Ring Two, The - Review

The Ring Two – Σήμα Κινδύνου 2
Image hosted by Photobucket.com (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Hideo Nakata
Σενάριο: Ehren Kruger
Παίζουν: Naomi Watts, David Dorfman, Simon Baker

Είναι πολύ, πολύ λυπηρό να βλέπεις ένα από τα πιο τρομακτικά κινηματογραφικά φαντάσματα των τελευταίων ετών, να επιστρέφει αμήχανο, άνευρο και γλυκανάλατα αναποτελεσματικό, στο sequel της ταινίας του. Από την άλλη βέβαια, είναι καθησυχαστικό, από την άποψη ότι επιβεβαιώνει πως οι θεμελιώδεις νόμοι του σύμπαντός μας, εξακολουθούν να ισχύουν.

Το 1998 ο Hideo Nakata έγραψε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκόσμιου τρόμου, μεταφέροντας στην οθόνη τη νουβέλα του συμπατριώτη του Kuji Suzuki, και όχι μόνο γέννησε ένα ανεπανάληπτο cult φαινόμενο στην ιαπωνική κοινωνία, αλλά έστρεψε και το βλέμμα των αμερικανικών στούντιο στην ανατολίτικη φιλμογραφία. Λίγο πολύ την ιστορία του πως φτάσαμε εδώ την ξέρετε, και αν όχι, μπορείτε να κάνετε ένα κλικ εδώ.

Το σημαντικό είναι πως, μετά την εισπρακτική επιτυχία του The Ring πριν από τρία χρόνια, δια χειρός Gore Verbinski, ήταν λογικό ο Nakata να θελήσει να καρπωθεί κι αυτός ένα μερίδιο της τρομακτικής επιτυχίας του νέου αμερικάνικου franchise. Και λογικό, αυτός το γέννησε άλλωστε! Οπότε καβάλησε την καρέκλα του σκηνοθέτη για το αμερικάνικο sequel, που θέλει τη Rachel (Naomi Watts) και το γιό της Aiden (David Dorfman) να έχουν μετακομίσει στην επαρχιακή Αμερική, ψάχνοντας ηρεμία μακριά από τη στοιχειωμένη κασέτα που έδενε όποιον την έβλεπε με μια θανατηφόρα κατάρα, την οποία μπορούσε να σπάσει μόνο αν έδειχνε το αβανταδόρικο ασπρόμαυρο περιεχόμενό της σε κάποιον άλλο. Σιγά που θα ηρεμούσε βέβαια. Η Samara, εκείνο το σκιαχτικό, λιγδιάρικο κοριτσάκι με τα μαύρα μακριά μαλιά μπροστά απ’το πρόσωπο, που κατοικεί στο πηγάδι της κασέτας, βρίσκει το δρόμο της για το ήσυχο χωριουδάκι της Astoria, και βάζει σκοπό της να κάνει την Rachel μαμά του.

Ο Nakata φέρνει στο sequel αρκετή από την ατμοσφαιρικότητα που κυριαρχούσε στην ιαπωνική βερζιόν, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι ξέρει να στήσει σωστά τα «μπου!» του, ακόμη κι αν αναγκάζεται αρκετές φορές να δώσει μια MTV-ζουσα χρειά στις εικόνες του, για να ικανοποιήσει το αμερικάνικο κοινό. Το μεγάλο πρόβλημα, το έχει ο σεναριογράφος του, ο Ehren Kruger, ο οποίος μη έχοντας αντίστοιχο αρχικό υλικό για να στηριχθεί (οι παραγωγοί δεν ήθελαν να κάνουν remake του γιαπωνέζικου sequel βέβαια, sequel του αμερικάνικου remake ήθελαν) χάνεται ανάμεσα στην ανατολίτικη προέλευση της ταινίας και τον δυτικό προσανατολισμό του τμήματος marketing του στούντιο, και σε στιγμές κατεβάζει το IQ της ρασιοναλίστριας πρωταγωνίστριάς του, αλλά και του θεατή, για να πετάξει μερικά ξεκρέμαστα μεταφυσικά στοιχεία, ενώ πολύ σύντομα το στόρυ φαίνεται να του ξεφεύγει, και από The Ring να γίνεται Εξορκιστής.

Παραδόξως, οι έντονες φοβίες απέναντι στην τεχνολογία (τα βίντεο, τις οθόνες, την καταγραφή του κόσμου και κατ’ επέκταση την καταγραφή του «άλλου κόσμου») που ήταν βασικά χαρακτηριστικά του Ringu, είναι εδώ περισσότερο παρόντα απ’ ό,τι στο The Ring, γεγονόςπου ενισχύει τις υποψίες μου ότι ο Nakata συμπλήρωνε σημειώσεις στο σενάριο κρυφά από τον Kruger. Εν κατακλείδι, το Ring 2 είναι μια κλασσική καλοστημένη μα κακογραμμένη ιστορία φαντασμάτων, με ελάχιστα πραγματικά τρομάγματα (δύο μέτρησα εγώ), στιγμές που ο ρυθμός παγώνει, κι ένα φινάλε που φαίνεται πως μάλλον από κάπου αλλού τους είχε περισσέψει.


Life Aquatic, The - Review

The Life Aquatic – Υδάτινες Ιστορίες
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Wes Anderson
Σενάριο: Wes Anderson, Noah Baumbach
Παίζουν: Bill Murray, Owen Wilson, Cate Blanchett, Anjelica Huston

Βλέποντας την ταινία, ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δηλαδή για την ακρίβεια, πολλά δεν πήγαιναν καλά. Θέλω να πω, υπήρχε το σωστό κλίμα που πρέπει να ντύνει μια ταινία του Wes Anderson, και όσοι έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες του, ή έστω έχουν δει μόνο την τελευταία του δουλειά, την Οικογένεια Τένεμπαουμ (2001), ξέρουν τι εννοώ. Αυτό το μείγμα γλυκόπικρου δράματος με κρυμμένες ανάσες έξυπνης, παιχνιδιάρικης κωμωδίας, που έγινε το trademark ενός μοναδικού στο είδος του σκηνοθέτη-σεναριογράφου του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου. Όλο αυτό ήταν εκεί, μαζί με την αγάπη του Anderson να σκορπά αλλόκοτους χαρακτήρες, και στο μέσον τους να συνθέτει δυσλειτουργικές οικογένειες για να τις αποδομήσει στη συνέχεια με σαδιστικό σαρκασμό. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν του πέτυχε η αναλογία.

Ο Steve Zissou, ο μεγάλος ωκεανολόγος, ξεκινά για το τελευταίο του ταξίδι με σκοπό να αναστήσει την ολοένα και συρρικνούμενη φήμη του, αλλά και να σκοτώσει τον καρχαρία Jaguar, ένα νέο είδος σαρκοβόρου ψαριού, η ανακάλυψη του οποίου κόστισε τη ζωή του καλού του συνεργάτη και πολύ κοντινού του φίλου. Καινούριοι σύντροφοι σ’ αυτήν του την περιπέτεια, μια έγκυος νεαρή ρεπόρτερ που θα κεντρίσει τον ανδρισμό του, και ένας πιτσιρικάς που ισχυρίζεται ότι είναι ο χαμένος του γιος.

