Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Good Night, And Good Luck – Review
Good Night, And Good Luck - Καληνύχτα, Και Καλή Τύχη
(2/5)
Σκηνοθεσία: George Clooney
Σενάριο: George Clooney, Grant Heslov
Παίζουν: David Strathairn, George Clooney, Patricia Clarkson, Robert Downey Jr.
Δείτε το trailer
Ψυχρός πόλεμος, ανακρίσεις και ανυπόστατες κατηγορίες, κυνήγι μαγισσών, ένα όνομα που έμεινε στην ιστορία για τους λάθος λόγους: Joseph McCarthy. Εκτός από αυτούς που συμμετείχαν στη φρενίτιδα εκείνων των ημερών (αμαυρώνοντας την μετέπειτα φήμη τους),
υπήρξαν και πολλοί που αντιστάθηκαν, υπερασπιζόμενοι αξίες όπως η ελευθερία του λόγου, τα ατομικά δικαιώματα και η αυτοδιάθεση. Μεταξύ αυτών ο Edward R. Murrow, ο Χατζηνικολάου του τότε CBS. Και το «Good Night, and Good Luck» (βραβείο σεναρίου και ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας και 4 υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες) είναι η ιστορία του.
Δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα για τον Cary Grant των 00’s, τον George Clooney, ένας από τους δηλωμένα πολιτικοποιημένους ηθοποιούς τους Hollywood, που συμπρωταγωνιστεί στην ταινία, στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού και συνεργάτη του Murrow . Τα παραπάνω και μόνο ίσως να φαίνονται αρκετά, και θα ήταν αν επρόκειτο για μεταμεσονύχτιο ντοκιμαντέρ στη ΝΕΤ, αλλά δεν είναι όταν μιλάμε για φιλμ που διανέμεται κανονικά στις (λίγες η αλήθεια) αίθουσες.
Αντιλαμβάνομαι την επιλογή του ασπρόμαυρου, μιας και οι τηλεοπτικές αναμνήσεις της εποχής δεν έχουν χρώμα. Αλλά οι original ομιλίες του McCarthy (που θυμίζουν λίγο Παπαδόπουλο στο "θα πατάξωμεν την αναρχία") , η... «αναπαράσταση» των εκπομπών του Murrow και οι ενδιάμεσοι διάλογοι των πρωταγωνιστών που καπνίζοντας ακατάπαυστα προσπαθούν αλλά αποτυγχάνουν να αναβιώσουν το κλίμα της Αμερικής του ’50, (το πολιτικό παρασκήνιο, το κλίμα τρομοκρατίας και την αδρεναλίνη πίσω από τις κάμερες), με έκανε να νιώθω σα μαθήτρια σε σχολική εορτή: σε εκείνους τους μακροσκελείς λόγους για τον αγώνα για την ελευθερία, τόσο «ξύλινους» και τυπικούς, που προτιμούσα να παίζω τρίλιζα.
Πετυχημένο το timing που ο Clooney επέλεξε να παραδώσει αυτό το απλό και συνοπτικό (αλλά καθόλου εμπνευσμένο) μάθημα ιστορίας στους συμπατριώτες του και στους δημοσιογράφους του κόσμου, αλλά εκ των υστέρων, είναι εύκολο να εξυμνήσει κανείς τους ήρωες και να εξευτελίσει τους δυνάστες - να είναι πραγματικά ήρωες όμως όταν χρειάζεται, πόσοι έχουν τα κότσια;
Αυτό το ήξερες; Ο πατέρας του George Clooney ήταν newscaster!
Σκηνοθεσία: George Clooney
Σενάριο: George Clooney, Grant Heslov
Παίζουν: David Strathairn, George Clooney, Patricia Clarkson, Robert Downey Jr.
Δείτε το trailer
Ψυχρός πόλεμος, ανακρίσεις και ανυπόστατες κατηγορίες, κυνήγι μαγισσών, ένα όνομα που έμεινε στην ιστορία για τους λάθος λόγους: Joseph McCarthy. Εκτός από αυτούς που συμμετείχαν στη φρενίτιδα εκείνων των ημερών (αμαυρώνοντας την μετέπειτα φήμη τους),
υπήρξαν και πολλοί που αντιστάθηκαν, υπερασπιζόμενοι αξίες όπως η ελευθερία του λόγου, τα ατομικά δικαιώματα και η αυτοδιάθεση. Μεταξύ αυτών ο Edward R. Murrow, ο Χατζηνικολάου του τότε CBS. Και το «Good Night, and Good Luck» (βραβείο σεναρίου και ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας και 4 υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες) είναι η ιστορία του.Δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα για τον Cary Grant των 00’s, τον George Clooney, ένας από τους δηλωμένα πολιτικοποιημένους ηθοποιούς τους Hollywood, που συμπρωταγωνιστεί στην ταινία, στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού και συνεργάτη του Murrow . Τα παραπάνω και μόνο ίσως να φαίνονται αρκετά, και θα ήταν αν επρόκειτο για μεταμεσονύχτιο ντοκιμαντέρ στη ΝΕΤ, αλλά δεν είναι όταν μιλάμε για φιλμ που διανέμεται κανονικά στις (λίγες η αλήθεια) αίθουσες.
Αντιλαμβάνομαι την επιλογή του ασπρόμαυρου, μιας και οι τηλεοπτικές αναμνήσεις της εποχής δεν έχουν χρώμα. Αλλά οι original ομιλίες του McCarthy (που θυμίζουν λίγο Παπαδόπουλο στο "θα πατάξωμεν την αναρχία") , η... «αναπαράσταση» των εκπομπών του Murrow και οι ενδιάμεσοι διάλογοι των πρωταγωνιστών που καπνίζοντας ακατάπαυστα προσπαθούν αλλά αποτυγχάνουν να αναβιώσουν το κλίμα της Αμερικής του ’50, (το πολιτικό παρασκήνιο, το κλίμα τρομοκρατίας και την αδρεναλίνη πίσω από τις κάμερες), με έκανε να νιώθω σα μαθήτρια σε σχολική εορτή: σε εκείνους τους μακροσκελείς λόγους για τον αγώνα για την ελευθερία, τόσο «ξύλινους» και τυπικούς, που προτιμούσα να παίζω τρίλιζα.
Πετυχημένο το timing που ο Clooney επέλεξε να παραδώσει αυτό το απλό και συνοπτικό (αλλά καθόλου εμπνευσμένο) μάθημα ιστορίας στους συμπατριώτες του και στους δημοσιογράφους του κόσμου, αλλά εκ των υστέρων, είναι εύκολο να εξυμνήσει κανείς τους ήρωες και να εξευτελίσει τους δυνάστες - να είναι πραγματικά ήρωες όμως όταν χρειάζεται, πόσοι έχουν τα κότσια;
Αυτό το ήξερες; Ο πατέρας του George Clooney ήταν newscaster!
Written by
verbal
in
no category
A Very Scary Christmas
Written by
verbal
in
no category
Pride and Prejudice - Review
Pride and Prejudice – Περηφάνια και Προκατάληψη
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Joe Wright
Σενάριο: Deborah Moggach (από τη νουβέλα της Jane Austen)
Παίζουν: Keira Knightley, Matthew MacFadyen, Rosamund Pike, Donald Sutherland, Brenda Blethyn
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Joe Wright
Σενάριο: Deborah Moggach (από τη νουβέλα της Jane Austen)
Παίζουν: Keira Knightley, Matthew MacFadyen, Rosamund Pike, Donald Sutherland, Brenda Blethyn
Δείτε το trailer
Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ αν πω πως δεν έχω διαβάσει το πασίγνωστο (και υπέρογκο) βιβλίο της Jane Austen, διότι και που να προλάβω με τόσες κινηματογραφικές εκδοχές (πιστές και ελεύθερες) που έχει γνωρίσει; Επίσης, δεν έχω δει την τηλεοπτική μεταφορά, που θεωρείται μέχρι ώρας η πιστότερη και τελειότερη βερσιόν, οπότε μπορεί να πει κανείς ότι προσεγγίζω την ταινία όσο πιο αγνά και παρθένα γίνεται, έχοντας ως μόνα σημεία σύγκρισης τις υπόλοιπες ταινίες εποχής που έχουν περάσει απ’ τα μάτια μου.
Για όσους επίσης δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, να τους θυμίσω ότι πρόκειται για εκείνη την ιστορία στη γεωργιανή Αγγλία, όπου μια μάνα με πέντε κόρες (η δύσμοιρη), έχει κάνει σκοπό της ζωής της να της αποκαταστήσει τη μια μετά την άλλη (ή και δυο-δυο αν μπορέσει), και μέσα σε αυτήν την τρέλα, η δευτερότοκη, η πιο πεισματάρα και ανεξάρτητη, μπλέκει σε μια κλιμακούμενη σχέση αγάπης-μίσους με έναν εύπορο ευγενή, που λίγο πριν την οδηγήσει στην κατάθλιψη και παράνοια, της αποκαλύπτει τη δύναμη του αληθινού έρωτα. Ωραία δεν το μάζεψα;
Σαν ταινία εποχής λοιπόν, το φετινό Pride and Prejudice είναι εντυπωσιακά ρεαλιστικό. Ο ποδόγυρος των κοριτσιών γεμίζει λάσπη όταν βγαίνουν βόλτα στην εξοχή, όταν πηγαίνουν στο χορό τα καλά τους ρούχα δεν είναι και τόσο καλά, στο αγρόκτημα της οικογένειας Bennet τα γουρούνια περνάνε πιο συχνά το κατώφλι απ’ ό,τι οι επισκέπτες, και η φτωχική ζωή δεν αφήνει περιθώρια για λουσμένα και χτενισμένα μαλλιά. Είναι εξαιρετική η δουλειά των συνεργατών του Wright στις λεπτομέρειες της φτωχικής ζωής, που έχει μετατρέψει τη μητέρα Bennet σε προξενήτρα μεταφυσικών ικανοτήτων, και η οποία με τη σειρά της έχει σπρώξει τις κόρες της στην υστερία του κυνηγιού γαμπρού. Η οποία υστερία βέβαια, έτσι όπως απεικονίζεται, επιβεβαιώνει και τη διαχρονικότητα του έργου της Austen.
Βέβαια, δεν είναι όλες οι κόρες έτσι. Υπάρχει η ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Jane, και η επιθετική, περήφανη και ξεροκέφαλη, αλλά ενδόμυχα ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Lizy. Η Rosamund Pike, την οποία ενδεχομένως να θυμάστε με ξίφος στο Die Another Day, είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο της Jane, όμως η πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Keira Knightley, που με το πλακουτσωτό της προσωπάκι και το φαρδύ χαμόγελο, τα μακριά φορέματα, την αγγλική προφορά και τη γρήγορη, τσαχπίνικη εκφορά, είναι εδώ σχεδόν ερωτεύσιμη. Προσδίδει με το νευρικό της παίξιμο, τη γλυκούτσικη ομορφιά του στο χαρακτήρα της, όμως αδυνατεί να τον ακολουθήσει στα πιο τσαμπουκαλεμένα του, ενδεχομένως γιατί την ίδια περίοδο ξεκινούσε και τα γυρίσματα του Domino, οπότε ήθελε να κρατήσει την αγριάδα για εκεί. Όσο για τις εσωτερικές συγκρούσεις των δυο πτυχών, όταν η ταινία προσπαθεί να χτυπήσει δραματικές φλέβες, αφήστε το καλύτερα…
Καθρεφτίζει όμως με τον τρόπο της και τον γενικότερο τόνο της ταινίας, που τα πάει υπέροχα στους χορούς και τις δεξιώσεις και στις οικογενειακές στιγμές των Bennet, όμως δεν μπορεί να τρυπήσει την επιφάνεια στα πιο σοβαρά σημεία. Η δραματουργική αδυναμία της ταινίας, επιβαρύνεται και από την ανεπαρκή εμβάθυνση του σεναρίου στο πιο καίριο σημείο του στόρι, που δεν είναι άλλο από τη μεταστροφή των κεντρικών χαρακτήρων, τη συναισθηματική διεργασία που αναγκάζει τον κύριο Darcy να ξεπεράσει την προκατάληψή του και να αποκαλύψει τα πραγματικά του αισθήματα για την νεαρή Lizzy, και την δεσποινίδα Bennet να τσαλακώσει την περηφάνια της και να αποδεχτεί την αμοιβαιότητά τους. Αν θέλετε την άποψή μου, αντί Περηφάνιας και Προκατάληψης, προτιμήστε Λογική κι Ευαισθησία.
