως την κόλαση και πάλι πίσω, και του φαίνεται. Περίπου όπως στο Bill And Ted’s Exciting Journey.

Έχοντας δει την Κόλαση, ένα μετα-Αποκαλυπτικό τοπίο που μοιάζει να ξεπήδησε απ’ το hangover CGI σχεδιαστών, ο Keanu έχει πια μια αποστολή: να βρει και να ξαποστείλει όσους δαίμονες χρειαστεί απ’ αυτούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να κερδίσει την εύνοια των εξαπτέρυγων κι ένα οικοπεδάκι σε τόπο χλοερό. Κι έχει και κάτι φοβερά οπλάκια, όπως το Holy Shotgun (ένα τουφέκι striker με κοτσαρισμένο πάνω του έναν σταυρό), αμπούλες με αγιασμό απ’ τον Ιορδάνη και ένα σπιρτόκουτο με σκαθάρια. Κι έχει και την ικανότητα να ξαναγυρνάει στην κόλαση όποτε θέλει, βάζοντας τα παπούτσια του σε μια γάστρα με νερό. Κι έχει και την Rachel Weisz, που θέλει να σώσει την αδερφή της από την Κόλαση. Και βέβαια έχει και καρκίνο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που δεν έχει, είναι χρόνος.

Ξεκινώντας σαν υβρίδιο του Dirty Harry με τους Ghostbusters και τον Εξορκιστή (η πρώτη σκηνή είναι ένας εξορκισμός όπου ο Constantine αποκαλεί τον δαίμονα «μαλάκα»), αποκτά μια γεύση από αλά Μάτριξ φιλοσοφία σουπερμάρκετ όταν ο Keanu αρχίζει να μιλά για την «πραγματικότητα πίσω απ’ την πραγματικότητα», και καταλήγει να σε κάνει να αισθάνεσαι εσύ ο δαιμονισμένος που χρειάζεται εξορκισμό, όταν φτάνει στο φινάλε που είναι πιο βασανιστικό κι απ’ το να ακούς τον αγουροξυπνημένο Keanu να σου απαγγέλλει τις Γραφές στα Λατινικά, και μάλιστα ανάποδα.

Μεταφέροντας στην οθόνη το underground comic της DC με τον γλαφυρό τίτλο Hellblazer, ο βετεράνος βιντεοκλιπας Francis Lawrence στήνει μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα film noir, γύρω από μια ταινία που δίνει καινούριο νόημα στον όρο camp, με τη θολούρα που επικρατεί στα θεολογικά ζητήματα που αγγίζει, τη γενικότερη περιρρέουσα αφέλεια στη δομή της, μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, το ρεσιτάλ κακής, κακής ηθοποιίας από τον Neo. Συγγνώμη, τον Reeves.

Υποτίθεται πως καπνίζει «30 τσιγάρα την ημέρα από τα 15» και ακόμη κρατάει το τσιγάρο του σα φλώρος; Οι μύες του προσώπου είναι νεκροί; Χωρίς τα γυαλιά ηλίου του Matrix, δε δείχνει πιο spaced out από ποτέ; Ερωτήματα που θα κληθείτε να απαντήσετε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Δεν ξέρω τι ακριβώς του βρήκαν οι δημιουργοί και κόλλησαν μαζί του, αλλά το ότι χρειάστηκε να μεταφέρουν όλη την ιστορία από το Λονδίνο (όπου αρχικά θα διαδραματιζόταν, όπως και στο κόμικ) στο Λος Άντζελες, επειδή ο πρωταγωνιστής δε μπορούσε με τίποτα να πετύχει πειστική βρετανική προφορά, λέει αρκετά. Άραγε ο Sting, στη φυσιογνωμία του οποίου είχε βασιστεί ο ήρωας του κόμικ, πώς να αισθάνεται τώρα;

Ωστόσο, το Constantine παίζει να είναι η πιο αποτελεσματική αντικαπνιστική προπαγάνδα που έχω δει. Με τον τρόπο που ρουφάει ο Keanu το τσιγάρο, και όλον αυτόν τον καπνό που κυκλοφορεί τριγύρω, μέχρι το διάλειμμα της προβολής είναι πιο πιθανό να σας έχει πιαστεί το στέρνο, παρά να έχετε χαρμανιάσει. Κι αυτό από ανθρωπιστικής απόψεως δεν είναι άσχημο.

Όπως και να ’χει, δεν αποκλείεται σε κάνα δυο χρόνια να διπλασίαζα τη βαθμολογία της ταινίας αν την ξαναέγραφα, μόνο και μόνο για το camp value και τις αμέτρητες κωμικές στιγμές που -άθελά της- προσφέρει.

Όνειρο του Σκύλου, To - Review

Το Όνειρο του Σκύλου
(3/5)

Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
Σενάριο: Άγγελος Φραντζής, Σπύρος Κρίμπαλης
Παίζουν: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Άρης Σερβετάλης, Λίνα Σακκά, Πέγκυ Τρικαλιώτη

Μαγευτική ατμόσφαιρα που ενισχύεται από τα μεθυστικά traveling της κάμερας στις πανέμορφα φωτογραφημένες ασχημογειτονιές της Αθήνας. Οι ζωές τεσσάρων φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους ανθρώπων, συνδέονται μέσα από τις ονειρικές διαδρομές του αφηγητή, και πλαισιώνονται από αρκετούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, σχετικά άσχετους με την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και πάλι όμορφα στημένους και χρησιμοποιημένους. Βέβαια δεν περνάει απαρατήρητο ότι η οργανική τους λειτουργία στο σενάριο του Άγγελου Φραντζή και του Σπύρου Κρίμπαλη, είναι να ωθούν την ιστορία προς το τέλος της, χωρίς να αναγκάζονται οι σεναριογράφοι να επικεντρωθούν στους κεντρικούς τους ήρωες και να τους στηρίξουν σεναριακά, αλλά πάλι έτσι δε γίνεται στα όνειρα; Οι χαρακτήρες δε χρειάζεται να εξελιχθούν, γιατί όλοι οι χαρακτήρες των ονείρων σου, δεν είναι παρά αντανακλάσεις κομματιών του εαυτού σου.