Η ιδέα και μόνο ενός ωκεανογράφου-φιλμικού αντίστοιχου του Jaques Causteu, που ως άλλος κάπταιν Άχαμπ ξεκινά να σεργιανίσει τους ωκεανούς για να βρει τον καρχαρία που έφαγε το φίλο του και να πάρει εκδίκηση, είναι αρκετά φευγάτη για να υποσχεθεί ένα καλό σεναριακό background, αλλά το inside joke καταναλώνεται αρκετά σύντομα. Στη συνέχεια οι χαρακτήρες αποδεικνύονται πολύ αδύναμοι για να κερδίσουν το ενδιαφέρουν του θεατή, που μένει να προσπαθεί να ισορροπήσει στις τάσεις του Anderson να συγκεράσει κινηματογραφικά ήδη όπως η περιπέτεια, το kung-fu και οι πειρατικές ταινίες, με έναν τρόπο που, το μόνο που μπορώ να πώ, είναι ότι προκαλεί αμηχανία. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Γιατί αυτό το φιλμικό αξιοπερίεργο, σε συνδυασμό με την ιδιοφυή επιλογή του Anderson να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά Computer Generated εικόνες σε πανέμορφα έντονα παστέλ χρώματα για να απεικονίσει το βυθό και τα πλάσματά του, σκηνοθετικά κολπάκια όπως η απεικόνιση των διαμερισμάτων του πλοίου μέσω τομής (ακριβώς όπως στην ταινία του Jerry Lewis The Ladies’ Man του 1961) και η μαγευτική εμφάνιση του Bill Murray στον low key πρωταγωνιστικό ρόλο, συνθέτουν μια τόσο διαφορετική ταινία απ’ όσα έχετε συνηθίσει, που ακόμη κι αν σας κουράσει, θα σας φρεσκάρει το βλέμμα, και αν μη τι άλλο, θα σας ανακατέψει και το μυαλό. Αφήστε που θα σας δείξει τον βυθό, όπως θα τον έβλεπε ο Κουστώ αν ήταν χασικλής.

News: Το αντι-Ομηρικό πανηγύρι ξεκίνησε ξανά

Ματαιώθηκε την Τετάρτη η προβολή της ταινίας Όμηρος του Κωνσταντίνου Γιάνναρη στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης, μετά από τηλεφώνημα για βόμβα.

Νωρίτερα, ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη, που είχε χάσει τη ζωή του κατά τον αιματηρό τερματισμό της λεωφορειοπειρατείας, τον Ιούνιο του 1999, επί αλβανικού εδάφους, εισήλθε στην αίθουσα του κινηματογράφου και εξέφρασε ιδιαίτερα έντονα την αγανάκτηση του για την προβολή της ταινίας, η οποία, όπως υποστηρίζει, προσβάλλει τη μνήμη του παιδιού του.

Ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη φώναζε συνθήματα εναντίον του σκηνοθέτη, αλλά και των θεατών, υποστηρίζοντας ότι το σενάριο διάκειται θετικά υπέρ του Αλβανού δράστη.

Ακολούθησε ένταση στο χώρο του κινηματογράφου, ενώ στη συνέχεια τηλεφώνημα αγνώστων στην Άμεσο Δράση περί τοποθέτησης βόμβας στο «Ολύμπιον» είχε ως συνέπεια την εκκένωση της αίθουσας και τη ματαίωση της προβολής.

Πηγή: in.gr

Αν και η θεωρία όλο αυτό το σύστριγγλο να είναι υποκινούμενο απο την εταιρεία διανομής της ταινίας, θα έφτιαχνε ένα υπέροχο σενάριο συνομωσίας, το πράγμα έχει πάει τόσο μακριά που απο στιγμή σε στιγμή περιμένω την εμφάνιση της κυρίας Λουκά με Καλάσνικοφ και μολότωφ να καλεί το λαό σε εξέγερση και αντίσταση στη Γιανναρική λαίλαπα.

Το πανηγύρι του μποϋκοτάζ έχει ξεκινήσει. Κάντε μια βόλτα απ'το επίσημο forum του Ομήρου για τρελό αποκριάτικο κέφι


Τεστοστερόνη - Review

Τεστοστερόνη
(4/5)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος
Σενάριο: Αύγουστος Κορτώ
Παίζουν: Δημήτρης Λιακόπουλος, Καίτη Παπανίκα, Δήμητρα Ματσούκα, Ναταλία Δραγούμη

Στο ανακριτικό δωμάτιο αεροδρομίου της Αγγλίας, οι τελωνειακοί υπάλληλοι προσπαθούν να βρουν άκρη με το αινιγματικό περιστατικό ενός νεαρού Έλληνα φοιτητή που στη βαλίτσα του μεταφέρει περισσότερα πακετάκια τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο, απ’ ότι ρούχα. Μόνο που στο αλουμινόχαρτο, αντί για ναρκωτικά, κρύβονται… σουτζουκάκια!

Α, όχι, λάθος, αυτό είναι από διαφήμιση κουζίνας… Όμως έχει κοινά με την καινούρια ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου. Για παράδειγμα, και στα δυο πρωταγωνιστεί η ίδια φάτσα. Και βεβαίως, έχουν και η δυο έναν αέρα κωμικής πρωτοτυπίας και φρεσκάδας. Και πότε ήταν η τελευταία φορά που ελληνική κωμωδία σας φάνηκε φρέσκια;

Η φρεσκάδα αυτή λοιπόν, οφείλεται κυρίως στο σενάριο του Αύγουστου Κορτώ, παιδί-θαύμα του ελληνικού μυθιστορήματος, που η φήμη τον θέλει να είχε ονειρευτεί ότι ήταν αποκλεισμένος σε ένα νησί γεμάτο γυναίκες διψασμένες για το σπέρμα του. Έτσι ακριβώς γίνεται και στην Τεστοστερόνη, μια σεξοκωμωδία καταστάσεων, όπου στέλνει το νεαρό πρωταγωνιστή του στη Νάξο με αφορμή ένα παλιό αμάξι, για να τον αποκλείσει εκεί -μοναδικό άντρα σε όλο το νησί- και να εξαπολύσει εναντίον του την ακόρεστη σεξουαλικότητα όλων των γυναικών του νησιού.

Με έξυπνο, κοφτερό χιούμορ, ο Κορτώ εμπλουτίζει το αρχέγονο όνειρο (ή εφιάλτη) του κάθε άντρα με πρωτότυπες κωμικές καταστάσεις, φίνο λεκτικό χιούμορ, αλλά και όλες τις ετεροφυλόφιλες σεξουαλικές φαντασιώσεις που κυκλοφορούν (σεξ με παιδική σου φίλη, με αντρογύναικα, με μηχανόβια, με χήρα, με μάνα, με δυο γυναίκες συγχρόνως, με μάνα και κόρη συγχρόνως, με την αδερφή σου, με υπερήλικη, μέχρι και με γοργόνα πάει, ε, δε μένει και τίποτε άλλο νομίζω) που ανανεώνουν το από κάποιο σημείο κι έπειτα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Έτερος παράγων φρεσκάδας, ο πρωτοεμφανιζόμενος Δημήτρης Λιακόπουλος, η φάτσα που λέγαμε, που ανακάλυψε ο Πανουσόπουλος στην προαναφερθείσα διαφήμιση, και μετέτρεψε σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο 20χρονος Λιακόπουλος, σα να μην έλειπε που έκανε όλα αυτά που έκανε στο νησί, με μια ερμηνεία που ισορροπεί χαριτωμένα ανάμεσα στον ερασιτεχνισμό και το πηγαίο υποκριτικό ταλέντο, είναι στην ταινία τόσο αξιαγάπητος, που κέρδισε και το βραβείο του Α’ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ, ενώ η ταινία κέρδισε το 3ο βραβείο Μυθοπλασίας. Και παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να δηλώνει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ότι δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με την υποκριτική! Κορίτσια, φάτε τον.

