Le Chiavi Di Casa - Review

Le Chiavi Di Casa
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Gianni Amelio
Σενάριο: Gianni Amelio, Sandro Petraglia (βασισμένο στο βιβλίο του Giuseppe Pontigia, Γεννημένος Δυο Φορές)
Παίζουν: Kim Rossi Stuart, Andrea Rossi, Charlotte Rampling

Οι ταινίες που καταπιάνονται με τα ευαίσθητα θέματα παιδιών με διανοητικά, ή άλλου είδους παρεμφερή προβλήματα, έχουν συνήθως την τάση να πνίγονται στο μελοδραματισμό τους, έρμαια των βαθιά προσωπικών απόψεων ή/και εμπειριών των σκηνοθετών και των σεναριογράφων τους. Έτσι μπορεί να είναι ιδανικές για μια συνεδρία δακρυοθεραπείας, αλλά σε διαφορετική περίπτωση, σπανίως αποτελούν την επιλογή κινηματογραφόφιλου μη μανιοκαταθλιπτικού.

Η συγκεκριμένη ταινία ωστόσο, που πραγματεύεται τις προσπάθειες του πατέρα ενός παιδιού με διανοητικά και κινητικά προβλήματα, να εξιλεωθεί και να διώξει τις τύψεις που νιώθει επειδή το εγκατέλειψε, επιστρέφοντας μετά από 15 χρόνια στη ζωή του για τη φαινομενικά ακίνδυνη διαδικασία του να το συνοδέψει στο νοσοκομείο, είναι αρκετά διαφορετική. Αν και πιστή στη μουνταμάρα του είδους, έχει μια ιδιαίτερα αισιόδοξη προσέγγιση του θέματός της και ένα ξεχωριστό γλυκόπικρο χιούμορ που αποδιώχνει την αίσθηση της ματαιότητας στις πράξεις των ηρώων. Και καταφέρνει μ’ έναν τρόπο σχεδόν μαγευτικό, να αναδείξει το αίσθημα της πατρότητας και τον τρόπο που μπορεί να φέρει κοντά του δύο χαρακτήρες που μονοπωλούν ουσιαστικά την κάμερα, με την πάντα αξιόπιστη Charlotte Rampling να συμπληρώνει ενίοτε το κάδρο.

Αν και είναι μια ταινία με περιορισμένο κοινό και περιορισμένη απήχηση ακόμη και σ’ αυτό, αν βρεθείτε στην αίθουσα που προβάλλεται η ταινία, δεν αποκλείεται μετά από δυο ώρες να βγείτε έξω νιώθοντας τυχεροί που την πετύχατε.

Lemony Snicket - Review

Lemony Snicket’s a Series of Unfortunate Events
(3/5)

Σκηνοθεσία: Brad Silberling
Σενάριο: Robert Gordon (από τα τρία πρώτα της σειράς βιβλίων του Daniel Handler, που υπογράφει ως Lemony Snicket)
Παίζουν: Emily Browning, Liam Aiken, Jim Carrey

Όταν η ταινία βγήκε στην Αμερική, πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το επερχόμενο κινηματογραφικό franchise, ως το καινούριο Harry Potter saga. Όσον αφορά την ατμόσφαιρα της ταινίας και το υποφώσκον μακάβριο του σεναρίου, δεν έχουν άδικο. Όμως πολύ αμφιβάλλω για το αν θα ισχύσει το ίδιο και στις εισπράξεις, τουλάχιστον αν κρίνει κανείς από την πρώτη ταινία, που τουλάχιστον στην Αμερική, ουδεμία σχέση είχε με την πορεία του Potter.

Στο μοτίβο του ορφανού, μπορεί να εντοπίσει κανείς την πρώτη ομοιότητα ανάμεσα στις δύο σειρές, με τα παιδιά της οικονομικά εύρωστης οικογένειας Μπωντλέρ, να γίνονται ξαφνικά τα ορφανά Μπωντλέρ, όταν οι γονείς τους χάνονται σε μια μυστηριώδη πυρκαϊά στο σπίτι τους. Τώρα, τα ορφανά πρέπει να αντιμετωπίσουν τον αναδόχό τους Κόμη Όλαφ -που τα παίρνει υπό τη σκέπη του μόνο για να κερδίσει την περιουσία τους- και μια σειρά από άλλα ατυχή περιστατικά. Αντλώντας έμπνευση από τα τρία πρώτα βιβλία του Daniel Handler -ο οποίος με το ψευδώνυμο Lemony Snicket έχει ήδη απλώσει τις ιστορίες των Μποντλέρ σε 8 χαριτωμένα μικρά διηγηματάκια- η ταινία του Brad Silberling φέρει μια σειρά ατυχών χαρακτηριστικών. Και εντοπίζονται όλα στο σενάριο.

Αν και η πείρα του Robert Gordon είναι σχετικά μικρή, θα περίμενε κανείς ο σεναριογράφος να μπορέσει να φτιάξει ένα πιο δυνατό στόρι από το πλήθος των περιπετειών και των χαρακτήρων που βρίσκονται στα τρία βιβλία του Snicket, όμως ο Gordon δείχνει μια εμφανή αδυναμία να χειριστεί σωστά την πηγή του, και το τελικό αποτέλεσμα στερείται τόσο σταθερού ρυθμού, όσο και ενιαίου χαρακτήρα. Σαν συρραφή highlights χωρίς συνοχή, το πρώτο Lemony Snicket’s καταλήγει να μοιάζει με πιλότο, σα δοκιμαστικό επεισόδιο με σκοπό να κρίνει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν τα sequels, χαρακτηριστικό που δεν είναι απαραίτητα καταστροφικό, αν ο θεατής δεν ενοχλείται από την αίσθηση ότι του παίρνουν τα μέτρα για να βρουν το σωστό τρόπο να του πάρουν και τα λεφτά.

Ο Silberling πάντως, πλησιάζοντας περισσότερο στο mood της πρώτης του ταινίας, του Casper, δείχνει ότι έχει σαφώς εξελιχθεί σαν σκηνοθέτης, και εκμεταλλεύεται το χορταστικό budget του για να μας προσφέρει εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, υποβλητικής gothic αισθητικής, και βυθίζει έτσι τον θεατή σε μια ατμοσφαιρικότητα που θυμίζει τον Barry Sonnenfeld του Adam’s Family και Tim Burton του Ψαλιδοχέρη. Το σκοτεινό, μακάβριο χιούμορ -χαρακτηριστικό και των βιβλίων του Snicket- αναδεικνύεται αποτελεσματικά, όμως εύκολα αισθάνεται κανείς ότι αυτό που πραγματικά λείπει από την ταινία είναι η παιχνιδιάρικη διάθεση, η υποχθώνια ενέργεια που χαρακτηρίζει τις ταινίες των δύο προαναφερθέντων σκηνοθετών. Άδικη η σύγκριση, το ξέρω, αλλά είναι κι άδικο που τα βιβλία αυτά δεν έπεσαν σε πραγματικά άξια χέρια.

Ο Jim Carrey, που κρατάει το ρόλο του Κόμη Όλαφ, φαίνεται αρκετά μουδιασμένος κάτω από τις αμέτρητες στρώσεις μακιγιάζ που κουβαλάει, και λίγο διστακτικός για το πόσο στα σοβαρά πρέπει να πάρει το ρόλο του, και πόσο να τον ποτίσει με τα παλιά screwball στοιχεία του. Χωρίς βέβαια να είναι ούτε στιγμή κατώτερος των περιστάσεων, αρκετά σφιγμένος ώστε να αφήσει αρκετό χώρο στην Meryl Streep και τον Billy Connelly να κλέψουν την παράσταση στα δυο κομμάτια της ταινίας που εμφανίζονται, αλλά και στους νεαρούς Emily Brown και Liam Aiken να τραβούν περισσότερο ενδιαφέρον στις σκηνές που μοιράζονται μαζί του.