Written by
verbal
in
no category
Zathura - Review

Zathura
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Jon Favreau
Σενάριο: David Koepp, John Kamps (από το βιβλίο του Chris Van Allsburg)
Παίζουν: Jonah Bobo, John Hutcherson, Dax Shepard, Kristen Stewart
Δείτε το trailer
Όταν είχε βγει το Jumanji, ήμουν γύρω στα 12, οπότε μια ταινία που μεταμορφώνει ένα απλό (και σε άλλες περιστάσεις, βαρετό) επιτραπέζιο παιχνίδι, σε αληθινή περιπέτεια, όπου πραγματικά ζώα κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου, το οποίο έχει μετατραπεί σε τροπική ζούγκλα με εξωτικά –και ανθρωποφάγα—φυτά, ήταν μοιραίο να με ενθουσιάσει. Και εδώ που τα λέμε, είχε και μια πρωτοτυπία στο concept, είχε και φοβερά εφέ για την εποχή της, είχε και τον Robin Williams, είχε και την Kirsten Dunst, ήτανε καλή ταινία για δέκα χρόνια πριν.
Φέτος, στο γενικότερο κλίμα αναμασήματος, βγαίνει και η Zathura, που είναι ένα από τα ίδια, αλλά δεν είναι remake. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Van Allsburg, ο οποίος εκτός από το Polar Express, είχε γράψει και το Jumanji. Εδώ, το επιτραπέζιο έχει θέμα το διάστημα αντί για τη ζούγκλα, και δυο αδερφάκια μόνα στο σπίτι, που ανάμεσα σε τσακωμούς και βρισίδια, βρίσκονται --μαζί με το σπίτι-- σε μια διαγαλαξιακή περιπέτεια, που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την αξία της οικογένειας.
Λόγω διαστήματος, η δράση περιορίζεται σε ένα και μοναδικό set piece, με την κάμερα να ζορίζεται να βρει διαφορετικές γωνίες λήψης μέσα στο σπίτι που λειτουργεί ως διαστημόπλοιο. Τα εφέ διατηρούν τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που μας επέδειξε ο Favreau στο Elf, και οι διάλογοι είναι ασυνήθιστα ρεαλιστικοί, όπως και οι χαρακτήρες, όμως οι επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης και η στατικότητα δε βοηθούν τη Zathura να απογειωθεί. Βέβαια, εγώ μεγάλωσα και παραξένεψα, οπότε μη με ακούτε. Τα σημερινά 12χρονα, σίγουρα θα βρουν τρόπο να το διασκεδάσουν.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Jon Favreau
Σενάριο: David Koepp, John Kamps (από το βιβλίο του Chris Van Allsburg)
Παίζουν: Jonah Bobo, John Hutcherson, Dax Shepard, Kristen Stewart
Δείτε το trailer
Όταν είχε βγει το Jumanji, ήμουν γύρω στα 12, οπότε μια ταινία που μεταμορφώνει ένα απλό (και σε άλλες περιστάσεις, βαρετό) επιτραπέζιο παιχνίδι, σε αληθινή περιπέτεια, όπου πραγματικά ζώα κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου, το οποίο έχει μετατραπεί σε τροπική ζούγκλα με εξωτικά –και ανθρωποφάγα—φυτά, ήταν μοιραίο να με ενθουσιάσει. Και εδώ που τα λέμε, είχε και μια πρωτοτυπία στο concept, είχε και φοβερά εφέ για την εποχή της, είχε και τον Robin Williams, είχε και την Kirsten Dunst, ήτανε καλή ταινία για δέκα χρόνια πριν.Φέτος, στο γενικότερο κλίμα αναμασήματος, βγαίνει και η Zathura, που είναι ένα από τα ίδια, αλλά δεν είναι remake. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Van Allsburg, ο οποίος εκτός από το Polar Express, είχε γράψει και το Jumanji. Εδώ, το επιτραπέζιο έχει θέμα το διάστημα αντί για τη ζούγκλα, και δυο αδερφάκια μόνα στο σπίτι, που ανάμεσα σε τσακωμούς και βρισίδια, βρίσκονται --μαζί με το σπίτι-- σε μια διαγαλαξιακή περιπέτεια, που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την αξία της οικογένειας.
Λόγω διαστήματος, η δράση περιορίζεται σε ένα και μοναδικό set piece, με την κάμερα να ζορίζεται να βρει διαφορετικές γωνίες λήψης μέσα στο σπίτι που λειτουργεί ως διαστημόπλοιο. Τα εφέ διατηρούν τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που μας επέδειξε ο Favreau στο Elf, και οι διάλογοι είναι ασυνήθιστα ρεαλιστικοί, όπως και οι χαρακτήρες, όμως οι επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης και η στατικότητα δε βοηθούν τη Zathura να απογειωθεί. Βέβαια, εγώ μεγάλωσα και παραξένεψα, οπότε μη με ακούτε. Τα σημερινά 12χρονα, σίγουρα θα βρουν τρόπο να το διασκεδάσουν.
Written by
verbal
in
no category
Lemming - Review
Lemming
(2/5)
Σκηνοθεσία: Dominik Moll
Σενάριο: Dominik Moll, Gilles Marchand
Παίζουν: Laurent Lucas, Andre Dussollier, Charlotte Gainsbourg, Charlotte Rampling
Δείτε το trailer
Η εμμονή των Γάλλων στα κοινωνικά δράματα με οικογένειες σε κρίση λόγω ερωτικών τριγώνων, αποκτά νέα διάσταση χάρη στο Lemming, Ο Dominik Moll παίρνει τη νόρμα και την παντρεύει με το μεταφυσικό θρίλερ και μια ιδέα από καυστική σάτιρα του μεσοαστικού ονείρου, δημιουργώντας μια πιο οικεία εκδοχή του Tale of Two Sisters με άρωμα από Le Couperet.
Η οικογένεια Getty έχει μόλις μετακομίσει στο νέο της ντιζαϊνάτο σπίτι στα προάστια, χάρη στην προαγωγή του συζύγου, Alain. Η τέλεια ζωή του ερωτευμένου ζευγαριού όμως, ετοιμάζεται να έρθει τούμπα. Όλα ξεκινούν όταν η Benedicte βρίσκει στο σωλήνα του νεροχύτη ένα ημιθανές lemming, ένα μικρό τρωκτικό που θα έπρεπε να βρίσκεται με την οικογένειά του στη Σκανδιναβία, σχεδιάζοντας την ομαδική τους αυτοκτονία –γιατί έτσι είναι η ζωή των lemmings. Το περίεργο περιστατικό συμβαίνει τη βραδιά που οι Getty θα δεξιωθούν τους Pollock, το αφεντικό και τη σύζυγο του Alain, και είναι προφανώς κακός οιωνός, αφού από εκείνο το βράδυ κι έπειτα, η ζωή τους μετατρέπεται σε εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις.
Η κυρία Pollock κάνει σκηνή στον άντρα της καταστρέφοντας το δείπνο, την άλλη μέρα την πέφτει στον Alain, και αργότερα επιστρέφει στον οίκο των Getty για να αυτοκτονήσει στον ξενώνα του. O Alain χτυπά σε αυτοκινητιστικό, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για τον κύριο Pollock, και η κυρία Pollock –ή μάλλον το πνεύμα της—του κρατάει συντροφιά στο σαλόνι τα μοναχικά βράδια, λέγοντάς του πως ο μόνος τρόπος να ενωθεί ξανά με την Benedicte, είναι να κάνει κάτι ώστε κι αυτή να ενωθεί με τον δικό της σύζυγο.
Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος Dominik Moll, δημιουργός του Χάρυ, ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου, θεωρείται στη χώρα του το γαλλικό αντίστοιχο του Hitchcock. Και κρίνοντας απ’ το Lemming, με την ηλεκτρισμένη του ατμοσφαιρικότητα, τους αργούς ρυθμούς, την εξαντλητική ανάλυση των χαρακτήρων και το εκπληκτικό ensemble acting που αποσπά από τους τέσσερις πρωταγωνιστές του, καταλαβαίνει κανείς το γιατί.
Το γενικότερο κλίμα σύγχυσης πραγματικότητας και εφιάλτη που δημιουργεί ο Moll, τον βοηθά να εισάγει το κοινό σε έναν κόσμο όπου η λογική (θεατή/πρωταγωνιστή) δεν μπορεί να επιβιώσει, οι χαρακτήρες μετατρέπονται σε βελζεβουλικές οντότητες, τα φαντάσματα κάνουν κατάληψη στο σαλόνι σου και στα σώματα των αγαπημένων σου. Τα ζητήματα συζυγικής απιστίας μετατρέπονται σε φαινόμενα δαιμονισμού και όταν έρχεται η ώρα να βγεις απ’ αυτό το μπέρδεμα, ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις την άκρη, ο σεναριογράφος, εμφανίζεται σε χειρότερη σύγχυση κι από ‘σένα.
Και εκεί εμφανίζεται και η διαφορά του Hitchcock απ’ τον Moll. Ενώ ο πρώτος φρόντιζε πάντα για ένα εκρηκτικό φινάλε, το φινάλε του Γάλλου σκάει στα μούτρα του, και –το χειρότερο- είναι και τζούφιο.
(2/5)Σκηνοθεσία: Dominik Moll
Σενάριο: Dominik Moll, Gilles Marchand
Παίζουν: Laurent Lucas, Andre Dussollier, Charlotte Gainsbourg, Charlotte Rampling
Δείτε το trailer
Η εμμονή των Γάλλων στα κοινωνικά δράματα με οικογένειες σε κρίση λόγω ερωτικών τριγώνων, αποκτά νέα διάσταση χάρη στο Lemming, Ο Dominik Moll παίρνει τη νόρμα και την παντρεύει με το μεταφυσικό θρίλερ και μια ιδέα από καυστική σάτιρα του μεσοαστικού ονείρου, δημιουργώντας μια πιο οικεία εκδοχή του Tale of Two Sisters με άρωμα από Le Couperet.
Η οικογένεια Getty έχει μόλις μετακομίσει στο νέο της ντιζαϊνάτο σπίτι στα προάστια, χάρη στην προαγωγή του συζύγου, Alain. Η τέλεια ζωή του ερωτευμένου ζευγαριού όμως, ετοιμάζεται να έρθει τούμπα. Όλα ξεκινούν όταν η Benedicte βρίσκει στο σωλήνα του νεροχύτη ένα ημιθανές lemming, ένα μικρό τρωκτικό που θα έπρεπε να βρίσκεται με την οικογένειά του στη Σκανδιναβία, σχεδιάζοντας την ομαδική τους αυτοκτονία –γιατί έτσι είναι η ζωή των lemmings. Το περίεργο περιστατικό συμβαίνει τη βραδιά που οι Getty θα δεξιωθούν τους Pollock, το αφεντικό και τη σύζυγο του Alain, και είναι προφανώς κακός οιωνός, αφού από εκείνο το βράδυ κι έπειτα, η ζωή τους μετατρέπεται σε εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις.
Η κυρία Pollock κάνει σκηνή στον άντρα της καταστρέφοντας το δείπνο, την άλλη μέρα την πέφτει στον Alain, και αργότερα επιστρέφει στον οίκο των Getty για να αυτοκτονήσει στον ξενώνα του. O Alain χτυπά σε αυτοκινητιστικό, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για τον κύριο Pollock, και η κυρία Pollock –ή μάλλον το πνεύμα της—του κρατάει συντροφιά στο σαλόνι τα μοναχικά βράδια, λέγοντάς του πως ο μόνος τρόπος να ενωθεί ξανά με την Benedicte, είναι να κάνει κάτι ώστε κι αυτή να ενωθεί με τον δικό της σύζυγο.Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος Dominik Moll, δημιουργός του Χάρυ, ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου, θεωρείται στη χώρα του το γαλλικό αντίστοιχο του Hitchcock. Και κρίνοντας απ’ το Lemming, με την ηλεκτρισμένη του ατμοσφαιρικότητα, τους αργούς ρυθμούς, την εξαντλητική ανάλυση των χαρακτήρων και το εκπληκτικό ensemble acting που αποσπά από τους τέσσερις πρωταγωνιστές του, καταλαβαίνει κανείς το γιατί.
Το γενικότερο κλίμα σύγχυσης πραγματικότητας και εφιάλτη που δημιουργεί ο Moll, τον βοηθά να εισάγει το κοινό σε έναν κόσμο όπου η λογική (θεατή/πρωταγωνιστή) δεν μπορεί να επιβιώσει, οι χαρακτήρες μετατρέπονται σε βελζεβουλικές οντότητες, τα φαντάσματα κάνουν κατάληψη στο σαλόνι σου και στα σώματα των αγαπημένων σου. Τα ζητήματα συζυγικής απιστίας μετατρέπονται σε φαινόμενα δαιμονισμού και όταν έρχεται η ώρα να βγεις απ’ αυτό το μπέρδεμα, ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις την άκρη, ο σεναριογράφος, εμφανίζεται σε χειρότερη σύγχυση κι από ‘σένα.