Όμηρος - Review

Όμηρος
(4/5)

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιάνναρης
Σενάριο: Κωνσαντίνος Γιάνναρης
Παίζουν: Άρτο Απαρτιάν, Στάθης Παπαδόπουλος, Γιάννης Στάνκογλου, Μαριλού Κάππα Βαλεοντή

Βασισμένος στο αληθινό περιστατικό της λεωφορειοπειρατείας του ’99, από τον νεαρό Αλβανό που επιχείρησε να επιστρέψει στον πατρίδα του καταλαμβάνοντας ένα λεωφορείο από τη Νέα Μάκρη μαζί με τους επιβάτες -περιπέτεια που έληξε με την εκτέλεση τόσο του «πειρατή» όσο και ενός εκ των ομήρων του από τις αλβανικές ειδικές δυνάμεις-, ο Γιάνναρης παρουσιάζει ίσως την καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα, και σίγουρα μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Σκηνοθετημένος με νεύρο και ένταση, με ασφυκτικά γκρο-πλαν στα πρόσωπα των χαρακτήρων του, με εξαιρετικό ρυθμό στη μονταζιέρα, και τα beat της μουσικής του Νίκου Πατρελάκη να κλωτσάνε το στομάχι στις σωστές στιγμές, ο Όμηρος είναι ό,τι πιο κοντινό σε ψυχολογικό θρίλερ έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική παραγωγή.

Μια παραγωγή αριστοτεχνικά φτιαγμένη, αν αναλογιστεί κανείς τα πενιχρά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένας ανεξάρτητος Έλληνας κινηματογραφιστής, η συνολική εικόνα του Ομήρου αδικείται μόνο από την τελική αίσθηση ότι εκμεταλλεύεται περισσότερο τη δύναμη της ιστορίας του απ’ όσο είναι διατεθιμένος να την αποδομήσει και να την αναλύσει, τουλάχιστον δημιουργώντας δυνατότερους χαρακτήρες, με συνασιθηματικό-ψυχολογικό υπόβαθρο πιο στέρεο από μερικές κλεφτές ματιές με υπονοούμενα έξω απ’ τα παράθυρα της κινούμενης φυλακής τους.

Εκεί είναι που εντοπίζεται η αδυναμία της ταινίας, και έρχεται να γύρει την πλάστιγγα προς το μέρος του πρωταγωνιστή της ιστορίας, του Ελιόν, που στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τα πράγματα όπως ήταν πριν, όταν είχε περάσει τα σύνορα ως άγραφη σελίδα, με την ελπίδα να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό του. Πριν πηδήξει τη γυναίκα του αφεντικού του, πριν ενοχοποιηθεί απ’ αυτόν για εμπόριο όπλων, πριν βιαστεί από τους φύλακές του, πριν ξεφτιλιστεί στην πατρίδα του.

Όλες αυτές τις ιστορίες για αγιοποίησή του, εγώ δεν τις καταλαβαίνω. Λογικό κι αναμενόμενο βέβαια, μιας και ξεκίνησαν από τους συγγενείς του παιδιού που γνώρισε το θάνατο σ’ αυτό το λεωφορείο, οι οποίοι αν θα ήθελαν ποτέ να δουν την ιστορία του να γίνεται ταινία, σίγουρα δε θα ήθελαν να έχει για πρωταγωνιστή τον Αλβανό που τον οδήγησε στο θάνατο. Αλλά πέρα απ’ αυτό, και πέρα απ’ το ότι δεν παρακολουθούμε μάθημα ιστορίας αλλά ταινία, ακόμη και αν θέλει κανείς να σταθεί στον χαρακτήρα του Ελιόν, θα συναντήσει έναν ανισόρροπο νέο, που είδε τη ζωή του να καταστρέφεται επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει κλειστό το φερμουάρ του (που μεταξύ μας, αν αυτή η γυναίκα ήταν η Θεοφανία Παπαθωμά, εγώ δεν ξέρω πόσοι άντρες θα αντιστέκονταν), και πιάστηκε ο ίδιος Όμηρος σε μια αφελή και ανώριμη ιδέα για το πώς να κερδίσει πίσω τη χαμένη του τιμή. Όλα αυτά, δεν είναι αγιοποίηση του ήρωα, είναι προβλήματα του σεναρίου.

Εκτός κι αν πρέπει πια να κατηγορήσουμε τον Γιάνναρη γιατί υπεννόησε ότι μια (Ελληνίδα) γυναίκα ήταν λίγο… φιλελεύθερη με τη σεξουαλικότητά της! Ε δε γίνεται έτσι να αντιμετωπίζουμε μια ταινία. Εγώ σας προκαλώ να βγάλετε από το μυαλό σας την αληθινή ιστορία, να δείτε την ταινία, και μετά να βγείτε από την αίθουσα και να πείτε ότι δεν ήταν εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, του Collateral.


In Good Company - Review

In Good Company
(2/5)

Σκηνοθεσία: Paul Weitz
Σενάριο: Paul Weitz
Παίζουν: Dennis Quaid, Topher Grace, Scarlet Johansson

Εικοσιεξάχρονος γιάπης αναστατώνει τη ζωή πενηντάχρονου επικεφαλής διαφημιστικού τμήματος πολυεθνικής, τόσο στη δουλειά όταν γίνεται διευθυντής του, όσο και στο σπίτι όταν τα φτιάχνει με την κόρη του.

Θα μπορούσε να είναι άλλη μια κλασσική αμερικάνικη εφηβική σαχλοκομεντί, όμως οι ήρεμοι ρυθμοί, η τάση για ψυχαναλυτική παρουσίαση των (επιφανειακών) χαρακτήρων και η αποφυγή χρήσης εκβιαστικών μηχανισμών κωμωδίας (πού φτάσαμε, να είναι θετικό για μια ταινία όταν κάτι τέτοιο λείπει…), μειώνουν τα επίπεδα χαζοχαρουμενιάς στο minimum, κάνοντάς την από υποφερτή μέχρι και απολαύσιμη.

Όπως και να ’χει όμως, δεν είναι δα και το ψυχόδραμα του σύγχρονου επιχειρηματία (όσο κι αν θα το ήθελε), και σύντομα αρχίζει να βουλιάζει στη χλιαρότητά του, για να τα τινάξει όλα στον αέρα με την γελοία, κακογραμμένη και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, δήθεν επικράτηση των ανθρωπίνων σχέσεων έναντι του καπιταλισμού.

Αλλά όταν τελειώσει η ταινία, θα αναρωτηθείτε και μόνοι σας: πόσα να περιμένει κανείς από έναν σκηνοθέτη-σεναριογράφο, που σπαταλάει τη Johansson σε ένα ρολάκι 20 λεπτών το πολύ;

Constantine - Review

Constantine
(2/5)

Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Kevin Brodbin, Frank Capello (από το comic Hellblazer)
Παίζουν: Keanu Reeves, Rachel Weisz

Ο Keanu Reeves είναι o John Constantine, το νόθο παιδί του Harry Callahan που μεγάλωσε ο Πατήρ Damien Karras λίγο πριν πηδήξει απ’ το παράθυρο. Ένας αλκοολικός μανιώδης καπνιστής, που πήγε ταξίδι ως την κόλαση και πάλι πίσω, και του φαίνεται. Περίπου όπως στο Bill And Ted’s Exciting Journey.

Έχοντας δει την Κόλαση, ένα μετα-Αποκαλυπτικό τοπίο που μοιάζει να ξεπήδησε απ’ το hangover CGI σχεδιαστών, ο Keanu έχει πια μια αποστολή: να βρει και να ξαποστείλει όσους δαίμονες χρειαστεί απ’ αυτούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να κερδίσει την εύνοια των εξαπτέρυγων κι ένα οικοπεδάκι σε τόπο χλοερό. Κι έχει και κάτι φοβερά οπλάκια, όπως το Holy Shotgun (ένα τουφέκι striker με κοτσαρισμένο πάνω του έναν σταυρό), αμπούλες με αγιασμό απ’ τον Ιορδάνη και ένα σπιρτόκουτο με σκαθάρια. Κι έχει και την ικανότητα να ξαναγυρνάει στην κόλαση όποτε θέλει, βάζοντας τα παπούτσια του σε μια γάστρα με νερό. Κι έχει και την Rachel Weisz, που θέλει να σώσει την αδερφή της από την Κόλαση. Και βέβαια έχει και καρκίνο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που δεν έχει, είναι χρόνος.