Bride and Prejudice - Review

Bride and Prejudice
Image hosted by Photobucket.com (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Gurinder Chadha
Σενάριο: Gurinder Chadha, Paul Mayeda Bergers (βασισμένοι στη νουβέλα Pride and Prejudice)
Παίζουν: Aishwarya Rai, Martin Henderson, Nadira Babbar

Πάνω που είχα αρχίσει να νιώθω ασφαλής με την ιδέα ότι η φρίκη του κύματος των αμερικάνικων παραγωγών τύπου Bollywood σταμάτησε πριν δυο-τρία χρόνια στο Guru και το Bollywood-Hollywood κι εκείνο το τραγούδι της διαφήμισης του Peugeot 306, να σου που πετάγεται η νέα ταινία της σκηνοθέτιδας του Bend It Like Beckham και με λούζει πάλι κρύος ιδρώτας.

Η Chadha παίρνει το βιβλίο της Jane Austen, το γεμίζει ανατολίτικα χρώματα, μουσικές και προφορές, και το μετατρέπει σε κατά τα αμερικάνικα πρότυπα εύπεπτο κινηματογραφικό ρομάντζο. Η οικογένεια Bakshi είναι ευλογημένη με τέσσερα πανέμορφα κορίτσια, τα δύο εκ των οποίων είναι σε ηλικία παντρειάς. Καθώς η μητέρα τους ψάχνει τον κατάλληλο γαμπρό –ο οποίος πρέπει να είναι πλούσιος, Ινδός και κάτοχος πράσινης κάρτας- οι δυο αδερφές ερωτεύονται δυο φίλους που γνώρισαν σε γάμο τρίτου. Ο ένας είναι Ινδός, ο άλλος Αμερικάνος, έτσι απ’ τα δύο ειδύλλια, την αποκλειστικότητα στην οθόνη κερδίζει το δεύτερο, που έχει και τη δυναμική πολιτισμικών συγκρούσεων.

Το Bride and Prejudice είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες, για τις οποίες η δουλειά της κριτικής ξεκινά και τελειώνει στην αναφορά του genre. Ξέρει κανείς από πριν τι θα δει: μέσα σε μια θάλασσα από κλισέ, τα ήθη της Δύσης συναντούν αυτά της Ανατολής, όταν ο Αμερικάνος ερωτευέται την Ινδή. Με συνοπτικές διαδικασίες αποδεικνύεται (;) ότι οι δύο πολιτισμοί δε διαφέρουν και τόσο (τουτέστιν οι δυτικοί δεν είναι όσο προχωρημένοι νομίζουν), για τη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας τα πιτσουνάκια βρίσκονται αντιμέτωπα με ανεπαρκώς σεναριακά υποστηριζόμενες παρεξηγήσεις, τριγύρω τους πηγαινοέρχονται μερικές αδιάφορες υποπλοκές, και στο τέλος έρχεται το αναπόφευκτο happy end. Δεν ξαναβλέπετε το Ae Fond Kiss καλύτερα;

Απ’ αυτές τις ταινίες του αμερικανοποιημένου Bollywood, -και το Bride and Prejudice είναι από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα- λείπουν οι αβάσταχτες ποσότητες μελό που χαρακτηρίζουν την ινδική φιλμογραφία. Τα υπόλοιπα όμως -ινδική μουσική, παραδοσιακοί χωροί (στο πιο μοντέρνο τους), πολύχρωμα κοστούμια, ξεκάρφωτα musical ιντερλούδια, ύμνοι στο κιτς- είναι όλα εκεί. Αν είναι του γούστου σας, θα εκτιμήσετε ακόμη περισσότερο το ότι τούτο ‘δω το δείγμα, είναι τουλάχιστον προσεγμένη παραγωγή.

Interpreter, The - Review

The Interpreter
Image hosted by Photobucket.com (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Sydney Pollack
Σενάριο: Charles Randolph, Scott Frank, Steven Zaillian
Παίζουν: Nicole Kidman, Sean Penn, Catherine Keener

Ταινίες σαν ετούτη εδώ, είναι ικανές να σου αποκαλύψουν πόσο κατά διαόλου πάνε τα πράματα με τους νεαρούς σκηνοθέτες που τσιμπάει το Hollywood απ’ το MTV και τους βάζει στα τιμόνια των περιπετειών και των θρίλερ.

Πολιτικές ίντριγκες και δολοπλοκίες ξεδιπλώνονται στους στενούς διαδρόμους του μεγάρου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη -που για πρώτη φορά ανοίγει τις πόρτες του για κινηματογραφικά συνεργεία (στο παρελθόν είχε αρνηθεί να το κάνει για τον Hitchcock)- όταν μια διερμηνέας (Nicole Kidman) τυχαίνει να κρυφακούσει διάλογο για το σχεδιασμό της δολοφονίας ενός Αφρικανού πολιτικού ηγέτη, που μεταξύ μας πολλοί στον ΟΗΕ θα ήθελαν να βγει εκτός. Σύντομα δύο εδικοί πράκτορες (Sean Penn, Catherine Keener) καταφθάνουν για να διαχειριστούν την κατάσταση, ενώ μια από τις αρμοδιότητές τους είναι και το να δουν πόσο και πώς εμπλέκεται στην όλη ιστορία και η ίδια η πληροφοριοδότης τους.

Ο Sydney Pollack, μετά από 6 χρόνια αποχής από την ενεργό δράση, επιστρέφει στη φόρμα που τον ανέδειξε, για να μας ξαναθυμίσει γιατί λατρεύτηκε. Ο άνθρωπος όχι μόνο δείχνει πως ξέρει τι κάνει, αλλά το κάνει και τόσο καλά, που αν έχεις συνηθίσει λίγο σ’ όλες αυτές τις μπουρδίτσες που κυκλοφορούν στα multiplex, με τη Διερμηνέα του μπορεί να πάθεις σοκ.

Εκπληκτική σκηνοθεσία με γρήγορο μοντάζ και νευρικές εναλλαγές πλάνων, εκείνη η μαγική σκηνή στο λεωφορείο που δείχνει πως μπορούν να τινάξουν στον αέρα τα κλισέ οι βιρτουόζοι όταν έχουν κέφια, αλλά και στιγμές που οι ρυθμοί πέφτουν για να αναδειχθεί η αξία των καλών διαλόγων (και) σ’ αυτού του είδους τις ταινίες και οι ικανότητες των πρωταγωνιστών. Μ’ αυτό το σφιχτό πολιτικό θρίλερ, ο Pollack μπορεί να μην επανεφευρίσκει τον τροχό, όμως μας θυμίζει πώς θα έπρεπε να κυλάει.

Sideways' side effects

"If anyone orders merlot, I'm leaving. I am not drinking any fuckin' merlot."

About halfway through the wine-loving buddy movie "Sideways," the film's main character shows shocking disdain for merlot, America's most popular varietal of red wine. It was a throwaway line that the movie's writers didn't think would generate much reaction from audiences, but now merlot, a drinkable and uncomplicated Everyman's red, is fighting to be cool again. Its sales growth sputtered a bit when the movie came out and it's been the butt of jokes among the wine-savvy.

On the flip side, in the wake of the success of "Sideways," sales of pinot noir jumped 15 percent in the three months ended Jan. 15, according to ACNielsen. Retailers and wineries, pushing pinot with all kinds of "Sideways" tie-ins, say the movie has prompted the biggest buzz in the wine industry since a 1991 "60 Minutes" program touted the health benefits of red wine.

Robots - Review

Robots
Image hosted by Photobucket.com (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Chris Wedge, Carlos Saldanha
Σενάριο: Lowell Ganz, Babaloo Mandel
Ακούγονται: Ewan McGregor, Robin Williams, Halle Berry

Έχουμε τα τελευταία χρόνια συνηθίσει τα animation να μας έρχονται από δύο μόνο εταιρείες (τους κολοσσούς του χώρου Pixar και Dreamworks), που όταν κάτι χρωματιστό και τρισδιάστατο έχει άλλη φίρμα, αποσυντονιζόμαστε λίγο. Αν και η Fox είχε κάνει αίσθηση (αδικαιολόγητη κατά τη γνώμη μου) πριν μερικά χρόνια με το Ice Age, γενικά η μικρή παράδοση των τρίτων εταιρειών και άρα το μικρό team στο animation, δικαιολογούν μάλλον τη σπάνια παρουσία τους. Αν όμως είναι να μας δίνουν και ταινίες σαν το Robots, αξίζει η αναμονή.