Αν και ο βασικός πυρήνας της πλοκής είναι δύο παράλληλα εξελισσόμενα love stories, συχνά-πυκνά ο Φραντζής ξεστρατίζει και παρακολουθεί διάφορες υποπλοκές που ελάχιστη σύνδεση έχουν με το στόρι, κι έτσι δε δίνεται ούτε αρκετός χώρος στην ιστορία να πάει κάπου, αλλά ούτε και στους τρεις σημαντικούς ηθοποιούς της νέας γενιάς του ελληνικού κινηματογράφου-τηλεόρασης (Τρικαλιώτη, Μαρκουλάκης, Σερβετάλης, η Σακκά είναι επιπλέον και μια οπτασία) να αναπτύξουν ιδιαίτερα τις ικανότητές τους. Όμως η σταθερά σε υψηλά επίπεδα αισθητικής και αποτελεσματικότητας ατμοσφαιρικότητα, ο υπνωτιστικός ρυθμός και η φωτογραφία, καταφέρνουν να σχεδιάσουν την ονειρική νεφέλη που χρειάζεται η ταινία για να απορροφήσει τον θεατή, που εν τέλει καλείται να βρει και να εκτιμήσει την ομορφιά στην απλότητα των όσων παρακολουθεί, και να μην ξεχάσει ότι στο τέλος, όλα αυτά είναι ένα όνειρο.


Oscars 2005 - Aftermath

«Καλώς ήρθατε στην 77η και τελευταία απονομή των Βραβείων της Ακαδημίας». Προφητικός μάλλον για το τέλος της καριέρας του στη θέση του οικοδεσπότη των Όσκαρ, παρά για τα ίδια τα Όσκαρ, ο Chris Rock άνοιξε τη μεγάλη βραδιά με ένα από τα πιο μακροσκελή εναρκτήρια λογύδρια στην ιστορία του θεσμού, όπου σατίρισε (ή προσπάθησε να σατιρίσει) τον Bush, τη βιομηχανία παραγωγής και προώθησης αστέρων που είναι το Hollywood, και το ρατσισμό κατά των μαύρων και υπέρ των Εβραίων, που μετά βίας επέτρεψε να βγει στις αίθουσες το Passion of the Christ ενώ συνεχώς βομβαρδίζει τις αίθουσες με ταινίες που διακωμωδούν τους Aφροαμερικανούς. Συγχέοντας την κακία με την καυστικότητα, ο Rock έδωσε αρκετές αφορμές στους απαισιόδοξους που περίμεναν ότι ο μαύρος κωμικός θα είναι καταστροφή για τα Όσκαρ, να τρίψουν τα χέρια τους.

Η πιο άνευρη και επίπεδη εισαγωγή που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, ακολουθήθηκε από έλλειψη εκπλήξεων, καθώς όλα τα βραβεία απονεμήθηκαν στα φαβορί (4 στα 4 τα προγνωστικά μας, απίστευτο ε;), με τον Aviator του Martin Scorsese να παίρνει τα 5 βραβεία είχε σίγουρα, και το Million Dollar Baby του Clint Eastwood προς το τέλος της βραδιάς να σαρώνει τους μεγάλους τίτλους. Ο Ελληνοαμερικανός Alexander Payne ανέβηκε για πρώτη φορά στο podium έχοντας ήδη δύο υποψηφιότητες πίσω του, για να παραλάβει το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου για το Sideways, ενώ ο Μάνος Χατζηδάκης έχασε το ρεκόρ του να είναι ο μόνος νικητής Όσκαρ τραγουδιού με μη αγγλόφωνο στίχο, όταν το φετινό αντίστοιχο Όσκαρ πήγε στο Al Oltro Lado Del Rio της ταινίας Diarios de Motocicleta.

Με το Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου για την εκπληκτική ερμηνεία της Cate Blanchett ως Catherine Hepburn, καθώς κι αυτά της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, των κοστουμιών, του μοντάζ και τις φωτογραφίας, ο Aviator μάζεψε τα περισσότερα αγαλματίδια της βραδιάς. Ωστόσο, με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Ταινίας να πηγαίνει στο ψυχόδραμα του Clint, την Hillary Swank που κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Morgan Freeman στο δεύτερο αντρικό, να σηκώνουν τα αντίστοιχα βραβεία, δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς, ότι ο μεγάλος νικητής της βραδιάς ήταν το Million Dollar Baby. Όσο για τον Marty… better luck next time.

Τα βραβεία στις 8 μεγάλες κατηγορίες, πήγαν στους:
Α’ Ανδρικός: Jamie Foxx / RAY
Β’ Ανδρικός: Morgan Freeman / M$B
Α’ Γυναικείος: Hillary Swank / M$B
Β’ Γυναικείος: Cate Blanchett / THE AVIATOR
Πρωτότυπο Σενάριο: Charlie Kauffman / ETERNAL SUNSHINE OF THE SPOTLESS MIND
Σκηνοθεσίας: Clint Eastwood / M$B
Ταινίας: Μ$Β
Ξενόγλωσσης Ταινίας: MAR ADENTRO

Machinist, The - Review

The Machinist – Ο Άγρυπνος
(3/5)

Σκηνοθεσία: Brad Anderson
Σενάριο: Scott Kosar
Παίζουν: Christian Bale, Jennifer Jason Leigh, Aitana Sanchez-Gijon

Ένας εργάτης εργοστασίου, αρχίζει να αμφισβητεί την ψυχική του ισορροπία, όταν λόγω χρόνιας αϋπνίας και κακής διατροφής το μυαλό του αρχίζει να του παίζει περίεργα παιχνίδια, και να του θολώνει την πραγματικότητα.

Ατμοσφαιρικό, υποβλητικό, εξαιρετικά φωτογραφημένο από τον Xavi Giminez, και αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο από τον Brad Anderson, αλλά ελλειπτικά γραμμένο από τον σεναριογράφο Scott Kosar, το Machinist έχει ένα πολύ μεγάλο ατού, που διαγράφει το τεμπέλικο κι ασυνεπές φινάλε του: έναν πρωταγωνιστή που τρεφόταν με ένα μήλο και μια κονσέρβα τόνο την ημέρα για ένα μήνα, προκειμένου να χάσει τα 30 κιλά που απαιτούσε ο ρόλος.