Ξεκινώντας σαν υβρίδιο του Dirty Harry με τους Ghostbusters και τον Εξορκιστή (η πρώτη σκηνή είναι ένας εξορκισμός όπου ο Constantine αποκαλεί τον δαίμονα «μαλάκα»), αποκτά μια γεύση από αλά Μάτριξ φιλοσοφία σουπερμάρκετ όταν ο Keanu αρχίζει να μιλά για την «πραγματικότητα πίσω απ’ την πραγματικότητα», και καταλήγει να σε κάνει να αισθάνεσαι εσύ ο δαιμονισμένος που χρειάζεται εξορκισμό, όταν φτάνει στο φινάλε που είναι πιο βασανιστικό κι απ’ το να ακούς τον αγουροξυπνημένο Keanu να σου απαγγέλλει τις Γραφές στα Λατινικά, και μάλιστα ανάποδα.

Μεταφέροντας στην οθόνη το underground comic της DC με τον γλαφυρό τίτλο Hellblazer, ο βετεράνος βιντεοκλιπας Francis Lawrence στήνει μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα film noir, γύρω από μια ταινία που δίνει καινούριο νόημα στον όρο camp, με τη θολούρα που επικρατεί στα θεολογικά ζητήματα που αγγίζει, τη γενικότερη περιρρέουσα αφέλεια στη δομή της, μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, το ρεσιτάλ κακής, κακής ηθοποιίας από τον Neo. Συγγνώμη, τον Reeves.

Υποτίθεται πως καπνίζει «30 τσιγάρα την ημέρα από τα 15» και ακόμη κρατάει το τσιγάρο του σα φλώρος; Οι μύες του προσώπου είναι νεκροί; Χωρίς τα γυαλιά ηλίου του Matrix, δε δείχνει πιο spaced out από ποτέ; Ερωτήματα που θα κληθείτε να απαντήσετε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Δεν ξέρω τι ακριβώς του βρήκαν οι δημιουργοί και κόλλησαν μαζί του, αλλά το ότι χρειάστηκε να μεταφέρουν όλη την ιστορία από το Λονδίνο (όπου αρχικά θα διαδραματιζόταν, όπως και στο κόμικ) στο Λος Άντζελες, επειδή ο πρωταγωνιστής δε μπορούσε με τίποτα να πετύχει πειστική βρετανική προφορά, λέει αρκετά. Άραγε ο Sting, στη φυσιογνωμία του οποίου είχε βασιστεί ο ήρωας του κόμικ, πώς να αισθάνεται τώρα;

Ωστόσο, το Constantine παίζει να είναι η πιο αποτελεσματική αντικαπνιστική προπαγάνδα που έχω δει. Με τον τρόπο που ρουφάει ο Keanu το τσιγάρο, και όλον αυτόν τον καπνό που κυκλοφορεί τριγύρω, μέχρι το διάλειμμα της προβολής είναι πιο πιθανό να σας έχει πιαστεί το στέρνο, παρά να έχετε χαρμανιάσει. Κι αυτό από ανθρωπιστικής απόψεως δεν είναι άσχημο.

Όπως και να ’χει, δεν αποκλείεται σε κάνα δυο χρόνια να διπλασίαζα τη βαθμολογία της ταινίας αν την ξαναέγραφα, μόνο και μόνο για το camp value και τις αμέτρητες κωμικές στιγμές που -άθελά της- προσφέρει.

Όνειρο του Σκύλου, To - Review

Το Όνειρο του Σκύλου
(3/5)

Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
Σενάριο: Άγγελος Φραντζής, Σπύρος Κρίμπαλης
Παίζουν: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Άρης Σερβετάλης, Λίνα Σακκά, Πέγκυ Τρικαλιώτη

Μαγευτική ατμόσφαιρα που ενισχύεται από τα μεθυστικά traveling της κάμερας στις πανέμορφα φωτογραφημένες ασχημογειτονιές της Αθήνας. Οι ζωές τεσσάρων φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους ανθρώπων, συνδέονται μέσα από τις ονειρικές διαδρομές του αφηγητή, και πλαισιώνονται από αρκετούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, σχετικά άσχετους με την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και πάλι όμορφα στημένους και χρησιμοποιημένους. Βέβαια δεν περνάει απαρατήρητο ότι η οργανική τους λειτουργία στο σενάριο του Άγγελου Φραντζή και του Σπύρου Κρίμπαλη, είναι να ωθούν την ιστορία προς το τέλος της, χωρίς να αναγκάζονται οι σεναριογράφοι να επικεντρωθούν στους κεντρικούς τους ήρωες και να τους στηρίξουν σεναριακά, αλλά πάλι έτσι δε γίνεται στα όνειρα; Οι χαρακτήρες δε χρειάζεται να εξελιχθούν, γιατί όλοι οι χαρακτήρες των ονείρων σου, δεν είναι παρά αντανακλάσεις κομματιών του εαυτού σου.

Αν και ο βασικός πυρήνας της πλοκής είναι δύο παράλληλα εξελισσόμενα love stories, συχνά-πυκνά ο Φραντζής ξεστρατίζει και παρακολουθεί διάφορες υποπλοκές που ελάχιστη σύνδεση έχουν με το στόρι, κι έτσι δε δίνεται ούτε αρκετός χώρος στην ιστορία να πάει κάπου, αλλά ούτε και στους τρεις σημαντικούς ηθοποιούς της νέας γενιάς του ελληνικού κινηματογράφου-τηλεόρασης (Τρικαλιώτη, Μαρκουλάκης, Σερβετάλης, η Σακκά είναι επιπλέον και μια οπτασία) να αναπτύξουν ιδιαίτερα τις ικανότητές τους. Όμως η σταθερά σε υψηλά επίπεδα αισθητικής και αποτελεσματικότητας ατμοσφαιρικότητα, ο υπνωτιστικός ρυθμός και η φωτογραφία, καταφέρνουν να σχεδιάσουν την ονειρική νεφέλη που χρειάζεται η ταινία για να απορροφήσει τον θεατή, που εν τέλει καλείται να βρει και να εκτιμήσει την ομορφιά στην απλότητα των όσων παρακολουθεί, και να μην ξεχάσει ότι στο τέλος, όλα αυτά είναι ένα όνειρο.


Oscars 2005 - Aftermath

«Καλώς ήρθατε στην 77η και τελευταία απονομή των Βραβείων της Ακαδημίας». Προφητικός μάλλον για το τέλος της καριέρας του στη θέση του οικοδεσπότη των Όσκαρ, παρά για τα ίδια τα Όσκαρ, ο Chris Rock άνοιξε τη μεγάλη βραδιά με ένα από τα πιο μακροσκελή εναρκτήρια λογύδρια στην ιστορία του θεσμού, όπου σατίρισε (ή προσπάθησε να σατιρίσει) τον Bush, τη βιομηχανία παραγωγής και προώθησης αστέρων που είναι το Hollywood, και το ρατσισμό κατά των μαύρων και υπέρ των Εβραίων, που μετά βίας επέτρεψε να βγει στις αίθουσες το Passion of the Christ ενώ συνεχώς βομβαρδίζει τις αίθουσες με ταινίες που διακωμωδούν τους Aφροαμερικανούς. Συγχέοντας την κακία με την καυστικότητα, ο Rock έδωσε αρκετές αφορμές στους απαισιόδοξους που περίμεναν ότι ο μαύρος κωμικός θα είναι καταστροφή για τα Όσκαρ, να τρίψουν τα χέρια τους.