Η ιστορία θέλει τον Rodney (Ewan McGregor), νεαρό ρομπότ με έφεση στις εφευρέσεις, να ταξιδεύει στη Robot City γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες, που στραπατσάρονται όταν στη θέση του Bigweld (Mel Brooks), του ιδεαλιστή διευθυντή της (μοναδικής και παντοδύναμης) εταιρείας παρασκευής ρομπότ και εξαρτημάτων και ίνδαλμα του Rodney, βρίσκει τον Ratchet (Greg Kinnear), γλοιώδες καπιταλιστικό ρομπότ, που θέλει να αντικαταστήσει τα εξαρτήματα από τις πιο ντιζαϊνάτες και (άρα ακριβότερες) αναβαθμίσεις. Στο σχέδιό του να αλλάξει τα εμπορικά δεδομένα βοηθά η υποχθόνια μητέρα του (Jim Broadbent), που σε μια χωματερή καταστρέφει όλα τα διαθέσιμα στην αγορά εξαρτήματα. Όμως ο Rodney, μαζί με μια ομάδα παράνομων περιθωριακών, των λεγόμενων outmodes, αποφασίζει να επαναφέρει τα πράγματα στη σωστή τους βάση.

Εκεί που ο Asimov συναντά τον Dickens λοιπόν, η δύναμη των ονείρων και το θάρρος να τα κυνηγήσουμε γίνεται ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίον περιστρέφεται η ταινία, ενώ ένα σωρό άλλα ιδανικά όπως η φιλία, η συντροφικότητα και η αγαθή καρδιά, αναδεικνύονται με αξιοζήλευτη διακριτικότητα. Τέτοια που όχι μόνο επιτρέπει στους γονείς να απολαύσουν τους απύθμενα διασκεδαστικούς χαρακτήρες (κορυφαίος φυσικά αυτός του Robin Williams) και τους πανέξυπνους διάλογους –οι οποίοι απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σ’ αυτούς, ιδίως αν είναι αρκετά καλοί γνώστες της αγγλικής για να πιάσουν τα λεκτικά αστεία που δύσκολα περνάνε στη μετάφραση-, αλλά μπορεί να τους φτάσει και στο σημείο να συγκινηθούν από τα αγνά μηνύματα που η ταινία περνάει στα παιδάκια τους.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό και αναζωογονητικό στο χιούμορ του Robots, είναι ότι δε χρειάζεται απαραίτητα κινηματογραφικές αναφορές και νύξεις σε current events για να ξεδιπλωθεί, στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει και διαχρονικότητα στην ταινία, αν δεν ήταν στην ουσία ένα επαναλαμβανόμενο –παρ’ ότι με εφευρετικότητα και φαντασία- αστείο, σχετικά με το πώς «μεταφράζεται» η ανθρώπινη πραγματικότητα σε όρους της ρομποτικής.

Όσο για τις γραμμές της Fox, αυτές μπορεί να μην έχουν τη φινέτσα της Pixar και τα ρομπότ της να μην είναι τόσο γλυκούλικα όσο τα ζουζούνια της Dreamworks, αλλά είναι δύσκολο να μην εντυπωσιαστεί κανείς από τα επιμέρους στοιχεία της ταινίας, όπως η αρχιτεκτονική των κτηρίων, η διαρρύθμιση της πόλης των ρομπότ και οι φουτουριστικές συγκοινωνίες της (αυτό πρέπει να το δείτε για να το καταλάβετε). Ιδίως μέσα στον roller-coaster ρυθμό που κινούνται όλα.

Garden State - Review

Garden State
Image hosted by Photobucket.com (3,5/5)

Σκηνοθεσία: Zach Braff
Σενάριο: Zach Braff
Παίζουν: Zach Braff, Natalie Portman, Peter Sarsgaard, Ian Holm

Λοιπόν, να κάτι που δε βλέπουμε να συμβαίνει συχνά στο Hollywood. Νεαρός ηθοποιός, ανερχόμενο αστέρι και πρωταγωνιστής επιτυχημένης τηλεοπτικής κωμικής σειράς, μαζεύει τους πρώτους του μισθούς και πάει και γυρίζει την ολόδική του ταινία.

Ο Zach Braff, που έχει φτιάξει το όνομά του στην Αμερική με το sitcom Scrubs –απ’ τα ελάχιστα που τα πάνε καλά και με τους κριτικούς αυτήν την περίοδο- γράφει, σκηνοθετεί, πρωταγωνιστεί και κάνει και την παραγωγή μιας ρομαντικής δραματικής κομεντί γι’ αυτήν την περίεργη σέκτα ανθρώπων που τους πιάνει κατάθλιψη στην ιδέα ότι πρέπει να επιστρέψουν στο πατρικό τους στην επαρχία. Δεν υπάρχουν πολλοί, αλλά πιστέψτε με, ξέρω κι εγώ μερικούς τέτοιους. Έναν μάλιστα, τον βλέπω κάθε φορά που ξυρίζομαι.

Αν και ο ίδιος είναι υπεραρκετός για να γεμίσει την οθόνη, μ’ αυτή τη μειλίχια μελαγχολία στο πρόσωπο και το αυτοκτονικό «ωχ παρατήστε με» στο βλέμμα, στο πλευρό του σύντομα εμφανίζεται η πανέμορφη Natalie Portman στο πιο γλυκό και ερωτεύσιμό της μέχρι τώρα, και σύντομα τριγύρω του αρχίζουν να εμφανίζονται ένα σωρό άλλοι υπέροχοι νεαροί ηθοποιοί που κλέβουν μερικές σκηνές από ‘δω κι από ‘κει. Και φυσικά υπάρχει κι ο Ian Holm στο ρόλο του πατέρα.

Να επανέλθουμε όμως στον Braff, που είναι και ο πρωταγωνιστής. Το πρόβλημα του χαρακτήρα του, του Andrew, ξεκινάει από τις τύψεις που αισθανόταν από παιδί, όταν προκάλεσε το ατύχημα που άφησε ανάπηρη τη μητέρα του, αλλά κι ο ψυχίατρος πατέρας του δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα, αντιθέτως τον έκλεισε ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, καταδικάζοντάς τον σε αιώνια τριπάκια λιθίου. Τα χρόνια έχουν περάσει, ο Andrew έχει μετακομίσει στο Hollywood με το όνειρο να γίνει ηθοποιός (βέβαια δεν τα πηγαίνει και πολύ καλά, όλοι τον θυμούνται για το ρόλο του ως καθυστερημένου ποδοσφαιριστή), και τώρα που η μητέρα του πέθανε, πρέπει να επιστρέψει για την κηδεία. Έτσι, γνωρίζει τη Sam, ίσως το μόνο κορίτσι που θα μπορούσε να είναι πιο περίεργο κι απ’ αυτόν, και σε μια από τις πιο τρυφερές ρομαντικές συναντήσεις που έχουν απαθανατιστεί σε φιλμ, κάνουν κλικ. Η Sam, που είναι πανέμορφη, πολύ εκδηλωτική, ανοιχτή, έξυπνη, πανέμορφη, αστεία, τρυφερή και φυσικά, πανέμορφη, είναι αρκετή για να του αλλάξει τη ζωή. Και η χημεία μεταξύ τους, είναι εκπληκτική.

Ένα γλυκό αλλά και τόσο εκκεντρικό όσο και οι πρωταγωνιστές του love story αρχίζει να αναπτύσσεται, καθώς περίεργοι χαρακτήρες από τα παιδικά χρόνια του Andrew εμφανίζονται για να το εμπλουτίσουν. Αν και ο Peter Sarsgaard (που αναδεικνύεται σε έναν από τους καλύτερους νέους καρατερίστες της Αμερικής) είναι ο βασικός δευτερορολίτης της ταινίας, ο αγαπημένος μου είναι ένας τύπος που έβγαλε ένα σκασμό λεφτά εφευρίσκοντας το «αθόρυβο βέλκρο»!