Ο 30χρονος βρετανός ηθοποιός, που αν δεν θυμάστε από το Velvet Goldmine, ή το American Psycho, σίγουρα θα προσέξατε στο Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι, βρίσκεται καιρό τώρα σε πορεία εκτόξευσης προς το stardom. Εδώ όμως, θα έχετε την ευκαιρία να τον παρακολουθήσετε σε πραγματικό ρεσιτάλ τόσο αφοσίωσης στο ρόλο, όσο και ερμηνείας. Και τι ειρωνεία, κάνει την καλύτερη εμφάνισή του, σε αυτό που μάλλον θα είναι η τελευταία του ανεξάρτητη ταινία, μιας και ήδη έχει φορέσει τη μάσκα του Batman.

Ο Bale είναι το δυνατότερο χαρτί της ταινίας, σε μια πολυεπίπεδη, στιβαρή ερμηνεία που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν αρχίσει να κερδίζει πολλά βραβεία πολύ σύντομα, πολύ φοβάμαι ότι θα χάσω τον ύπνο μου.


Finding Oscar - Ταινία

Πριν ενάμιση μήνα περίπου, πριν καν ανακοινωθούν οι υποψηφιότητες, το φαβορί ήταν ένα, μοναδικό κι ακλόνητο: ο Aviator του Scorsese θα έκανε το αδιαμφισβήτητο double σκηνοθεσίας και ταινίας, και θα έπαιζε σκληρά και στο μοντάζ, και στην κινηματογράφηση, και στη σκηνογραφία. Μετά όμως, τα προγνωστικά άλλαξαν. Ο τελευταίος ήρωας της Άγριας Δύσης εξαπέλυσε το Million Dollar Baby, του οποίου το αδυσώπητο ντιρέκτ έβγαλε σχεδόν knock out τον Ιπτάμενο Κροίσο. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας είχε βρεθεί σε τόσο σκληρά αντιμαχόμενο δίπολο.

Συνήθως, σημαντικός μπούσουλας για την κατεύθυνση που θα πάρει το αγαλματάκι της ταινίας είναι το βραβείο του Σωματείου των Ηθοποιών, του SAG, δεδομένου του ότι το Σωματείο Ηθοποιών αποτελεί την πιο πολυάριθμη ομάδα όλων των ειδικοτήτων που αποτελούν την Ακαδημία, καθώς και του ότι γι’ αυτήν την κατηγορία (και μόνο), ψηφίζουν όλα τα μέλη της Ακαδημίας, απ’ όλες τις ειδικότητες. Φέτος, το βραβείο των Ηθοποιών πήγε στο Sideways, γεγονός που άφησε τα πράγματα λίγο ξεκρέμαστα.

Αν και το Sideways είναι βέβαια κι αυτό υποψήφιο για Καλύτερη Ταινία, εντάξει, ας είμαστε σοβαροί, οι πιθανότητές του να βραβευτεί είναι μηδαμινές, όπως άλλωστε και του Finding Neverland και του Ray που συμπληρώνει την πεντάδα.

Από ‘κει κι έπειτα -αν και πολλά θα κριθούν και από το ποιος θα σηκώσει τελικά το βραβείο σκηνοθεσίας- τα ενδεχόμενα είναι δύο: το SAG να επιμείνει στο μεθυστικό road movie του Payne αδρανοποιώντας τις ψήφους του, και να αφήσει τους υπόλοιπους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, οπότε ένα άλλο σημαντικό κριτήριο μπαίνει στο παιχνίδι. Το βραβείο των μοντέρ, επίσης σημαντικός δείκτης για το ποια ταινία θα θεωρηθεί η καλύτερη της χρονιάς. Έτσι, η βράβευση του Aviator από το σωματείο των μοντέρ, σε συνδυασμό με το ότι μάλλον ο Scorsese θα έχει χάσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, μπορεί να τον ανεβάσουν στο βάθρο μαζί με τον DiCaprio, τον Michael Mann, και τους υπόλοιπους παραγωγούς της ταινίας. Το άλλο ενδεχόμενο είναι το SAG να θεωρήσει ότι επιτέλεσε το καθήκον του με το Sideways στα δικά του βραβεία, και να ψηφίσει την ταινία ενός δικού του παιδιού, του Clint Eastwood. Αλλά επειδή μου αρέσει η απλότητα, το ένστικτό μου μού λέει ότι ο Clint πρέπει να αρχίσει να προβάρει χαμόγελο για double και οι παραγωγοί του Μωρού του, να κινήσουν για το podium…

Super Size Me - Review

Super Size Me
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Morgan Spurlock
Σενάριο: Morgan Spurlock
Παίζουν: Morgan Spurlock

Υπάρχει ένα ανέκδοτο για έναν τυφλό που πηγαίνει πρώτη φορά στο Τέξας, και μαθαίνει από πρώτο χέρι ότι «τα πάντα στο Τέξας, είναι μεγαλύτερα.» Το δράμα του –και το punch line του ανέκδοτου- έρχεται όταν ο τυφλός πέφτει στην πισίνα του ξενοδοχείου και πανικοβάλλεται στην ιδέα ότι έπεσε στην τουαλέτα.

Κάτι αντίστοιχο και με ακόμη πιο διασκεδαστικό τρόπο, αποδεικνύει ο Morgan Spurlock για όλη την Αμερική, στο ενδιαφέρον και σοκαριστικό ντοκιμαντέρ του, Super Size Me, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του σε μια από τις πιο επικίνδυνες παθογένειες των ΗΠΑ, την παχυσαρκία.

Το «πείραμα» έχει ως εξής: χαίρων άκρας υγείας τριαντάρης, θέλοντας να δει επί του πρακτέου πόσο επικίνδυνες για την υγεία είναι οι διατροφικές συνήθειες των Αμερικανών και πώς αυτές συνδέονται με την εφηβική παχυσαρκία, αποφασίζει να τραφεί για έναν ολόκληρο μήνα αποκλειστικά και μόνο με ήδη από το μενού της μεγαλύτερης αλυσίδας fast food της χώρας του, τα McDonald’s. Έμπνευση του Spurlock για το ντοκιμαντέρ του, η μήνυση που υπέβαλαν δύο υπέρβαρα κορίτσια εναντίον της συγκεκριμένης αλυσίδας. Πειραματόζωό του, ο ίδιος του ο εαυτός. Κανόνες, να τρώει τρία γεύματα την ημέρα, και να παίρνει την Super Size μερίδα κάθε φορά που του την προτείνουν οι υπάλληλοι, αλλά μόνο τότε.