Η πιο άνευρη και επίπεδη εισαγωγή που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, ακολουθήθηκε από έλλειψη εκπλήξεων, καθώς όλα τα βραβεία απονεμήθηκαν στα φαβορί (4 στα 4 τα προγνωστικά μας, απίστευτο ε;), με τον Aviator του Martin Scorsese να παίρνει τα 5 βραβεία είχε σίγουρα, και το Million Dollar Baby του Clint Eastwood προς το τέλος της βραδιάς να σαρώνει τους μεγάλους τίτλους. Ο Ελληνοαμερικανός Alexander Payne ανέβηκε για πρώτη φορά στο podium έχοντας ήδη δύο υποψηφιότητες πίσω του, για να παραλάβει το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου για το Sideways, ενώ ο Μάνος Χατζηδάκης έχασε το ρεκόρ του να είναι ο μόνος νικητής Όσκαρ τραγουδιού με μη αγγλόφωνο στίχο, όταν το φετινό αντίστοιχο Όσκαρ πήγε στο Al Oltro Lado Del Rio της ταινίας Diarios de Motocicleta.

Με το Όσκαρ Β’ Γυναικείου ρόλου για την εκπληκτική ερμηνεία της Cate Blanchett ως Catherine Hepburn, καθώς κι αυτά της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, των κοστουμιών, του μοντάζ και τις φωτογραφίας, ο Aviator μάζεψε τα περισσότερα αγαλματίδια της βραδιάς. Ωστόσο, με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Ταινίας να πηγαίνει στο ψυχόδραμα του Clint, την Hillary Swank που κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Morgan Freeman στο δεύτερο αντρικό, να σηκώνουν τα αντίστοιχα βραβεία, δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς, ότι ο μεγάλος νικητής της βραδιάς ήταν το Million Dollar Baby. Όσο για τον Marty… better luck next time.

Τα βραβεία στις 8 μεγάλες κατηγορίες, πήγαν στους:
Α’ Ανδρικός: Jamie Foxx / RAY
Β’ Ανδρικός: Morgan Freeman / M$B
Α’ Γυναικείος: Hillary Swank / M$B
Β’ Γυναικείος: Cate Blanchett / THE AVIATOR
Πρωτότυπο Σενάριο: Charlie Kauffman / ETERNAL SUNSHINE OF THE SPOTLESS MIND
Σκηνοθεσίας: Clint Eastwood / M$B
Ταινίας: Μ$Β
Ξενόγλωσσης Ταινίας: MAR ADENTRO

Machinist, The - Review

The Machinist – Ο Άγρυπνος
(3/5)

Σκηνοθεσία: Brad Anderson
Σενάριο: Scott Kosar
Παίζουν: Christian Bale, Jennifer Jason Leigh, Aitana Sanchez-Gijon

Ένας εργάτης εργοστασίου, αρχίζει να αμφισβητεί την ψυχική του ισορροπία, όταν λόγω χρόνιας αϋπνίας και κακής διατροφής το μυαλό του αρχίζει να του παίζει περίεργα παιχνίδια, και να του θολώνει την πραγματικότητα.

Ατμοσφαιρικό, υποβλητικό, εξαιρετικά φωτογραφημένο από τον Xavi Giminez, και αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο από τον Brad Anderson, αλλά ελλειπτικά γραμμένο από τον σεναριογράφο Scott Kosar, το Machinist έχει ένα πολύ μεγάλο ατού, που διαγράφει το τεμπέλικο κι ασυνεπές φινάλε του: έναν πρωταγωνιστή που τρεφόταν με ένα μήλο και μια κονσέρβα τόνο την ημέρα για ένα μήνα, προκειμένου να χάσει τα 30 κιλά που απαιτούσε ο ρόλος.

Ο 30χρονος βρετανός ηθοποιός, που αν δεν θυμάστε από το Velvet Goldmine, ή το American Psycho, σίγουρα θα προσέξατε στο Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι, βρίσκεται καιρό τώρα σε πορεία εκτόξευσης προς το stardom. Εδώ όμως, θα έχετε την ευκαιρία να τον παρακολουθήσετε σε πραγματικό ρεσιτάλ τόσο αφοσίωσης στο ρόλο, όσο και ερμηνείας. Και τι ειρωνεία, κάνει την καλύτερη εμφάνισή του, σε αυτό που μάλλον θα είναι η τελευταία του ανεξάρτητη ταινία, μιας και ήδη έχει φορέσει τη μάσκα του Batman.

Ο Bale είναι το δυνατότερο χαρτί της ταινίας, σε μια πολυεπίπεδη, στιβαρή ερμηνεία που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν αρχίσει να κερδίζει πολλά βραβεία πολύ σύντομα, πολύ φοβάμαι ότι θα χάσω τον ύπνο μου.


Finding Oscar - Ταινία

Πριν ενάμιση μήνα περίπου, πριν καν ανακοινωθούν οι υποψηφιότητες, το φαβορί ήταν ένα, μοναδικό κι ακλόνητο: ο Aviator του Scorsese θα έκανε το αδιαμφισβήτητο double σκηνοθεσίας και ταινίας, και θα έπαιζε σκληρά και στο μοντάζ, και στην κινηματογράφηση, και στη σκηνογραφία. Μετά όμως, τα προγνωστικά άλλαξαν. Ο τελευταίος ήρωας της Άγριας Δύσης εξαπέλυσε το Million Dollar Baby, του οποίου το αδυσώπητο ντιρέκτ έβγαλε σχεδόν knock out τον Ιπτάμενο Κροίσο. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας είχε βρεθεί σε τόσο σκληρά αντιμαχόμενο δίπολο.

Συνήθως, σημαντικός μπούσουλας για την κατεύθυνση που θα πάρει το αγαλματάκι της ταινίας είναι το βραβείο του Σωματείου των Ηθοποιών, του SAG, δεδομένου του ότι το Σωματείο Ηθοποιών αποτελεί την πιο πολυάριθμη ομάδα όλων των ειδικοτήτων που αποτελούν την Ακαδημία, καθώς και του ότι γι’ αυτήν την κατηγορία (και μόνο), ψηφίζουν όλα τα μέλη της Ακαδημίας, απ’ όλες τις ειδικότητες. Φέτος, το βραβείο των Ηθοποιών πήγε στο Sideways, γεγονός που άφησε τα πράγματα λίγο ξεκρέμαστα.

Αν και το Sideways είναι βέβαια κι αυτό υποψήφιο για Καλύτερη Ταινία, εντάξει, ας είμαστε σοβαροί, οι πιθανότητές του να βραβευτεί είναι μηδαμινές, όπως άλλωστε και του Finding Neverland και του Ray που συμπληρώνει την πεντάδα.