Με ιδανικό ρυθμό, αξιαγάπητους χαρακτήρες, σκηνοθετική δεξιοτεχνία που αναδεικνύει μαγευτικές λεπτομέρειες, σωστές δόσεις συγκίνησης και σκοτεινού χιούμορ, η μαγεία της ταινίας κρύβεται τόσο στην απλότητά της, όσο και στην ικανότητα του δημιουργού της να ξεφύγει απ’ όλες τις παγίδες του είδους, απ’ την αρχή, μέχρι το αμφιλεγόμενα happy φινάλε.

Το Garden State είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες που σε κάνουν να αισθάνεσαι αυτή τη ζεστασιά μέσα σου, αυτές που συνήθως τους κρεμάνε την ταμπέλα “feel-good”. Μόνο που τις ξεπερνά, γιατί είναι η πιο σκοτεινή κι αντισυμβατική απ’ όλες τους.

Jacket, The - Review

The Jacket – Η τελευταία φορά που πέθανα
Image hosted by Photobucket.com(1,5/5)

Σκηνοθεσία: John Maybury
Σενάριο: Massy Tadjenin
Παίζουν: Adrien Brody, Keira Knightley, Kris Kristofferson

Είναι λίγες οι φορές που τόσο νωρίς σε μια ταινία ακούς μια τόσο προφητική συμβουλή για το τι πρόκειται να επακολουθήσει, όσο στο The Jacket με την παραίνεση της Keira Knigthley που στο τέταρτο επάνω αρχίζει να κραυγάζει “Get out!”

Ο Adrien Brody είναι αμερικανός πεζοναύτης που στον Πόλεμο του Κόλπου τρώει σφαίρα κατακούτελα. Αυτή, είναι η «πρώτη φορά» που πεθαίνει. Λίγα λεπτά αργότερα, ανασταίνεται, μεταφέρεται στην πατρίδα, και περπατάει στους χιονισμένους δρόμους της Αμερικής. Βοηθάει ένα κοριτσάκι και τη μητέρα της που έχουν προβλήματα με το αμάξι, μετά κάνει ωτοστόπ, μπλέκεται σε φόνο αστυνομικού, και καταλήγει σε ψυχιατρικό άσυλο for the criminally insane. Εκεί του εφαρμόζουν μια πρωτότυπη σωφρονιστική μέθοδο, που περιλαμβάνει τρομπάρισμα με φάρμακα, έναν ζουρλομανδύα (το εν λόγω jacket), και ένα συρτάρι νεκροτομείου. Που να ‘ξεραν οι θεράποντες, ότι η μέθοδος αυτή δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή τους να βολτάρει στο μέλλον… Ο Brody λοιπόν, απ’ το ‘92 πάει στο 2007, βρίσκει τη μικρή που είχε βοηθήσει –η οποία έχει μεταλλαχθεί στην Keira Knightley, οπότε προκύπτει και το απαραίτητο love story-, και μαθαίνει ότι σε τέσσερις μέρες (απ’ αυτές του ‘92) θα πεθάνει. Βέβαια, αντί να προσπαθήσει να το αποτρέψει, περνάει όλες τις μέρες του πηγαίνοντας μπρος-πίσω στο χρόνο και προσπαθώντας να μάθει το πώς θα γίνει –ή το πώς έγινε, εξαρτάται από πού το βλέπει κανείς.

Ο σεναριογράφος, που φαίνεται να έχει αντλήσει έμπνευση τόσο από το βιβλίο «10 Τρόποι να Αντιγράψετε τους 12 Πιθήκους» -ανάγνωσμα σαφώς κατώτερο του «10 Τρόποι να Γράψετε τους 12 Πιθήκους»- όσο και από το «Λογική: Αυτός ο Άγνωστος», κερδίζει πόντους χάρη στην ευσυνείδητη επιλογή του να μείνει μακριά από τα παράδοξα του ταξιδιού στο χρόνο, για να αποφύγει τη γιούχα.

Όμως τι να γλιτώσεις, όταν βάζεις τον πρωταγωνιστή σου να μη χρειάζεται να πάρει το σώμα του μαζί όταν ταξιδεύει στο χρόνο, όταν οι χαρακτήρες σου μοιάζουν να προέκυψαν από εγχειρίδια για πετυχημένα κλισέ, κι όταν πετάς από ‘δω κι από ‘κει ρετάλια από υποπλοκές για να μπορέσεις να φτιάξεις φινάλε. Αν δεν ένιωθε κι αυτήν την αναθεματισμένη ανάγκη να χώσει κάπου και το ρομάντζο, ίσως τουλάχιστον να έδινε στον Maybury την ευκαιρία να δώσει στην ταινία έναν κάποιο ρυθμό.

Πάντως, αν σας λέει κάτι η Keira Knightley, θα έχετε την ευκαιρία να δείτε το ένα της στήθος. Αν πάλι δε σας λέει τίποτα, θα έχετε την ευκαιρία να δοκιμάσετε τις αντοχές σας με τους over the top μελοδραματισμούς της. Ο δε Brody, αν και παίζει την κάθε σκηνή σα να πρόκειται για το μονόλογο του Brando στο Λιμάνι της Αγωνίας, κερδίζει τις εντυπώσεις με διαφορά… μύτης, της οποίας το ερμηνευτικό μέγεθος και βάθος, ο σκηνοθέτης φροντίζει να τονίσει όσο πιο συχνά μπορεί. Ορκίζομαι ότι σε ένα από τα γκρο-πλαν του, σχεδόν είδα στο αριστερό του ρουθούνι να μπαίνει φως από το αυτί του. Αν μη τι άλλο, η ταινία είναι ρεσιτάλ ανικανότητας του σκηνοθέτη να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς του.

Αν είχα τη δυνατότητα να ταξιδέψω στο χρόνο, θα πήγαινα πίσω σ’ εκείνο το πρώτο 15λεπτο μετά τους τίτλους αρχής, και θα ακολουθούσα τη συμβουλή της Keira. Αν ευθύνεται κάποιος που με κράτησε στην αίθουσα, είναι ο Peter Deming, που με ξεγέλασε με την ενδιαφέρουσα φωτογραφία του.

Be Cool

Be Cool
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: F. Gary Gray
Σενάριο: Peter Seinfeld (από τη νουβέλα του Elmore Leonard)
Παίζουν: John Travolta, Uma Thurman, Vince Vaughn

Ο Elmore Leonard είναι ένας από τους σημαντικότερους pulp λογοτέχνες της Αμερικής σήμερα. Ξεκινώντας την καριέρα του στις αρχές του 1950 γράφοντας westerns για 2 σεντς τη λέξη (το 3:10 to Yuma και το Hombre ήταν τα σουξέ εκείνης του της εποχής), στράφηκε στα αστυνομικά μια δεκαετία αργότερα, όπου και μεγαλούργησε, δίνοντας μεγάλη σημασία στους χαρακτήρες των βιβλίων του, και τις έντονες pop αναφορές στις ιστορίες και τους διάλογούς τους. Παράλληλα έγραφε σενάρια για το Hollywood και αρκετές φορές διασκέυασε τα δικα του έργα για τη μεγάλη οθόνη, απασχόληση από την οποία προέκυψαν σπουδαίες ταινίες του σύγχρονου αμερικάνικου σινεμά, όπως το Out of Sight, το Jackie Brown και, φυσικά, το Get Shorty.

