Written by
verbal
in
no category
Closer - Review
Closer – Εξ Επαφής
(4,5/5)
Σκηνοθεσία: Mike Nichols
Σενάριο: Patrick Marber
Παίζουν: Jude Law, Clive Owen, Natalie Portman, Julia Roberts
Είναι πάντα μια δύσκολη διαδικασία να μεταφέρεις ένα έργο από το θεατρικό σανίδι στις τεράστιες και τόσο γεμάτες δυνατότητες διαστάσεις του κινηματογραφικού πανιού. Στις χειρότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια κινηματογραφημένη παράσταση, που σημαίνει στατικά πλάνα, μηδαμινή εναλλαγή στα σκηνικά, εν ολίγοις μια βεβιασμένη απόπειρα να διατεθεί σε ευρύτερο κοινό, κάτι που είτε ο σκηνοθέτης είτε το studio θεώρησε ότι το αξίζει. Στην περίπτωση του Closer, της αιχμηρής κι αμείλικτης ανατομίας της ανθρώπινης ψυχής και του τρόπου που αντιμετωπίζει τη συντροφικότητα σαν ένα παιχνίδι εξουσίας, δια χειρός Patrick Marber, η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι τίποτε λιγότερο από μαγεία.
Ο Mike Nichols, ένας σκηνοθέτης με εκπληκτική ικανότητα να βρίσκει και να τραβάει από τους ηθοποιούς του εξαιρετικές ιδιότητες εν είδη αποκάλυψης, μοιράζει με ιδιοφυή τρόπο τους ρόλους του έργου, μετατρέποντας τέσσερις από τους πιο θελκτικούς ανθρώπους στον κόσμο, σε τέσσερις από τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Το άλλο είναι ο τρόπος που μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των τεσσάρων χαρακτήρων φέρνει το sex στο επίκεντρο της ιστορίας, αλλά σε κάνει να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου όταν το κάνεις –τουλάχιστον όταν πρόκειται για κεράτωμα.
Καλά καταλάβατε, πρόκειται για διάτμηση της απιστίας. Σ’ αυτό το ερμητικά κλειστό δράμα τεσσάρων χαρακτήρων, ο κουμπωμένος συντάκτης επικήδειων του Jude Law, ο Dan, εντοπίζει την ξεπεταγμένη κοκκινομάλλα της Natalie Portman, την Alice, στο απέναντι φανάρι, κι αυτή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Οι δυο τους καταλήγουν να χαριεντίζονται στο νοσοκομείο, να ανταλλάσσουν οπτικές για τη ζωή και τις σχέσεις στο λεωφορείο, και να βρίσκουν τους εαυτούς τους στο αναμφίβολο ξεκίνημα του ειδυλλίου τους σε ένα πάρκο.
Flash forward, ο Dan φωτογραφίζεται για το «αυτάκι» του βιβλίου του για την Alice, με την οποία συζεί. Η φωτογράφος είναι η απρόσιτη Anna της Julia Roberts, η οποία σύντομα καταλήγει να ελέγχει την οδοντοστοιχία του Dan με τη γλώσσα της. Μετά από λίγο εμφανίζεται η Alice, και η άβολη στιγμή οδηγεί στην απόρριψη του Dan από την Anna. Το βράδυ, ο Dan μπαίνει σε ένα chat room για καυλωμένους, και παραπλανεί τον πρόθυμο γιατρό του Clive Owen, τον Larry, προσποιούμενος ότι είναι η Anna. Ο σκοπός του είναι να την εκδικηθεί, παραπλανώντας τον γιατρό και οδηγώντας τον στο αγαπημένο στέκι της Anna. Πού να φανταστεί, ότι οι δυο τους θα ταιριάξουν; Όπως ενδεχομένως έχετε ψυλλιαστεί, η ανεκπλήρωτη έλξη του Dan προς την Anna θα οδηγήσει στην πρώτη αλλαξοκωλιά της ταινίας. Κι άλλες θα ακολουθήσουν, πάντα ασφυκτικά οριοθετημένες μέσα στην παρέα των τεσσάρων. Σοφιστικέ ματάκηδες, αυτή είναι η ταινία σας.
Τα αμείλικτα καδραρίσματα του Nichols, αγκαλιάζουν σα μέγγενη τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι βρίσκουν σ’ αυτήν την ταινία την ευκαιρία να ανακαλύψουν στο υποκριτικό τους ταλέντο, ικανότητες που δεν νομίζω ούτε και οι ίδιοι να ήξεραν ότι έχουν. Ακόμη κι ο πιο αδύναμος από τους τέσσερις, ο Jude Law, είναι πολύ καλός στο ρόλο του looser, ενώ η Julia Roberts σε κάνει να πιστέψεις στη μαγεία της υποκριτικής, παρουσιάζοντας σε χαμηλό τόνο τον βαθιά εσωτερικό της χαρακτήρα, αλλά το σκληρό της πρόσωπο καθρεφτίζει τη θύελλα που ζεί. Όσο για τους Clive Owen και Natalie Portman, που παίζουν τους δυο πιο αμφιλεγόμενους ρόλους της ταινίας, οι ερμηνείες τους είναι οι αποκαλύψεις της χρονιάς, και οι υποψηφιότητές τους στα Όσκαρ των δεύτερων ρόλων, είναι από μόνες τους μια νίκη, δεδομένου του είδους της ταινίας.
Το Closer είναι μια ταινία για τον τρόπο που αληθινοί άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, αγαπιούνται, δένονται, και μετά νιώθουν αυτήν την τόσο αυτοκαταστροφική κι ακατανόητη, αλλά και τόσο ανθρώπινη τάση να δοκιμάσουν τα όρια του δεσμού τους. Δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που αισθάνονται, και σ’ αυτά που λένε ότι αισθάνονται. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε τους δαίμονές τους, παλιές σχέσεις-ερείπια, πληγές που τους έχουν κλειδώσει στον εαυτό τους, αφήνοντας αυτό το μικρό παράθυρο ελπίδας ανοιχτό, απ’ όπου περιμένουν τον αληθινό τους έρωτα να μπει και να τους σώσει. Μόνο που ο καθένας γίνεται ο σωτήρας του άλλου απλά για να τον σκοτώσει ξανά, και μετά να πηδήξει από τη θέση του δολοφόνου, ξανά σ’ αυτήν του θύματος.
Εκεί που υπάρχει συνέπεια, είναι στον τρόπο που ο Nichols παρουσιάζει τους χαρακτήρες του, κρατώντας την ίδια απόσταση και αφήνοντάς τους να αποκαλύψουν όλη τη σκληρότητά τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε πόρνες, άντρες και γυναίκες. Και στον τρόπο που ο Marber ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, για να δείξει τη φρικιαστική ασχήμια της σε όλο της το μεγαλείο, έναν τρόπο τόσο σαδιστικά ηδονιστικό όσο το να βλέπεις ξανά και ξανά σε αργή κίνηση ένα τραίνο να πέφτει με δύναμη πάνω σου. Είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που σε αφήνει με την ψυχή κομμάτια και το στομάχι κόμπους. Απόλαυση.
Ενδείκνυται ως date movie, σε περίπτωση που υποπτεύεστε το άλλο σας μισό. Αποκλείεται να μη λυγίσει…
(4,5/5)Σκηνοθεσία: Mike Nichols
Σενάριο: Patrick Marber
Παίζουν: Jude Law, Clive Owen, Natalie Portman, Julia Roberts
Είναι πάντα μια δύσκολη διαδικασία να μεταφέρεις ένα έργο από το θεατρικό σανίδι στις τεράστιες και τόσο γεμάτες δυνατότητες διαστάσεις του κινηματογραφικού πανιού. Στις χειρότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια κινηματογραφημένη παράσταση, που σημαίνει στατικά πλάνα, μηδαμινή εναλλαγή στα σκηνικά, εν ολίγοις μια βεβιασμένη απόπειρα να διατεθεί σε ευρύτερο κοινό, κάτι που είτε ο σκηνοθέτης είτε το studio θεώρησε ότι το αξίζει. Στην περίπτωση του Closer, της αιχμηρής κι αμείλικτης ανατομίας της ανθρώπινης ψυχής και του τρόπου που αντιμετωπίζει τη συντροφικότητα σαν ένα παιχνίδι εξουσίας, δια χειρός Patrick Marber, η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι τίποτε λιγότερο από μαγεία.
Ο Mike Nichols, ένας σκηνοθέτης με εκπληκτική ικανότητα να βρίσκει και να τραβάει από τους ηθοποιούς του εξαιρετικές ιδιότητες εν είδη αποκάλυψης, μοιράζει με ιδιοφυή τρόπο τους ρόλους του έργου, μετατρέποντας τέσσερις από τους πιο θελκτικούς ανθρώπους στον κόσμο, σε τέσσερις από τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Το άλλο είναι ο τρόπος που μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των τεσσάρων χαρακτήρων φέρνει το sex στο επίκεντρο της ιστορίας, αλλά σε κάνει να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου όταν το κάνεις –τουλάχιστον όταν πρόκειται για κεράτωμα.
Καλά καταλάβατε, πρόκειται για διάτμηση της απιστίας. Σ’ αυτό το ερμητικά κλειστό δράμα τεσσάρων χαρακτήρων, ο κουμπωμένος συντάκτης επικήδειων του Jude Law, ο Dan, εντοπίζει την ξεπεταγμένη κοκκινομάλλα της Natalie Portman, την Alice, στο απέναντι φανάρι, κι αυτή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Οι δυο τους καταλήγουν να χαριεντίζονται στο νοσοκομείο, να ανταλλάσσουν οπτικές για τη ζωή και τις σχέσεις στο λεωφορείο, και να βρίσκουν τους εαυτούς τους στο αναμφίβολο ξεκίνημα του ειδυλλίου τους σε ένα πάρκο.
Flash forward, ο Dan φωτογραφίζεται για το «αυτάκι» του βιβλίου του για την Alice, με την οποία συζεί. Η φωτογράφος είναι η απρόσιτη Anna της Julia Roberts, η οποία σύντομα καταλήγει να ελέγχει την οδοντοστοιχία του Dan με τη γλώσσα της. Μετά από λίγο εμφανίζεται η Alice, και η άβολη στιγμή οδηγεί στην απόρριψη του Dan από την Anna. Το βράδυ, ο Dan μπαίνει σε ένα chat room για καυλωμένους, και παραπλανεί τον πρόθυμο γιατρό του Clive Owen, τον Larry, προσποιούμενος ότι είναι η Anna. Ο σκοπός του είναι να την εκδικηθεί, παραπλανώντας τον γιατρό και οδηγώντας τον στο αγαπημένο στέκι της Anna. Πού να φανταστεί, ότι οι δυο τους θα ταιριάξουν; Όπως ενδεχομένως έχετε ψυλλιαστεί, η ανεκπλήρωτη έλξη του Dan προς την Anna θα οδηγήσει στην πρώτη αλλαξοκωλιά της ταινίας. Κι άλλες θα ακολουθήσουν, πάντα ασφυκτικά οριοθετημένες μέσα στην παρέα των τεσσάρων. Σοφιστικέ ματάκηδες, αυτή είναι η ταινία σας.