Και εκεί εμφανίζεται και η διαφορά του Hitchcock απ’ τον Moll. Ενώ ο πρώτος φρόντιζε πάντα για ένα εκρηκτικό φινάλε, το φινάλε του Γάλλου σκάει στα μούτρα του, και –το χειρότερο- είναι και τζούφιο.
Written by
verbal
in
no category
Real, la pelicula – Review
Real, la pelicula – Ρεάλ, η Ταινία
(1/5)
(1/5)Σκηνοθεσία: Borja Manso
Σενάριο: Borja Manso, Andres M. Koppel
Παίζουν: Javier Albala, Jessica Bohl, Maguette Coly
Εμφανίζονται: David Beckham, Raul Bravo, Roberto Carlos, Zinedine Zidane, κ. ά.
Δείτε το trailer
Εκτός από μερικά κύπελλα και πρωταθλήματα παραπάνω, τώρα η Real έχει ένα ακόμη μετάλλιο να περηφανεύεται έναντι της Barcelona: την ολόδική της ταινία!
Σε μια κακή χρονιά για τη βασίλισσα με τα άσπρα, οι ποδοσφαιρόφιλοι θεατές είναι πιθανό να δουν στην ταινία μια προσπάθεια προπαγάνδας, αλλά εντάξει, καλή η συνομωσιολογία, μην τρελαθούμε όμως κιόλας. Οι πιο ψύχραιμοι φαντάζομαι θα την αντιμετωπίσουν σαν περίπτωση αρπαχτής, όμως και πάλι, πόσα εισιτήρια μπορεί πια να κόψει αυτή η ταινία;
Κατ’ αρχάς, οι οπαδοί της Barcelona και της Atletico προφανώς θα τη μποϋκοτάρουν. Μετά, υπάρχει και το Goal!, πάλι ποδοσφαιροταινία, που απευθύνεται σε σαφώς ευρύτερο ποδοσφαιρόφιλο κοινό, αλλά με τα εισιτήρια που έκοψε, ούτε φισούνα δε γεμίζει, πόσο μάλλον γήπεδο!
Όπως και να ’χει πάντως, η ταινία της Real, που δομείται εν είδει σπονδυλωτού ιστοριών ανθρώπων με πάθος για την ομάδα απ’ τη Μαδρίτη, ακόμη κι αν καταφέρει να μαζέψει στην αίθουσα τους ποδοσφαιρόφιλους, θα δυσκολευτεί να τους ικανοποιήσει, αφού αφ’ ενός προσφέρει μηδαμινό ποδοσφαιρικό θέαμα, αφ’ ετέρου πάσχει κινηματογραφικά. Η δυσκολία του σκηνοθέτη να πιάσει ικανοποιητικό ρυθμό και να τον κρατήσει -–πρόβλημα εγγενές στις ταινίες-lego—περνά απαρατήρητη λόγω των αδιάφορων ιστοριών, των σχηματικών και των αναξιοποίητων χαρακτήρων, των δευτεροκλασάτων ερμηνειών και της διαδικαστικής σκηνοθεσίας, που εν τέλει δεν καταφέρνει να εμφυσήσει το πιο αναγκαίο των χαρακτηριστικών στην ταινία: το πάθος.
Τώρα, γιατί οι διανομείς πιστεύουν πως μπορεί να προτιμήσει κανείς να πάει να κλειστεί στο σινεμά, αντί να πάει να βριστεί στο γήπεδο… it’s beyond me.
Σενάριο: Borja Manso, Andres M. Koppel
Παίζουν: Javier Albala, Jessica Bohl, Maguette Coly
Εμφανίζονται: David Beckham, Raul Bravo, Roberto Carlos, Zinedine Zidane, κ. ά.
Δείτε το trailer
Εκτός από μερικά κύπελλα και πρωταθλήματα παραπάνω, τώρα η Real έχει ένα ακόμη μετάλλιο να περηφανεύεται έναντι της Barcelona: την ολόδική της ταινία!
Σε μια κακή χρονιά για τη βασίλισσα με τα άσπρα, οι ποδοσφαιρόφιλοι θεατές είναι πιθανό να δουν στην ταινία μια προσπάθεια προπαγάνδας, αλλά εντάξει, καλή η συνομωσιολογία, μην τρελαθούμε όμως κιόλας. Οι πιο ψύχραιμοι φαντάζομαι θα την αντιμετωπίσουν σαν περίπτωση αρπαχτής, όμως και πάλι, πόσα εισιτήρια μπορεί πια να κόψει αυτή η ταινία;
Κατ’ αρχάς, οι οπαδοί της Barcelona και της Atletico προφανώς θα τη μποϋκοτάρουν. Μετά, υπάρχει και το Goal!, πάλι ποδοσφαιροταινία, που απευθύνεται σε σαφώς ευρύτερο ποδοσφαιρόφιλο κοινό, αλλά με τα εισιτήρια που έκοψε, ούτε φισούνα δε γεμίζει, πόσο μάλλον γήπεδο!
Όπως και να ’χει πάντως, η ταινία της Real, που δομείται εν είδει σπονδυλωτού ιστοριών ανθρώπων με πάθος για την ομάδα απ’ τη Μαδρίτη, ακόμη κι αν καταφέρει να μαζέψει στην αίθουσα τους ποδοσφαιρόφιλους, θα δυσκολευτεί να τους ικανοποιήσει, αφού αφ’ ενός προσφέρει μηδαμινό ποδοσφαιρικό θέαμα, αφ’ ετέρου πάσχει κινηματογραφικά. Η δυσκολία του σκηνοθέτη να πιάσει ικανοποιητικό ρυθμό και να τον κρατήσει -–πρόβλημα εγγενές στις ταινίες-lego—περνά απαρατήρητη λόγω των αδιάφορων ιστοριών, των σχηματικών και των αναξιοποίητων χαρακτήρων, των δευτεροκλασάτων ερμηνειών και της διαδικαστικής σκηνοθεσίας, που εν τέλει δεν καταφέρνει να εμφυσήσει το πιο αναγκαίο των χαρακτηριστικών στην ταινία: το πάθος.Τώρα, γιατί οι διανομείς πιστεύουν πως μπορεί να προτιμήσει κανείς να πάει να κλειστεί στο σινεμά, αντί να πάει να βριστεί στο γήπεδο… it’s beyond me.
Written by
verbal
in
no category
King Kong (2005) - Review
King Kong
(4/5)
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Σενάριο: Peter Jackson, Fran Walsh, Philippa Boyens
Παίζουν: Naomi Watts, Jack Black, Adrien Brody, Andy Serkis
Το ότι ο Kong θα αναβίωνε το προαιώνιο ζήτημα περί μεγέθους το ξέραμε, αλλά που να φανταστούμε ότι ο Jackson θα την είχε τελικά τόσο μεγάλη; Περί της διάρκειας της ταινίας ο λόγος, η οποία είναι και ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ψηλού, μελαχρινού και αντισυμβατικά γοητευτικού πρωταγωνιστή αυτού του τρίωρου έπους σε τρεις πράξεις.
Υποθέτω ότι δε νοείται να υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι γίνεται στο Skull Island, αλλά έτσι για να γεμίσει μια παράγραφος, θα το αναφέρω στα γρήγορα. Σ’ αυτό λοιπόν το χαμένο σε μια αιώνια ομίχλη νησί, καταφθάνει ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που χάρη στον κομματάκι μεγαλομανή, κομματάκι παρεξηγημένο οραματιστή σκηνοθέτη του, καταλήγει αντιμέτωπο αρχικά με μια ομάδα τρελαμένων ιθαγενών, και στη συνέχεια με έναν τεράστιο προϊστορικό γορίλα που αναπτύσσει τρυφερά αισθήματα για την πρωταγωνίστριά τους. Οπότε, όταν ο σεναριογράφος παίρνει τον γορίλα στο κατόπι για να σώσει την πρωταγωνίστρια –με την οποία είναι τσιμπημένος-, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φυλακίσει τον Kong, και να τον μεταφέρει στο Broadway. Αλλά, ούτε οι πιο γερές αλυσίδες χαλκοχάλυβα (ή κάτι τέτοιο…) δεν είναι αρκετά δυνατές για να κρατήσουν φυλακισμένο το Όγδοο Θαύμα του Κόσμου.
Τρεις πράξεις, με την πρώτη, που θα προκαλέσει νευρικότητα ακόμη και στους πιο υπομονετικούς θεατές, να είναι ένα πανέμορφο δράμα εποχής που εισάγει τους χαρακτήρες της ταινίας και ζωντανεύει με εντυπωσιακή ακρίβεια στα κοστούμια και τα σκηνικά, την περίοδο της μεγάλης αμερικανικής οικονομικής κρίσης. Κουράζει όμως, όχι γιατί «δεν είναι η ταινία που ήρθαμε να δούμε», αλλά γιατί διαρκεί απελπιστικά πολύ –είναι σχεδόν η μισή ταινία.
Βέβαια, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Υπάρχει άλλη μιάμιση ώρα, στην οποία ο Jackson κατορθώνει να βάλει την… επομανία του σε καλή χρήση και να δημιουργήσει κινηματογραφική μαγεία: μια ρομαντική περιπέτεια που παντρεύει το αίσθημα με τη δράση και την ψηφιακή με την χειροπιαστή πραγματικότητα, με τέτοια πρωτοφανή μαεστρία που νιώθεις λες και ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο και ξαναζείς την πρώτη φορά που είδες σινεμά.
Η αγάπη του Jackson για το υλικό του φαίνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αφού δεν είναι λίγες οι σκηνές που είναι υπερβολικά μακρόσυρτες και έχουν τον αντίκτυπό τους στο ρυθμό, όμως πέρα από την άρνηση του σκηνοθέτη να καταλάβει τί πάει να πεί "αρκετά", ο Νεοζηλανδός στο δεύτερο μιαμισάωρο δημιουργεί έναν δικό του κόσμο. Ένα νησί ξεχασμένο απ’ το χρόνο και τις θεωρίες του Δαρβίνου, γεμάτο πλάσματα άλλων εποχών να κρατούν παρέα στους ανθρώπους. Δεινόσαυρους με μια ιμπρεσιονιστική πινελιά να τους ξεχωρίζει απ’ αυτούς του Spielberg, εμβληματικές σκηνές δράσεις και αηδιαστικές συμπλοκές με έντομα, που φέρνουν τον Jackson ξανά κοντά στους fans του Braindead και αποκαλύπτουν πόσο καταπιεσμένος πρέπει να ένιωθε όταν γυρνούσε την τριλογία του Άρχοντα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, βασιλιάς και κυβερνήτης, ένας μοναχικός χορτοφάγος καουμπόη, που επιβεβαιώνει τη θέση του στην κινηματογραφική Ιστορία. Μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ανθρώπων συμπρωταγωνιστών του (ιδίως της Watts που, με τον τρόπο που λιώνει από έρωτα κοιτάζοντας το κενό, θα σε κάνει να το σκεφτείς διπλά την επόμενη φορά που θα αποκαλύψεις αισθήματα σε γυναίκα, αλλά και του Andy Serkis που πίσω από το ψηφιακό τρίχωμα του Kong κάνει πάλι τα απίστευτα), αλλά και την επική δουλειά της WETA στα σχεδόν αψεγάδιαστα ψηφιακά εφέ (η οποία έτσι όπως πάει, σύντομα δε θα χρειάζεται καν σκηνοθέτη για να φτιάχνει ταινίες), κάνουν το δεύτερο μισό του καινούριου King Kong μια εμπειρία άξια να γεμίσει και την μεγαλύτερη των οθονών, και βάζουν το Υπέρ στο Υπερθέαμα. Όσο για το πρώτο... το King Kong παίζει να είναι η πρώτη ταινία στα χρονικά, που στη Director's Cut έκδοση, θα έχει κοπεί υλικό αντί να προστεθεί.
(4/5)Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Σενάριο: Peter Jackson, Fran Walsh, Philippa Boyens
Παίζουν: Naomi Watts, Jack Black, Adrien Brody, Andy Serkis
Το ότι ο Kong θα αναβίωνε το προαιώνιο ζήτημα περί μεγέθους το ξέραμε, αλλά που να φανταστούμε ότι ο Jackson θα την είχε τελικά τόσο μεγάλη; Περί της διάρκειας της ταινίας ο λόγος, η οποία είναι και ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ψηλού, μελαχρινού και αντισυμβατικά γοητευτικού πρωταγωνιστή αυτού του τρίωρου έπους σε τρεις πράξεις.