Η τεράστια επιτυχία του Get Shorty, το οποίο το ’95 έπιασε εισπράξεις σχεδόν ίσες με 5 φορές το budget του, δε θα μπορούσε παρά να ανοίξει την όρεξη των παραγωγών για ένα sequel. Αυτό που είναι παράδοξο, είναι ότι άνοιξε και την όρεξη του Leonard, ο οποίος όταν είδε το σουξέ, έκατσε κι έγραψε ένα ολοκαίνουριο βιβλίο, με σκοπό να το κάνει ταινία. Και μπορεί να πήρε μια δεκαετία στους εμπλεκόμενους να μπορέσουν να συγχρονίσουν τα προγράμματά τους, αλλά κάπως έτσι, προέκυψε το Be Cool.

Ο πάντα cool, ντυμένος στην τρίχα με διακριτικά σκουρόχρωμα κοστούμια και πουκάμισα που κουμπώνουν ψηλά στο λαιμό Chili Palmer, που από τοκογλύφος αποφάσισε να γίνει κινηματογραφικός παραγωγός γιατί «πόσο δύσκολο μπορεί να είναι», τώρα αηδιασμένος από την κατάντια της show biz, αποφασίζει εγκαταλείψει το το Hollywood και να ασχοληθεί με τη μουσική βιομηχανία. Τη βιομηχανία που, όπως σύντομα θα μάθει, δεν μπορείς να βάλεις τους άλλους να κάνουν ό,τι θέλεις επειδή είσαι wise guy, γιατί εκεί όλοι είναι wise guys.

Κάπως έτσι λοιπόν, μια δεκαετία μετά και το Pulp Fiction, ο John Travolta συναντά ξανά και την Uma Thurman, η οποία στο ρόλο μιας παλιάς του φίλης, θα του ανοίξει τις πόρτες για τη βιομηχανία της μουσικής. Και οι δυο τους, θα μας χαρίσουν άλλον έναν υπέροχο χορό. Βέβαια μην περιμένετε ούτε την ίδια χημεία μεταξύ τους, γιατί ούτε ο Travolta είναι στη φόρμα του Vince Vega, ούτε η Uma στης Mia Wallace, ούτε βέβαια οι Black Eyed Peas είναι Chuck Berry. Γενικά οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν αρκετά ξεκούρδιστοι για το μεγαλύτερο διάστημα της ταινίας, έστω κι αν ο Travolta είναι ακόμη πιο cool απ’ όσο ήταν στο Get Shorty, κι έστω κι αν η Uma είναι στο πιο στυλάτο της εδώ και καιρό.

Η δε Christian Milian, η πιτσιρίκα που παίζει το ταλέντο που οι δυο ήρωες θέλουν να κάνουν αστέρι για να μπορέσουν να σώσουν και τη δισκογραφική τους από τη διάλυση, είναι ενοχλητικά σφιχτή και στημένη, πράγμα που είναι λογικό, μιας και είναι στην πραγματικότητα τραγουδίστρια, όχι ηθοποιός. Έτσι ο Harvey Keitel και ο Cedric the Entertainer κλέβουν την παράσταση στους ρόλους των ανταγωνιστών, που στήνουν ένα απίθανο πανηγύρι αντιμαχόμενων συμφερόντων και ύπουλων δολοπλοκιών. Ο δε Vince Vaughn αρχικά κερδίζει τις εντυπώσεις στον… εκκεντρικό χαρακτήρα ενός λευκού που νομίζει ότι είναι μαύρος στο γκέτο, και έχει καταπιεσμένες τάσεις μανιακού δολοφόνου, αλλά σύντομα γίνεται κουραστικός.

Εν γένει οι χαρακτήρες η ταινία είναι στο μεγάλυτερο μέρος της εξαιρετικά ευχάριστη χάρη στους εκκεντρικούς της χαρακτήρες και την αίσθηση φρεσκάδας στο στόρυ και την εξέλιξή του, όμως τα σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό, μερικά αστεία που επαναλαμβάνονται περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε, και η λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν διάρκειά της, ενδέχεται να κουράσουν. Ωστόσο ενδείκνυται για τους fans του Leonard και κυρίως για όσους εκτιμούν τις ταινίες με αυτήν την ειρωνική αυτοαναφορικότητα που χαρίζει στοιχεία αυτοπαρωδίας.

Melinda and Melinda - Review

Melinda and Melinda
Image hosted by Photobucket.com(3/5)

Σκηνοθεσία: Woody Allen
Σενάριο: Woody Allen
Παίζουν: Will Ferrell, Radha Mitchell, Chloe Sevigny

Τα τελευταία χρόνια ο Woody Allen είναι η πιο σταθερή σε απόδοση μηχανή κινηματογραφικής παραγωγής στον κόσμο. Με μια ταινία το χρόνο, πάντα έτοιμη για ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ (συνήθως προτιμά τις Κάννες), ο Woody δουλεύει σα ρολόι, πράγμα που είναι και καλό και κακό. Καλό γιατί οι fans του δεν έχουν ακόμη κινδυνέψει να πάθουν σύνδρομο στέρησης. Κακό γιατί οι fans του έχουν αρχίσει να βγαίνουν πάντα από την αίθουσα με την πρόταση «κλασικός Woody Allen» στο στόμα. Το οποίο μεταφράζεται ως: μια απ’ τα ίδια. Ε λοιπόν, φέτος θα εκπλαγούν. Γιατί το Melinda and Melinda, είναι η λιγότερο Γουντυαλλενική ταινία που έχει γυρίσει ο Woody Allen.

Καθώς δειπνούν σε ένα μπιστρό, τέσσερις φίλοι φιλοσοφούν γύρω από τα όρια της κωμωδίας και της τραγωδίας, και ένας απ’ αυτούς, αναφέρει την ιστορία της Melinda, μιας κοπέλας που εμφανίζεται ξαφνικά κι απροειδοποίητα σ’ ένα δείπνο και ανατρέπει τη ζωή των φίλων της. Οι άλλοι, προσπαθούν να φανταστούν την εξέλιξη της ιστορίας, ως κωμωδία και ως τραγωδία.

Η βασική πλοκή και των δύο ιστοριών είναι αρκετά απλή, καθώς ο Allen μεταφέρει το ενδιαφέρον από τις καταστάσεις, σ’ αυτά που λέγονται και στον τρόπο που λέγονται, έτσι ώστε να κάνει πιο ξεκάθαρες τις αλληγορικές προεκτάσεις της ταινίας. Θυμίζοντας περισσότερο Linklater, ή ακόμη και Jarmousch, με τους ήρεμους, μακρόσυρτους και γεμάτους πολυσύλλαβες λέξεις διαλόγους, το Melinda and Melinda ενδέχεται να φανεί κομπασμένο και βαρύγδουπο σε αρκετούς.

Και δεν θα τους αδικούσα, αφού υπάρχουν στιγμές που η ταινία φαίνεται να παίρνει τον εαυτό της για κάτι πιο φιλοσοφημένη απ’ ό,τι είναι. Γιατί τελικά ούτε η κωμωδία είναι τόσο αστεία, ούτε η τραγωδία τόσο δραματική, ώστε στο τέλος της κουβέντας των τεσσάρων να έχει εμφανιστεί κάποια σημαντική απόσταση ανάμεσα στις δύο εκδοχές τις ιστορίας, που να δικαιολογεί κάποια άλλη διδαχή του πειράματος από το ότι «η ζωή είναι τόσο κωμωδία, όσο και τραγωδία». Εντάξει, το ξέρουμε αυτό…

Όπως και να ‘χει όμως, είναι μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στην καριέρα του Allen, μιας και το Melinda and Melinda μοιάζει με πειραματικό μεταβατικό στάδιο από την κωμωδία στο δράμα, και είναι κάτι τόσο διαφορετικό από τον «κλασικό Woody», που εκτός από αυτούς που ήδη τον αγαπούν πραγματικά, ενδέχεται να ενθουσιάσει και μερικούς απ’ τους απ’ έξω.