Τα αμείλικτα καδραρίσματα του Nichols, αγκαλιάζουν σα μέγγενη τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι βρίσκουν σ’ αυτήν την ταινία την ευκαιρία να ανακαλύψουν στο υποκριτικό τους ταλέντο, ικανότητες που δεν νομίζω ούτε και οι ίδιοι να ήξεραν ότι έχουν. Ακόμη κι ο πιο αδύναμος από τους τέσσερις, ο Jude Law, είναι πολύ καλός στο ρόλο του looser, ενώ η Julia Roberts σε κάνει να πιστέψεις στη μαγεία της υποκριτικής, παρουσιάζοντας σε χαμηλό τόνο τον βαθιά εσωτερικό της χαρακτήρα, αλλά το σκληρό της πρόσωπο καθρεφτίζει τη θύελλα που ζεί. Όσο για τους Clive Owen και Natalie Portman, που παίζουν τους δυο πιο αμφιλεγόμενους ρόλους της ταινίας, οι ερμηνείες τους είναι οι αποκαλύψεις της χρονιάς, και οι υποψηφιότητές τους στα Όσκαρ των δεύτερων ρόλων, είναι από μόνες τους μια νίκη, δεδομένου του είδους της ταινίας.
Το Closer είναι μια ταινία για τον τρόπο που αληθινοί άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, αγαπιούνται, δένονται, και μετά νιώθουν αυτήν την τόσο αυτοκαταστροφική κι ακατανόητη, αλλά και τόσο ανθρώπινη τάση να δοκιμάσουν τα όρια του δεσμού τους. Δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που αισθάνονται, και σ’ αυτά που λένε ότι αισθάνονται. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε τους δαίμονές τους, παλιές σχέσεις-ερείπια, πληγές που τους έχουν κλειδώσει στον εαυτό τους, αφήνοντας αυτό το μικρό παράθυρο ελπίδας ανοιχτό, απ’ όπου περιμένουν τον αληθινό τους έρωτα να μπει και να τους σώσει. Μόνο που ο καθένας γίνεται ο σωτήρας του άλλου απλά για να τον σκοτώσει ξανά, και μετά να πηδήξει από τη θέση του δολοφόνου, ξανά σ’ αυτήν του θύματος.Εκεί που υπάρχει συνέπεια, είναι στον τρόπο που ο Nichols παρουσιάζει τους χαρακτήρες του, κρατώντας την ίδια απόσταση και αφήνοντάς τους να αποκαλύψουν όλη τη σκληρότητά τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε πόρνες, άντρες και γυναίκες. Και στον τρόπο που ο Marber ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, για να δείξει τη φρικιαστική ασχήμια της σε όλο της το μεγαλείο, έναν τρόπο τόσο σαδιστικά ηδονιστικό όσο το να βλέπεις ξανά και ξανά σε αργή κίνηση ένα τραίνο να πέφτει με δύναμη πάνω σου. Είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που σε αφήνει με την ψυχή κομμάτια και το στομάχι κόμπους. Απόλαυση.
Ενδείκνυται ως date movie, σε περίπτωση που υποπτεύεστε το άλλο σας μισό. Αποκλείεται να μη λυγίσει…
Written by
verbal
in
no category
Assault on Precinct 13 - Review
Assault on Precinct 13 – Επίθεση στο Σταθμό 13
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jean-François Richet
Σενάριο: James DeMonaco
Παίζουν: Ethan Hawke, Laurence Fishburne, Drea DeMatteo, Maria Bello
Λίγο πριν ο John Carpenter βάλει την υπογραφή του στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και του παγκόσμιου horror genre με το Halloween, έκανε την παρουσία του αισθητή με μια cult classic μεταφορά του Rio Bravo στην τότε σύγχρονη εποχή, μετατρέποντας το western της ταινίας του Howard Hawks με τον John Wayne, σε Νύχτα των Ζωντανών νεκρών με περισσότερα όπλα. Το όνομα αυτού, Assault on Precinct 13. Την ιστορία ενός ξεχασμένου, έτοιμου να κλείσει αστυνομικού σταθμού στη μέση του πουθενά, που βρίσκεται αβοήθητος μπροστά στη μανιασμένη επίθεση μιας ομάδας άγριων και ασταμάτητων συμμοριτών.
Φέτος, ο Jean-Francois Richet μεταφέρει το b-movie του Carpenter από το 1976 στο σήμερα, κρατώντας τη βασική ιδέα, και εμπλουτίζοντάς τη με μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες, επιπλέον background story στους πρωταγωνιστές, πιο σπηντάτους ρυθμούς, κομψή, μοντέρνα σκηνοθεσία, μερικές καινούριες ανατροπές, κι ένα σωρό καινούρια όπλα.
Όλοι αυτοί οι μοντερνισμοί κάνουν το σημερινό Ass-P13 να δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από το παλιό, μόνο που αυτοί είναι και το αδύναμο σημείο της. Γιατί εκεί που η απειλή στο σενάριο του Carpenter ήταν το ατόφιο μίσος μιας ομάδας συμμοριτών, στο καινούριο σενάριο ο αβοήθητος σταθμός 13 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά μιας διεφθαρμένης ομάδας ειδικών δυνάμενων της αστυνομίας. Και θα περίμενε κανείς εκτός από καλύτερες στολές να έχουν α. καλύτερη εκπαίδευση από μια ομάδα θερμοκέφαλων gang-bangers, και β. απίστευτα καλύτερα όπλα από τα κάνα δυο πιστόλια, τις μερικές μολότοφ και τα πολλά μαχαίρια που έχουν οι φονιάδες του Carpenter.
Ωστόσο, αυτό που κάνει το καινούριο ASS-P13 μια ευχάριστη προσθήκη στη λίστα των επιτυχημένων remakes, κάτω από τα Dawn of the Dead και The Texas Chainsaw Massacre, είναι το ότι δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Γιατί στην τελική, πρόκειται για μια ταινία που υπόσχεται πολύ πιστολίδι, ατμόσφαιρα και ένταση, με χαμηλό budget και σενάριο που δεν απαιτεί από το θεατή να κοιτάζει στην οθόνη σε κατάσταση αυτιστικού καταναλωτή pop corn. Κι επιπλέον, προσφέρει τη sexy Drea De Matteo σε διχτυωτό καλσόν, και πολύ καλές ερμηνείες από τους περισσότερους ηθοποιούς.
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Jean-François Richet
Σενάριο: James DeMonaco
Παίζουν: Ethan Hawke, Laurence Fishburne, Drea DeMatteo, Maria Bello
Λίγο πριν ο John Carpenter βάλει την υπογραφή του στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και του παγκόσμιου horror genre με το Halloween, έκανε την παρουσία του αισθητή με μια cult classic μεταφορά του Rio Bravo στην τότε σύγχρονη εποχή, μετατρέποντας το western της ταινίας του Howard Hawks με τον John Wayne, σε Νύχτα των Ζωντανών νεκρών με περισσότερα όπλα. Το όνομα αυτού, Assault on Precinct 13. Την ιστορία ενός ξεχασμένου, έτοιμου να κλείσει αστυνομικού σταθμού στη μέση του πουθενά, που βρίσκεται αβοήθητος μπροστά στη μανιασμένη επίθεση μιας ομάδας άγριων και ασταμάτητων συμμοριτών.
Φέτος, ο Jean-Francois Richet μεταφέρει το b-movie του Carpenter από το 1976 στο σήμερα, κρατώντας τη βασική ιδέα, και εμπλουτίζοντάς τη με μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες, επιπλέον background story στους πρωταγωνιστές, πιο σπηντάτους ρυθμούς, κομψή, μοντέρνα σκηνοθεσία, μερικές καινούριες ανατροπές, κι ένα σωρό καινούρια όπλα.
Όλοι αυτοί οι μοντερνισμοί κάνουν το σημερινό Ass-P13 να δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από το παλιό, μόνο που αυτοί είναι και το αδύναμο σημείο της. Γιατί εκεί που η απειλή στο σενάριο του Carpenter ήταν το ατόφιο μίσος μιας ομάδας συμμοριτών, στο καινούριο σενάριο ο αβοήθητος σταθμός 13 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά μιας διεφθαρμένης ομάδας ειδικών δυνάμενων της αστυνομίας. Και θα περίμενε κανείς εκτός από καλύτερες στολές να έχουν α. καλύτερη εκπαίδευση από μια ομάδα θερμοκέφαλων gang-bangers, και β. απίστευτα καλύτερα όπλα από τα κάνα δυο πιστόλια, τις μερικές μολότοφ και τα πολλά μαχαίρια που έχουν οι φονιάδες του Carpenter.Ωστόσο, αυτό που κάνει το καινούριο ASS-P13 μια ευχάριστη προσθήκη στη λίστα των επιτυχημένων remakes, κάτω από τα Dawn of the Dead και The Texas Chainsaw Massacre, είναι το ότι δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Γιατί στην τελική, πρόκειται για μια ταινία που υπόσχεται πολύ πιστολίδι, ατμόσφαιρα και ένταση, με χαμηλό budget και σενάριο που δεν απαιτεί από το θεατή να κοιτάζει στην οθόνη σε κατάσταση αυτιστικού καταναλωτή pop corn. Κι επιπλέον, προσφέρει τη sexy Drea De Matteo σε διχτυωτό καλσόν, και πολύ καλές ερμηνείες από τους περισσότερους ηθοποιούς.
Written by
verbal
in
no category
Finding Neverland - Review
Finding Neverland – Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Mark Foster
Σενάριο: David Magee
Παίζουν: Johnny Depp, Kate Winslet, Freddie Highmore, Dustin Hoffman
Βασισμένος στο θεατρικό The Man Who Was Peter Pan του Allan Knee, ο David Magee υπογράφει ένα σενάριο που απομακρύνεται κατά βούλησιν από την πραγματικότητα, και περιγράφει με έντονο συναισθηματισμό την ιστορία του Sir James Matthew Barrie, του συγγραφέα του Peter Pan και της Χώρας του Ποτέ.
Μερικές βδομάδες πριν, έδωσα πέντε αστέρια στο Ray, στηρίζοντας την άποψή μου ότι η ταινία αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στην εκστατική ερμηνεία του Jamie Foxx, που καταφέρνει να απογειώσει την ταινία σε επίπεδα που δε θα είχε πιάσει αν δεν είχε αυτόν τον πρωταγωνιστή. Ίσως την αδίκησα. Γιατί το Finding Neverland, είναι άλλη μια ταινία που βασίζεται στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της, αλλά και πάλι, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα.
Ο Mark Foster, που μας χάρισε το δήθεν σοφιστικέ ρομάντζο του Χορού των Τεράτων (και τον επακόλουθο ανεκδιήγητο χορό της Halle Berry στα Όσκαρ), αυτή τη φορά μας παρουσιάζει ένα συμβατικό δράμα εποχής, όπου επιδεικνύει τις δυνατότητες του κινηματογράφου στο συναισθηματικό πατρονάρισμα του θεατή, και του σεναριογράφου στην εν είδη faux βιογραφίας δραματουργική υπερβολή σε κακουργηματικό βαθμό.
Ο Johnny Depp και η για άλλη μια φορά εκπληκτική του απόδοση ενός σκανδαλιάρικού αλλά ρεαλιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος λόγος για να κοιτάζει κανείς την οθόνη, τουλάχιστον όταν δεν την κοσμεί η γλυκύτητα του μικρού του συμπρωταγωνιστή, Freddie Highmore. Η δε Winslet, κατασπαταλιέται σε ένα σενάριο όπου ο μισός της ρόλος απαιτεί από αυτήν απλά να βήχει και να δείχνει άρρωστη. Σε αντίθεση με το Ray, το Finding Neverland είναι μια από αυτές τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι μια καλή ερμηνεία δεν είναι αρκετή για να σώσει την παράσταση.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Mark Foster
Σενάριο: David Magee
Παίζουν: Johnny Depp, Kate Winslet, Freddie Highmore, Dustin Hoffman
Βασισμένος στο θεατρικό The Man Who Was Peter Pan του Allan Knee, ο David Magee υπογράφει ένα σενάριο που απομακρύνεται κατά βούλησιν από την πραγματικότητα, και περιγράφει με έντονο συναισθηματισμό την ιστορία του Sir James Matthew Barrie, του συγγραφέα του Peter Pan και της Χώρας του Ποτέ.