Υποθέτω ότι δε νοείται να υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι γίνεται στο Skull Island, αλλά έτσι για να γεμίσει μια παράγραφος, θα το αναφέρω στα γρήγορα. Σ’ αυτό λοιπόν το χαμένο σε μια αιώνια ομίχλη νησί, καταφθάνει ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που χάρη στον κομματάκι μεγαλομανή, κομματάκι παρεξηγημένο οραματιστή σκηνοθέτη του, καταλήγει αντιμέτωπο αρχικά με μια ομάδα τρελαμένων ιθαγενών, και στη συνέχεια με έναν τεράστιο προϊστορικό γορίλα που αναπτύσσει τρυφερά αισθήματα για την πρωταγωνίστριά τους. Οπότε, όταν ο σεναριογράφος παίρνει τον γορίλα στο κατόπι για να σώσει την πρωταγωνίστρια –με την οποία είναι τσιμπημένος-, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φυλακίσει τον Kong, και να τον μεταφέρει στο Broadway. Αλλά, ούτε οι πιο γερές αλυσίδες χαλκοχάλυβα (ή κάτι τέτοιο…) δεν είναι αρκετά δυνατές για να κρατήσουν φυλακισμένο το Όγδοο Θαύμα του Κόσμου.Τρεις πράξεις, με την πρώτη, που θα προκαλέσει νευρικότητα ακόμη και στους πιο υπομονετικούς θεατές, να είναι ένα πανέμορφο δράμα εποχής που εισάγει τους χαρακτήρες της ταινίας και ζωντανεύει με εντυπωσιακή ακρίβεια στα κοστούμια και τα σκηνικά, την περίοδο της μεγάλης αμερικανικής οικονομικής κρίσης. Κουράζει όμως, όχι γιατί «δεν είναι η ταινία που ήρθαμε να δούμε», αλλά γιατί διαρκεί απελπιστικά πολύ –είναι σχεδόν η μισή ταινία.
Βέβαια, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Υπάρχει άλλη μιάμιση ώρα, στην οποία ο Jackson κατορθώνει να βάλει την… επομανία του σε καλή χρήση και να δημιουργήσει κινηματογραφική μαγεία: μια ρομαντική περιπέτεια που παντρεύει το αίσθημα με τη δράση και την ψηφιακή με την χειροπιαστή πραγματικότητα, με τέτοια πρωτοφανή μαεστρία που νιώθεις λες και ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο και ξαναζείς την πρώτη φορά που είδες σινεμά.
Η αγάπη του Jackson για το υλικό του φαίνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αφού δεν είναι λίγες οι σκηνές που είναι υπερβολικά μακρόσυρτες και έχουν τον αντίκτυπό τους στο ρυθμό, όμως πέρα από την άρνηση του σκηνοθέτη να καταλάβει τί πάει να πεί "αρκετά", ο Νεοζηλανδός στο δεύτερο μιαμισάωρο δημιουργεί έναν δικό του κόσμο. Ένα νησί ξεχασμένο απ’ το χρόνο και τις θεωρίες του Δαρβίνου, γεμάτο πλάσματα άλλων εποχών να κρατούν παρέα στους ανθρώπους. Δεινόσαυρους με μια ιμπρεσιονιστική πινελιά να τους ξεχωρίζει απ’ αυτούς του Spielberg, εμβληματικές σκηνές δράσεις και αηδιαστικές συμπλοκές με έντομα, που φέρνουν τον Jackson ξανά κοντά στους fans του Braindead και αποκαλύπτουν πόσο καταπιεσμένος πρέπει να ένιωθε όταν γυρνούσε την τριλογία του Άρχοντα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, βασιλιάς και κυβερνήτης, ένας μοναχικός χορτοφάγος καουμπόη, που επιβεβαιώνει τη θέση του στην κινηματογραφική Ιστορία. Μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ανθρώπων συμπρωταγωνιστών του (ιδίως της Watts που, με τον τρόπο που λιώνει από έρωτα κοιτάζοντας το κενό, θα σε κάνει να το σκεφτείς διπλά την επόμενη φορά που θα αποκαλύψεις αισθήματα σε γυναίκα, αλλά και του Andy Serkis που πίσω από το ψηφιακό τρίχωμα του Kong κάνει πάλι τα απίστευτα), αλλά και την επική δουλειά της WETA στα σχεδόν αψεγάδιαστα ψηφιακά εφέ (η οποία έτσι όπως πάει, σύντομα δε θα χρειάζεται καν σκηνοθέτη για να φτιάχνει ταινίες), κάνουν το δεύτερο μισό του καινούριου King Kong μια εμπειρία άξια να γεμίσει και την μεγαλύτερη των οθονών, και βάζουν το Υπέρ στο Υπερθέαμα. Όσο για το πρώτο... το King Kong παίζει να είναι η πρώτη ταινία στα χρονικά, που στη Director's Cut έκδοση, θα έχει κοπεί υλικό αντί να προστεθεί.
Written by
verbal
in
no category
Άνοιγμα-ρεκόρ για τις Σειρήνες στο Αιγαίο
(Από Δελτίο Τύπου)
180.000 θεατές "παρουσιάστηκαν" στις κινηματογραφικές αίθουσες στην Ελλάδα και την Κύπρο το τετραήμερο Πέμπτη 8/12 - Κυριακή 11/12 για να απολαύσουν τη "Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο". Η στρατιωτική κωμωδία του Νίκου Περάκη με πρωταγωνιστές τους Βίκυ Καγιά, Γιάννη Τσιμιτσέλη, Γιώργο Σεϊταρίδη, Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Ρένο Χαραλαμπίδη έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών στην Ελλάδα (για ελληνική και ξένη ταινία)!
Συγκεκριμένα, πανελλαδικά η ταινία έκανε 169.000 εισιτήρια με 55 κόπιες και επιπλέον 11.000 εισιτήρια με 5 κόπιες στην Κύπρο. Στην Αθήνα την ταινία είδαν 81.000 θεατές, στη Θεσσαλονίκη 30.000 και στην υπόλοιπη επαρχία 58.000. Η μέρα που η ταινία συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό εισιτηρίων ήταν η Κυριακή με 52.500 πανελλαδικά, ενώ κάποιες μεμονωμένες αίθουσες σημείωσαν νούμερα ρεκόρ (στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη αλλά και στο Ηράκλειο Κρήτης υπήρξαν κινηματογράφοι που ξεπέρασαν τα 6.000 εισιτήρια ανά αίθουσα!).
180.000 θεατές "παρουσιάστηκαν" στις κινηματογραφικές αίθουσες στην Ελλάδα και την Κύπρο το τετραήμερο Πέμπτη 8/12 - Κυριακή 11/12 για να απολαύσουν τη "Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο". Η στρατιωτική κωμωδία του Νίκου Περάκη με πρωταγωνιστές τους Βίκυ Καγιά, Γιάννη Τσιμιτσέλη, Γιώργο Σεϊταρίδη, Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Ρένο Χαραλαμπίδη έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών στην Ελλάδα (για ελληνική και ξένη ταινία)!Συγκεκριμένα, πανελλαδικά η ταινία έκανε 169.000 εισιτήρια με 55 κόπιες και επιπλέον 11.000 εισιτήρια με 5 κόπιες στην Κύπρο. Στην Αθήνα την ταινία είδαν 81.000 θεατές, στη Θεσσαλονίκη 30.000 και στην υπόλοιπη επαρχία 58.000. Η μέρα που η ταινία συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό εισιτηρίων ήταν η Κυριακή με 52.500 πανελλαδικά, ενώ κάποιες μεμονωμένες αίθουσες σημείωσαν νούμερα ρεκόρ (στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη αλλά και στο Ηράκλειο Κρήτης υπήρξαν κινηματογράφοι που ξεπέρασαν τα 6.000 εισιτήρια ανά αίθουσα!).
Written by
verbal
in
no category
Sympathy for Lady Vengeance - Review
Sympathy for Lady Vengeance – Η Εκδίκηση μιας Κυρίας
(3/5)Σκηνοθεσία: Chan-wook Park
Σενάριο: Chan-wook Park, Seo-Gyeong Jeong
Παίζουν: Yeong-ae Lee, Min-sik Choi, Dal-su Oh
(Όπως προβλήθηκε στο 46ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
Μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά όταν ο Park ξεκίνησε να ετοιμάζει το Sympathy for Mr. Vengeance, δεν είχε σκοπό να κάνει ποτέ τριλογία εκδίκησης. Η ιδέα δεν του ήρθε παρά αφού είχε αρχίσει τα γυρίσματα του Oldboy, όταν πεισμωμένος με τους δημοσιογράφους που τον ρωτούσαν συνέχεια τι κόλλημα έχει με τη βία, ανακοίνωσε ότι θα κάνει ολόκληρη τριλογία πνιγμένη στο αίμα.
Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Oldboy ήταν σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε ομότιτλο manga, εξηγούν τη θεματική εγγύτητα αλλά και την ομοιότητα στους τίτλους των δύο ακριανών κομματιών της τριλογίας. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Sympathy for Lady Vengeance, ο Chan Wook Park εικονογραφεί την ιστορία της Lee Geum-Ja, που στα 19 της χρόνια κατέληξε στο φυλακή, για την απαγωγή και τη δολοφονία ενός μικρού παιδιού. Επι 13 χρόνια πίσω από τα κάγκελα, η Lee καταστρώνει το σχέδιο για να εκδικηθεί τον άνθρωπο που την έστειλε εκεί.
Το ότι το Oldboy ήταν βασισμένο σε άλλο υλικό, εξηγεί προφανώς και τον μεγάλο βαθμό σεναριακής πολυπλοκότητάς του, γιατί αυτό που εν πολλοίς έκανε το Oldboy την ταινιάρα που ήταν, ήταν το σφιχτοδεμένο, δαιδαλώδες σενάριο και οι αρρωστημένα σοκαριστικές ανατροπές του. Η έλλειψη αυτού του στοιχείου από την Κυρία Εκδίκηση, που μοιάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο με sequel του Κυρίου Εκδίκηση, θα απογοητεύσει όσους γνώρισαν τον Park από την προηγούμενη δουλειά του και περιμένουν να νιώσουν για άλλη μια φορά το μυαλό τους να λιώνει. Ακόμη, είναι πιθανό η εμφάνιση των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς χαρακτήρες να προκαλέσει σύγχηση, την οποία δε θα βοηθήσει να ξεδιαλύνει το ασταθές μοντάζ του πρώτου μέρους, όμως, το υψηλής αισθητικής σκηνοθετικό στυλ, η αφηγηματική ιδιαιτερότητα, το μακάβριο χιούμορ και τo αριστουργηματικό ορχηστρικό soundtrack που έκαναν το Oldboy ένα σύνολο καθηλωτικό και άκρως εθιστικό, κάνουν πάλι την εμφάνισή τους στην Κυρία Εκδίκηση, η οποία φυλά για το τέλος μια σεναριακή ανατροπή που θα φέρει τον θεατή σε μια γκροτέσκα σύγκρουση της ηθικής της εκδίκησης με αυτήν της χειροδικίας.
Written by
verbal
in
no category
Wallace and Grommit in the Curse of the Were-Rabbit - Review
Wallace and Grommit in the Curse of the Were-Rabbit – Γουάλας και Γκρόμιτ στον Τεράστιο Λαχανόκηπο
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Nick Park, Steve Box
Σενάριο: Nick Park, Steve Box, Bob Baker, Mark Burton
Ακούγονται: Peter Sallis, Ralph Fiennes, Helena Bonham Carter
Από πού θα μπορούσε να ξεπηδήσει μια ιστορία για τα προβλήματα που προκαλούν τα μεταλλαγμένα λαχανικά και όλη αυτή η new age vegetarian μανία, αν όχι από την Αγγλία, τη χώρα που γέννησε τον πανικό των μεταλλαγμένων κρεάτων;
Μερικές μόνο μέρες πριν τον ετήσιο Διαγωνισμό Γιγαντιαίων Λαχανικών, οι φιλήσυχοι κάτοικοι της αγγλικής επαρχίας έρχονται αντιμέτωποι με έναν ανείπωτο τρόμο: ένας γιγαντιαίος λαγός, έχει βάλει στο μάτι τα γιγαντιαία καμάρια τους. Ο Wallace και ο πιστός του Grommit, αναλαμβάνουν να τον βρουν και να τον φυλακίσουν, όμως δεν έχουν ιδέα πόσο μπλεγμένοι είναι ήδη στην ιστορία.Χρειάζεται μια ολόκληρη μέρα δουλειάς για δυο μονάχα δευτερόλεπτα ωφέλιμου φίλμ με την τεχνική του clay motion animation, οπότε είναι λογικό που ο Park εξαφανίστηκε για πέντε χρόνια μετά την τεράστια επιτυχία του Chicken Run στην Αμερική, όμως προφανώς άξιζε την αναμονή.