Οι πρώτες μέρες περνούν σχετικά ομαλά, με τον ίδιο να ανακαλύπτει τη μαγεία του junk food και την κοπέλα του, φανατική χορτοφάγο, να αντιδρά στα γεύματά του με εκφράσεις αηδίας. Τα κολατσιά του συνοδεύονται από ταξίδια σε διάφορες γωνίες τις Αμερικής, και οι περιπέτειές του διανθίζονται με διάφορα ενδιαφέροντα στατιστικά, διασκεδαστικές συνεντεύξεις και αστεία trivia, όπως ο τύπος που τρέφεται επίσης αποκλειστικά και μόνο με Big Mac.

Κάπου στα μισά όμως, το χαμόγελο του Roland MacDonald αρχίζει να αποκτά εφιαλτική υφή, καθώς ο Spurlock αρχίζει να παίρνει βάρος με απίστευτους ρυθμούς, η χοληστερίνη του εκτοξεύεται στα ύψη και το συκώτι του αρχίζει να εξαφανίζεται. Οι ειδικοί που τον παρακολουθούν τακτικά και καθ’ όλη τη διάρκεια του πειράματος, έντρομοι μπροστά στα αποτελέσματα των εξετάσεών του, αρχίζουν να τον παρακαλούν να σταματήσει όσο είναι ακόμη ζωντανός!

Κάτι τέτοια ντοκιμαντέρ, είναι ο λόγος που ευχαριστούμε τον Michael Moore που άνοιξε το δρόμο σε όποιον έχει μια κάμερα και τραβάει, να βρίσκει και αίθουσες να το προβάλλει. Τα αδιαμφισβήτητα, επιστημονικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα του πειράματος του Spurlock σε συνδυασμό με τις εικόνες, δεν αφήνουν όχι χώρο για αμφιβολίες ρεαλισμού, αλλά ούτε καν για επιδόρπιο. Αν είχατε σκοπό να τσιμπήσετε κάτι στα γρήγορα μετά την προβολή, μάλλον ξανασκεφτείτε το.

Ιδέα για σενάριο

Λόγω πρόσφατης έκρηξης της επισκεψιμότητάς του, το άρθρο επανέρχεται στην πρώτη σελίδα. Happy commenting.

Είναι ένας τύπος, που χρόνια πριν ξεκινήσει η ιστορία μας, προσπαθούσε να γράψει ένα σενάριο. Εμείς τον βρίσκουμε λίγο αφού έχει αντιληφθεί πόσο δύσκολο είναι να αναπτύξει την ιδέα του σε σεναριακή δομή, και κυρίως πόσο δύσκολο είναι να την εμπλουτίσει με έξυπνους διάλογους. Επίσης, λίγο πριν καταλάβει πόσο εύκολο είναι να γράψει τους διάλογους, τσατάροντας στο ιντερνετ. Οπότε αποφασίζει να τσατάρει στο irc με τον εαυτό του, γιατί αν το κάνει με κάποιον άλλο, κινδυνεύει βέβαια να φάει μήνυση για πνευματική κατακλοπή. Έτσι και κάνει λοιπόν, και φτιάχνει το σενάριό του, με τους διάλογους και τα λοιπά, και γυρνάει την ταινία. Αλλά ο τύπος, είναι και κριτικός, οπότε όταν βγαίνει η ταινία, την καταθάβει κατηγορώντας τον δημιουργό της ότι είναι ακαδημαΐκη και άψυχη και το σενάριό της είναι παιδαριώδες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κριτικούς που την εκθειάζουν. Καταλήγει λοιπόν να δέχεται μήνυση από τον εαυτό του γιατί χρησιμοποίησε τους διάλογους απ' το irc χωρίς τη συγκατάθεσή του, από τον εαυτό του για συκοφαντική δυσφήμιση λόγω της κριτικής του, και από τον Charlie Kauffman που ισχυρίζεται ότι είχε την ιδέα για την ταινία πολύ πριν απ' αυτόν και τον εαυτό του.

Η Ιδέα διατίθεται προς πώληση, με αντίτιμο ένα ποσοστό απο τα κέρδη της ταινίας, και ένα κουτάκι καραμέλες για το λαιμό.

Closer - Review

Closer – Εξ Επαφής
(4,5/5)

Σκηνοθεσία: Mike Nichols
Σενάριο: Patrick Marber
Παίζουν: Jude Law, Clive Owen, Natalie Portman, Julia Roberts

Είναι πάντα μια δύσκολη διαδικασία να μεταφέρεις ένα έργο από το θεατρικό σανίδι στις τεράστιες και τόσο γεμάτες δυνατότητες διαστάσεις του κινηματογραφικού πανιού. Στις χειρότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια κινηματογραφημένη παράσταση, που σημαίνει στατικά πλάνα, μηδαμινή εναλλαγή στα σκηνικά, εν ολίγοις μια βεβιασμένη απόπειρα να διατεθεί σε ευρύτερο κοινό, κάτι που είτε ο σκηνοθέτης είτε το studio θεώρησε ότι το αξίζει. Στην περίπτωση του Closer, της αιχμηρής κι αμείλικτης ανατομίας της ανθρώπινης ψυχής και του τρόπου που αντιμετωπίζει τη συντροφικότητα σαν ένα παιχνίδι εξουσίας, δια χειρός Patrick Marber, η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι τίποτε λιγότερο από μαγεία.

Ο Mike Nichols, ένας σκηνοθέτης με εκπληκτική ικανότητα να βρίσκει και να τραβάει από τους ηθοποιούς του εξαιρετικές ιδιότητες εν είδη αποκάλυψης, μοιράζει με ιδιοφυή τρόπο τους ρόλους του έργου, μετατρέποντας τέσσερις από τους πιο θελκτικούς ανθρώπους στον κόσμο, σε τέσσερις από τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Το άλλο είναι ο τρόπος που μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των τεσσάρων χαρακτήρων φέρνει το sex στο επίκεντρο της ιστορίας, αλλά σε κάνει να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου όταν το κάνεις –τουλάχιστον όταν πρόκειται για κεράτωμα.