Μερικές βδομάδες πριν, έδωσα πέντε αστέρια στο Ray, στηρίζοντας την άποψή μου ότι η ταινία αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στην εκστατική ερμηνεία του Jamie Foxx, που καταφέρνει να απογειώσει την ταινία σε επίπεδα που δε θα είχε πιάσει αν δεν είχε αυτόν τον πρωταγωνιστή. Ίσως την αδίκησα. Γιατί το Finding Neverland, είναι άλλη μια ταινία που βασίζεται στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της, αλλά και πάλι, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα.Ο Mark Foster, που μας χάρισε το δήθεν σοφιστικέ ρομάντζο του Χορού των Τεράτων (και τον επακόλουθο ανεκδιήγητο χορό της Halle Berry στα Όσκαρ), αυτή τη φορά μας παρουσιάζει ένα συμβατικό δράμα εποχής, όπου επιδεικνύει τις δυνατότητες του κινηματογράφου στο συναισθηματικό πατρονάρισμα του θεατή, και του σεναριογράφου στην εν είδη faux βιογραφίας δραματουργική υπερβολή σε κακουργηματικό βαθμό.
Ο Johnny Depp και η για άλλη μια φορά εκπληκτική του απόδοση ενός σκανδαλιάρικού αλλά ρεαλιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος λόγος για να κοιτάζει κανείς την οθόνη, τουλάχιστον όταν δεν την κοσμεί η γλυκύτητα του μικρού του συμπρωταγωνιστή, Freddie Highmore. Η δε Winslet, κατασπαταλιέται σε ένα σενάριο όπου ο μισός της ρόλος απαιτεί από αυτήν απλά να βήχει και να δείχνει άρρωστη. Σε αντίθεση με το Ray, το Finding Neverland είναι μια από αυτές τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι μια καλή ερμηνεία δεν είναι αρκετή για να σώσει την παράσταση.
Written by
verbal
in
no category
Finding Oscar - Σκηνοθεσία
Αν στα Όσκαρ υπάρχει μια κατηγορία που ο οποιοσδήποτε κινηματογραφόφιλος παρακολουθεί περισσότερο απ’ όλες, είναι αυτή της σκηνοθεσίας. Mike Leigh για την Vera Drake, Alexander Payne για το Sideways, Taylor Hackford για το Ray. Απλά αναφέρω τα ονόματα των τριών εκ των πέντε υποψηφίων για την ιστορία, γιατί όλοι ξέρουμε ότι το να κερδίσουν το Όσκαρ είναι τόσο πιθανό όσο το να ξυπνήσουν μια μέρα οι γυναίκες και να νομίζουν ότι ο Brad Pitt είναι άσχημος. Βρισκόμαστε στο Hollywood, και οι ταινίες που κερδίζουν πια τα μεγάλα βραβεία, είναι οι Χολιγουντιανές.
Από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, οι δύο μεγάλοι μονομάχοι ήταν ο Clint Eastwood για το Million Dollar Baby και ο Martin Scorsese για το Τhe Aviator, όσοι επισκέπτονται τα οσκαρικά message boards του internet, ξέρουν ότι στην ουσία η μάχη δεν είναι ανάμεσα στη σκηνοθεσία του M$B και του The Aviator, αλλά ανάμεσα στη σκηνοθεσία του Μ$Β και τον άνθρωπο που λέγεται Martin Scorsese.
Γιατί ή αλήθεια είναι πως αν ο Scorsese κερδίσει το αγαλματάκι, θα είναι γιατί του το χρωστάνε καιρό, και με την πορεία που έχει πάρει τελευταία ο σκηνοθέτης του Οργισμένου Ειδώλου, η Ακαδημία ίσως έχει αρχίσει να αγχώνεται για το αν θα ξαναβρεί την ευκαιρία να του το δώσει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ξέρουν ότι το Τhe Aviator είναι μια ταινία πολύ κατώτερη των δυνατοτήτων του Scorsese και το M$B είναι σαφώς πιο καλοστημένο.
Ο Eastwood από την άλλη, έχει ήδη πάρει τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία, καθώς και το βραβείο από το αμερικάνικο Σωματείο Σκηνοθετών για τη φετινή δουλειά του, και στα τελευταία 20 χρόνια η μοναδική φορά που ένας σκηνοθέτης με τις δυο παραπάνω διακρίσεις δεν σήκωσε το Όσκαρ, ήταν το 2001, όταν ο Ang Lee έχασε το βραβείο από τον (υποψήφιο τότε για το Traffic και την Erin Brockovitch) Steven Soderbergh. Τόσο η ιστορία λοιπόν, όσο και η παρούσα πραγματικότητα, δείχνουν ένα όνομα: Clint Eastwood.
Από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, οι δύο μεγάλοι μονομάχοι ήταν ο Clint Eastwood για το Million Dollar Baby και ο Martin Scorsese για το Τhe Aviator, όσοι επισκέπτονται τα οσκαρικά message boards του internet, ξέρουν ότι στην ουσία η μάχη δεν είναι ανάμεσα στη σκηνοθεσία του M$B και του The Aviator, αλλά ανάμεσα στη σκηνοθεσία του Μ$Β και τον άνθρωπο που λέγεται Martin Scorsese.Γιατί ή αλήθεια είναι πως αν ο Scorsese κερδίσει το αγαλματάκι, θα είναι γιατί του το χρωστάνε καιρό, και με την πορεία που έχει πάρει τελευταία ο σκηνοθέτης του Οργισμένου Ειδώλου, η Ακαδημία ίσως έχει αρχίσει να αγχώνεται για το αν θα ξαναβρεί την ευκαιρία να του το δώσει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ξέρουν ότι το Τhe Aviator είναι μια ταινία πολύ κατώτερη των δυνατοτήτων του Scorsese και το M$B είναι σαφώς πιο καλοστημένο.
Ο Eastwood από την άλλη, έχει ήδη πάρει τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία, καθώς και το βραβείο από το αμερικάνικο Σωματείο Σκηνοθετών για τη φετινή δουλειά του, και στα τελευταία 20 χρόνια η μοναδική φορά που ένας σκηνοθέτης με τις δυο παραπάνω διακρίσεις δεν σήκωσε το Όσκαρ, ήταν το 2001, όταν ο Ang Lee έχασε το βραβείο από τον (υποψήφιο τότε για το Traffic και την Erin Brockovitch) Steven Soderbergh. Τόσο η ιστορία λοιπόν, όσο και η παρούσα πραγματικότητα, δείχνουν ένα όνομα: Clint Eastwood.
Written by
verbal
in
no category
Finding Oscar - Α' Ανδρικός
Ένας stand-up comedian, ένα ξανθό αγόρι που δε θα γεράσει ποτέ, ένας κάτοικος της Χώρας του Ποτέ, ένας γερασμένος cowboy κι ένας ξενοδόχος από την Ρουάντα. Κι όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα: ένα χρυσό αγαλματάκι. Αλλά μόνο ένας θα το πάρει. Ποιος;
Αν και για κάποιον περίεργο λόγο η Ακαδημία δε σκέφτηκε τον Paul Giammati (Sideways)που θα μπορούσε άνετα να κρατήσει μια θέση στην πεντάδα -για να μη σας θυμίζω τώρα τον Jim Carrey (Eternal Sunshine of the Spotless Mind) και συγκινούμαστε πάλι- γενικά η κατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά έναν βαθμό αναμενόμενη. Ο Clint Eastwood λόγω κεκτημένης ταχύτητας από το μεγάλο buzz του Μ$Β ανέβασε τον μέσο όρο ηλικίας, ο Johnny Depp (Finding Neverland) φαίνεται ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτή τη μακρά περίοδο των σχετικά κοντινών μεταξύ τους υποψηφιοτήτων που θα του δώσουν την ταμπέλα του εκλεκτού της Ακαδημίας για να κορυφωθεί στη βράβευσή του σε 3-5 χρόνια αν όλα πάνε καλά, ο δε Don Cheadle (Hotel Rwanda) μπήκε στην κατηγορία για να εκπροσωπήσει μια ταινία που μπορεί να τονώσει το ηθικό των αμερικανών για τα ιρακινά τους, πατώντας με δύναμη όλα τα κουμπιά του συναισθηματισμού τους. Την ταινία του δεν την έχουμε δει ακόμη στην Ελλάδα, και αν και πολλοί λένε ότι είναι ξεκάθαρα ο καλύτερος από τους πέντε, η οσκαρική παραφημολογία δεν του δίνει καμία ελπίδα.
Κι έτσι πάμε τώρα στα μεγάλα κεφάλια: Leo DiCaprio, εναντίον Jamie Foxx. Διαγωνιζόμενοι ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ποιος δηλαδή θα αποδώσει καλύτερα την προσωπικότητα και το χαρακτήρα πραγματικών ανθρώπων –ο πρώτος του Howard Hughes, ο δεύτερος του Ray Charles-, ο Foxx έχοντας σαφώς πιο αβανταδόρικο ρόλο αλλά και αδιαμφισβήτητα ευρύτερο υποκριτικό ταλέντο, έρχεται με απίστευτη φόρα έχοντας ήδη σηκώσει και Χρυσή Σφαίρα και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών (SAG) και είναι το απόλυτο φαβορί όλων των κατηγοριών των φετινών Όσκαρ. Το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, μιας και με την άλλη μεγάλη του φετινή ερμηνεία στο Collateral, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να μοιραστούν οι ψήφοι του. Και τότε μόνο να αφήσει χώρο για τον DiCaprio να του αρπάξει τη στιγμή, κι ο ίδιος να μείνει με άδεια χέρια. Αλλά επειδή έχω ήδη σταυρώσει τα δαχτυλάκια μου και το απεύχομαι, δεν το βλέπω να συμβαίνει…
Αν και για κάποιον περίεργο λόγο η Ακαδημία δε σκέφτηκε τον Paul Giammati (Sideways)που θα μπορούσε άνετα να κρατήσει μια θέση στην πεντάδα -για να μη σας θυμίζω τώρα τον Jim Carrey (Eternal Sunshine of the Spotless Mind) και συγκινούμαστε πάλι- γενικά η κατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά έναν βαθμό αναμενόμενη. Ο Clint Eastwood λόγω κεκτημένης ταχύτητας από το μεγάλο buzz του Μ$Β ανέβασε τον μέσο όρο ηλικίας, ο Johnny Depp (Finding Neverland) φαίνεται ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτή τη μακρά περίοδο των σχετικά κοντινών μεταξύ τους υποψηφιοτήτων που θα του δώσουν την ταμπέλα του εκλεκτού της Ακαδημίας για να κορυφωθεί στη βράβευσή του σε 3-5 χρόνια αν όλα πάνε καλά, ο δε Don Cheadle (Hotel Rwanda) μπήκε στην κατηγορία για να εκπροσωπήσει μια ταινία που μπορεί να τονώσει το ηθικό των αμερικανών για τα ιρακινά τους, πατώντας με δύναμη όλα τα κουμπιά του συναισθηματισμού τους. Την ταινία του δεν την έχουμε δει ακόμη στην Ελλάδα, και αν και πολλοί λένε ότι είναι ξεκάθαρα ο καλύτερος από τους πέντε, η οσκαρική παραφημολογία δεν του δίνει καμία ελπίδα.