Διανθισμένη με ανατρεπτικό σαρκασμό που θυμίζει τις παλιές καλές εποχές των Monty Python, η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική περιπέτεια των δυο δημοφιλών πήλινων ηρώων είναι γνήσιο παιδί της Βρετανικής παράδοσης και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Με προϊστορία 14 ετών στις μικρού μήκους ταινίες, οι δημιουργίες του Nick Park έχουν μαζέψει ήδη τρία Όσκαρ και απ’ ό,τι φαίνεται έχουν βάλει πλώρη για ένα ακόμη μεγαλύτερο. Και δεν τους αδικούμε καθόλου, αφού τα πήλινα αντίστοιχα του Χοντρού και του Λιγνού, φέρνουν στη μεγάλη οθόνη τέτοια χημεία και ενέργεια που θα ζήλευε κάθε κωμικός με σάρκα και οστά που έχει προσπαθήσει να μας κάνει να γελάσουμε τα τελευταία 10 χρόνια.
Written by
verbal
in
no category
Freedom Award στον George Clooney

(Από Δελτίο Τύπου)
H Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου Ραδιοτηλεόρασης Αμερικής (Broadcasting Film Critics Association) ανακοίνωσε την Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου ότι θα απονείμει στον Τζορτζ Κλούνι το βραβείο Ελευθερίας (Freedom Award) για την ταινία του "Καλήνύχτα και Καλή Τύχη". Το βραβείο θα δοθεί στον Κλούνι στην 11η ετήσια απονομή βραβείων των κριτικών (Critic's Choice Awards) που θα πραγματοποιηθεί στη Σάντα Μόνικα στις 9 Ιανουαρίου. Το βραβείο Ελευθερίας απονέμεται σε κινηματογραφιστές που με το έργο τους "προάγουν τις αξίες της ελευθερίας, της ανοχής και της δημοκρατίας".
Στο "Καληνύχτα & Καλή Τύχη" ο Τζορτζ Κλούνι υπογράφει τη σκηνοθεσία, το σενάριο μαζί με τον Γκραντ Χέσλοβ και εμφανίζεται στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού Φρεντ Φρέντλι. Η ταινία αποτελεί ένα συναρπαστικό πολιτικό θρίλερ που ρίχνει φως στις θρυλικές live αντιμαχίες ανάμεσα στον παρουσιαστή ειδήσεων του CBS Έντουαρντ Ρ. Μόροου και τον γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι - που είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση του πολιτικού στα μέσα της δεκαετίας του '50 και το τέλος της εφαρμογής των τεχνικών της Μαύρης Λίστας και των αντι-κομμουνιστικών ακροάσεων.
Η ταινία βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, στις 5 Ιανουαρίου
H Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου Ραδιοτηλεόρασης Αμερικής (Broadcasting Film Critics Association) ανακοίνωσε την Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου ότι θα απονείμει στον Τζορτζ Κλούνι το βραβείο Ελευθερίας (Freedom Award) για την ταινία του "Καλήνύχτα και Καλή Τύχη". Το βραβείο θα δοθεί στον Κλούνι στην 11η ετήσια απονομή βραβείων των κριτικών (Critic's Choice Awards) που θα πραγματοποιηθεί στη Σάντα Μόνικα στις 9 Ιανουαρίου. Το βραβείο Ελευθερίας απονέμεται σε κινηματογραφιστές που με το έργο τους "προάγουν τις αξίες της ελευθερίας, της ανοχής και της δημοκρατίας".
Στο "Καληνύχτα & Καλή Τύχη" ο Τζορτζ Κλούνι υπογράφει τη σκηνοθεσία, το σενάριο μαζί με τον Γκραντ Χέσλοβ και εμφανίζεται στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού Φρεντ Φρέντλι. Η ταινία αποτελεί ένα συναρπαστικό πολιτικό θρίλερ που ρίχνει φως στις θρυλικές live αντιμαχίες ανάμεσα στον παρουσιαστή ειδήσεων του CBS Έντουαρντ Ρ. Μόροου και τον γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι - που είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση του πολιτικού στα μέσα της δεκαετίας του '50 και το τέλος της εφαρμογής των τεχνικών της Μαύρης Λίστας και των αντι-κομμουνιστικών ακροάσεων.
Η ταινία βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, στις 5 Ιανουαρίου
Written by
verbal
in
no category
Masses@Salonica.05
Episode VI: Οικογενειακή Γιορτή
Με οικογενειακή γιορτή έμοιαζε περισσότερο η φιέστα που διοργανώθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Ολύμπιον, παρά με εντυπωσιακή τελετή λήξης διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ. Στην ασφυκτικά μικρή για να χωρέσει ένα τέτοιο event αίθουσα του Ολύμπιον, το πρωτόκολλο παραβιάστηκε για μια ακόμη φορά, και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Δέσποινα Μουζάκη, δεν κατάφερε ούτε την ύστατη αυτή στιγμή να ανατρέψει την αύρα εγωπάθειας που είχε αφήσει πίσω της. Κλήθηκε πρώτη, και δίχως τον Πρόεδρο του Φεστιβάλ, Γιώργο Χωραφά, να ανέβει στη σκηνή για να ανακοινώσει το τέλος της φετινής διοργάνωσης. Friendly reminder: η ισχυρή κυρία πίσω απο τον άνδρα, καλό είναι που και που να μένει και πίσω απο τον άνδρα.
Το πένθιμο κλίμα εδραίωσαν οι μαυροφορεμένοι Γωγώ Μπρέμπου και Γιώργος Καραμίχος, ο μεν με την αηδιαστική συγκαταβατικότητα του ύφους του, η δε με την ερμηνεία της είμαι - τόσο - σοκαρισμένη - που - πρέπει - να - διαβάσω - όλες - μου - τις - ατάκες - απ’ τα - χαρτάκια - μου. Σε ανάλογους τόνους, και παλεύοντας με ένα ατίθασο μικρόφωνο που έκανε απελπισμένες προσπάθειες να την αποφύγει, η κα Μουζάκη αναμάσησε όλα τα κλισέ του βιβλίου «Πώς να Κλείσετε Ένα Φεστιβάλ» και υποσχέθηκε μια ακόμη καλύτερη 47η διοργάνωση, οι προετοιμασίες για την οποία ξεκινούν από την επόμενη κιόλας μέρα. Και καλά θα κάνουν, γιατί τουλάχιστον όσον αφορά στις οργανώσεις των τελετών, έχουν πολύ δουλειά να κάνουν ακόμη.
Στα θετικά, το ότι τουλάχιστον βρέθηκαν φέτος δυο αξιοπρεπή podium και ένας συμπαθητικός μινιμάλ, καμπυλωτός πάγκος να αντικαταστήσει τις περσινές σπαστές καρέκλες και να προσφέρει λίγη ξεκούραση στα μέλη της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής, τα οποία για κάποιο λόγο έπρεπε να είναι επί της σκηνής για όλη σχεδόν τη διάρκεια της τελετής. Λες και υπήρχε άπλετος χώρος για να στήσουν κι αντίσκηνα.
Πριν τις ανακοινώσεις των βραβείων του Φεστιβάλ, απονεμήθη ένας (ακόμη) τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος στον Vittorio Storaro, «ως ελάχιστη ένδειξη της εκτίμησής μας στο έργο του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη», όπως άκουσα δημοσιογράφο να λέει στην τηλεφωνική της ανταπόκριση έξω απ’ τις τουαλέτες. Η βράβευση του Storaro έγινε δεκτή με παταγώδες χειροκρότημα, και ακολουθήθηκε από την εμφάνιση δύο παιδικών χορωδιών που ακούγονταν υπέροχα, αλλά δε φαίνονταν καθόλου, μιας και όποιος εμπνεύστηκε να φέρει δύο χορωδίες δεν σταμάτησε να σκεφτεί ότι στη σκηνή του Ολύμπιον μετά βίας θα χωρούσε και μία μόνη της. Είδαμε πάντως τους μουσικούς, βλέπαμε και τα κεφαλάκια από τα παιδάκια που ήταν στριμωγμένα από κάτω, κατέβηκε και μια κοπέλα από το ταβάνι, που προφανώς είχε ξεμείνει από την τελετή έναρξης μαζί με μερικά ξέμπαρκα κομφετί, ακολούθησαν και κάτι νταούλια που συνοδεύονταν από τραγούδια σε μια γλώσσα η προέλευση της οποίας μέχρι ώρας παραμένει άγνωστη, κι ύστερα πιάσαμε δουλειά.
Στα βραβεία κοινού (χορηγία του Jameson) δεν παρουσιάστηκε καμία ανατροπή, με την Καρδιά του Κτήνους, του Ρένου Χαραλαμπίδη, να περιορίζεται τελικά στη δεύτερη θέση, και τον Γιώργο Καραντινάκη να παίρνει το ογκώδες –και υπερβολικά βαρύ απ’ ότι φάνηκε— δημιούργημα του γνωστού γλύπτη Βαρώτσου, για τη Χορωδία του Χαρίτων, και να ζητά απ’ τον Υφυπουργό Πολιτισμού «να ενημερώσει τον Υπουργό Πολιτισμού ότι η Ολυμπιάδα τελείωσε και έχουμε προβλήματα». Το αντίστοιχο βραβείο για το διεθνές διαγωνιστικό πήγε στην ταινία Man Push Cart, ενώ από τις Ματιές στα Βαλκάνια, αγαπημένη του κοινού αναδείχθηκε η ταινία Go West.
Στη συνέχεια, η Ένωση Τεχνικών Ελλάδος Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (γιατί, στην Ελλάδα, όλοι όσοι ασχολούνται με το σινεμά και δεν είναι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ή ηθοποιοί, δεν είναι καλλιτέχνες, αλλά τεχνικοί), έδωσαν το βραβείο τεχνικής αρτιότητας στην ταινία Γαλάζιο Φόρεμα, και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Ανδρέας Τύρος, ανέβηκε στο μικρόφωνο για να δώσει το βραβείο της Ένωσης στο ντοκιμαντέρ Buzz του Σπύρου Ταραβήρα, και να εκφράσει όλη τη μιζέρια του επαγγέλματος, αρπάζοντας το μικρόφωνο για να βγάλει το διάγγελμά του. Ευτυχώς ο κος Ταραβήρας έδειξε κατανόηση.
Σειρά είχε το βραβείο Ανθρώπινες Αξίες, το οποίο θεσπίστηκε φέτος και απονέμεται από τη Βουλή των Ελλήνων. Δεν έχω καταφέρει να εξακριβώσω ακόμη ποιος, ή ποιοι επιλέγουν το που θα απονεμηθεί το βραβείο, αλλά ελπίζω ότι υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια, και δεν θεσπίζει βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο οποιοσδήποτε έχει €15.000 πρόχειρα να διαθέσει. Θα το κοιτάξω πάντως, αν είναι να κάνουμε έναν έρανο και να δώσουμε κι ένα βραβείο Movies for the Masses του χρόνου. Όπως και να ‘χει, η πρώτη ταινία που βραβεύθηκε για τον τρόπο που αναδεικνύει «τις αρχές της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού και ιδίως τη θεμελιώδη αξία της ανθρώπινης ζωής», είναι το Τσότσι, μια συμπαραγωγή Αγγλίας και Ν. Αφρικής.
Ο Vittorio Storaro, ο βραβευμένος με τρία Όσκαρ διευθυντής φωτογραφίας ταινιών όπως το Apocalypse Now!, The Last Emperor και Dick Tracey (ναι, οκ, και Exorcist The Beginning), αφού παρακάλεσε το Φεστιβάλ να θεσπίσει βραβεία για τη διεύθυνση φωτογραφίας και τη σκηνογραφία, κάλεσε στη σκηνή τον Chin Ting-chang, για να του απονείμει το βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος, για τη φωτογραφία του Falling in Love.
Τα βραβεία ερμηνειών μοιράστηκαν στις ταινίες Man Push Cart (για τον Ahmad Razvi) και Η Ευτυχία του Άλλου και Στα Παρασκήνια (εξ ημισείας στις Ina Geerts και Isild Le Besco αντίστοιχα). Το βραβείο σκηνοθεσίας απένειμε η Maria Gracia Cucinotta, εξ ημισείας στους Roland Vranik (Μαύρη Βούρτσα / Fekete Kefe, Ουγγαρία) και Emmanuelle Bercot (Στα Παρασκήνια / Backstage, Γαλλία), ενώ τον Αργυρό Αλέξανδρο κέρδισε το Μεξικάνικο Sangre του Amat Escalante.