Από ‘κει κι έπειτα -αν και πολλά θα κριθούν και από το ποιος θα σηκώσει τελικά το βραβείο σκηνοθεσίας- τα ενδεχόμενα είναι δύο: το SAG να επιμείνει στο μεθυστικό road movie του Payne αδρανοποιώντας τις ψήφους του, και να αφήσει τους υπόλοιπους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, οπότε ένα άλλο σημαντικό κριτήριο μπαίνει στο παιχνίδι. Το βραβείο των μοντέρ, επίσης σημαντικός δείκτης για το ποια ταινία θα θεωρηθεί η καλύτερη της χρονιάς. Έτσι, η βράβευση του Aviator από το σωματείο των μοντέρ, σε συνδυασμό με το ότι μάλλον ο Scorsese θα έχει χάσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, μπορεί να τον ανεβάσουν στο βάθρο μαζί με τον DiCaprio, τον Michael Mann, και τους υπόλοιπους παραγωγούς της ταινίας. Το άλλο ενδεχόμενο είναι το SAG να θεωρήσει ότι επιτέλεσε το καθήκον του με το Sideways στα δικά του βραβεία, και να ψηφίσει την ταινία ενός δικού του παιδιού, του Clint Eastwood. Αλλά επειδή μου αρέσει η απλότητα, το ένστικτό μου μού λέει ότι ο Clint πρέπει να αρχίσει να προβάρει χαμόγελο για double και οι παραγωγοί του Μωρού του, να κινήσουν για το podium…

Super Size Me - Review

Super Size Me
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Morgan Spurlock
Σενάριο: Morgan Spurlock
Παίζουν: Morgan Spurlock

Υπάρχει ένα ανέκδοτο για έναν τυφλό που πηγαίνει πρώτη φορά στο Τέξας, και μαθαίνει από πρώτο χέρι ότι «τα πάντα στο Τέξας, είναι μεγαλύτερα.» Το δράμα του –και το punch line του ανέκδοτου- έρχεται όταν ο τυφλός πέφτει στην πισίνα του ξενοδοχείου και πανικοβάλλεται στην ιδέα ότι έπεσε στην τουαλέτα.

Κάτι αντίστοιχο και με ακόμη πιο διασκεδαστικό τρόπο, αποδεικνύει ο Morgan Spurlock για όλη την Αμερική, στο ενδιαφέρον και σοκαριστικό ντοκιμαντέρ του, Super Size Me, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του σε μια από τις πιο επικίνδυνες παθογένειες των ΗΠΑ, την παχυσαρκία.

Το «πείραμα» έχει ως εξής: χαίρων άκρας υγείας τριαντάρης, θέλοντας να δει επί του πρακτέου πόσο επικίνδυνες για την υγεία είναι οι διατροφικές συνήθειες των Αμερικανών και πώς αυτές συνδέονται με την εφηβική παχυσαρκία, αποφασίζει να τραφεί για έναν ολόκληρο μήνα αποκλειστικά και μόνο με ήδη από το μενού της μεγαλύτερης αλυσίδας fast food της χώρας του, τα McDonald’s. Έμπνευση του Spurlock για το ντοκιμαντέρ του, η μήνυση που υπέβαλαν δύο υπέρβαρα κορίτσια εναντίον της συγκεκριμένης αλυσίδας. Πειραματόζωό του, ο ίδιος του ο εαυτός. Κανόνες, να τρώει τρία γεύματα την ημέρα, και να παίρνει την Super Size μερίδα κάθε φορά που του την προτείνουν οι υπάλληλοι, αλλά μόνο τότε.

Οι πρώτες μέρες περνούν σχετικά ομαλά, με τον ίδιο να ανακαλύπτει τη μαγεία του junk food και την κοπέλα του, φανατική χορτοφάγο, να αντιδρά στα γεύματά του με εκφράσεις αηδίας. Τα κολατσιά του συνοδεύονται από ταξίδια σε διάφορες γωνίες τις Αμερικής, και οι περιπέτειές του διανθίζονται με διάφορα ενδιαφέροντα στατιστικά, διασκεδαστικές συνεντεύξεις και αστεία trivia, όπως ο τύπος που τρέφεται επίσης αποκλειστικά και μόνο με Big Mac.

Κάπου στα μισά όμως, το χαμόγελο του Roland MacDonald αρχίζει να αποκτά εφιαλτική υφή, καθώς ο Spurlock αρχίζει να παίρνει βάρος με απίστευτους ρυθμούς, η χοληστερίνη του εκτοξεύεται στα ύψη και το συκώτι του αρχίζει να εξαφανίζεται. Οι ειδικοί που τον παρακολουθούν τακτικά και καθ’ όλη τη διάρκεια του πειράματος, έντρομοι μπροστά στα αποτελέσματα των εξετάσεών του, αρχίζουν να τον παρακαλούν να σταματήσει όσο είναι ακόμη ζωντανός!

Κάτι τέτοια ντοκιμαντέρ, είναι ο λόγος που ευχαριστούμε τον Michael Moore που άνοιξε το δρόμο σε όποιον έχει μια κάμερα και τραβάει, να βρίσκει και αίθουσες να το προβάλλει. Τα αδιαμφισβήτητα, επιστημονικά τεκμηριωμένα αποτελέσματα του πειράματος του Spurlock σε συνδυασμό με τις εικόνες, δεν αφήνουν όχι χώρο για αμφιβολίες ρεαλισμού, αλλά ούτε καν για επιδόρπιο. Αν είχατε σκοπό να τσιμπήσετε κάτι στα γρήγορα μετά την προβολή, μάλλον ξανασκεφτείτε το.

Ιδέα για σενάριο

Λόγω πρόσφατης έκρηξης της επισκεψιμότητάς του, το άρθρο επανέρχεται στην πρώτη σελίδα. Happy commenting.

Είναι ένας τύπος, που χρόνια πριν ξεκινήσει η ιστορία μας, προσπαθούσε να γράψει ένα σενάριο. Εμείς τον βρίσκουμε λίγο αφού έχει αντιληφθεί πόσο δύσκολο είναι να αναπτύξει την ιδέα του σε σεναριακή δομή, και κυρίως πόσο δύσκολο είναι να την εμπλουτίσει με έξυπνους διάλογους. Επίσης, λίγο πριν καταλάβει πόσο εύκολο είναι να γράψει τους διάλογους, τσατάροντας στο ιντερνετ. Οπότε αποφασίζει να τσατάρει στο irc με τον εαυτό του, γιατί αν το κάνει με κάποιον άλλο, κινδυνεύει βέβαια να φάει μήνυση για πνευματική κατακλοπή. Έτσι και κάνει λοιπόν, και φτιάχνει το σενάριό του, με τους διάλογους και τα λοιπά, και γυρνάει την ταινία. Αλλά ο τύπος, είναι και κριτικός, οπότε όταν βγαίνει η ταινία, την καταθάβει κατηγορώντας τον δημιουργό της ότι είναι ακαδημαΐκη και άψυχη και το σενάριό της είναι παιδαριώδες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κριτικούς που την εκθειάζουν. Καταλήγει λοιπόν να δέχεται μήνυση από τον εαυτό του γιατί χρησιμοποίησε τους διάλογους απ' το irc χωρίς τη συγκατάθεσή του, από τον εαυτό του για συκοφαντική δυσφήμιση λόγω της κριτικής του, και από τον Charlie Kauffman που ισχυρίζεται ότι είχε την ιδέα για την ταινία πολύ πριν απ' αυτόν και τον εαυτό του.

Η Ιδέα διατίθεται προς πώληση, με αντίτιμο ένα ποσοστό απο τα κέρδη της ταινίας, και ένα κουτάκι καραμέλες για το λαιμό.

Closer - Review

Closer – Εξ Επαφής
(4,5/5)

Σκηνοθεσία: Mike Nichols
Σενάριο: Patrick Marber
Παίζουν: Jude Law, Clive Owen, Natalie Portman, Julia Roberts

Είναι πάντα μια δύσκολη διαδικασία να μεταφέρεις ένα έργο από το θεατρικό σανίδι στις τεράστιες και τόσο γεμάτες δυνατότητες διαστάσεις του κινηματογραφικού πανιού. Στις χειρότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μοιάζει με μια κινηματογραφημένη παράσταση, που σημαίνει στατικά πλάνα, μηδαμινή εναλλαγή στα σκηνικά, εν ολίγοις μια βεβιασμένη απόπειρα να διατεθεί σε ευρύτερο κοινό, κάτι που είτε ο σκηνοθέτης είτε το studio θεώρησε ότι το αξίζει. Στην περίπτωση του Closer, της αιχμηρής κι αμείλικτης ανατομίας της ανθρώπινης ψυχής και του τρόπου που αντιμετωπίζει τη συντροφικότητα σαν ένα παιχνίδι εξουσίας, δια χειρός Patrick Marber, η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι τίποτε λιγότερο από μαγεία.