Κι έτσι πάμε τώρα στα μεγάλα κεφάλια: Leo DiCaprio, εναντίον Jamie Foxx. Διαγωνιζόμενοι ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ποιος δηλαδή θα αποδώσει καλύτερα την προσωπικότητα και το χαρακτήρα πραγματικών ανθρώπων –ο πρώτος του Howard Hughes, ο δεύτερος του Ray Charles-, ο Foxx έχοντας σαφώς πιο αβανταδόρικο ρόλο αλλά και αδιαμφισβήτητα ευρύτερο υποκριτικό ταλέντο, έρχεται με απίστευτη φόρα έχοντας ήδη σηκώσει και Χρυσή Σφαίρα και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών (SAG) και είναι το απόλυτο φαβορί όλων των κατηγοριών των φετινών Όσκαρ. Το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, μιας και με την άλλη μεγάλη του φετινή ερμηνεία στο Collateral, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να μοιραστούν οι ψήφοι του. Και τότε μόνο να αφήσει χώρο για τον DiCaprio να του αρπάξει τη στιγμή, κι ο ίδιος να μείνει με άδεια χέρια. Αλλά επειδή έχω ήδη σταυρώσει τα δαχτυλάκια μου και το απεύχομαι, δεν το βλέπω να συμβαίνει…
Written by
verbal
in
no category
Meet the Fockers - Review
Meet the Fockers – Πεθερικά της Συμφοράς
(3/5)
Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: Jim Hertzefeld, Marc Hyman, John Hamburg (με τους χαρακτήρες που έγραψαν οι Greg Glienna και Mary Ruth Clarke)
Παίζουν: Ben Stiller, Robert DeNiro, Dustin Hoffman, Barbara Streisand
Είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις το sequel μιας ταινίας να συναγωνίζεται το πρωτότυπό της, ή ακόμη και να πλησιάζει στο να το ξεπεράσει, ιδίως όταν πρόκειται για κωμωδία, όπου εκεί ο στόχος αυτός είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.
Πάρτε για παράδειγμα το Analyze That, το sequel της πετυχημένης κωμωδίας Analyze This με τον Robert DeNiro και τον Billy Crystal στους ρόλους ενός νονού της Μαφίας και του ψυχαναλυτή του, ένα sequel που βασίστηκε τόσο πολύ στο να ξαναεπισκεφτεί και να επαναλάβει όλες τις ανατρεπτικές παραδοξότητες του πρωτότυπου, ξεχνώντας πως ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ανατρεπτικές και παράδοξες, είναι που τις έκανε να δουλέψουν. Αυτός είναι κατά γενική ομολογία, ο κανόνας των sequel κωμωδιών: ας ξανακάνουμε τα ίδια αστεία άλλη μια φορά, και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει. Έλα όμως που δεν…
Η εκρηκτική πορεία του Meet The Fockers στα ταμεία της Αμερικής, βασίστηκε στο ότι ο Jay Roach αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο, κι όσο κι αν αυτή φαίνεται να είναι η προφανής επιλογή, είναι επίσης προφανές ότι για κάποιο λόγο δεν είναι η συνηθισμένη. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Εκεί που το Meet the Parents είχε περισσότερη slapstick κωμωδία απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος (ωθώντας στη συνέχεια τον Stiller στα τερτίπια του Along came Polly και του Dodgeball, όπου έδωσε άλλο νόημα στις λέξεις «σωματική» και «κακοποίηση», αν και είχε ήδη δείξει έντονη προδιάθεση με το There’s Something About Mary), η φετινή ταινία δεν επιμένει τόσο στο φυσικό εξευτελισμό του Stiller, όσο στις παρεξηγήσεις που φροντίζουν να του δημιουργούν οι γονείς του, και να τον μειώνουν στα μάτια του πεθερού του.
Ο Ben Stiller και η Teri Polo επιστρέφουν στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού που προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του –αν μη τι άλλο περίεργου- πατέρα της νύφης για την επιλογή της, και να παντρευτούν. Λίγο καιρό λοιπόν αφού ο πρώην πράκτορας της CIA πεθερός του Stiller, ο Robert DeNiro, έχει δώσει το πράσινο φως για την επιχείρηση γάμος, μένει να γνωριστούν μεταξύ τους τα πεθερικά.
Σε ένα από τα καλύτερα castings των τελευταίων ετών σε κωμωδία, ο Dustin Hoffman και η Barbara Streisand, δύο αμετανόητοι τελειομανείς, κάνουν το πάρτι της ζωής τους στους ρόλους των γωνιών του Stiller, τους Fockers. Κι αυτό το old-school lineup τριών τεράτων της υποκριτικής, είναι η ανεξάντλητη πηγή της κωμικής δυναμικής της ταινίας.
Δεν εκτίμησα ποτέ τη σχετικά πρόσφατη ιδέα του DeNiro να προσπαθήσει να κωμικοποιήσει τους χαρακτήρες που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, όμως σ’ αυτήν εδώ την ταινία, που παίζει το ρόλο του όσο πιο straight γίνεται, δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι το να βγάλεις το χαρακτήρα του απ’ τους Goodfellas και να τον ρίξεις στη μέση μιας ανεμοθύελλας παρανοϊκών καταστάσεων, έχει την πλάκα του. Πόσο μάλλον το να του φοράς πλαστικό στήθος! Ok, αυτό ίσως φανεί λίγο χοντροκομμένο σε μερικούς, αλλά το αναφέρω γιατί αυτό είναι το maximum του χονδροειδούς χιούμορ της ταινίας, κι από τον Jay Roach που έχει στο βιογραφικό του δύο ταινίες του Austin Powers, μπορεί να περιμένει κανείς πολλά περισσότερα…
Όμως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της ταινίας, είναι ο υπέροχος συντονισμός ανάμεσα στον Hoffman και την Streisand, οι οποίοι με την κωμική τους ιδιοφυΐα προσφέρουν τα περισσότερα αστεία στιγμιότυπα της ταινίας, και της δίνουν χρώμα με το φωνακλάδικο γεροντοέρωτά τους και την παθιασμένη τους αγάπη προς του χαρακτήρα του Stiller.
Βέβαια μπορεί να μην είναι το χρώμα που θα αρέσει σε όλους, μιας κι όντως το αμερικάνικο χιούμορ αυτού του είδους δεν έχει πάντα πολλούς θαυμαστές στη χώρα μας, όμως σε γενικές γραμμές το Meet the Fockers κινείται σε πιο σοβαρά και αξιοπρεπή επίπεδα από την πρώτη ταινία, και θα είναι για όλους μια ευχάριστη έκπληξη.
(3/5)Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: Jim Hertzefeld, Marc Hyman, John Hamburg (με τους χαρακτήρες που έγραψαν οι Greg Glienna και Mary Ruth Clarke)
Παίζουν: Ben Stiller, Robert DeNiro, Dustin Hoffman, Barbara Streisand
Είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις το sequel μιας ταινίας να συναγωνίζεται το πρωτότυπό της, ή ακόμη και να πλησιάζει στο να το ξεπεράσει, ιδίως όταν πρόκειται για κωμωδία, όπου εκεί ο στόχος αυτός είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.
Πάρτε για παράδειγμα το Analyze That, το sequel της πετυχημένης κωμωδίας Analyze This με τον Robert DeNiro και τον Billy Crystal στους ρόλους ενός νονού της Μαφίας και του ψυχαναλυτή του, ένα sequel που βασίστηκε τόσο πολύ στο να ξαναεπισκεφτεί και να επαναλάβει όλες τις ανατρεπτικές παραδοξότητες του πρωτότυπου, ξεχνώντας πως ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ανατρεπτικές και παράδοξες, είναι που τις έκανε να δουλέψουν. Αυτός είναι κατά γενική ομολογία, ο κανόνας των sequel κωμωδιών: ας ξανακάνουμε τα ίδια αστεία άλλη μια φορά, και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει. Έλα όμως που δεν…
Η εκρηκτική πορεία του Meet The Fockers στα ταμεία της Αμερικής, βασίστηκε στο ότι ο Jay Roach αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο, κι όσο κι αν αυτή φαίνεται να είναι η προφανής επιλογή, είναι επίσης προφανές ότι για κάποιο λόγο δεν είναι η συνηθισμένη. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Εκεί που το Meet the Parents είχε περισσότερη slapstick κωμωδία απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος (ωθώντας στη συνέχεια τον Stiller στα τερτίπια του Along came Polly και του Dodgeball, όπου έδωσε άλλο νόημα στις λέξεις «σωματική» και «κακοποίηση», αν και είχε ήδη δείξει έντονη προδιάθεση με το There’s Something About Mary), η φετινή ταινία δεν επιμένει τόσο στο φυσικό εξευτελισμό του Stiller, όσο στις παρεξηγήσεις που φροντίζουν να του δημιουργούν οι γονείς του, και να τον μειώνουν στα μάτια του πεθερού του.
Ο Ben Stiller και η Teri Polo επιστρέφουν στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού που προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του –αν μη τι άλλο περίεργου- πατέρα της νύφης για την επιλογή της, και να παντρευτούν. Λίγο καιρό λοιπόν αφού ο πρώην πράκτορας της CIA πεθερός του Stiller, ο Robert DeNiro, έχει δώσει το πράσινο φως για την επιχείρηση γάμος, μένει να γνωριστούν μεταξύ τους τα πεθερικά.Σε ένα από τα καλύτερα castings των τελευταίων ετών σε κωμωδία, ο Dustin Hoffman και η Barbara Streisand, δύο αμετανόητοι τελειομανείς, κάνουν το πάρτι της ζωής τους στους ρόλους των γωνιών του Stiller, τους Fockers. Κι αυτό το old-school lineup τριών τεράτων της υποκριτικής, είναι η ανεξάντλητη πηγή της κωμικής δυναμικής της ταινίας.
Δεν εκτίμησα ποτέ τη σχετικά πρόσφατη ιδέα του DeNiro να προσπαθήσει να κωμικοποιήσει τους χαρακτήρες που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, όμως σ’ αυτήν εδώ την ταινία, που παίζει το ρόλο του όσο πιο straight γίνεται, δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι το να βγάλεις το χαρακτήρα του απ’ τους Goodfellas και να τον ρίξεις στη μέση μιας ανεμοθύελλας παρανοϊκών καταστάσεων, έχει την πλάκα του. Πόσο μάλλον το να του φοράς πλαστικό στήθος! Ok, αυτό ίσως φανεί λίγο χοντροκομμένο σε μερικούς, αλλά το αναφέρω γιατί αυτό είναι το maximum του χονδροειδούς χιούμορ της ταινίας, κι από τον Jay Roach που έχει στο βιογραφικό του δύο ταινίες του Austin Powers, μπορεί να περιμένει κανείς πολλά περισσότερα…
Όμως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της ταινίας, είναι ο υπέροχος συντονισμός ανάμεσα στον Hoffman και την Streisand, οι οποίοι με την κωμική τους ιδιοφυΐα προσφέρουν τα περισσότερα αστεία στιγμιότυπα της ταινίας, και της δίνουν χρώμα με το φωνακλάδικο γεροντοέρωτά τους και την παθιασμένη τους αγάπη προς του χαρακτήρα του Stiller.Βέβαια μπορεί να μην είναι το χρώμα που θα αρέσει σε όλους, μιας κι όντως το αμερικάνικο χιούμορ αυτού του είδους δεν έχει πάντα πολλούς θαυμαστές στη χώρα μας, όμως σε γενικές γραμμές το Meet the Fockers κινείται σε πιο σοβαρά και αξιοπρεπή επίπεδα από την πρώτη ταινία, και θα είναι για όλους μια ευχάριστη έκπληξη.