Hitch - Review

Hitch – Ο Μετρ του Ζευγαρώματος
Image hosted by Photobucket.com (3/5)

Σκηνοθεσία: Andy Tennant
Σενάριο: Kevin Bisch
Παίζουν: Will Smith, Eva Mendes, Kevin James

Δεν ξέρω (αλλά μπορώ να φανταστώ) πώς αισθανόταν ο Ronald Reagan όταν γινόταν ο πρώτος ηθοποιός που κέρδισε μια τετραετία διακοπών στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου, αλλά αυτό που πραγματικά θα ήθελα να ξέρω, είναι πώς θα αισθανόταν αν έβλεπε στη θέση του τον Will Smith. Τον Πρίγκιπα του Βell Air, τον πιλότο που έδωσε νέο συμβολισμό στην Ημέρα Ανεξαρτησίας, το Κακό Παιδί που έγινε Άντρας με τα Μαύρα, τον δημοφιλέστερο αυτή τη στιγμή μαύρο ηθοποιό και μια από τις λαοφιλέστερες περσόνες όλων στη χώρα του.

Μπορεί να μην τα πηγαίνει καλά με τους κριτικούς, αλλά σίγουρα έχει τον τρόπο του με το κοινό, γεγονός που επιβεβαιώνεται κάθε φορά που οι εισπράξεις μιας ταινίας εκτινάσσονται στα ύψη, απλά και μόνο γιατί έχει το όνομά του στα credits της. Η τελευταία του μάλιστα, το Hitch, ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες, σημειώνοντας το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών για ρομαντική κομεντί.

Έπρεπε να το περιμένω λοιπόν, ότι σ’ αυτήν την ταινία, ο Will Smith έχει βρει το πραγματικό κάλεσμά του. Έχοντας περάσει από όλα τα εμπορικά ήδη κινηματογράφου, από κωμωδία σε περιπέτεια και από αστυνομικό σε sci-fi, ο Smith βρίσκεται στην κορυφή της φόρμας του στο ρόλο του Alex ‘Hitch’ Hitchens, ενός δόκτορα του έρωτα. Όχι, δεν υπάρχει μεγαλύτερο κλισέ απ’ αυτό, αλλά ο Smith παίζει το ρόλο τόσο προσγειωμένα και άνετα, που πετυχαίνει ακριβώς στο κέντρο το στόχο του ρομαντικού ρεαλισμού που χρειάζονται αυτού του είδους οι ταινίες.

Κι όταν μιλάω για ρομαντικό ρεαλισμό, εννοώ τον τύπο του ρομάντζου όπου το πρώτο ραντεβού είναι ένα ταξίδι με jet ski από τη μαρίνα της Νέας Υόρκης στο νησί Ellis, που περιλαμβάνει πριβέ περιήγηση από τον φύλακα του μουσείου και πειραγμένα κειμίλια ώστε να απευθύνονται προσωπικά στον υποψήφιο στόχο του Δόκτορος. Αυτό το larger than life στοιχείο, που κάνει τα κοριτσάκια να αναστενάζουν κουρνιασμένα στις αγκαλιές των αγοριών τους, οι οποίοι με τη σειρά τους βλέπουν με περηφάνια τον εκπρόσωπο του φύλου τους.

Κινούμενο βέβαια αυστηρά μέσα στις αμερικάνικες κινηματογραφικές φόρμες, το Hitch καταφέρνει ωστόσο να έχει περισσότερα κοινά με τα ρομάντζα παλιότερων εποχών, παρά με τις σύγχρονες μετεφηβικές σάχλες. Κρατάει βέβαια λίγο περισσότερο, αλλά κυρίως γιατί αργεί να πάρει μπρός, αφού το πρώτο 15λεπτο αναλώνεται σε χοντροκομμένες φάρσες και παγωμένο χιούμορ. Όμως όσο προχωράει, σε κάνει να ξεχάσεις την κακή σας πρώτη γνωριμία, και είναι αρκετά αποτελεσματικό στο γέλιο (συνήθως) και στο δάκρυ (όσο φτάνει στο φινάλε) που σχεδόν σε κάνει να το ερωτευτείς.

Ο Tom Haden Church πιάνει αράχνες

Ποιος είπε πώς μόνο ένας μπορεί να βγει κερδισμένος απ’ τα Όσκαρ; Πάντως σίγουρα όχι ο Thomas Haden Church, ο οποίος μετά την πρόσφατη υποψηφιότητά του για Όσκαρ β’ Ανδρικού για το Sideways, έστρεψε αρκετά βλέμματα πάνω του για να κερδίσει μια θέση στο cast του Spider-Man 3.

Στην τρίτη ταινία της σειράς, που προγραμματίζεται να βγει στις αίθουσες στις αρχές του Μάη του 2007, ο ηθοποιός με το πλούσιο βιογραφικό σε τηλεοπτικές σειρές, θα παίξει το ρόλο της νέμεσης του ήρωα με τα μπλέ κολάν και τους ιστούς στους καρπούς, σύμφωνα με ανακοίνωση του σκηνοθέτη της ταινίας Sam Raimi την περασμένη Δευτέρα. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη, ποιον από τους δεκάδες εχθρούς του Spider-Man θα υποδυθεί.

Ring Two, The - Review

The Ring Two – Σήμα Κινδύνου 2
Image hosted by Photobucket.com (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Hideo Nakata
Σενάριο: Ehren Kruger
Παίζουν: Naomi Watts, David Dorfman, Simon Baker

Είναι πολύ, πολύ λυπηρό να βλέπεις ένα από τα πιο τρομακτικά κινηματογραφικά φαντάσματα των τελευταίων ετών, να επιστρέφει αμήχανο, άνευρο και γλυκανάλατα αναποτελεσματικό, στο sequel της ταινίας του. Από την άλλη βέβαια, είναι καθησυχαστικό, από την άποψη ότι επιβεβαιώνει πως οι θεμελιώδεις νόμοι του σύμπαντός μας, εξακολουθούν να ισχύουν.

Το 1998 ο Hideo Nakata έγραψε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκόσμιου τρόμου, μεταφέροντας στην οθόνη τη νουβέλα του συμπατριώτη του Kuji Suzuki, και όχι μόνο γέννησε ένα ανεπανάληπτο cult φαινόμενο στην ιαπωνική κοινωνία, αλλά έστρεψε και το βλέμμα των αμερικανικών στούντιο στην ανατολίτικη φιλμογραφία. Λίγο πολύ την ιστορία του πως φτάσαμε εδώ την ξέρετε, και αν όχι, μπορείτε να κάνετε ένα κλικ εδώ.

Το σημαντικό είναι πως, μετά την εισπρακτική επιτυχία του The Ring πριν από τρία χρόνια, δια χειρός Gore Verbinski, ήταν λογικό ο Nakata να θελήσει να καρπωθεί κι αυτός ένα μερίδιο της τρομακτικής επιτυχίας του νέου αμερικάνικου franchise. Και λογικό, αυτός το γέννησε άλλωστε! Οπότε καβάλησε την καρέκλα του σκηνοθέτη για το αμερικάνικο sequel, που θέλει τη Rachel (Naomi Watts) και το γιό της Aiden (David Dorfman) να έχουν μετακομίσει στην επαρχιακή Αμερική, ψάχνοντας ηρεμία μακριά από τη στοιχειωμένη κασέτα που έδενε όποιον την έβλεπε με μια θανατηφόρα κατάρα, την οποία μπορούσε να σπάσει μόνο αν έδειχνε το αβανταδόρικο ασπρόμαυρο περιεχόμενό της σε κάποιον άλλο. Σιγά που θα ηρεμούσε βέβαια. Η Samara, εκείνο το σκιαχτικό, λιγδιάρικο κοριτσάκι με τα μαύρα μακριά μαλιά μπροστά απ’το πρόσωπο, που κατοικεί στο πηγάδι της κασέτας, βρίσκει το δρόμο της για το ήσυχο χωριουδάκι της Astoria, και βάζει σκοπό της να κάνει την Rachel μαμά του.