Η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς (για τον γράφοντα τουλάχιστον), ήταν η απονομή του βραβείου της Κριτικής Επιτροπής της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (αποτελούμενη από τους: Κίριλ Ραζλόγκοφ, Ρωσία, Πρόεδρος, Μάγκντα Μιχαϊλέσκου, Ρουμανία, Τζον Χάρκνες, Καναδάς, Ανίκα Γκούσταφσον , Σουηδία, Λουκάς Κατσίκας, Ελλάδα) στο Τσίου… του Μάκη Παπαδημητράτου, βράβευση την οποία μπορώ να κάνω δεκτή μόνο όπως ετέθη από τον πρόεδρο της επιτροπής, ως δηλαδή μια ταινία που «παρουσιάζει ένα νέο κύμα στην ελληνική κινηματογραφία, αυτό των φτηνών ταινιών». Στο ξενόγλωσσο τμήμα της διοργάνωσης, το αντίστοιχο βραβείο πήρε η ταινία Como Pasan Las Horas.
Η δε μεγάλη νικήτρια της βραδιάς, ήταν η Βελγίδα Fien Troch, που άκουσε τον τίτλο της ταινίας της να ανακοινώνεται ακόμη τρεις φορές: το Η Ευτυχία Του Άλλου, χάρισε μια ειδική μνεία στην πρωταγωνίστριά της Natali Broods, και τα βραβεία Καλύτερου Σεναρίου και Χρυσό Αλέξανδρο Καλύτερης Ταινίας, κάνοντας την νεαρή Troch να παραδεχθεί έντονα συγκινημένη, ότι ζει την καλύτερη βραδιά της ζωής της. Εντάξει. Κι εμείς καλά περάσαμε. Ελπίζουμε του χρόνου να είμαστε και κάπου πιο άνετα για να χωράνε οι γκλαμουράτες φιλοδοξίες των διοργανωτών, να υπάρχει ένα πλάνο στις θέσεις και μερικοί απ' αυτούς που μάζεψαν τις χιλιάδες των ευρώ, να επενδύσουν τουλάχιστον ένα μερίδιο σ' ένα καλό σακάκι. Κατά προτίμηση βραδινό, αλλά είμαστε ελαστικοί.
Με οικογενειακή γιορτή έμοιαζε περισσότερο η φιέστα που διοργανώθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Ολύμπιον, παρά με εντυπωσιακή τελετή λήξης διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ. Στην ασφυκτικά μικρή για να χωρέσει ένα τέτοιο event αίθουσα του Ολύμπιον, το πρωτόκολλο παραβιάστηκε για μια ακόμη φορά, και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Δέσποινα Μουζάκη, δεν κατάφερε ούτε την ύστατη αυτή στιγμή να ανατρέψει την αύρα εγωπάθειας που είχε αφήσει πίσω της. Κλήθηκε πρώτη, και δίχως τον Πρόεδρο του Φεστιβάλ, Γιώργο Χωραφά, να ανέβει στη σκηνή για να ανακοινώσει το τέλος της φετινής διοργάνωσης. Friendly reminder: η ισχυρή κυρία πίσω απο τον άνδρα, καλό είναι που και που να μένει και πίσω απο τον άνδρα.
Το πένθιμο κλίμα εδραίωσαν οι μαυροφορεμένοι Γωγώ Μπρέμπου και Γιώργος Καραμίχος, ο μεν με την αηδιαστική συγκαταβατικότητα του ύφους του, η δε με την ερμηνεία της είμαι - τόσο - σοκαρισμένη - που - πρέπει - να - διαβάσω - όλες - μου - τις - ατάκες - απ’ τα - χαρτάκια - μου. Σε ανάλογους τόνους, και παλεύοντας με ένα ατίθασο μικρόφωνο που έκανε απελπισμένες προσπάθειες να την αποφύγει, η κα Μουζάκη αναμάσησε όλα τα κλισέ του βιβλίου «Πώς να Κλείσετε Ένα Φεστιβάλ» και υποσχέθηκε μια ακόμη καλύτερη 47η διοργάνωση, οι προετοιμασίες για την οποία ξεκινούν από την επόμενη κιόλας μέρα. Και καλά θα κάνουν, γιατί τουλάχιστον όσον αφορά στις οργανώσεις των τελετών, έχουν πολύ δουλειά να κάνουν ακόμη.Στα θετικά, το ότι τουλάχιστον βρέθηκαν φέτος δυο αξιοπρεπή podium και ένας συμπαθητικός μινιμάλ, καμπυλωτός πάγκος να αντικαταστήσει τις περσινές σπαστές καρέκλες και να προσφέρει λίγη ξεκούραση στα μέλη της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής, τα οποία για κάποιο λόγο έπρεπε να είναι επί της σκηνής για όλη σχεδόν τη διάρκεια της τελετής. Λες και υπήρχε άπλετος χώρος για να στήσουν κι αντίσκηνα.
Πριν τις ανακοινώσεις των βραβείων του Φεστιβάλ, απονεμήθη ένας (ακόμη) τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος στον Vittorio Storaro, «ως ελάχιστη ένδειξη της εκτίμησής μας στο έργο του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη», όπως άκουσα δημοσιογράφο να λέει στην τηλεφωνική της ανταπόκριση έξω απ’ τις τουαλέτες. Η βράβευση του Storaro έγινε δεκτή με παταγώδες χειροκρότημα, και ακολουθήθηκε από την εμφάνιση δύο παιδικών χορωδιών που ακούγονταν υπέροχα, αλλά δε φαίνονταν καθόλου, μιας και όποιος εμπνεύστηκε να φέρει δύο χορωδίες δεν σταμάτησε να σκεφτεί ότι στη σκηνή του Ολύμπιον μετά βίας θα χωρούσε και μία μόνη της. Είδαμε πάντως τους μουσικούς, βλέπαμε και τα κεφαλάκια από τα παιδάκια που ήταν στριμωγμένα από κάτω, κατέβηκε και μια κοπέλα από το ταβάνι, που προφανώς είχε ξεμείνει από την τελετή έναρξης μαζί με μερικά ξέμπαρκα κομφετί, ακολούθησαν και κάτι νταούλια που συνοδεύονταν από τραγούδια σε μια γλώσσα η προέλευση της οποίας μέχρι ώρας παραμένει άγνωστη, κι ύστερα πιάσαμε δουλειά.
Στα βραβεία κοινού (χορηγία του Jameson) δεν παρουσιάστηκε καμία ανατροπή, με την Καρδιά του Κτήνους, του Ρένου Χαραλαμπίδη, να περιορίζεται τελικά στη δεύτερη θέση, και τον Γιώργο Καραντινάκη να παίρνει το ογκώδες –και υπερβολικά βαρύ απ’ ότι φάνηκε— δημιούργημα του γνωστού γλύπτη Βαρώτσου, για τη Χορωδία του Χαρίτων, και να ζητά απ’ τον Υφυπουργό Πολιτισμού «να ενημερώσει τον Υπουργό Πολιτισμού ότι η Ολυμπιάδα τελείωσε και έχουμε προβλήματα». Το αντίστοιχο βραβείο για το διεθνές διαγωνιστικό πήγε στην ταινία Man Push Cart, ενώ από τις Ματιές στα Βαλκάνια, αγαπημένη του κοινού αναδείχθηκε η ταινία Go West.Στη συνέχεια, η Ένωση Τεχνικών Ελλάδος Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (γιατί, στην Ελλάδα, όλοι όσοι ασχολούνται με το σινεμά και δεν είναι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ή ηθοποιοί, δεν είναι καλλιτέχνες, αλλά τεχνικοί), έδωσαν το βραβείο τεχνικής αρτιότητας στην ταινία Γαλάζιο Φόρεμα, και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Ανδρέας Τύρος, ανέβηκε στο μικρόφωνο για να δώσει το βραβείο της Ένωσης στο ντοκιμαντέρ Buzz του Σπύρου Ταραβήρα, και να εκφράσει όλη τη μιζέρια του επαγγέλματος, αρπάζοντας το μικρόφωνο για να βγάλει το διάγγελμά του. Ευτυχώς ο κος Ταραβήρας έδειξε κατανόηση.
Σειρά είχε το βραβείο Ανθρώπινες Αξίες, το οποίο θεσπίστηκε φέτος και απονέμεται από τη Βουλή των Ελλήνων. Δεν έχω καταφέρει να εξακριβώσω ακόμη ποιος, ή ποιοι επιλέγουν το που θα απονεμηθεί το βραβείο, αλλά ελπίζω ότι υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια, και δεν θεσπίζει βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο οποιοσδήποτε έχει €15.000 πρόχειρα να διαθέσει. Θα το κοιτάξω πάντως, αν είναι να κάνουμε έναν έρανο και να δώσουμε κι ένα βραβείο Movies for the Masses του χρόνου. Όπως και να ‘χει, η πρώτη ταινία που βραβεύθηκε για τον τρόπο που αναδεικνύει «τις αρχές της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού και ιδίως τη θεμελιώδη αξία της ανθρώπινης ζωής», είναι το Τσότσι, μια συμπαραγωγή Αγγλίας και Ν. Αφρικής.
Ο Vittorio Storaro, ο βραβευμένος με τρία Όσκαρ διευθυντής φωτογραφίας ταινιών όπως το Apocalypse Now!, The Last Emperor και Dick Tracey (ναι, οκ, και Exorcist The Beginning), αφού παρακάλεσε το Φεστιβάλ να θεσπίσει βραβεία για τη διεύθυνση φωτογραφίας και τη σκηνογραφία, κάλεσε στη σκηνή τον Chin Ting-chang, για να του απονείμει το βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος, για τη φωτογραφία του Falling in Love.
Τα βραβεία ερμηνειών μοιράστηκαν στις ταινίες Man Push Cart (για τον Ahmad Razvi) και Η Ευτυχία του Άλλου και Στα Παρασκήνια (εξ ημισείας στις Ina Geerts και Isild Le Besco αντίστοιχα). Το βραβείο σκηνοθεσίας απένειμε η Maria Gracia Cucinotta, εξ ημισείας στους Roland Vranik (Μαύρη Βούρτσα / Fekete Kefe, Ουγγαρία) και Emmanuelle Bercot (Στα Παρασκήνια / Backstage, Γαλλία), ενώ τον Αργυρό Αλέξανδρο κέρδισε το Μεξικάνικο Sangre του Amat Escalante.Η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς (για τον γράφοντα τουλάχιστον), ήταν η απονομή του βραβείου της Κριτικής Επιτροπής της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (αποτελούμενη από τους: Κίριλ Ραζλόγκοφ, Ρωσία, Πρόεδρος, Μάγκντα Μιχαϊλέσκου, Ρουμανία, Τζον Χάρκνες, Καναδάς, Ανίκα Γκούσταφσον , Σουηδία, Λουκάς Κατσίκας, Ελλάδα) στο Τσίου… του Μάκη Παπαδημητράτου, βράβευση την οποία μπορώ να κάνω δεκτή μόνο όπως ετέθη από τον πρόεδρο της επιτροπής, ως δηλαδή μια ταινία που «παρουσιάζει ένα νέο κύμα στην ελληνική κινηματογραφία, αυτό των φτηνών ταινιών». Στο ξενόγλωσσο τμήμα της διοργάνωσης, το αντίστοιχο βραβείο πήρε η ταινία Como Pasan Las Horas.
Η δε μεγάλη νικήτρια της βραδιάς, ήταν η Βελγίδα Fien Troch, που άκουσε τον τίτλο της ταινίας της να ανακοινώνεται ακόμη τρεις φορές: το Η Ευτυχία Του Άλλου, χάρισε μια ειδική μνεία στην πρωταγωνίστριά της Natali Broods, και τα βραβεία Καλύτερου Σεναρίου και Χρυσό Αλέξανδρο Καλύτερης Ταινίας, κάνοντας την νεαρή Troch να παραδεχθεί έντονα συγκινημένη, ότι ζει την καλύτερη βραδιά της ζωής της. Εντάξει. Κι εμείς καλά περάσαμε. Ελπίζουμε του χρόνου να είμαστε και κάπου πιο άνετα για να χωράνε οι γκλαμουράτες φιλοδοξίες των διοργανωτών, να υπάρχει ένα πλάνο στις θέσεις και μερικοί απ' αυτούς που μάζεψαν τις χιλιάδες των ευρώ, να επενδύσουν τουλάχιστον ένα μερίδιο σ' ένα καλό σακάκι. Κατά προτίμηση βραδινό, αλλά είμαστε ελαστικοί.