Ο Mike Nichols, ένας σκηνοθέτης με εκπληκτική ικανότητα να βρίσκει και να τραβάει από τους ηθοποιούς του εξαιρετικές ιδιότητες εν είδη αποκάλυψης, μοιράζει με ιδιοφυή τρόπο τους ρόλους του έργου, μετατρέποντας τέσσερις από τους πιο θελκτικούς ανθρώπους στον κόσμο, σε τέσσερις από τους πιο ειδεχθείς και σκληρούς. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά της ταινίας. Το άλλο είναι ο τρόπος που μέσα από τις αλληλεπιδράσεις των τεσσάρων χαρακτήρων φέρνει το sex στο επίκεντρο της ιστορίας, αλλά σε κάνει να σιχαίνεσαι τον εαυτό σου όταν το κάνεις –τουλάχιστον όταν πρόκειται για κεράτωμα.

Καλά καταλάβατε, πρόκειται για διάτμηση της απιστίας. Σ’ αυτό το ερμητικά κλειστό δράμα τεσσάρων χαρακτήρων, ο κουμπωμένος συντάκτης επικήδειων του Jude Law, ο Dan, εντοπίζει την ξεπεταγμένη κοκκινομάλλα της Natalie Portman, την Alice, στο απέναντι φανάρι, κι αυτή ξαφνικά βρίσκεται μπροστά από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Οι δυο τους καταλήγουν να χαριεντίζονται στο νοσοκομείο, να ανταλλάσσουν οπτικές για τη ζωή και τις σχέσεις στο λεωφορείο, και να βρίσκουν τους εαυτούς τους στο αναμφίβολο ξεκίνημα του ειδυλλίου τους σε ένα πάρκο.

Flash forward, ο Dan φωτογραφίζεται για το «αυτάκι» του βιβλίου του για την Alice, με την οποία συζεί. Η φωτογράφος είναι η απρόσιτη Anna της Julia Roberts, η οποία σύντομα καταλήγει να ελέγχει την οδοντοστοιχία του Dan με τη γλώσσα της. Μετά από λίγο εμφανίζεται η Alice, και η άβολη στιγμή οδηγεί στην απόρριψη του Dan από την Anna. Το βράδυ, ο Dan μπαίνει σε ένα chat room για καυλωμένους, και παραπλανεί τον πρόθυμο γιατρό του Clive Owen, τον Larry, προσποιούμενος ότι είναι η Anna. Ο σκοπός του είναι να την εκδικηθεί, παραπλανώντας τον γιατρό και οδηγώντας τον στο αγαπημένο στέκι της Anna. Πού να φανταστεί, ότι οι δυο τους θα ταιριάξουν; Όπως ενδεχομένως έχετε ψυλλιαστεί, η ανεκπλήρωτη έλξη του Dan προς την Anna θα οδηγήσει στην πρώτη αλλαξοκωλιά της ταινίας. Κι άλλες θα ακολουθήσουν, πάντα ασφυκτικά οριοθετημένες μέσα στην παρέα των τεσσάρων. Σοφιστικέ ματάκηδες, αυτή είναι η ταινία σας.

Τα αμείλικτα καδραρίσματα του Nichols, αγκαλιάζουν σα μέγγενη τέσσερις εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι βρίσκουν σ’ αυτήν την ταινία την ευκαιρία να ανακαλύψουν στο υποκριτικό τους ταλέντο, ικανότητες που δεν νομίζω ούτε και οι ίδιοι να ήξεραν ότι έχουν. Ακόμη κι ο πιο αδύναμος από τους τέσσερις, ο Jude Law, είναι πολύ καλός στο ρόλο του looser, ενώ η Julia Roberts σε κάνει να πιστέψεις στη μαγεία της υποκριτικής, παρουσιάζοντας σε χαμηλό τόνο τον βαθιά εσωτερικό της χαρακτήρα, αλλά το σκληρό της πρόσωπο καθρεφτίζει τη θύελλα που ζεί. Όσο για τους Clive Owen και Natalie Portman, που παίζουν τους δυο πιο αμφιλεγόμενους ρόλους της ταινίας, οι ερμηνείες τους είναι οι αποκαλύψεις της χρονιάς, και οι υποψηφιότητές τους στα Όσκαρ των δεύτερων ρόλων, είναι από μόνες τους μια νίκη, δεδομένου του είδους της ταινίας.

Το Closer είναι μια ταινία για τον τρόπο που αληθινοί άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, αγαπιούνται, δένονται, και μετά νιώθουν αυτήν την τόσο αυτοκαταστροφική κι ακατανόητη, αλλά και τόσο ανθρώπινη τάση να δοκιμάσουν τα όρια του δεσμού τους. Δεν υπάρχει καμία συνέπεια σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που αισθάνονται, και σ’ αυτά που λένε ότι αισθάνονται. Όλοι φαίνονται να κουβαλάνε τους δαίμονές τους, παλιές σχέσεις-ερείπια, πληγές που τους έχουν κλειδώσει στον εαυτό τους, αφήνοντας αυτό το μικρό παράθυρο ελπίδας ανοιχτό, απ’ όπου περιμένουν τον αληθινό τους έρωτα να μπει και να τους σώσει. Μόνο που ο καθένας γίνεται ο σωτήρας του άλλου απλά για να τον σκοτώσει ξανά, και μετά να πηδήξει από τη θέση του δολοφόνου, ξανά σ’ αυτήν του θύματος.

Εκεί που υπάρχει συνέπεια, είναι στον τρόπο που ο Nichols παρουσιάζει τους χαρακτήρες του, κρατώντας την ίδια απόσταση και αφήνοντάς τους να αποκαλύψουν όλη τη σκληρότητά τους, μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε πόρνες, άντρες και γυναίκες. Και στον τρόπο που ο Marber ξεγυμνώνει την ανθρώπινη ψυχή, για να δείξει τη φρικιαστική ασχήμια της σε όλο της το μεγαλείο, έναν τρόπο τόσο σαδιστικά ηδονιστικό όσο το να βλέπεις ξανά και ξανά σε αργή κίνηση ένα τραίνο να πέφτει με δύναμη πάνω σου. Είναι μια γροθιά στο πρόσωπο, ένα χαστούκι που σε αφήνει με την ψυχή κομμάτια και το στομάχι κόμπους. Απόλαυση.

Ενδείκνυται ως date movie, σε περίπτωση που υποπτεύεστε το άλλο σας μισό. Αποκλείεται να μη λυγίσει…

Assault on Precinct 13 - Review

Assault on Precinct 13 – Επίθεση στο Σταθμό 13
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jean-François Richet
Σενάριο: James DeMonaco
Παίζουν: Ethan Hawke, Laurence Fishburne, Drea DeMatteo, Maria Bello

Λίγο πριν ο John Carpenter βάλει την υπογραφή του στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά και του παγκόσμιου horror genre με το Halloween, έκανε την παρουσία του αισθητή με μια cult classic μεταφορά του Rio Bravo στην τότε σύγχρονη εποχή, μετατρέποντας το western της ταινίας του Howard Hawks με τον John Wayne, σε Νύχτα των Ζωντανών νεκρών με περισσότερα όπλα. Το όνομα αυτού, Assault on Precinct 13. Την ιστορία ενός ξεχασμένου, έτοιμου να κλείσει αστυνομικού σταθμού στη μέση του πουθενά, που βρίσκεται αβοήθητος μπροστά στη μανιασμένη επίθεση μιας ομάδας άγριων και ασταμάτητων συμμοριτών.