Καλά καταλάβατε, πρόκειται για διάτμηση της απιστίας. Σ’ αυτό το ερμητικά κλειστό δράμα τεσσάρων χαρακτήρων, ο κουμπωμένος συντάκτης επικήδειων του Jude Law, ο Dan, εντοπίζει την ξεπεταγμένη κοκκινομάλλα της Natalie Portman, την Alice, στο απέναντι φανάρι, κι αυτή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Οι δυο τους καταλήγουν να χαριεντίζονται στο νοσοκομείο, να ανταλλάσσουν οπτικές για τη ζωή και τις σχέσεις στο λεωφορείο, και να βρίσκουν τους εαυτούς τους στο αναμφίβολο ξεκίνημα του ειδυλλίου τους σε ένα πάρκο.

Flash forward, ο Dan φωτογραφίζεται για το «αυτάκι» του βιβλίου του για την Alice, με την οποία συζεί. Η φωτογράφος είναι η απρόσιτη Anna της Julia Roberts, η οποία σύντομα καταλήγει να ελέγχει την οδοντοστοιχία του Dan με τη γλώσσα της. Μετά από λίγο εμφανίζεται η Alice, και η άβολη στιγμή οδηγεί στην απόρριψη του Dan από την Anna. Το βράδυ, ο Dan μπαίνει σε ένα chat room για καυλωμένους, και παραπλανεί τον πρόθυμο γιατρό του Clive Owen, τον Larry, προσποιούμενος ότι είναι η Anna. Ο σκοπός του είναι να την εκδικηθεί, παραπλανώντας τον γιατρό και οδηγώντας τον στο αγαπημένο στέκι της Anna. Πού να φανταστεί, ότι οι δυο τους θα ταιριάξουν; Όπως ενδεχομένως έχετε ψυλλιαστεί, η ανεκπλήρωτη έλξη του Dan προς την Anna θα οδηγήσει στην πρώτη αλλαξοκωλιά της ταινίας. Κι άλλες θα ακολουθήσουν, πάντα ασφυκτικά οριοθετημένες μέσα στην παρέα των τεσσάρων. Σοφιστικέ ματάκηδες, αυτή είναι η ταινία σας.

Τα αμείλικτα καδραρίσματα του Nichols, αγκαλιάζουν σα μέγγενη τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι βρίσκουν σ’ αυτήν την ταινία την ευκαιρία να ανακαλύψουν στο υποκριτικό τους ταλέντο, ικανότητες που δεν νομίζω ούτε και οι ίδιοι να ήξεραν ότι έχουν. Ακόμη κι ο πιο αδύναμος από τους τέσσερις, ο Jude Law, είναι πολύ καλός στο ρόλο του looser, ενώ η Julia Roberts σε κάνει να πιστέψεις στη μαγεία της υποκριτικής, παρουσιάζοντας σε χαμηλό τόνο τον βαθιά εσωτερικό της χαρακτήρα, αλλά το σκληρό της πρόσωπο καθρεφτίζει τη θύελλα που ζεί. Όσο για τους Clive Owen και Natalie Portman, που παίζουν τους δυο πιο αμφιλεγόμενους ρόλους της ταινίας, οι ερμηνείες τους είναι οι αποκαλύψεις της χρονιάς, και οι υποψηφιότητές τους στα Όσκαρ των δεύτερων ρόλων, είναι από μόνες τους μια νίκη, δεδομένου του είδους της ταινίας.

Το Closer είναι μια ταινία για τον τρόπο που αληθινοί άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, αγαπιούνται, δένονται, και μετά νιώθουν αυτήν την τόσο αυτοκαταστροφική κι ακατανόητη, αλλά και τόσο ανθρώπινη τάση να δοκιμάσουν τα όρια του δεσμού τους. Δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που αισθάνονται, και σ’ αυτά που λένε ότι αισθάνονται. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε τους δαίμονές τους, παλιές σχέσεις-ερείπια, πληγές που τους έχουν κλειδώσει στον εαυτό τους, αφήνοντας αυτό το μικρό παράθυρο ελπίδας ανοιχτό, απ’ όπου περιμένουν τον αληθινό τους έρωτα να μπει και να τους σώσει. Μόνο που ο καθένας γίνεται ο σωτήρας του άλλου απλά για να τον σκοτώσει ξανά, και μετά να πηδήξει από τη θέση του δολοφόνου, ξανά σ’ αυτήν του θύματος.

Εκεί που υπάρχει συνέπεια, είναι στον τρόπο που ο Nichols παρουσιάζει τους χαρακτήρες του, κρατώντας την ίδια απόσταση και αφήνοντάς τους να αποκαλύψουν όλη τη σκληρότητά τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε πόρνες, άντρες και γυναίκες. Και στον τρόπο που ο Marber ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, για να δείξει τη φρικιαστική ασχήμια της σε όλο της το μεγαλείο, έναν τρόπο τόσο σαδιστικά ηδονιστικό όσο το να βλέπεις ξανά και ξανά σε αργή κίνηση ένα τραίνο να πέφτει με δύναμη πάνω σου. Είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που σε αφήνει με την ψυχή κομμάτια και το στομάχι κόμπους. Απόλαυση.

Ενδείκνυται ως date movie, σε περίπτωση που υποπτεύεστε το άλλο σας μισό. Αποκλείεται να μη λυγίσει…

Assault on Precinct 13 - Review

Assault on Precinct 13 – Επίθεση στο Σταθμό 13
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jean-François Richet
Σενάριο: James DeMonaco
Παίζουν: Ethan Hawke, Laurence Fishburne, Drea DeMatteo, Maria Bello

Λίγο πριν ο John Carpenter βάλει την υπογραφή του στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και του παγκόσμιου horror genre με το Halloween, έκανε την παρουσία του αισθητή με μια cult classic μεταφορά του Rio Bravo στην τότε σύγχρονη εποχή, μετατρέποντας το western της ταινίας του Howard Hawks με τον John Wayne, σε Νύχτα των Ζωντανών νεκρών με περισσότερα όπλα. Το όνομα αυτού, Assault on Precinct 13. Την ιστορία ενός ξεχασμένου, έτοιμου να κλείσει αστυνομικού σταθμού στη μέση του πουθενά, που βρίσκεται αβοήθητος μπροστά στη μανιασμένη επίθεση μιας ομάδας άγριων και ασταμάτητων συμμοριτών.

Φέτος, ο Jean-Francois Richet μεταφέρει το b-movie του Carpenter από το 1976 στο σήμερα, κρατώντας τη βασική ιδέα, και εμπλουτίζοντάς τη με μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες, επιπλέον background story στους πρωταγωνιστές, πιο σπηντάτους ρυθμούς, κομψή, μοντέρνα σκηνοθεσία, μερικές καινούριες ανατροπές, κι ένα σωρό καινούρια όπλα.