Written by
verbal
in
no category
Masses@Salonica.05
Episode V: Μετρούν Ανάποδα
Το 46ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οδεύει προς την ολοκλήρωση, με τον Χρυσό και τον Αργυρό Αλέξανδρο (και από μια επιταγή των 37 και των 22 χιλιάδων ευρώ αντίστοιχα) να περιμένουν πλάι στα βραβεία Καλλιτεχνικής Επίτευξης, Α’ Γυναικείου Ρολου, Α’ Αντρικού Ρόλου, Σεναρίου, και Σκηνοθεσίας για να απονεμηθούν στις καλύτερες ταινίες του Διεθνούς Διαγωνιστικού από τη Διεθνή Κριτική Επιτροπή.
Βραβεία επίσης θα απονείμουν η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών σε μια ξένη και μια ελληνική ταινία, όπως θα κάνει και η Ένωση Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, ενώ φέτος εγκαινιάζεται και το βραβείο με τον εύγλωττο τίτλο Ανθρώπινες Αξίες, που θα απονήμει εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων, ο συντονιστής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, Κωνσταντίνος Αλαβάνος, μαζί με 15.000 ευρώ.
Ιδιαίτερη αξία έχει πάντα το Βραβείο Κοινού, που σπονσοράρεται απο το Jameson και αποδίδεται σε μία ταινία του Διεθνους Διαγωνιστικού (μαζί με 3.000 ευρώ), μια του ελληνικού προγράμματος (με άλλα 3 χιλιάρικα) και για πρώτη φορά φέτος, σε μία ταινία του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια (σετ με 2.000 ευρώ). Για την ώρα, το προβάδισμα στις προτιμήσεις του κοινού έχει η Χορωδία του Χαρίτωνα, του Γρηγόρη Καραντινάκη, μια κωμωδία καταστάσεων και χαρακτήρων που με επικεφαλής τον Γιώργο Χωραφά, προσφέρει στο κοινό ένα ταξίδι στη νοσταλγία των αθώων εποχών της επαρχίας. Η Χορωδία έχει συγκεντρώσει βαθμολογία 4,595, με το Τσιου... να ακολουθεί στα 4,387, ενώ εκκρεμεί η ανακοίνωση της βαθμολογίας της δεύτερης προβολής της Καρδιάς του Κτήνους, που είχε πιάσει τα 4,305 στην πρώτη της. Αλλά είναι μάλλον υπερβολικά φιλόδοξο για τον Ρένο Χαραλαμπίδη να περιμένει να ξεπεράσει τις αποδόσεις του Χαρίτωνα. Εμείς βέβαια, μαζί του. Αξίζει βέβαια να αναφερθεί, ότι ουραγός στις προτιμήσεις του κοινού είναι η Κινέττα, η σκληροπυρηνική άσκηση φόρμας του Γιώργου Λάνθιμου, με 2,525, την ώρα που καμία άλλη ελληνική ταινία δεν έχει συγκεντρώσει βαθμολογία χαμηλότερη απο 2,9.
Όσο για το Διεθνές, το Man Push Cart του Ramin Bahrani, μια ματιά στη ζωή ενός πρωην σταρ που τα έχασε όλα και πουλάει φαβέλες σε καρότσι-καντίνα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, προηγείται με 4,027, αλλά είναι πολύ πιθανό το Een Ander Zijn Geluk (Η Ευτυχία του Άλλου) του Βέλγου Fien Troch, που μιλάνα καταφέρει την ανατροπή, αφού το κοινό της έδωσε την υψηλότερη βαθμολογία πρώτης προβολής, με 3,907. Για τις Ματιές Στα Βαλκάνια, τα πράγματα είναι μάλλον πιο ξεκάθαρα, με το Go West, την συμπαραγωγή Βοσνίας Ερζεγοβίνης και Κροατίας, να προηγείται με 4,557 και μεγάλη διαφορά απο το δεύτερο Τί Είναι Ένας Άντρας Χωρίς Μουστάκι, όμως αυτή την ώρα δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη οι βαθμολογίες του μουσικού ντοκιμαντέρ του Fatih Akin, Ο Ήχος της Πόλης, για τις δύο προβολές του οποίου ο κόσμος ήταν "κυριολεκτικά" παστωμένος χθες και σήμερα στις αίθουσες του Λιμανιού.
Και ενόσω περιμένουμε τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας αύριο το βράδυ –την ίδια ώρα που ο Ρουβάς θα τραγουδά στην πλατεία Αριστοτέλους για την αναγγελία της Χριστουγεννιάτικης σαιζόν- απόψε η υπερπληθώρα των βραβείων του φεστιβάλ θα γεμίσει την τελετή λήξης που ξεκινά στις 8μιση. Το event θα παρουσιάσουν ο Γιώργος Καραμίχος και η Γωγώ Μπρέμπου, το dynamic duo που είχε αφήσει τους παριστάμενους στην τελετή έναρξης με το στόμα ανοιχτό, χάρη στην αμηχανία, την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό τους. Βέβαια η ευθύνη δεν ήταν αποκλειστικά δική τους, αλλά τη μοιράζονταν με τον σκηνοθέτη Κωσταντίνο Ρήγο, ο οποίος έχει στήσει και τις εκπλήξης της αποψινής εκδήλωσης, που διαφημίζεται ως εντυπωσιακή. Ελπίζουμε όλοι να μην αισθανόμαστε σαν τον κύριο της φωτογραφίας πάλι.
Παίρνω βαθιά ανάσα και ξεκινώ για το Ολύμπιον. Άντε και του χρόνου.
Το 46ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οδεύει προς την ολοκλήρωση, με τον Χρυσό και τον Αργυρό Αλέξανδρο (και από μια επιταγή των 37 και των 22 χιλιάδων ευρώ αντίστοιχα) να περιμένουν πλάι στα βραβεία Καλλιτεχνικής Επίτευξης, Α’ Γυναικείου Ρολου, Α’ Αντρικού Ρόλου, Σεναρίου, και Σκηνοθεσίας για να απονεμηθούν στις καλύτερες ταινίες του Διεθνούς Διαγωνιστικού από τη Διεθνή Κριτική Επιτροπή.
Βραβεία επίσης θα απονείμουν η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών σε μια ξένη και μια ελληνική ταινία, όπως θα κάνει και η Ένωση Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, ενώ φέτος εγκαινιάζεται και το βραβείο με τον εύγλωττο τίτλο Ανθρώπινες Αξίες, που θα απονήμει εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων, ο συντονιστής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, Κωνσταντίνος Αλαβάνος, μαζί με 15.000 ευρώ.
Ιδιαίτερη αξία έχει πάντα το Βραβείο Κοινού, που σπονσοράρεται απο το Jameson και αποδίδεται σε μία ταινία του Διεθνους Διαγωνιστικού (μαζί με 3.000 ευρώ), μια του ελληνικού προγράμματος (με άλλα 3 χιλιάρικα) και για πρώτη φορά φέτος, σε μία ταινία του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια (σετ με 2.000 ευρώ). Για την ώρα, το προβάδισμα στις προτιμήσεις του κοινού έχει η Χορωδία του Χαρίτωνα, του Γρηγόρη Καραντινάκη, μια κωμωδία καταστάσεων και χαρακτήρων που με επικεφαλής τον Γιώργο Χωραφά, προσφέρει στο κοινό ένα ταξίδι στη νοσταλγία των αθώων εποχών της επαρχίας. Η Χορωδία έχει συγκεντρώσει βαθμολογία 4,595, με το Τσιου... να ακολουθεί στα 4,387, ενώ εκκρεμεί η ανακοίνωση της βαθμολογίας της δεύτερης προβολής της Καρδιάς του Κτήνους, που είχε πιάσει τα 4,305 στην πρώτη της. Αλλά είναι μάλλον υπερβολικά φιλόδοξο για τον Ρένο Χαραλαμπίδη να περιμένει να ξεπεράσει τις αποδόσεις του Χαρίτωνα. Εμείς βέβαια, μαζί του. Αξίζει βέβαια να αναφερθεί, ότι ουραγός στις προτιμήσεις του κοινού είναι η Κινέττα, η σκληροπυρηνική άσκηση φόρμας του Γιώργου Λάνθιμου, με 2,525, την ώρα που καμία άλλη ελληνική ταινία δεν έχει συγκεντρώσει βαθμολογία χαμηλότερη απο 2,9.
Όσο για το Διεθνές, το Man Push Cart του Ramin Bahrani, μια ματιά στη ζωή ενός πρωην σταρ που τα έχασε όλα και πουλάει φαβέλες σε καρότσι-καντίνα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, προηγείται με 4,027, αλλά είναι πολύ πιθανό το Een Ander Zijn Geluk (Η Ευτυχία του Άλλου) του Βέλγου Fien Troch, που μιλάνα καταφέρει την ανατροπή, αφού το κοινό της έδωσε την υψηλότερη βαθμολογία πρώτης προβολής, με 3,907. Για τις Ματιές Στα Βαλκάνια, τα πράγματα είναι μάλλον πιο ξεκάθαρα, με το Go West, την συμπαραγωγή Βοσνίας Ερζεγοβίνης και Κροατίας, να προηγείται με 4,557 και μεγάλη διαφορά απο το δεύτερο Τί Είναι Ένας Άντρας Χωρίς Μουστάκι, όμως αυτή την ώρα δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη οι βαθμολογίες του μουσικού ντοκιμαντέρ του Fatih Akin, Ο Ήχος της Πόλης, για τις δύο προβολές του οποίου ο κόσμος ήταν "κυριολεκτικά" παστωμένος χθες και σήμερα στις αίθουσες του Λιμανιού.
Και ενόσω περιμένουμε τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας αύριο το βράδυ –την ίδια ώρα που ο Ρουβάς θα τραγουδά στην πλατεία Αριστοτέλους για την αναγγελία της Χριστουγεννιάτικης σαιζόν- απόψε η υπερπληθώρα των βραβείων του φεστιβάλ θα γεμίσει την τελετή λήξης που ξεκινά στις 8μιση. Το event θα παρουσιάσουν ο Γιώργος Καραμίχος και η Γωγώ Μπρέμπου, το dynamic duo που είχε αφήσει τους παριστάμενους στην τελετή έναρξης με το στόμα ανοιχτό, χάρη στην αμηχανία, την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό τους. Βέβαια η ευθύνη δεν ήταν αποκλειστικά δική τους, αλλά τη μοιράζονταν με τον σκηνοθέτη Κωσταντίνο Ρήγο, ο οποίος έχει στήσει και τις εκπλήξης της αποψινής εκδήλωσης, που διαφημίζεται ως εντυπωσιακή. Ελπίζουμε όλοι να μην αισθανόμαστε σαν τον κύριο της φωτογραφίας πάλι.Παίρνω βαθιά ανάσα και ξεκινώ για το Ολύμπιον. Άντε και του χρόνου.
Written by
verbal
in
no category
Masses@Salonica.05
Episode IV: Tkts R’ Us
Τα 20.000 εισιτήρια θα είναι το φράγμα που θα σπάσει φέτος το 46ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αν βέβαια δεν γίνει κάτι δραματικό που να σταματήσει όλες τις προβολές –να ξαναπροβληθεί η Κινέττα ας πούμε.