Written by
verbal
in
no category
Finding Oscar - Α' Γυναικείος
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα υποσχεθεί να ξεκινήσουμε το παιχνίδι του μαντέματος με το Όσκαρ α’ Γυναικείου, για να μετράμε αντίστροφά τις μέρες μέχρι τη μεγάλη απονομή. Φέτος, η πεντάδα των υποψηφίων χωρίζεται στα δύο, με τρία ονόματα να έχουν ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες να αποτελέσουν σοβαρές διεκδικήτριες, και δύο γυναίκες να βρίσκονται για δεύτερη φορά αντιμέτωπες.
H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).

Οι δυο τους είχαν ξανασυναντηθεί το ’99, τότε που το Όσκαρ Α’ Γυναικείου ήταν από τα λίγα που έμειναν έξω από το σαρωτικό πέρασμα του American Beauty, και το αγαλματάκι τελικά σήκωσε η Swank για το Boys Don’t Cry. Φέτος, η τελευταία βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, με μια ακόμη καλύτερη ερμηνεία, ξανά σε έναν ρόλο μηδαμινής θυληκότητας. Επίσης, έχει το momentum μιας ταινίας που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αποκλείεται να κάνει το double σε σκηνοθεσία και ταινία.
Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.
Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.
H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).

Οι δυο τους είχαν ξανασυναντηθεί το ’99, τότε που το Όσκαρ Α’ Γυναικείου ήταν από τα λίγα που έμειναν έξω από το σαρωτικό πέρασμα του American Beauty, και το αγαλματάκι τελικά σήκωσε η Swank για το Boys Don’t Cry. Φέτος, η τελευταία βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, με μια ακόμη καλύτερη ερμηνεία, ξανά σε έναν ρόλο μηδαμινής θυληκότητας. Επίσης, έχει το momentum μιας ταινίας που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αποκλείεται να κάνει το double σε σκηνοθεσία και ταινία.Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.
Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.
Written by
verbal
in
no category
Million Dollar Baby - Review
Million Dollar Baby
(4/5)
Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood
Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.
Το μεγαλείο του Clint Eastwood, όπως στους Ασυγχώρητους έτσι και στο Mystic River και στο Μ$Β, είναι η ικανότητά του να ανάγει τα κλισέ στα κινηματογραφικά αρχέτυπα που τα γέννησαν, κι ακόμη, προσδίδοντάς τους ένα μοντέρνο twist. Και τι πιο κλισεδιάρικο από ένα κλασικό success story;
Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.
Ο Eastwood και ο Freeman, βετεράνοι στους (λιγομίλητους, χαρακωμένους από τη ζωή και γεμάτους σοφία) ρόλους που καλούνται να υποδυθούν, είναι και οι δυο τους υποδειγματικοί στο Μ$Β, αλλά οι ερμηνείες τους έρχονται δεύτερες σε σύγκριση με την εκθαμβωτική παρουσία της Hillary Swank, που παίζει τη Maggie Fitzgerland, την 31χρονη γκαρσόνα που παλεύει με τη ζωή της, ρίχνοντάς το ένα knock out μετά το άλλο. Μετά το Oscar της για το Boys Don’t Cry το ’99, η Swank έχει περάσει από πολλές ταινίες που θα ήθελε και η ίδια να ξεχάσει, όμως ο Eastwood καταφέρνει να της αποσπάσει μια ερμηνεία που δικαιολογεί το χρυσό αγαλματάκι που ήδη έχει, και γιατί όχι, αυτό που ενδέχεται να αποκτήσει.
Οι τρεις αυτές ερμηνείες των εικονικών ηρώων του Eastwood, είναι τα highlights ενός χαρμανιού από τα κλασικότερα συστατικά μιας μεγαλειώδους Χολιγουντιανής ιστορίας, η οποία μετατρέπεται σε μάθημα σκηνοθεσίας χάρη στα φωτισμένα σε noir αποχρώσεις και ηλεκτρισμένα με εξαιρετική ακρίβεια και δυναμική καδραρίσματα, που απλώνονται υπομονετικά στο χρόνο, σα να χορεύουν στους ρυθμούς των αγαπημένων jazz κομματιών του Eastwood.
Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.
(4/5)
Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood
Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.
Το μεγαλείο του Clint Eastwood, όπως στους Ασυγχώρητους έτσι και στο Mystic River και στο Μ$Β, είναι η ικανότητά του να ανάγει τα κλισέ στα κινηματογραφικά αρχέτυπα που τα γέννησαν, κι ακόμη, προσδίδοντάς τους ένα μοντέρνο twist. Και τι πιο κλισεδιάρικο από ένα κλασικό success story;
Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.
Ο Eastwood και ο Freeman, βετεράνοι στους (λιγομίλητους, χαρακωμένους από τη ζωή και γεμάτους σοφία) ρόλους που καλούνται να υποδυθούν, είναι και οι δυο τους υποδειγματικοί στο Μ$Β, αλλά οι ερμηνείες τους έρχονται δεύτερες σε σύγκριση με την εκθαμβωτική παρουσία της Hillary Swank, που παίζει τη Maggie Fitzgerland, την 31χρονη γκαρσόνα που παλεύει με τη ζωή της, ρίχνοντάς το ένα knock out μετά το άλλο. Μετά το Oscar της για το Boys Don’t Cry το ’99, η Swank έχει περάσει από πολλές ταινίες που θα ήθελε και η ίδια να ξεχάσει, όμως ο Eastwood καταφέρνει να της αποσπάσει μια ερμηνεία που δικαιολογεί το χρυσό αγαλματάκι που ήδη έχει, και γιατί όχι, αυτό που ενδέχεται να αποκτήσει.
Οι τρεις αυτές ερμηνείες των εικονικών ηρώων του Eastwood, είναι τα highlights ενός χαρμανιού από τα κλασικότερα συστατικά μιας μεγαλειώδους Χολιγουντιανής ιστορίας, η οποία μετατρέπεται σε μάθημα σκηνοθεσίας χάρη στα φωτισμένα σε noir αποχρώσεις και ηλεκτρισμένα με εξαιρετική ακρίβεια και δυναμική καδραρίσματα, που απλώνονται υπομονετικά στο χρόνο, σα να χορεύουν στους ρυθμούς των αγαπημένων jazz κομματιών του Eastwood.
Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.
Written by
verbal
in
no category
News - Counter Strike: The Movie
Μετά το Mortal Kombat, το Street Fighter, το Resident Evil και πλήθος άλλων video-games που μετατράπηκαν σε ταινίες με σχεδόν ανύπαρκτο σενάριο, ήρθε η ώρα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και ένα δημοφιλέστατο παιχνίδι με παντελώς ανύπαρκτο σενάριο.
Το game που αποτελεί τα τελευταία 5 χρόνια ανυπέρβλητο φετίχ των πρεζάκηδων των LAN arenas, μπορεί εύκολα να αναλυθεί στις παρακάτω γραμμές: δυο ομάδες, οι τρομοκράτες και η αντιτρομοκρατική, ξαμολιούνται σε μια πίστα (από πλήθος επιλογών), εφοδιασμένοι με όποιο όπλο μπορούν να αγοράσουν από την υπερπλούσια συλλογή. Όποια ομάδα μείνει όρθια, κερδίζει.
Ο αμφιβόλων ικανοτήτων Uwe Boll που ευθύνεται για τις εισπρακτικες αποτυχιες των video games - turned - movies Alone in the Dark και House of the Dead, θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ προς το παρόν μελετά και το σενάριο, που θα περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μιας ομάδας της αντιτρομοκρατικής να αποτρέψουν έναν βομβαρδισμό από τρομοκράτες. Οι στερεότυποι χαρακτήρες και το σχηματικό story, αναμένεται να είναι οι πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την μεταφορά.
Για βασικούς ρόλους, φέρονται ως ενδιαφερόμενοι οι Ben Affleck και Colin Farell, σκληροπυρηνικοί fans του παιχνιδιού.
Το game που αποτελεί τα τελευταία 5 χρόνια ανυπέρβλητο φετίχ των πρεζάκηδων των LAN arenas, μπορεί εύκολα να αναλυθεί στις παρακάτω γραμμές: δυο ομάδες, οι τρομοκράτες και η αντιτρομοκρατική, ξαμολιούνται σε μια πίστα (από πλήθος επιλογών), εφοδιασμένοι με όποιο όπλο μπορούν να αγοράσουν από την υπερπλούσια συλλογή. Όποια ομάδα μείνει όρθια, κερδίζει.Ο αμφιβόλων ικανοτήτων Uwe Boll που ευθύνεται για τις εισπρακτικες αποτυχιες των video games - turned - movies Alone in the Dark και House of the Dead, θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ προς το παρόν μελετά και το σενάριο, που θα περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μιας ομάδας της αντιτρομοκρατικής να αποτρέψουν έναν βομβαρδισμό από τρομοκράτες. Οι στερεότυποι χαρακτήρες και το σχηματικό story, αναμένεται να είναι οι πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την μεταφορά.
Για βασικούς ρόλους, φέρονται ως ενδιαφερόμενοι οι Ben Affleck και Colin Farell, σκληροπυρηνικοί fans του παιχνιδιού.
Written by
verbal
in
no category
A Very Long Engagement - Review
A Very Long Engagement - Ατέλειωτοι Αρραβώνες
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon
Ο Jean-Pierre Jeunet δεν είναι άγνωστος σ’ όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Πριν από 14 χρόνια άφησε τους μικρομηκάδες για να παρουσιάσει το εκστατικό του ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, το Delicatessen, την πρώτη μαρτυρία του φυσικού του ταλέντου σε μια οπτική φινέτσα κι ένα στυλ πρωτόγνωρο και συναρπαστικό, παρέα με τον μέχρι τότε αχώριστο συνεργάτη του, Marc Caro. Στη συνέχεια (μετά το City of Lost Children και τη συνεργασία τους στο Alien: Resurrection), το δίδυμο χωρίστηκε, καθώς ο Caro ασχολήθηκε αποκλειστικά με το σχέδιο, κι ο Jeunet έγινε διάσημος με την Amelie.
Η Amelie βέβαια εκτός από τον Jeunet, μετέτρεψε σε star πρώτου μεγέθους και την Audrey Tautοu, που κρατούσε το ρόλο του τίτλου. Οπότε δεν είναι και μεγάλη έκπληξη που η Tautοu δεν έχασε την ευκαιρία να μεταφέρει το χαρακτήρα της Amelie, στα πιο σκοτεινά, ματοβαμμένα, λασπώδη χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στους Ατέλειωτους Αρραβώνες, η Tautοu είναι η Mathilde, μια νεαρή κοπέλα, που μετά το τέλος του Πολέμου, προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ και του αναθέτει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι επιβίωσε από τα χαρακώματα. Έτσι ξετυλίγεται η ιστορία πέντε στρατιωτών, που συνελήφθησαν να προσπαθούν να αυτοτραυματιστούν για να επιστρέψουν σπίτι τους, κι αντί να εκτελεστούν, εγκαταλείφθηκαν στη No Man’s Land, το χώρο ανάμεσα στα αντιμαχόμενα Γαλλικά και Γερμανικά στρατόπεδα.
Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.