Όλοι αυτοί οι μοντερνισμοί κάνουν το σημερινό Ass-P13 να δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από το παλιό, μόνο που αυτοί είναι και το αδύναμο σημείο της. Γιατί εκεί που η απειλή στο σενάριο του Carpenter ήταν το ατόφιο μίσος μιας ομάδας συμμοριτών, στο καινούριο σενάριο ο αβοήθητος σταθμός 13 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά μιας διεφθαρμένης ομάδας ειδικών δυνάμενων της αστυνομίας. Και θα περίμενε κανείς εκτός από καλύτερες στολές να έχουν α. καλύτερη εκπαίδευση από μια ομάδα θερμοκέφαλων gang-bangers, και β. απίστευτα καλύτερα όπλα από τα κάνα δυο πιστόλια, τις μερικές μολότοφ και τα πολλά μαχαίρια που έχουν οι φονιάδες του Carpenter.

Ωστόσο, αυτό που κάνει το καινούριο ASS-P13 μια ευχάριστη προσθήκη στη λίστα των επιτυχημένων remakes, κάτω από τα Dawn of the Dead και The Texas Chainsaw Massacre, είναι το ότι δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Γιατί στην τελική, πρόκειται για μια ταινία που υπόσχεται πολύ πιστολίδι, ατμόσφαιρα και ένταση, με χαμηλό budget και σενάριο που δεν απαιτεί από το θεατή να κοιτάζει στην οθόνη σε κατάσταση αυτιστικού καταναλωτή pop corn. Κι επιπλέον, προσφέρει τη sexy Drea De Matteo σε διχτυωτό καλσόν, και πολύ καλές ερμηνείες από τους περισσότερους ηθοποιούς.

Finding Neverland - Review

Finding Neverland – Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Mark Foster
Σενάριο: David Magee
Παίζουν: Johnny Depp, Kate Winslet, Freddie Highmore, Dustin Hoffman

Βασισμένος στο θεατρικό The Man Who Was Peter Pan του Allan Knee, ο David Magee υπογράφει ένα σενάριο που απομακρύνεται κατά βούλησιν από την πραγματικότητα, και περιγράφει με έντονο συναισθηματισμό την ιστορία του Sir James Matthew Barrie, του συγγραφέα του Peter Pan και της Χώρας του Ποτέ.

Μερικές βδομάδες πριν, έδωσα πέντε αστέρια στο Ray, στηρίζοντας την άποψή μου ότι η ταινία αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στην εκστατική ερμηνεία του Jamie Foxx, που καταφέρνει να απογειώσει την ταινία σε επίπεδα που δε θα είχε πιάσει αν δεν είχε αυτόν τον πρωταγωνιστή. Ίσως την αδίκησα. Γιατί το Finding Neverland, είναι άλλη μια ταινία που βασίζεται στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της, αλλά και πάλι, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα.

Ο Mark Foster, που μας χάρισε το δήθεν σοφιστικέ ρομάντζο του Χορού των Τεράτων (και τον επακόλουθο ανεκδιήγητο χορό της Halle Berry στα Όσκαρ), αυτή τη φορά μας παρουσιάζει ένα συμβατικό δράμα εποχής, όπου επιδεικνύει τις δυνατότητες του κινηματογράφου στο συναισθηματικό πατρονάρισμα του θεατή, και του σεναριογράφου στην εν είδη faux βιογραφίας δραματουργική υπερβολή σε κακουργηματικό βαθμό.

Ο Johnny Depp και η για άλλη μια φορά εκπληκτική του απόδοση ενός σκανδαλιάρικού αλλά ρεαλιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος λόγος για να κοιτάζει κανείς την οθόνη, τουλάχιστον όταν δεν την κοσμεί η γλυκύτητα του μικρού του συμπρωταγωνιστή, Freddie Highmore. Η δε Winslet, κατασπαταλιέται σε ένα σενάριο όπου ο μισός της ρόλος απαιτεί από αυτήν απλά να βήχει και να δείχνει άρρωστη. Σε αντίθεση με το Ray, το Finding Neverland είναι μια από αυτές τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι μια καλή ερμηνεία δεν είναι αρκετή για να σώσει την παράσταση.

Finding Oscar - Σκηνοθεσία

Αν στα Όσκαρ υπάρχει μια κατηγορία που ο οποιοσδήποτε κινηματογραφόφιλος παρακολουθεί περισσότερο απ’ όλες, είναι αυτή της σκηνοθεσίας. Mike Leigh για την Vera Drake, Alexander Payne για το Sideways, Taylor Hackford για το Ray. Απλά αναφέρω τα ονόματα των τριών εκ των πέντε υποψηφίων για την ιστορία, γιατί όλοι ξέρουμε ότι το να κερδίσουν το Όσκαρ είναι τόσο πιθανό όσο το να ξυπνήσουν μια μέρα οι γυναίκες και να νομίζουν ότι ο Brad Pitt είναι άσχημος. Βρισκόμαστε στο Hollywood, και οι ταινίες που κερδίζουν πια τα μεγάλα βραβεία, είναι οι Χολιγουντιανές.

Από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, οι δύο μεγάλοι μονομάχοι ήταν ο Clint Eastwood για το Million Dollar Baby και ο Martin Scorsese για το Τhe Aviator, όσοι επισκέπτονται τα οσκαρικά message boards του internet, ξέρουν ότι στην ουσία η μάχη δεν είναι ανάμεσα στη σκηνοθεσία του M$B και του The Aviator, αλλά ανάμεσα στη σκηνοθεσία του Μ$Β και τον άνθρωπο που λέγεται Martin Scorsese.

Γιατί ή αλήθεια είναι πως αν ο Scorsese κερδίσει το αγαλματάκι, θα είναι γιατί του το χρωστάνε καιρό, και με την πορεία που έχει πάρει τελευταία ο σκηνοθέτης του Οργισμένου Ειδώλου, η Ακαδημία ίσως έχει αρχίσει να αγχώνεται για το αν θα ξαναβρεί την ευκαιρία να του το δώσει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ξέρουν ότι το Τhe Aviator είναι μια ταινία πολύ κατώτερη των δυνατοτήτων του Scorsese και το M$B είναι σαφώς πιο καλοστημένο.