Φέτος, ο Jean-Francois Richet μεταφέρει το b-movie του Carpenter από το 1976 στο σήμερα, κρατώντας τη βασική ιδέα, και εμπλουτίζοντάς τη με μερικούς ενδιαφέροντες χαρακτήρες, επιπλέον background story στους πρωταγωνιστές, πιο σπηντάτους ρυθμούς, κομψή, μοντέρνα σκηνοθεσία, μερικές καινούριες ανατροπές, κι ένα σωρό καινούρια όπλα.

Όλοι αυτοί οι μοντερνισμοί κάνουν το σημερινό Ass-P13 να δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από το παλιό, μόνο που αυτοί είναι και το αδύναμο σημείο της. Γιατί εκεί που η απειλή στο σενάριο του Carpenter ήταν το ατόφιο μίσος μιας ομάδας συμμοριτών, στο καινούριο σενάριο ο αβοήθητος σταθμός 13 βρίσκεται αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά μιας διεφθαρμένης ομάδας ειδικών δυνάμενων της αστυνομίας. Και θα περίμενε κανείς εκτός από καλύτερες στολές να έχουν α. καλύτερη εκπαίδευση από μια ομάδα θερμοκέφαλων gang-bangers, και β. απίστευτα καλύτερα όπλα από τα κάνα δυο πιστόλια, τις μερικές μολότοφ και τα πολλά μαχαίρια που έχουν οι φονιάδες του Carpenter.

Ωστόσο, αυτό που κάνει το καινούριο ASS-P13 μια ευχάριστη προσθήκη στη λίστα των επιτυχημένων remakes, κάτω από τα Dawn of the Dead και The Texas Chainsaw Massacre, είναι το ότι δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο πρέπει. Γιατί στην τελική, πρόκειται για μια ταινία που υπόσχεται πολύ πιστολίδι, ατμόσφαιρα και ένταση, με χαμηλό budget και σενάριο που δεν απαιτεί από το θεατή να κοιτάζει στην οθόνη σε κατάσταση αυτιστικού καταναλωτή pop corn. Κι επιπλέον, προσφέρει τη sexy Drea De Matteo σε διχτυωτό καλσόν, και πολύ καλές ερμηνείες από τους περισσότερους ηθοποιούς.

Finding Neverland - Review

Finding Neverland – Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Mark Foster
Σενάριο: David Magee
Παίζουν: Johnny Depp, Kate Winslet, Freddie Highmore, Dustin Hoffman

Βασισμένος στο θεατρικό The Man Who Was Peter Pan του Allan Knee, ο David Magee υπογράφει ένα σενάριο που απομακρύνεται κατά βούλησιν από την πραγματικότητα, και περιγράφει με έντονο συναισθηματισμό την ιστορία του Sir James Matthew Barrie, του συγγραφέα του Peter Pan και της Χώρας του Ποτέ.

Μερικές βδομάδες πριν, έδωσα πέντε αστέρια στο Ray, στηρίζοντας την άποψή μου ότι η ταινία αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στην εκστατική ερμηνεία του Jamie Foxx, που καταφέρνει να απογειώσει την ταινία σε επίπεδα που δε θα είχε πιάσει αν δεν είχε αυτόν τον πρωταγωνιστή. Ίσως την αδίκησα. Γιατί το Finding Neverland, είναι άλλη μια ταινία που βασίζεται στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της, αλλά και πάλι, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα.

Ο Mark Foster, που μας χάρισε το δήθεν σοφιστικέ ρομάντζο του Χορού των Τεράτων (και τον επακόλουθο ανεκδιήγητο χορό της Halle Berry στα Όσκαρ), αυτή τη φορά μας παρουσιάζει ένα συμβατικό δράμα εποχής, όπου επιδεικνύει τις δυνατότητες του κινηματογράφου στο συναισθηματικό πατρονάρισμα του θεατή, και του σεναριογράφου στην εν είδη faux βιογραφίας δραματουργική υπερβολή σε κακουργηματικό βαθμό.

Ο Johnny Depp και η για άλλη μια φορά εκπληκτική του απόδοση ενός σκανδαλιάρικού αλλά ρεαλιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος λόγος για να κοιτάζει κανείς την οθόνη, τουλάχιστον όταν δεν την κοσμεί η γλυκύτητα του μικρού του συμπρωταγωνιστή, Freddie Highmore. Η δε Winslet, κατασπαταλιέται σε ένα σενάριο όπου ο μισός της ρόλος απαιτεί από αυτήν απλά να βήχει και να δείχνει άρρωστη. Σε αντίθεση με το Ray, το Finding Neverland είναι μια από αυτές τις ταινίες που αποδεικνύουν ότι μια καλή ερμηνεία δεν είναι αρκετή για να σώσει την παράσταση.

Finding Oscar - Σκηνοθεσία

Αν στα Όσκαρ υπάρχει μια κατηγορία που ο οποιοσδήποτε κινηματογραφόφιλος παρακολουθεί περισσότερο απ’ όλες, είναι αυτή της σκηνοθεσίας. Mike Leigh για την Vera Drake, Alexander Payne για το Sideways, Taylor Hackford για το Ray. Απλά αναφέρω τα ονόματα των τριών εκ των πέντε υποψηφίων για την ιστορία, γιατί όλοι ξέρουμε ότι το να κερδίσουν το Όσκαρ είναι τόσο πιθανό όσο το να ξυπνήσουν μια μέρα οι γυναίκες και να νομίζουν ότι ο Brad Pitt είναι άσχημος. Βρισκόμαστε στο Hollywood, και οι ταινίες που κερδίζουν πια τα μεγάλα βραβεία, είναι οι Χολιγουντιανές.

Από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων, οι δύο μεγάλοι μονομάχοι ήταν ο Clint Eastwood για το Million Dollar Baby και ο Martin Scorsese για το Τhe Aviator, όσοι επισκέπτονται τα οσκαρικά message boards του internet, ξέρουν ότι στην ουσία η μάχη δεν είναι ανάμεσα στη σκηνοθεσία του M$B και του The Aviator, αλλά ανάμεσα στη σκηνοθεσία του Μ$Β και τον άνθρωπο που λέγεται Martin Scorsese.

Γιατί ή αλήθεια είναι πως αν ο Scorsese κερδίσει το αγαλματάκι, θα είναι γιατί του το χρωστάνε καιρό, και με την πορεία που έχει πάρει τελευταία ο σκηνοθέτης του Οργισμένου Ειδώλου, η Ακαδημία ίσως έχει αρχίσει να αγχώνεται για το αν θα ξαναβρεί την ευκαιρία να του το δώσει. Παρ’ όλα αυτά, όλοι ξέρουν ότι το Τhe Aviator είναι μια ταινία πολύ κατώτερη των δυνατοτήτων του Scorsese και το M$B είναι σαφώς πιο καλοστημένο.

Ο Eastwood από την άλλη, έχει ήδη πάρει τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία, καθώς και το βραβείο από το αμερικάνικο Σωματείο Σκηνοθετών για τη φετινή δουλειά του, και στα τελευταία 20 χρόνια η μοναδική φορά που ένας σκηνοθέτης με τις δυο παραπάνω διακρίσεις δεν σήκωσε το Όσκαρ, ήταν το 2001, όταν ο Ang Lee έχασε το βραβείο από τον (υποψήφιο τότε για το Traffic και την Erin Brockovitch) Steven Soderbergh. Τόσο η ιστορία λοιπόν, όσο και η παρούσα πραγματικότητα, δείχνουν ένα όνομα: Clint Eastwood.


Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.