Το Alien: Resurrection, η τέταρτη και ξεκάθαρα η πιο αδύναμη στιγμή του franchise, απέδειξε την πλήρη αδυναμία του Jeunet να χειριστεί και να αφηγηθεί μια ιστορία με τον παραδοσιακό στρωτό τρόπο. Έτσι σ’ αυτή την ταινία ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι και πάλι η ευφάνταστη, επιθετική, αρτίστικη, βεβιασμένα φτιαχτή και υπέροχα σουρεαλιστική κινηματογραφική ατμόσφαιρα του Jeunet, που φυσικά περνά και στο σενάριό του. Οπότε το αν θα απολαύσετε την ταινία, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο σας αρέσει το στυλ του σκηνοθέτη, που είναι ούτως ή άλλως το trademark του. Αν ναι, τότε θα χορτάσετε 130 και κάτι λεπτά απ’ αυτό. Ειδάλλως, οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες, ενδέχεται να σας φανούν πραγματικά ατέλειωτοι.
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon
Ο Jean-Pierre Jeunet δεν είναι άγνωστος σ’ όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Πριν από 14 χρόνια άφησε τους μικρομηκάδες για να παρουσιάσει το εκστατικό του ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, το Delicatessen, την πρώτη μαρτυρία του φυσικού του ταλέντου σε μια οπτική φινέτσα κι ένα στυλ πρωτόγνωρο και συναρπαστικό, παρέα με τον μέχρι τότε αχώριστο συνεργάτη του, Marc Caro. Στη συνέχεια (μετά το City of Lost Children και τη συνεργασία τους στο Alien: Resurrection), το δίδυμο χωρίστηκε, καθώς ο Caro ασχολήθηκε αποκλειστικά με το σχέδιο, κι ο Jeunet έγινε διάσημος με την Amelie.
Η Amelie βέβαια εκτός από τον Jeunet, μετέτρεψε σε star πρώτου μεγέθους και την Audrey Tautοu, που κρατούσε το ρόλο του τίτλου. Οπότε δεν είναι και μεγάλη έκπληξη που η Tautοu δεν έχασε την ευκαιρία να μεταφέρει το χαρακτήρα της Amelie, στα πιο σκοτεινά, ματοβαμμένα, λασπώδη χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στους Ατέλειωτους Αρραβώνες, η Tautοu είναι η Mathilde, μια νεαρή κοπέλα, που μετά το τέλος του Πολέμου, προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ και του αναθέτει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι επιβίωσε από τα χαρακώματα. Έτσι ξετυλίγεται η ιστορία πέντε στρατιωτών, που συνελήφθησαν να προσπαθούν να αυτοτραυματιστούν για να επιστρέψουν σπίτι τους, κι αντί να εκτελεστούν, εγκαταλείφθηκαν στη No Man’s Land, το χώρο ανάμεσα στα αντιμαχόμενα Γαλλικά και Γερμανικά στρατόπεδα.
Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.
Το Alien: Resurrection, η τέταρτη και ξεκάθαρα η πιο αδύναμη στιγμή του franchise, απέδειξε την πλήρη αδυναμία του Jeunet να χειριστεί και να αφηγηθεί μια ιστορία με τον παραδοσιακό στρωτό τρόπο. Έτσι σ’ αυτή την ταινία ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι και πάλι η ευφάνταστη, επιθετική, αρτίστικη, βεβιασμένα φτιαχτή και υπέροχα σουρεαλιστική κινηματογραφική ατμόσφαιρα του Jeunet, που φυσικά περνά και στο σενάριό του. Οπότε το αν θα απολαύσετε την ταινία, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο σας αρέσει το στυλ του σκηνοθέτη, που είναι ούτως ή άλλως το trademark του. Αν ναι, τότε θα χορτάσετε 130 και κάτι λεπτά απ’ αυτό. Ειδάλλως, οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες, ενδέχεται να σας φανούν πραγματικά ατέλειωτοι.
Written by
verbal
in
no category
Ray - Review
Ray
(5/5)
Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz
Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει μια εν γένει πολύ καλή ταινία σε αριστούργημα; Λίγα πράγματα. Ένα απ’ αυτά, η ικανότητα του πρωταγωνιστή τους να την απογειώσει. Παράδειγμα; Το Ray.
Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.
Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-παραγωγός Taylor Hackford (An Officer and a Gentleman, The Devil’s Advocate, Proof Of Life) μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του τυφλού τραγουδιστή, με ένα project που προσπαθούσε να στήσει και να ολοκληρώσει τα τελευταία 15 χρόνια, παλεύοντας με όλα τα δεινά που αντιμετωπίζει μια τόσο φιλόδοξη low-budget ανεξάρτητη παραγωγή. Βλέπετε, στη μεγάλη του προϊστορία, δεν είχε δείξει ποτέ ότι προοριζόταν για σπουδαία πράματα, οπότε υποθέτω ότι αυτό δυσκόλεψε την εύρεση χρηματοδοτών. Και έτσι είναι. Το Ray στην ουσία είναι μια αξιοπρεπέστατη παραγωγή, που εκμεταλλευόμενη το μεγάλο αντίκτυπο που έχει ακόμη και σήμερα στην pop κουλτούρα η μεγάλη περσόνα με την οποία καταπιάνεται, εξασφαλίζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αλλά ο Foxx είναι αυτός που τη μετατρέπει σε μια πραγματικά εξαιρετική ταινία.
Η βαθιά συγκινητική, ολοκληρωμένη, επιθετική ερμηνεία του, ο τρόπος που εισβάλει στο πετσί του Charles, στην ψυχή και την ύπαρξη της δαιμονισμένης προσωπικότητας, η ικανότητά του να σε βγάζει από το τριπάκι του «κοίτα πώς πετυχαίνει τις κινήσεις του» και να σε κάνει να τον αποδέχεσαι σαν τον Ray Charles τον ίδιο, αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα. Και θα την έχει! Θυμηθείτε το, σε μια γενιά από τώρα, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τον Ray Charles ζωντανό, όταν ακούν το όνομά θα φέρνουν στο μυαλό τους αντανακλαστικά το πρόσωπο και την εικόνα του Jamie Foxx.
(5/5)
Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz
Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει μια εν γένει πολύ καλή ταινία σε αριστούργημα; Λίγα πράγματα. Ένα απ’ αυτά, η ικανότητα του πρωταγωνιστή τους να την απογειώσει. Παράδειγμα; Το Ray.
Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.
Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-παραγωγός Taylor Hackford (An Officer and a Gentleman, The Devil’s Advocate, Proof Of Life) μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του τυφλού τραγουδιστή, με ένα project που προσπαθούσε να στήσει και να ολοκληρώσει τα τελευταία 15 χρόνια, παλεύοντας με όλα τα δεινά που αντιμετωπίζει μια τόσο φιλόδοξη low-budget ανεξάρτητη παραγωγή. Βλέπετε, στη μεγάλη του προϊστορία, δεν είχε δείξει ποτέ ότι προοριζόταν για σπουδαία πράματα, οπότε υποθέτω ότι αυτό δυσκόλεψε την εύρεση χρηματοδοτών. Και έτσι είναι. Το Ray στην ουσία είναι μια αξιοπρεπέστατη παραγωγή, που εκμεταλλευόμενη το μεγάλο αντίκτυπο που έχει ακόμη και σήμερα στην pop κουλτούρα η μεγάλη περσόνα με την οποία καταπιάνεται, εξασφαλίζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αλλά ο Foxx είναι αυτός που τη μετατρέπει σε μια πραγματικά εξαιρετική ταινία.
Η βαθιά συγκινητική, ολοκληρωμένη, επιθετική ερμηνεία του, ο τρόπος που εισβάλει στο πετσί του Charles, στην ψυχή και την ύπαρξη της δαιμονισμένης προσωπικότητας, η ικανότητά του να σε βγάζει από το τριπάκι του «κοίτα πώς πετυχαίνει τις κινήσεις του» και να σε κάνει να τον αποδέχεσαι σαν τον Ray Charles τον ίδιο, αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα. Και θα την έχει! Θυμηθείτε το, σε μια γενιά από τώρα, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τον Ray Charles ζωντανό, όταν ακούν το όνομά θα φέρνουν στο μυαλό τους αντανακλαστικά το πρόσωπο και την εικόνα του Jamie Foxx.
Written by
verbal
in
no category
So this is Oscar!
Έφτασε και πέρασε, η δεύτερη καλύτερη μέρα του χρόνου για όποιον θεωρεί τον εαυτό του σοβαρό εραστή του σινεμά. Η ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα φετινά Όσκαρ, που έγινε το μεσημεράκι (ώρα Ελλάδος) της Τρίτης, δεν έκρυβε ιδιαίτερες εκπλήξεις, εκτός ίσως από τις δυσάρεστες. Ο Paul Giammati του Sideways, πραγματικός θριαμβευτής στα μικρότερα βραβεία μέχρι τις Χρυσές Σφαίρες, αυτά των διαφόρων ενώσεων των αμερικανών κριτικών, και φαβορί για μια θέση στις υποψηφιότητες, έμεινε στην απ’ έξω της κατηγορίας πρώτου ανδρικού, όπου ο Eastwood του Million Dollar Baby και ο DiCaprio του The Aviator μάλλον συγκεντρώνουν τις πιο πολλές πιθανότητες. Για τον Carrey βέβαια ούτε λόγος, και γι’ αυτό μπορεί να ευχαριστήσει όποιον αποφάσισε να διανείμει την Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού πολύ νωρίς στη χρονιά, αδιαφορώντας για την οκνηρή μνήμη των γηραιών της Ακαδημίας.
Όπως θα είδατε στις λίστες με τις υποψηφιότητες, ο Aviator ηγείται της κούρσας συγκεντρώνοντας 11 εμφανίσεις, ενώ ισχυρή είναι και η παρουσία του Sideways, με 5 παρουσίες, όλες σε σημαντικές κατηγορίες. Στις ταινίες με μεγάλο οσκαρικό δυναμικό ανήκει και το Million Dollar Baby, η ιστορία ενός τελειωμένου προπονητή πυγμαχίας που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια γυναίκα ηλικίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το μέσο όρο των αντιπάλων της, και τη φτάνει ένα βήμα πριν την κορυφή. Η νέα σκηνοθετική δουλειά του Clint Eastwood, στην οποία κρατά και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει μαζέψει επτά υποψηφιότητες, και είναι το μεγάλο φαβορί τουλάχιστον για τις τρεις. Τα μεγάλα ερωτήματα που προκύπτουν είναι: πού είναι το Kinsey, και τι δουλειά έχει στις καλύτερες ταινίες το Finding Neverland!
Η πρώτη καλύτερη μέρα (ή νύχτα) του χρόνου, θα έρθει σε έναν περίπου μήνα από τώρα, τα ξημερώματα της 28ης του Φλεβάρη, οπότε και το Kodak Theatre του Hollywood θα μαζέψει στα βελούδινα καθίσματά του το καϊμάκι της showbiz, για να φιλοξενήσει την 77η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Μετρώντας τις μέρες μέχρι τότε, κάθε εβδομάδα θα αναλύουμε και θα μαντεύουμε ποιος καλός κύριος θα σηκώσει το περιπόθητο αγαλματάκι, στις τέσσερις πιο δημοφιλείς κατηγορίες: Πρώτου Ανδρικού Ρόλου, Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας, και Καλύτερης Ταινίας. Την επόμενη Παρασκευή: Όσκαρ α' Γυναικείου.