Ο Eastwood από την άλλη, έχει ήδη πάρει τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία, καθώς και το βραβείο από το αμερικάνικο Σωματείο Σκηνοθετών για τη φετινή δουλειά του, και στα τελευταία 20 χρόνια η μοναδική φορά που ένας σκηνοθέτης με τις δυο παραπάνω διακρίσεις δεν σήκωσε το Όσκαρ, ήταν το 2001, όταν ο Ang Lee έχασε το βραβείο από τον (υποψήφιο τότε για το Traffic και την Erin Brockovitch) Steven Soderbergh. Τόσο η ιστορία λοιπόν, όσο και η παρούσα πραγματικότητα, δείχνουν ένα όνομα: Clint Eastwood.


Finding Oscar - Α' Ανδρικός

Ένας stand-up comedian, ένα ξανθό αγόρι που δε θα γεράσει ποτέ, ένας κάτοικος της Χώρας του Ποτέ, ένας γερασμένος cowboy κι ένας ξενοδόχος από την Ρουάντα. Κι όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα: ένα χρυσό αγαλματάκι. Αλλά μόνο ένας θα το πάρει. Ποιος;

Αν και για κάποιον περίεργο λόγο η Ακαδημία δε σκέφτηκε τον Paul Giammati (Sideways)που θα μπορούσε άνετα να κρατήσει μια θέση στην πεντάδα -για να μη σας θυμίζω τώρα τον Jim Carrey (Eternal Sunshine of the Spotless Mind) και συγκινούμαστε πάλι- γενικά η κατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά έναν βαθμό αναμενόμενη. Ο Clint Eastwood λόγω κεκτημένης ταχύτητας από το μεγάλο buzz του Μ$Β ανέβασε τον μέσο όρο ηλικίας, ο Johnny Depp (Finding Neverland) φαίνεται ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτή τη μακρά περίοδο των σχετικά κοντινών μεταξύ τους υποψηφιοτήτων που θα του δώσουν την ταμπέλα του εκλεκτού της Ακαδημίας για να κορυφωθεί στη βράβευσή του σε 3-5 χρόνια αν όλα πάνε καλά, ο δε Don Cheadle (Hotel Rwanda) μπήκε στην κατηγορία για να εκπροσωπήσει μια ταινία που μπορεί να τονώσει το ηθικό των αμερικανών για τα ιρακινά τους, πατώντας με δύναμη όλα τα κουμπιά του συναισθηματισμού τους. Την ταινία του δεν την έχουμε δει ακόμη στην Ελλάδα, και αν και πολλοί λένε ότι είναι ξεκάθαρα ο καλύτερος από τους πέντε, η οσκαρική παραφημολογία δεν του δίνει καμία ελπίδα.

Κι έτσι πάμε τώρα στα μεγάλα κεφάλια: Leo DiCaprio, εναντίον Jamie Foxx. Διαγωνιζόμενοι ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ποιος δηλαδή θα αποδώσει καλύτερα την προσωπικότητα και το χαρακτήρα πραγματικών ανθρώπων –ο πρώτος του Howard Hughes, ο δεύτερος του Ray Charles-, ο Foxx έχοντας σαφώς πιο αβανταδόρικο ρόλο αλλά και αδιαμφισβήτητα ευρύτερο υποκριτικό ταλέντο, έρχεται με απίστευτη φόρα έχοντας ήδη σηκώσει και Χρυσή Σφαίρα και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών (SAG) και είναι το απόλυτο φαβορί όλων των κατηγοριών των φετινών Όσκαρ. Το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, μιας και με την άλλη μεγάλη του φετινή ερμηνεία στο Collateral, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να μοιραστούν οι ψήφοι του. Και τότε μόνο να αφήσει χώρο για τον DiCaprio να του αρπάξει τη στιγμή, κι ο ίδιος να μείνει με άδεια χέρια. Αλλά επειδή έχω ήδη σταυρώσει τα δαχτυλάκια μου και το απεύχομαι, δεν το βλέπω να συμβαίνει…

Meet the Fockers - Review

Meet the Fockers – Πεθερικά της Συμφοράς
(3/5)
Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: Jim Hertzefeld, Marc Hyman, John Hamburg (με τους χαρακτήρες που έγραψαν οι Greg Glienna και Mary Ruth Clarke)
Παίζουν: Ben Stiller, Robert DeNiro, Dustin Hoffman, Barbara Streisand

Είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις το sequel μιας ταινίας να συναγωνίζεται το πρωτότυπό της, ή ακόμη και να πλησιάζει στο να το ξεπεράσει, ιδίως όταν πρόκειται για κωμωδία, όπου εκεί ο στόχος αυτός είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Πάρτε για παράδειγμα το Analyze That, το sequel της πετυχημένης κωμωδίας Analyze This με τον Robert DeNiro και τον Billy Crystal στους ρόλους ενός νονού της Μαφίας και του ψυχαναλυτή του, ένα sequel που βασίστηκε τόσο πολύ στο να ξαναεπισκεφτεί και να επαναλάβει όλες τις ανατρεπτικές παραδοξότητες του πρωτότυπου, ξεχνώντας πως ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ανατρεπτικές και παράδοξες, είναι που τις έκανε να δουλέψουν. Αυτός είναι κατά γενική ομολογία, ο κανόνας των sequel κωμωδιών: ας ξανακάνουμε τα ίδια αστεία άλλη μια φορά, και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει. Έλα όμως που δεν…

Η εκρηκτική πορεία του Meet The Fockers στα ταμεία της Αμερικής, βασίστηκε στο ότι ο Jay Roach αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο, κι όσο κι αν αυτή φαίνεται να είναι η προφανής επιλογή, είναι επίσης προφανές ότι για κάποιο λόγο δεν είναι η συνηθισμένη. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Εκεί που το Meet the Parents είχε περισσότερη slapstick κωμωδία απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος (ωθώντας στη συνέχεια τον Stiller στα τερτίπια του Along came Polly και του Dodgeball, όπου έδωσε άλλο νόημα στις λέξεις «σωματική» και «κακοποίηση», αν και είχε ήδη δείξει έντονη προδιάθεση με το There’s Something About Mary), η φετινή ταινία δεν επιμένει τόσο στο φυσικό εξευτελισμό του Stiller, όσο στις παρεξηγήσεις που φροντίζουν να του δημιουργούν οι γονείς του, και να τον μειώνουν στα μάτια του πεθερού του.