Με έναν σταθερό ρυθμό που αγγίζει και συνήθως ξεπερνά τα 2.000 εισιτήρια ημερησίως, η φετινή διοργάνωση μετρά ήδη 16.848 χαρτάκια (τελευταία ενημέρωση μέχρι 24/11) -τουτέστιν κάτι λιγότερο απο 3.500 εισιτήρια περισσότερα απο πέρυσι- χωρίς να μετράμε βέβαια τα (μηδενικά) εισιτήρια που καλούνται να κόβουν οι διαπιεστευμένοι και οι κάτοχοι της κάρτας διαρκείας. Γιατί αν τους βάλουμε όλους μαζί, μιλάμε για έναν αριθμό που ξεπερνά τις 44.000, αν και τα εισιτήρια των διαπιστευμένων και των καρτούχων, έχουν μειωθεί απ’τις 10.140 στις 7.593. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι δεν πάνε στις προβολές, ούτε ότι ελαττώθηκαν τα διαρκείας: φέτος όσοι έχουν κορδελίτσες κρεμμασμένες στο λαιμό, μπαίνουν στην αίθουσα χωρίς να χρειάζεται να κόψουν απο πριν εισιτήριο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά τα νούμερα; Ότι προφανώς οι διοργανωτές δεν είναι... νούμερα. Με ένα ευρύτατο φάσμα ταινιών, δυνατά αφιερώματα και άκρως ενδιαφέροντες προσκεκλημένους δημιουργούς, οι οποίοι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στο κοινό των ταινιών τους δεχόμενοι ερωτήσεις μετά από την προβολή κάθε ταινίας τους (και όχι μιας ή δυο), κατάφεραν να βγάλουν απ’ το καβούκι τους όλους τους κινηματογραφόφιλους μιας πόλης κατ’ εξοχήν καλλιτεχνικής, και να τους μαζέψουν στις αίθουσες. Και ο σινεφίλ, είναι σκληρό μικρόβιο. Δεν τον σταματά ούτε η βροχή, ούτε το ομαδικό σαλάγιασμα στους διαδρόμους, ούτε το στρίμωγμα στις αίθουσες, ούτε οι σχιζοφρενικές αυξομειώσεις της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της προβολής, ούτε οι άθλιοι αρκετές φορές υποτιτλισμοί, ούτε καν οι ταινίες-φόλες. Το ’χε πει (κι αυτό) ο Goddard, οι σινεφίλ είναι άρρωστοι άνθρωποι. Ή, σκληρό καρύδι, όπως θα ‘λεγε κι ο κος Καρύδας, αποσπάσματα απο τη νέα ταινία του οποίου, είχαμε την ευτυχή ευκαιρία να δούμε. Τίτλος, Στα Όρια, και του χρόνου θα δοκιμάσει ακόμη περισσότερο τα όρια του κοινού. Αν την έχει τελειώσει ως τότε.
Written by
verbal
in
no category
Masses@Salonica.05
Episode III: Γαμημένη πόλη... - Αιματοβαμμένη συνέντευξη απ' τους δημιουργούς του Κακού
Τα αδέρφια Νούσια, ένα ωραίο απόγευμα, κάθισαν να γράψουν για τα ζόμπι. Δυο βδομάδες αργότερα, ήταν στους δρόμους της Αθήνας με μια ψηφιακή, και έψαχναν άδειους δρόμους για να ξαμολύσουν τα πρώτα ελληνικά ζόμπι, και μερικούς μήνες μετά γέμισαν την αίθουσα του Απόλλωνα με αυτό που αποδείχθηκε να είναι η προβολή-event των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας. Το Κακό, η πρώτη ελληνική ταινία που ζωντανεύει τους νεκρούς και τους φέρνει στην οθόνη, έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το team του Cine.gr τους εντόπισε μαζί με τη στρατιά των ζόμπι τους, και τους ξεμονάχιασε στην Αποθήκη Γ’.
Ρωτούν οι Γιάννης Δηράκης, Ιωσήφ Πρωιμάκης και Στάμος Δημητρόπουλος.
Cine.gr: Εμπρός λοιπόν, ρωτήστε μας ό,τι θέλετε.
Γιώργος Νούσιας: Ok, πώς σας φάνηκε η ταινία μας;
Cine: Ηταν μια από τις κορυφαίες στιγμές των Νυχτών Πρεμιέρας. Πώς το καταφέρατε; Γιατί δεν έχει γίνει ακόμη κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;
Γ.Ν.: Ξέρω γω; Γιατί κανείς δεν το σκέφτηκε; Το κακό είναι ότι τώρα θα βγει κάποιος άλλος και θα το κάνει καλύτερα απο ’μας. Εμείς θα μείνουμε στην ιστορία ως πρωτοπόροι, αλλά ίσως όχι σαν τόσο καλοί, αν βγουν άλλοι καλύτεροι.
Π.Ν.: Απο την άλλη, είναι κι αυτό που ποντάρουμε, να μπορέσει να δημιουργηθεί χώρος για μια καινούρια κινηματογραφία, χώρος για τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα. Μια το χρόνο, δύο το χρόνο, δεν έχει σημασία, αρκεί να γυρίζονται.
Τα αδέρφια Νούσια, ένα ωραίο απόγευμα, κάθισαν να γράψουν για τα ζόμπι. Δυο βδομάδες αργότερα, ήταν στους δρόμους της Αθήνας με μια ψηφιακή, και έψαχναν άδειους δρόμους για να ξαμολύσουν τα πρώτα ελληνικά ζόμπι, και μερικούς μήνες μετά γέμισαν την αίθουσα του Απόλλωνα με αυτό που αποδείχθηκε να είναι η προβολή-event των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας. Το Κακό, η πρώτη ελληνική ταινία που ζωντανεύει τους νεκρούς και τους φέρνει στην οθόνη, έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το team του Cine.gr τους εντόπισε μαζί με τη στρατιά των ζόμπι τους, και τους ξεμονάχιασε στην Αποθήκη Γ’.Ρωτούν οι Γιάννης Δηράκης, Ιωσήφ Πρωιμάκης και Στάμος Δημητρόπουλος.
Cine.gr: Εμπρός λοιπόν, ρωτήστε μας ό,τι θέλετε.
Γιώργος Νούσιας: Ok, πώς σας φάνηκε η ταινία μας;
Cine: Ηταν μια από τις κορυφαίες στιγμές των Νυχτών Πρεμιέρας. Πώς το καταφέρατε; Γιατί δεν έχει γίνει ακόμη κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;
Γ.Ν.: Ξέρω γω; Γιατί κανείς δεν το σκέφτηκε; Το κακό είναι ότι τώρα θα βγει κάποιος άλλος και θα το κάνει καλύτερα απο ’μας. Εμείς θα μείνουμε στην ιστορία ως πρωτοπόροι, αλλά ίσως όχι σαν τόσο καλοί, αν βγουν άλλοι καλύτεροι.
Π.Ν.: Απο την άλλη, είναι κι αυτό που ποντάρουμε, να μπορέσει να δημιουργηθεί χώρος για μια καινούρια κινηματογραφία, χώρος για τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα. Μια το χρόνο, δύο το χρόνο, δεν έχει σημασία, αρκεί να γυρίζονται.
Written by
verbal
in
no category
Masses@Salonica.05
Episode II: Francis Ford Godfather
«Όταν κάνεις μια ταινία, είναι σα να θέτεις ένα ερώτημα. Κι όταν τελειώνεις την ταινία, θα πρέπει να έχεις βρει την απάντηση» - Francis Ford Coppola, Θεσσαλονίκη 2005
Πολλοί οι προσκεκλημένοι που τίμησαν φέτος το φεστιβάλ, όλοι τους αξιότιμοι κι αξιόλογοι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι και άνθρωποι του κινηματογράφου γενικότερα, απ’ τον Winterbottom και τον Hou Hsiao Hsien μέχρι τον Chan Wook Park και... τα αδέρφια Νούσια. Κανείς όμως με το βάρος και το εκτόπισμα ενός ιερού τέρατος του αμερικάνικου κινηματογράφου, ενός Νονού του μοντέρνου φιλμ νουάρ και της πολεμικής ταινίας.
Το σούσουρο γύρω απο την ενδεχόμενη παρουσία του Francis Ford Coppola στο Φεστιβάλ, και συγκεκριμμένα στην τιμητική εκδήλωση (ή διαδήλωση, όπως θα έλεγε ο κος Χωραφάς), είχε ξεκινήσει πρωτού καν κλείσουμε τα εισιτήρια για να ανέβουμε στη συμπρωτεύουσα, και είχε παραμείνει ανεπιβεβαίωτος ψίθυρος μέχρι χθες, οπότε και ανακοινώθηκε επισήμως η άφιξη του μεγάλου σκηνοθέτη, συν γυναιξί και τέκνοις.Ξεκούραστος κι ευδιάθετος με μια γραβάτα με εφτάρια (υποθέτω αναφερόμενη στην έβδομη τέχνη), ο F.F. Coppola ήρθε το πρωί απο τη γειτονική Βουλγαρία (ένα χοπ απόσταση άλλωστε), για συνέντευξη τύπου και ένα mini MasterClass στο Μακεδονικό Μουσείο Τέχνης, όπου εκτίθεται η δουλειά του Dean Tavoularis, του ιδιοφυούς production designer που υπέγραψε αριστουργήματα όπως η τριλογία του Νονού και το Αποκάλυψη Τώρα!.
Το μέχρι σήμερα άδειο μουσείο, γέμισε το πρωί κάμερες, μαγνητοφωνάκια, φωτογραφικές και κοστούμια, για την by far πιο μουράτη συνέντευξη της διοργάνωσης, την οποία άνοιξε ο Γιάννης Ζουμπουλάκης δίνοντας πάσα στον Coppola με ένα γνωμικό του Godard. Παραφράζοντας το «πρέπει να είσαι πολύ νέος ή πολύ ανόητος για να ξεκινήσεις να γυρίζεις μια ταινία», ο Coppola είπε ότι πρέπει να είσαι πολύ νέος και πολύ ανόητος για να ζήσεις τη ζωή σου, κι ο Tavoularis προσέθεσε ότι πρέπει να είσαι και πολύ γέρος και πολύ ανόητος για να επιμένεις να κάνεις σινεμά.
Ωστόσο ο Coppola αισθάνεται νεότατος, πράγμα που μάλλον οφείλεται στο ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχει αποτραβηχτεί απο το άθλημα της σκηνοθεσίας, για να αφιερώσει το χρόνο του στην οινοποιΐα, απο την οποία είπε ότι ελπίζει να εξασφαλίσει τα κεφάλαια για να χρηματοδοτεί ο ίδιος τις ταινίες του. Γιατί, αν και το μέλλον του κινηματογράφου είναι δίχως αμφιβολία ψηφιακό, και πάλι για να επεξεργαστεί κανείς το υλικό του και να το φτάσει σε ένα επίπεδο άξιο προβολής στη μεγάλη οθόνη, τα χρήματα που χρειάζονται εξακολουθούν να είναι πολλά. Τόνισε όμως ότι «η τεχνολογία δεν παίζει μεγάλο ρόλο, αυτό που μετράει είναι το όραμα, το σενάριο και οι ηθοποιοί».
Μάλιστα, εμπιστεύεται τυφλά τους ηθοποιούς, ως απόλυτους ειδικούς στους χαρακτήρες που υποδύονται, και τους ενθαρρύνει να εκφράζουν νέες ιδέες, ακριβώς όπως εμπιστεύεται τις εμπνεύσεις του σχεδιαστή παραγωγής και όλων των συνεργατών του, γιατί τελικά, ο κινηματογράφος είναι μια συλλογική δουλειά και το καλό αποτέλεσμα προκύπτει μέσα απο την καλή συνεργασία. «Ο σκηνοθέτης δεν είναι παρά ο διευθυντής αυτού του τσίρκου.»
Η συζήτηση δεν άργησε να φτάσει σε ελληνικά θέματα. Ο Coppola είπε ότι λόγω της καταγωγής του απο την Ιταλία, δηλαδή τη Μεγάλη Ελλάδα, είναι στην πραγματικότητα Νεοέλληνας, κι όταν ανάφερε πως αν καταπιανόταν ποτέ με ταινία ελληνικής θεματολογίας, θα εμπνεόταν απο την Ελένη του Ευριπίδη, ο κος Κακογιάννης τον προκάλεσε να το ανεβάσουν στο θέατρο.
Σε ερώτηση για το αν η κινηματογραφική εμπειρία πνέει τα λοίσθια, δεδομένου ότι ο τελικός τζίρος μιας ταινίας αποτελείται κυρίως απο τις πωλήσεις των DVD και τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ο Coppola παραδέχτηκε ότι σήμερα η κινηματογραφική πορεία μιας ταινίας χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά ως καμπάνια για την πορεία της στο home cinema. Ελπίζει και πιστεύει όμως ότι η αίθουσα δε θα πάψει ποτέ να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία που ενώνει τους ανθρώπους, αρκεί οι αιθουσάρχες να καταλάβουν ότι ο κόσμος που τους πληρώνει το εισιτήριο απαιτεί να περνά το δίωρό του σε μια προσεγμένη αίθουσα, με άνετα και ευρύχωρα καθίσματα, και εξαιρετική ποιότητα στον ήχο και την εικόνα.
Μαντεύω πως θα του καλαρέσει η αίθουσα του Ολύμπιον, όπου θα παρευρεθεί αργότερα για να παραλάβει τον Χρυσό του Αλέξανδρο, μαζί με τον Tavoulari και τη γυναίκα του, Aurore Clement, πριν την προβολή του Αποκάλυψη Τώρα! Redux. Αλλά πάω στοίχημα ότι θα φύγει πριν αρχίσει να ιδρώνει απο την υπερβολική θέρμανση που μας σιγοβράζει σε κάθε προβολή.