Written by
verbal
in
no category
The Aviator - Review
The Aviator
(3/5)
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin
Μια ταινία με έναν μεγαλομανή, υποχόνδριο, αγοραφοβικό και τελειομανή κεντρικό χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει τέλειο δείγμα σπουδής στις πιο σκοτεινές και τρομακτικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, αυτές που μπορούν να σε φυλακίσουν σε μονομανίες και εμμονές πέραν πάσης λογικής. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να γίνει μια απ’ αυτές τις ταινίες που σου δείχνουν ότι τι καλό σου κάνει να σου ανήκει το μισό ακαθάριστο εισόδημα της Αμερικής, αν ποτέ δεν έχεις χρόνο να πας για ψώνια. Και ποιος καλύτερος σκηνοθέτης από τον Martin Scorsese, για να απλώσει στο πανί αυτή τη δύσβατη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Άλλωστε αυτή του η ικανότητα δεν ήταν που μετέτρεψε το Οργισμένο Είδωλο και τον Ταξιτζή σε σύγχρονα αριστουργήματα;
Κι όμως, εδώ δεν το κάνει. Γιατί στο Aviator, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακριβώς αυτός ο σκοπός του, μιας και σε 170 λεπτά (αυτό είναι δύο ώρες και πενήντα λεπτά, δεν είναι αστεία πράματα) προτιμά να παρουσιάσει τις μέρες της δόξας του Howard Hughes, του νεαρού Τεξανού, κληρονόμου αμύθητης περιουσίας, που έθεσε νέα τεχνικά στάνταρ γυρίζοντας ταινίες με αεροπλάνα, που πέταξε γύρω από τον πλανήτη, που έσπασε ρεκόρ ταχύτητας και έδωσε καινούριο πρόσωπο στον σήμερα αεροπορικό κολοσσό της TWA, που τα έπινε στο Coconut Grove στις μέρες της δόξας του, και κοιμήθηκε με την Jean Harlow, την Katherine Hepburn, και την Ava Gardner. Και όχι τα τελευταία 20 χρόνια του ίδιου ανθρώπου, που τα έζησε κλειδωμένος σε δωμάτια ξενοδοχείου. Κατανοητό. Οι τελευταίες αυτές δεκαετίες μάλλον θα ήταν αρκετά μονότονες.
Έτσι ο Scorsese επιλέγει την πιο φωτεινή οδό, και ντύνει την ταινία του με εντυπωσιακά χρώματα κι αρώματα από αλλοτινές εποχές, και αφήνει τις ενστικτώδεις σκηνοθετικές του ικανότητες να κουμαντάρουν την κάμερα. Και χωρίς αμφιβολία, η δημιουργική του έμπνευση και το έντονα διεισδυτικό του βλέμμα μένουν εκτός λήψης. Και μ’ αυτό εννοώ, ότι το The Aviator είναι μια καλή βιογραφική ταινία, αλλά δεν είναι μια εξαιρετική βιογραφική ταινία. Δεν είναι η μεγάλη επιστροφή του Scorsese, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η λιγότερο μέτρια ταινία του.
Ο Leonardo DiCaprio (που είναι και ο άνθρωπος που έφερε στα χέρια του Scorsese το project) κρατά κι εδώ, όπως και στις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τρόπο ικανοποιητικό για μια μέτρια ταινία, σουφρώνοντας τα φρύδια του στις σκηνές δραματουργικής έντασης, και χρησιμοποιώντας τη θεόσταλτη φυσική του γοητεία στις υπόλοιπες. Η ανεπάρκειά του γίνεται αισθητή όταν τον χαρακτήρα του πλαισιώνουν πιο επιβλητικές ερμηνευτικές παρουσίες όπως αυτή του John C. Reilly, ενώ χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την οθόνη για όσην ώρα κρατά το ειδύλλιο του Hughes με την Katherine Hepburn, την οποία υποδύεται με την πιο μπριόζικη και διασκεδαστική β’ γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς η Cate Blanchett. Δεν ξέρω πώς ήταν η Hepburn στην πραγματικότητ
α, και δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ την Hepburn της Blanchett την ερωτευόμουν σε κάθε σκηνή απ’ την αρχή.
Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.
(3/5)
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin
Μια ταινία με έναν μεγαλομανή, υποχόνδριο, αγοραφοβικό και τελειομανή κεντρικό χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει τέλειο δείγμα σπουδής στις πιο σκοτεινές και τρομακτικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, αυτές που μπορούν να σε φυλακίσουν σε μονομανίες και εμμονές πέραν πάσης λογικής. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να γίνει μια απ’ αυτές τις ταινίες που σου δείχνουν ότι τι καλό σου κάνει να σου ανήκει το μισό ακαθάριστο εισόδημα της Αμερικής, αν ποτέ δεν έχεις χρόνο να πας για ψώνια. Και ποιος καλύτερος σκηνοθέτης από τον Martin Scorsese, για να απλώσει στο πανί αυτή τη δύσβατη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Άλλωστε αυτή του η ικανότητα δεν ήταν που μετέτρεψε το Οργισμένο Είδωλο και τον Ταξιτζή σε σύγχρονα αριστουργήματα;
Κι όμως, εδώ δεν το κάνει. Γιατί στο Aviator, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακριβώς αυτός ο σκοπός του, μιας και σε 170 λεπτά (αυτό είναι δύο ώρες και πενήντα λεπτά, δεν είναι αστεία πράματα) προτιμά να παρουσιάσει τις μέρες της δόξας του Howard Hughes, του νεαρού Τεξανού, κληρονόμου αμύθητης περιουσίας, που έθεσε νέα τεχνικά στάνταρ γυρίζοντας ταινίες με αεροπλάνα, που πέταξε γύρω από τον πλανήτη, που έσπασε ρεκόρ ταχύτητας και έδωσε καινούριο πρόσωπο στον σήμερα αεροπορικό κολοσσό της TWA, που τα έπινε στο Coconut Grove στις μέρες της δόξας του, και κοιμήθηκε με την Jean Harlow, την Katherine Hepburn, και την Ava Gardner. Και όχι τα τελευταία 20 χρόνια του ίδιου ανθρώπου, που τα έζησε κλειδωμένος σε δωμάτια ξενοδοχείου. Κατανοητό. Οι τελευταίες αυτές δεκαετίες μάλλον θα ήταν αρκετά μονότονες.
Έτσι ο Scorsese επιλέγει την πιο φωτεινή οδό, και ντύνει την ταινία του με εντυπωσιακά χρώματα κι αρώματα από αλλοτινές εποχές, και αφήνει τις ενστικτώδεις σκηνοθετικές του ικανότητες να κουμαντάρουν την κάμερα. Και χωρίς αμφιβολία, η δημιουργική του έμπνευση και το έντονα διεισδυτικό του βλέμμα μένουν εκτός λήψης. Και μ’ αυτό εννοώ, ότι το The Aviator είναι μια καλή βιογραφική ταινία, αλλά δεν είναι μια εξαιρετική βιογραφική ταινία. Δεν είναι η μεγάλη επιστροφή του Scorsese, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η λιγότερο μέτρια ταινία του.
Ο Leonardo DiCaprio (που είναι και ο άνθρωπος που έφερε στα χέρια του Scorsese το project) κρατά κι εδώ, όπως και στις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τρόπο ικανοποιητικό για μια μέτρια ταινία, σουφρώνοντας τα φρύδια του στις σκηνές δραματουργικής έντασης, και χρησιμοποιώντας τη θεόσταλτη φυσική του γοητεία στις υπόλοιπες. Η ανεπάρκειά του γίνεται αισθητή όταν τον χαρακτήρα του πλαισιώνουν πιο επιβλητικές ερμηνευτικές παρουσίες όπως αυτή του John C. Reilly, ενώ χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την οθόνη για όσην ώρα κρατά το ειδύλλιο του Hughes με την Katherine Hepburn, την οποία υποδύεται με την πιο μπριόζικη και διασκεδαστική β’ γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς η Cate Blanchett. Δεν ξέρω πώς ήταν η Hepburn στην πραγματικότητ
α, και δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ την Hepburn της Blanchett την ερωτευόμουν σε κάθε σκηνή απ’ την αρχή.
Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.
Written by
verbal
in
no category
The Last Trapper - Review
The Last Trapper – Ο Τελευταίος Κυνηγός
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Nicolas Vanier
Σενάριο: Nicolas Vanier
Παίζουν: Norman Winter, May Loo
To Bowling for Columbine, το καυστικό ντοκιμαντέρ του Michael Moore για την οπλοκατοχή, πέρασε το μαχητικό ρεπορτάζ στον κινηματογράφο και μετέτρεψε τα ντοκιμαντέρ στα νέα αμερικάνικα blockbusters. Οι Ευρωπαίοι όμως, είχαν μυριστεί τις δυνατότητες του genre, μετά την εκπληκτική εισπρακτική επιτυχία του Μικρόκοσμου (1996), της γαλλικής παραγωγής που παρουσιάζοντας τη ζωή των εντόμων, πέρασε το μεταμεσονύκτιο πρόγραμμα της ΕΡΤ σε άλλα επίπεδα.
Τον Μικρόκοσμο ακολούθησαν –εν μέρει λόγω των δικών τους δυνατοτήτων, εν μέρει λόγω κεκτημένης ταχύτητας- τα Ταξιδιάρικα Πουλιά το 2001, ενώ φέτος έρχεται ο Τελευταίος Κυνηγός. Ο Nicolas Varnie, μας μεταφέρει στα Βραχώδη Όρη, εκεί που ζει ο Nortman Winter, ένας από τους τελευταίους θηρευτές. Αυτό σημαίνει ότι ο Winter κυνηγά μεγάλα θεριά, πουλά τις γούνες τους για χρήματα, χρησιμοποιεί το κρέας τους για τροφή, και μοιράζεται το οικοσύστημά τους για σπίτι. Κι έτσι περνάει ο καιρός. Μόνο που τον πετυχαίνουμε σε άσκημη περίοδο. Οι αχόρταγες πολυεθνικές, εισβάλουν στα λημέρια του για να τα αποψιλώσουν, διώχνοντας τα ζώα και τον ίδιο σε πιο παρθένες περιοχές. Αλλά ο Nortman δεν τους κρατάει κακία. Πάει εκεί που τον πάει η φύση.
Τι κοινό έχουν οι τρεις ταινίες; Εν αντιθέσει με τις αναλύσεις για τις αναπαραγωγικές διαδικασίες της πέστροφας και τις καταστροφικές συνήθειες του δάκου, με τις οποίες έχει συνδεθεί ο όρος ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, και οι τρεις τους καταπιάνονται με ένα φαινομενικά αδιάφορο θέμα, μετατρέποντάς το σε υπερθέαμα μαγευτικών τοπίων, συνοδευόμενων από ενίοτε συναρπαστικές «ανατροπές της πλοκής», ευγενική χορηγία του απρόβλεπτου ταμπεραμέντου των φυσικών φαινομένων. Α, και φυσικά, τον Thierry Machado, διευθυντή φωτογραφίας και των τριών ντοκιμαντέρ, υπεύθυνου για τα μαγευτικά τοπία, που είναι στην ουσία αυτά που κρατούν τον θεατή στην αίθουσα, γεμίζοντας το νεκρό χρόνο και, στην περίπτωση του Τελευταίου Κυνηγού, καλύπτοντας τους αδιάφορους διάλογους σαπουνόπερας.