Ο Ben Stiller και η Teri Polo επιστρέφουν στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού που προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του –αν μη τι άλλο περίεργου- πατέρα της νύφης για την επιλογή της, και να παντρευτούν. Λίγο καιρό λοιπόν αφού ο πρώην πράκτορας της CIA πεθερός του Stiller, ο Robert DeNiro, έχει δώσει το πράσινο φως για την επιχείρηση γάμος, μένει να γνωριστούν μεταξύ τους τα πεθερικά.

Σε ένα από τα καλύτερα castings των τελευταίων ετών σε κωμωδία, ο Dustin Hoffman και η Barbara Streisand, δύο αμετανόητοι τελειομανείς, κάνουν το πάρτι της ζωής τους στους ρόλους των γωνιών του Stiller, τους Fockers. Κι αυτό το old-school lineup τριών τεράτων της υποκριτικής, είναι η ανεξάντλητη πηγή της κωμικής δυναμικής της ταινίας.

Δεν εκτίμησα ποτέ τη σχετικά πρόσφατη ιδέα του DeNiro να προσπαθήσει να κωμικοποιήσει τους χαρακτήρες που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, όμως σ’ αυτήν εδώ την ταινία, που παίζει το ρόλο του όσο πιο straight γίνεται, δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι το να βγάλεις το χαρακτήρα του απ’ τους Goodfellas και να τον ρίξεις στη μέση μιας ανεμοθύελλας παρανοϊκών καταστάσεων, έχει την πλάκα του. Πόσο μάλλον το να του φοράς πλαστικό στήθος! Ok, αυτό ίσως φανεί λίγο χοντροκομμένο σε μερικούς, αλλά το αναφέρω γιατί αυτό είναι το maximum του χονδροειδούς χιούμορ της ταινίας, κι από τον Jay Roach που έχει στο βιογραφικό του δύο ταινίες του Austin Powers, μπορεί να περιμένει κανείς πολλά περισσότερα…

Όμως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της ταινίας, είναι ο υπέροχος συντονισμός ανάμεσα στον Hoffman και την Streisand, οι οποίοι με την κωμική τους ιδιοφυΐα προσφέρουν τα περισσότερα αστεία στιγμιότυπα της ταινίας, και της δίνουν χρώμα με το φωνακλάδικο γεροντοέρωτά τους και την παθιασμένη τους αγάπη προς του χαρακτήρα του Stiller.

Βέβαια μπορεί να μην είναι το χρώμα που θα αρέσει σε όλους, μιας κι όντως το αμερικάνικο χιούμορ αυτού του είδους δεν έχει πάντα πολλούς θαυμαστές στη χώρα μας, όμως σε γενικές γραμμές το Meet the Fockers κινείται σε πιο σοβαρά και αξιοπρεπή επίπεδα από την πρώτη ταινία, και θα είναι για όλους μια ευχάριστη έκπληξη.

Finding Oscar - Α' Γυναικείος

Την προηγούμενη εβδομάδα είχα υποσχεθεί να ξεκινήσουμε το παιχνίδι του μαντέματος με το Όσκαρ α’ Γυναικείου, για να μετράμε αντίστροφά τις μέρες μέχρι τη μεγάλη απονομή. Φέτος, η πεντάδα των υποψηφίων χωρίζεται στα δύο, με τρία ονόματα να έχουν ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να αποτελέσουν σοβαρές διεκδικήτριες, και δύο γυναίκες να βρίσκονται για δεύτερη φορά αντιμέτωπες.

H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).

Οι δυο τους είχαν ξανασυναντηθεί το ’99, τότε που το Όσκαρ Α’ Γυναικείου ήταν από τα λίγα που έμειναν έξω από το σαρωτικό πέρασμα του American Beauty, και το αγαλματάκι τελικά σήκωσε η Swank για το Boys Don’t Cry. Φέτος, η τελευταία βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, με μια ακόμη καλύτερη ερμηνεία, ξανά σε έναν ρόλο μηδαμινής θυληκότητας. Επίσης, έχει το momentum μιας ταινίας που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αποκλείεται να κάνει το double σε σκηνοθεσία και ταινία.

Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.

Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.

Million Dollar Baby - Review

Million Dollar Baby
4/5(4/5)
Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood

Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.

Το μεγαλείο του Clint Eastwood, όπως στους Ασυγχώρητους έτσι και στο Mystic River και στο Μ$Β, είναι η ικανότητά του να ανάγει τα κλισέ στα κινηματογραφικά αρχέτυπα που τα γέννησαν, κι ακόμη, προσδίδοντάς τους ένα μοντέρνο twist. Και τι πιο κλισεδιάρικο από ένα κλασικό success story;

Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.

Ο Eastwood και ο Freeman, βετεράνοι στους (λιγομίλητους, χαρακωμένους από τη ζωή και γεμάτους σοφία) ρόλους που καλούνται να υποδυθούν, είναι και οι δυο τους υποδειγματικοί στο Μ$Β, αλλά οι ερμηνείες τους έρχονται δεύτερες σε σύγκριση με την εκθαμβωτική παρουσία της Hillary Swank, που παίζει τη Maggie Fitzgerland, την 31χρονη γκαρσόνα που παλεύει με τη ζωή της, ρίχνοντάς το ένα knock out μετά το άλλο. Μετά το Oscar της για το Boys Don’t Cry το ’99, η Swank έχει περάσει από πολλές ταινίες που θα ήθελε και η ίδια να ξεχάσει, όμως ο Eastwood καταφέρνει να της αποσπάσει μια ερμηνεία που δικαιολογεί το χρυσό αγαλματάκι που ήδη έχει, και γιατί όχι, αυτό που ενδέχεται να αποκτήσει.

Οι τρεις αυτές ερμηνείες των εικονικών ηρώων του Eastwood, είναι τα highlights ενός χαρμανιού από τα κλασικότερα συστατικά μιας μεγαλειώδους Χολιγουντιανής ιστορίας, η οποία μετατρέπεται σε μάθημα σκηνοθεσίας χάρη στα φωτισμένα σε noir αποχρώσεις και ηλεκτρισμένα με εξαιρετική ακρίβεια και δυναμική καδραρίσματα, που απλώνονται υπομονετικά στο χρόνο, σα να χορεύουν στους ρυθμούς των αγαπημένων jazz κομματιών του Eastwood.

Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.

Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.