Ο Nakata φέρνει στο sequel αρκετή από την ατμοσφαιρικότητα που κυριαρχούσε στην ιαπωνική βερζιόν, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι ξέρει να στήσει σωστά τα «μπου!» του, ακόμη κι αν αναγκάζεται αρκετές φορές να δώσει μια MTV-ζουσα χρειά στις εικόνες του, για να ικανοποιήσει το αμερικάνικο κοινό. Το μεγάλο πρόβλημα, το έχει ο σεναριογράφος του, ο Ehren Kruger, ο οποίος μη έχοντας αντίστοιχο αρχικό υλικό για να στηριχθεί (οι παραγωγοί δεν ήθελαν να κάνουν remake του γιαπωνέζικου sequel βέβαια, sequel του αμερικάνικου remake ήθελαν) χάνεται ανάμεσα στην ανατολίτικη προέλευση της ταινίας και τον δυτικό προσανατολισμό του τμήματος marketing του στούντιο, και σε στιγμές κατεβάζει το IQ της ρασιοναλίστριας πρωταγωνίστριάς του, αλλά και του θεατή, για να πετάξει μερικά ξεκρέμαστα μεταφυσικά στοιχεία, ενώ πολύ σύντομα το στόρυ φαίνεται να του ξεφεύγει, και από The Ring να γίνεται Εξορκιστής.

Παραδόξως, οι έντονες φοβίες απέναντι στην τεχνολογία (τα βίντεο, τις οθόνες, την καταγραφή του κόσμου και κατ’ επέκταση την καταγραφή του «άλλου κόσμου») που ήταν βασικά χαρακτηριστικά του Ringu, είναι εδώ περισσότερο παρόντα απ’ ό,τι στο The Ring, γεγονόςπου ενισχύει τις υποψίες μου ότι ο Nakata συμπλήρωνε σημειώσεις στο σενάριο κρυφά από τον Kruger. Εν κατακλείδι, το Ring 2 είναι μια κλασσική καλοστημένη μα κακογραμμένη ιστορία φαντασμάτων, με ελάχιστα πραγματικά τρομάγματα (δύο μέτρησα εγώ), στιγμές που ο ρυθμός παγώνει, κι ένα φινάλε που φαίνεται πως μάλλον από κάπου αλλού τους είχε περισσέψει.


Life Aquatic, The - Review

The Life Aquatic – Υδάτινες Ιστορίες
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Wes Anderson
Σενάριο: Wes Anderson, Noah Baumbach
Παίζουν: Bill Murray, Owen Wilson, Cate Blanchett, Anjelica Huston

Βλέποντας την ταινία, ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δηλαδή για την ακρίβεια, πολλά δεν πήγαιναν καλά. Θέλω να πω, υπήρχε το σωστό κλίμα που πρέπει να ντύνει μια ταινία του Wes Anderson, και όσοι έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες του, ή έστω έχουν δει μόνο την τελευταία του δουλειά, την Οικογένεια Τένεμπαουμ (2001), ξέρουν τι εννοώ. Αυτό το μείγμα γλυκόπικρου δράματος με κρυμμένες ανάσες έξυπνης, παιχνιδιάρικης κωμωδίας, που έγινε το trademark ενός μοναδικού στο είδος του σκηνοθέτη-σεναριογράφου του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου. Όλο αυτό ήταν εκεί, μαζί με την αγάπη του Anderson να σκορπά αλλόκοτους χαρακτήρες, και στο μέσον τους να συνθέτει δυσλειτουργικές οικογένειες για να τις αποδομήσει στη συνέχεια με σαδιστικό σαρκασμό. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν του πέτυχε η αναλογία.

Ο Steve Zissou, ο μεγάλος ωκεανολόγος, ξεκινά για το τελευταίο του ταξίδι με σκοπό να αναστήσει την ολοένα και συρρικνούμενη φήμη του, αλλά και να σκοτώσει τον καρχαρία Jaguar, ένα νέο είδος σαρκοβόρου ψαριού, η ανακάλυψη του οποίου κόστισε τη ζωή του καλού του συνεργάτη και πολύ κοντινού του φίλου. Καινούριοι σύντροφοι σ’ αυτήν του την περιπέτεια, μια έγκυος νεαρή ρεπόρτερ που θα κεντρίσει τον ανδρισμό του, και ένας πιτσιρικάς που ισχυρίζεται ότι είναι ο χαμένος του γιος.

Η ιδέα και μόνο ενός ωκεανογράφου-φιλμικού αντίστοιχου του Jaques Causteu, που ως άλλος κάπταιν Άχαμπ ξεκινά να σεργιανίσει τους ωκεανούς για να βρει τον καρχαρία που έφαγε το φίλο του και να πάρει εκδίκηση, είναι αρκετά φευγάτη για να υποσχεθεί ένα καλό σεναριακό background, αλλά το inside joke καταναλώνεται αρκετά σύντομα. Στη συνέχεια οι χαρακτήρες αποδεικνύονται πολύ αδύναμοι για να κερδίσουν το ενδιαφέρουν του θεατή, που μένει να προσπαθεί να ισορροπήσει στις τάσεις του Anderson να συγκεράσει κινηματογραφικά ήδη όπως η περιπέτεια, το kung-fu και οι πειρατικές ταινίες, με έναν τρόπο που, το μόνο που μπορώ να πώ, είναι ότι προκαλεί αμηχανία. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Γιατί αυτό το φιλμικό αξιοπερίεργο, σε συνδυασμό με την ιδιοφυή επιλογή του Anderson να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά Computer Generated εικόνες σε πανέμορφα έντονα παστέλ χρώματα για να απεικονίσει το βυθό και τα πλάσματά του, σκηνοθετικά κολπάκια όπως η απεικόνιση των διαμερισμάτων του πλοίου μέσω τομής (ακριβώς όπως στην ταινία του Jerry Lewis The Ladies’ Man του 1961) και η μαγευτική εμφάνιση του Bill Murray στον low key πρωταγωνιστικό ρόλο, συνθέτουν μια τόσο διαφορετική ταινία απ’ όσα έχετε συνηθίσει, που ακόμη κι αν σας κουράσει, θα σας φρεσκάρει το βλέμμα, και αν μη τι άλλο, θα σας ανακατέψει και το μυαλό. Αφήστε που θα σας δείξει τον βυθό, όπως θα τον έβλεπε ο Κουστώ αν ήταν χασικλής.

News: Το αντι-Ομηρικό πανηγύρι ξεκίνησε ξανά

Ματαιώθηκε την Τετάρτη η προβολή της ταινίας Όμηρος του Κωνσταντίνου Γιάνναρη στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης, μετά από τηλεφώνημα για βόμβα.

Νωρίτερα, ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη, που είχε χάσει τη ζωή του κατά τον αιματηρό τερματισμό της λεωφορειοπειρατείας, τον Ιούνιο του 1999, επί αλβανικού εδάφους, εισήλθε στην αίθουσα του κινηματογράφου και εξέφρασε ιδιαίτερα έντονα την αγανάκτηση του για την προβολή της ταινίας, η οποία, όπως υποστηρίζει, προσβάλλει τη μνήμη του παιδιού του.

Ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη φώναζε συνθήματα εναντίον του σκηνοθέτη, αλλά και των θεατών, υποστηρίζοντας ότι το σενάριο διάκειται θετικά υπέρ του Αλβανού δράστη.

Ακολούθησε ένταση στο χώρο του κινηματογράφου, ενώ στη συνέχεια τηλεφώνημα αγνώστων στην Άμεσο Δράση περί τοποθέτησης βόμβας στο «Ολύμπιον» είχε ως συνέπεια την εκκένωση της αίθουσας και τη ματαίωση της προβολής.

Πηγή: in.gr

Αν και η θεωρία όλο αυτό το σύστριγγλο να είναι υποκινούμενο απο την εταιρεία διανομής της ταινίας, θα έφτιαχνε ένα υπέροχο σενάριο συνομωσίας, το πράγμα έχει πάει τόσο μακριά που απο στιγμή σε στιγμή περιμένω την εμφάνιση της κυρίας Λουκά με Καλάσνικοφ και μολότωφ να καλεί το λαό σε εξέγερση και αντίσταση στη Γιανναρική λαίλαπα.