Εν ολίγοις, στον Τελευταίο Κυνηγό θα έχετε την ευκαιρία να δείτε πώς ένας κάστορας φτιάχνει το φράγμα του, πώς μία και μόνη αλοιφή μπορεί να θεραπεύσει από πυρετό και διάρροια μέχρι πονοκέφαλο και μολύνσεις του αυτιού, και πώς ένας άντρας φτιάχνει από το μηδέν, χρησιμοποιώντας μόνο κορμούς δέντρων, αυτά τα υπέροχα καταφύγια που έχετε δει στα εφηβικά θρίλερ. Αν αυτό είναι το στυλ σας, καλώς ήρθατε στη χώρα του Marlboro. Ειδάλλως, σύντομα στην κρατική τηλεόραση.
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Nicolas Vanier
Σενάριο: Nicolas Vanier
Παίζουν: Norman Winter, May Loo
To Bowling for Columbine, το καυστικό ντοκιμαντέρ του Michael Moore για την οπλοκατοχή, πέρασε το μαχητικό ρεπορτάζ στον κινηματογράφο και μετέτρεψε τα ντοκιμαντέρ στα νέα αμερικάνικα blockbusters. Οι Ευρωπαίοι όμως, είχαν μυριστεί τις δυνατότητες του genre, μετά την εκπληκτική εισπρακτική επιτυχία του Μικρόκοσμου (1996), της γαλλικής παραγωγής που παρουσιάζοντας τη ζωή των εντόμων, πέρασε το μεταμεσονύκτιο πρόγραμμα της ΕΡΤ σε άλλα επίπεδα.
Τον Μικρόκοσμο ακολούθησαν –εν μέρει λόγω των δικών τους δυνατοτήτων, εν μέρει λόγω κεκτημένης ταχύτητας- τα Ταξιδιάρικα Πουλιά το 2001, ενώ φέτος έρχεται ο Τελευταίος Κυνηγός. Ο Nicolas Varnie, μας μεταφέρει στα Βραχώδη Όρη, εκεί που ζει ο Nortman Winter, ένας από τους τελευταίους θηρευτές. Αυτό σημαίνει ότι ο Winter κυνηγά μεγάλα θεριά, πουλά τις γούνες τους για χρήματα, χρησιμοποιεί το κρέας τους για τροφή, και μοιράζεται το οικοσύστημά τους για σπίτι. Κι έτσι περνάει ο καιρός. Μόνο που τον πετυχαίνουμε σε άσκημη περίοδο. Οι αχόρταγες πολυεθνικές, εισβάλουν στα λημέρια του για να τα αποψιλώσουν, διώχνοντας τα ζώα και τον ίδιο σε πιο παρθένες περιοχές. Αλλά ο Nortman δεν τους κρατάει κακία. Πάει εκεί που τον πάει η φύση.
Τι κοινό έχουν οι τρεις ταινίες; Εν αντιθέσει με τις αναλύσεις για τις αναπαραγωγικές διαδικασίες της πέστροφας και τις καταστροφικές συνήθειες του δάκου, με τις οποίες έχει συνδεθεί ο όρος ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, και οι τρεις τους καταπιάνονται με ένα φαινομενικά αδιάφορο θέμα, μετατρέποντάς το σε υπερθέαμα μαγευτικών τοπίων, συνοδευόμενων από ενίοτε συναρπαστικές «ανατροπές της πλοκής», ευγενική χορηγία του απρόβλεπτου ταμπεραμέντου των φυσικών φαινομένων. Α, και φυσικά, τον Thierry Machado, διευθυντή φωτογραφίας και των τριών ντοκιμαντέρ, υπεύθυνου για τα μαγευτικά τοπία, που είναι στην ουσία αυτά που κρατούν τον θεατή στην αίθουσα, γεμίζοντας το νεκρό χρόνο και, στην περίπτωση του Τελευταίου Κυνηγού, καλύπτοντας τους αδιάφορους διάλογους σαπουνόπερας.
Εν ολίγοις, στον Τελευταίο Κυνηγό θα έχετε την ευκαιρία να δείτε πώς ένας κάστορας φτιάχνει το φράγμα του, πώς μία και μόνη αλοιφή μπορεί να θεραπεύσει από πυρετό και διάρροια μέχρι πονοκέφαλο και μολύνσεις του αυτιού, και πώς ένας άντρας φτιάχνει από το μηδέν, χρησιμοποιώντας μόνο κορμούς δέντρων, αυτά τα υπέροχα καταφύγια που έχετε δει στα εφηβικά θρίλερ. Αν αυτό είναι το στυλ σας, καλώς ήρθατε στη χώρα του Marlboro. Ειδάλλως, σύντομα στην κρατική τηλεόραση.
Written by
cheaptalk
in
no category
oldyear
Top-Ten by cheaplog
oldboy
the assasination of richard nixon
eternal sunshine of the spotless mind
reconstruction
the incredibles
big fish
resident evil: apocalypse
spiderman 2
capturing the friedmans
diarios de motocicleta
oldboy
the assasination of richard nixon
eternal sunshine of the spotless mind
reconstruction
the incredibles
big fish
resident evil: apocalypse
spiderman 2
capturing the friedmans
diarios de motocicleta
Written by
verbal
in
no category
The Grudge - Review
The Grudge – Η Κατάρα
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Takasho Shimizu
Σενάριο: Takasho Shimizu (για το Ju-On), Stephen Susco
Παίζουν: Sarah Michelle Gellar, Bill Pullman, Jason Behr
Το πρόβλημα με τα ιαπωνικά μεταφυσικά θρίλερ της μετά-Ringu εποχής, όταν πρέπει να μετατραπούν σε αμερικανικά remake, είναι πως στην αρχική τους εκδοχή βασίζονται περισσότερο στη δύναμη της ατμόσφαιρας και των ξαφνικών μπου, παρά στη στιβαρή δομή του στόρι τους, που μένει να κρέμεται από την ικανότητα των θεατών να δεχτούν a priori την βαθιά μεταφυσική βάση του. Παραδόξως, αυτό δε φαίνεται να είναι το πρόβλημα της αμερικανικής version του Ju-On. Έχει άλλα, σοβαρότερα να αντιμετωπίσει.
Η Sarah Michelle Gellar, νοσηλεύτρια που κάνει την πρακτική της στην Ιαπωνία, βρίσκει τον εαυτό της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, να παρακολουθεί το τρομερό περιστατικό ενός φαντάσματος να ρουφά τη ζωή από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εντάξει, βγαίνει από το σπίτι, αλλά τα προβλήματά της δεν σταματούν εκεί. Τα φαντάσματα αρχίζουν να την ακολουθούν όπου κι αν πάει. Αυτή, είναι η Κατάρα, που κόστισε τη ζωή οποιουδήποτε μπήκε ποτέ σ’ εκείνο το σπίτι.
Ο δημιουργός του original (Ju-On), ο Takashi Shimizu, κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και για το αμερικανικό remake. Μπορώ να τον φανταστώ να τσακώνεται με τους παραγωγούς για το ότι θέλει να το κάνει με Ιάπωνες, αυτοί να του λένε ότι είναι αμερικάνικη ταινία, και τελικά να συμβιβάζονται στο εξής εκπληκτικό: γύρνα πίσω στην Ιαπωνία με το cast μας, και όσα μέλη του cast έχουν screen time άνω των 4 ατακών, θα είναι Αμερικάνοι. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να είναι σχιστομάτηδες, δε μας νοιάζει.
Οπότε το συνολάκι που προκύπτει ανήκει στη γειτονιά του γελοίου, όμως αυτό το ξεπερνάει κανείς εύκολα. Σε μια πρώτη ματιά, το The Grudge μοιάζει με ακριβή αναπαράσταση της γιαπωνέζικης ταινίας, όμως το πιο στρωτό, δυτικόμορφα δομημένο στόρι, κάνει την πλοκή πιο εύκολη να την παρακολουθήσει κανείς, και ακόμη κι αυτά τα «μπου» που λέγαμε, είναι πολύ πιο ξαφνικά και άρα πολύ πιο αποτελεσματικά αυτή τη φορά.
Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, είναι η πρωταγωνίστρια: η Sarah Michelle Gellar, το αστέρι της πετυχημένης εφηβικής σειράς Buffy, the Vampire Slayer, έχει σφάξει πολλούς βρικόλακες για να τρομάξει με ένα κοριτσάκι που έχει προβλήματα με το λούσιμο. Κι αν όταν γύρω από την πρωταγωνίστρια ζωντανεύει η κόλαση, αυτή δεν μπορεί να δείξει τρομαγμένη, τότε κάτι δεν πάει καλά.
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Takasho Shimizu
Σενάριο: Takasho Shimizu (για το Ju-On), Stephen Susco
Παίζουν: Sarah Michelle Gellar, Bill Pullman, Jason Behr
Το πρόβλημα με τα ιαπωνικά μεταφυσικά θρίλερ της μετά-Ringu εποχής, όταν πρέπει να μετατραπούν σε αμερικανικά remake, είναι πως στην αρχική τους εκδοχή βασίζονται περισσότερο στη δύναμη της ατμόσφαιρας και των ξαφνικών μπου, παρά στη στιβαρή δομή του στόρι τους, που μένει να κρέμεται από την ικανότητα των θεατών να δεχτούν a priori την βαθιά μεταφυσική βάση του. Παραδόξως, αυτό δε φαίνεται να είναι το πρόβλημα της αμερικανικής version του Ju-On. Έχει άλλα, σοβαρότερα να αντιμετωπίσει.
Η Sarah Michelle Gellar, νοσηλεύτρια που κάνει την πρακτική της στην Ιαπωνία, βρίσκει τον εαυτό της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, να παρακολουθεί το τρομερό περιστατικό ενός φαντάσματος να ρουφά τη ζωή από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εντάξει, βγαίνει από το σπίτι, αλλά τα προβλήματά της δεν σταματούν εκεί. Τα φαντάσματα αρχίζουν να την ακολουθούν όπου κι αν πάει. Αυτή, είναι η Κατάρα, που κόστισε τη ζωή οποιουδήποτε μπήκε ποτέ σ’ εκείνο το σπίτι.
Ο δημιουργός του original (Ju-On), ο Takashi Shimizu, κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και για το αμερικανικό remake. Μπορώ να τον φανταστώ να τσακώνεται με τους παραγωγούς για το ότι θέλει να το κάνει με Ιάπωνες, αυτοί να του λένε ότι είναι αμερικάνικη ταινία, και τελικά να συμβιβάζονται στο εξής εκπληκτικό: γύρνα πίσω στην Ιαπωνία με το cast μας, και όσα μέλη του cast έχουν screen time άνω των 4 ατακών, θα είναι Αμερικάνοι. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να είναι σχιστομάτηδες, δε μας νοιάζει.
Οπότε το συνολάκι που προκύπτει ανήκει στη γειτονιά του γελοίου, όμως αυτό το ξεπερνάει κανείς εύκολα. Σε μια πρώτη ματιά, το The Grudge μοιάζει με ακριβή αναπαράσταση της γιαπωνέζικης ταινίας, όμως το πιο στρωτό, δυτικόμορφα δομημένο στόρι, κάνει την πλοκή πιο εύκολη να την παρακολουθήσει κανείς, και ακόμη κι αυτά τα «μπου» που λέγαμε, είναι πολύ πιο ξαφνικά και άρα πολύ πιο αποτελεσματικά αυτή τη φορά.
Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, είναι η πρωταγωνίστρια: η Sarah Michelle Gellar, το αστέρι της πετυχημένης εφηβικής σειράς Buffy, the Vampire Slayer, έχει σφάξει πολλούς βρικόλακες για να τρομάξει με ένα κοριτσάκι που έχει προβλήματα με το λούσιμο. Κι αν όταν γύρω από την πρωταγωνίστρια ζωντανεύει η κόλαση, αυτή δεν μπορεί να δείξει τρομαγμένη, τότε κάτι δεν πάει καλά.