Written by
verbal
in
no category
Βενετία 2005 - Οι Χρυσοί Λέοντες της ανασφάλειας
Με τον φόβο για τρομοκρατική επίθεση να συναγωνίζεται το φόβο για εμπορική αποτυχία, ξεκίνησε φέτος η 62η Μόστρα, που συναγωνίζεται τα αμερικανικά αεροδρόμια σε μέτρα ασφαλείας και τα Όσκαρ σε αμερικανικές ταινίες.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.
Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.
Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Written by
verbal
in
no category
Thursday is the new Friday
Όπως προφανώς θα έχετε ήδη προσέξει, η Πέμπτη φέτος θα είναι η νέα Παρασκευή για τις ταινίες στη χώρα μας.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Written by
verbal
in
no category
Γρανίτα απο λεμόνι
Written by
verbal
in
no category
Fantastic Four - Review
Fantastic Four
(2/5)
Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.
Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
(2/5)Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
Written by
verbal
in
no category
The Upside of Anger - Review
The Upside of Anger – Η Άλλη Όψη του Θυμού
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
Written by
verbal
in
no category
A Lot Like Love - Review
A Lot Like Love – Σχεδόν Έρωτας
(3/5)
Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.
Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
(3/5)Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
Written by
verbal
in
no category
Five Children and It - Review
Five Children and It – Το Απίθανο Ξωτικό και η Μικρή Συμμορία
(2/5)
Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.
Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
(2/5)Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