Το πανηγύρι του μποϋκοτάζ έχει ξεκινήσει. Κάντε μια βόλτα απ'το επίσημο forum του Ομήρου για τρελό αποκριάτικο κέφι


Τεστοστερόνη - Review

Τεστοστερόνη
(4/5)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος
Σενάριο: Αύγουστος Κορτώ
Παίζουν: Δημήτρης Λιακόπουλος, Καίτη Παπανίκα, Δήμητρα Ματσούκα, Ναταλία Δραγούμη

Στο ανακριτικό δωμάτιο αεροδρομίου της Αγγλίας, οι τελωνειακοί υπάλληλοι προσπαθούν να βρουν άκρη με το αινιγματικό περιστατικό ενός νεαρού Έλληνα φοιτητή που στη βαλίτσα του μεταφέρει περισσότερα πακετάκια τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο, απ’ ότι ρούχα. Μόνο που στο αλουμινόχαρτο, αντί για ναρκωτικά, κρύβονται… σουτζουκάκια!

Α, όχι, λάθος, αυτό είναι από διαφήμιση κουζίνας… Όμως έχει κοινά με την καινούρια ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου. Για παράδειγμα, και στα δυο πρωταγωνιστεί η ίδια φάτσα. Και βεβαίως, έχουν και η δυο έναν αέρα κωμικής πρωτοτυπίας και φρεσκάδας. Και πότε ήταν η τελευταία φορά που ελληνική κωμωδία σας φάνηκε φρέσκια;

Η φρεσκάδα αυτή λοιπόν, οφείλεται κυρίως στο σενάριο του Αύγουστου Κορτώ, παιδί-θαύμα του ελληνικού μυθιστορήματος, που η φήμη τον θέλει να είχε ονειρευτεί ότι ήταν αποκλεισμένος σε ένα νησί γεμάτο γυναίκες διψασμένες για το σπέρμα του. Έτσι ακριβώς γίνεται και στην Τεστοστερόνη, μια σεξοκωμωδία καταστάσεων, όπου στέλνει το νεαρό πρωταγωνιστή του στη Νάξο με αφορμή ένα παλιό αμάξι, για να τον αποκλείσει εκεί -μοναδικό άντρα σε όλο το νησί- και να εξαπολύσει εναντίον του την ακόρεστη σεξουαλικότητα όλων των γυναικών του νησιού.

Με έξυπνο, κοφτερό χιούμορ, ο Κορτώ εμπλουτίζει το αρχέγονο όνειρο (ή εφιάλτη) του κάθε άντρα με πρωτότυπες κωμικές καταστάσεις, φίνο λεκτικό χιούμορ, αλλά και όλες τις ετεροφυλόφιλες σεξουαλικές φαντασιώσεις που κυκλοφορούν (σεξ με παιδική σου φίλη, με αντρογύναικα, με μηχανόβια, με χήρα, με μάνα, με δυο γυναίκες συγχρόνως, με μάνα και κόρη συγχρόνως, με την αδερφή σου, με υπερήλικη, μέχρι και με γοργόνα πάει, ε, δε μένει και τίποτε άλλο νομίζω) που ανανεώνουν το από κάποιο σημείο κι έπειτα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Έτερος παράγων φρεσκάδας, ο πρωτοεμφανιζόμενος Δημήτρης Λιακόπουλος, η φάτσα που λέγαμε, που ανακάλυψε ο Πανουσόπουλος στην προαναφερθείσα διαφήμιση, και μετέτρεψε σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο 20χρονος Λιακόπουλος, σα να μην έλειπε που έκανε όλα αυτά που έκανε στο νησί, με μια ερμηνεία που ισορροπεί χαριτωμένα ανάμεσα στον ερασιτεχνισμό και το πηγαίο υποκριτικό ταλέντο, είναι στην ταινία τόσο αξιαγάπητος, που κέρδισε και το βραβείο του Α’ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ, ενώ η ταινία κέρδισε το 3ο βραβείο Μυθοπλασίας. Και παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να δηλώνει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ότι δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με την υποκριτική! Κορίτσια, φάτε τον.

Όμηρος - Review

Όμηρος
(4/5)

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιάνναρης
Σενάριο: Κωνσαντίνος Γιάνναρης
Παίζουν: Άρτο Απαρτιάν, Στάθης Παπαδόπουλος, Γιάννης Στάνκογλου, Μαριλού Κάππα Βαλεοντή

Βασισμένος στο αληθινό περιστατικό της λεωφορειοπειρατείας του ’99, από τον νεαρό Αλβανό που επιχείρησε να επιστρέψει στον πατρίδα του καταλαμβάνοντας ένα λεωφορείο από τη Νέα Μάκρη μαζί με τους επιβάτες -περιπέτεια που έληξε με την εκτέλεση τόσο του «πειρατή» όσο και ενός εκ των ομήρων του από τις αλβανικές ειδικές δυνάμεις-, ο Γιάνναρης παρουσιάζει ίσως την καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα, και σίγουρα μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Σκηνοθετημένος με νεύρο και ένταση, με ασφυκτικά γκρο-πλαν στα πρόσωπα των χαρακτήρων του, με εξαιρετικό ρυθμό στη μονταζιέρα, και τα beat της μουσικής του Νίκου Πατρελάκη να κλωτσάνε το στομάχι στις σωστές στιγμές, ο Όμηρος είναι ό,τι πιο κοντινό σε ψυχολογικό θρίλερ έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική παραγωγή.

Μια παραγωγή αριστοτεχνικά φτιαγμένη, αν αναλογιστεί κανείς τα πενιχρά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένας ανεξάρτητος Έλληνας κινηματογραφιστής, η συνολική εικόνα του Ομήρου αδικείται μόνο από την τελική αίσθηση ότι εκμεταλλεύεται περισσότερο τη δύναμη της ιστορίας του απ’ όσο είναι διατεθιμένος να την αποδομήσει και να την αναλύσει, τουλάχιστον δημιουργώντας δυνατότερους χαρακτήρες, με συνασιθηματικό-ψυχολογικό υπόβαθρο πιο στέρεο από μερικές κλεφτές ματιές με υπονοούμενα έξω απ’ τα παράθυρα της κινούμενης φυλακής τους.

Εκεί είναι που εντοπίζεται η αδυναμία της ταινίας, και έρχεται να γύρει την πλάστιγγα προς το μέρος του πρωταγωνιστή της ιστορίας, του Ελιόν, που στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τα πράγματα όπως ήταν πριν, όταν είχε περάσει τα σύνορα ως άγραφη σελίδα, με την ελπίδα να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό του. Πριν πηδήξει τη γυναίκα του αφεντικού του, πριν ενοχοποιηθεί απ’ αυτόν για εμπόριο όπλων, πριν βιαστεί από τους φύλακές του, πριν ξεφτιλιστεί στην πατρίδα του.

Όλες αυτές τις ιστορίες για αγιοποίησή του, εγώ δεν τις καταλαβαίνω. Λογικό κι αναμενόμενο βέβαια, μιας και ξεκίνησαν από τους συγγενείς του παιδιού που γνώρισε το θάνατο σ’ αυτό το λεωφορείο, οι οποίοι αν θα ήθελαν ποτέ να δουν την ιστορία του να γίνεται ταινία, σίγουρα δε θα ήθελαν να έχει για πρωταγωνιστή τον Αλβανό που τον οδήγησε στο θάνατο. Αλλά πέρα απ’ αυτό, και πέρα απ’ το ότι δεν παρακολουθούμε μάθημα ιστορίας αλλά ταινία, ακόμη και αν θέλει κανείς να σταθεί στον χαρακτήρα του Ελιόν, θα συναντήσει έναν ανισόρροπο νέο, που είδε τη ζωή του να καταστρέφεται επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει κλειστό το φερμουάρ του (που μεταξύ μας, αν αυτή η γυναίκα ήταν η Θεοφανία Παπαθωμά, εγώ δεν ξέρω πόσοι άντρες θα αντιστέκονταν), και πιάστηκε ο ίδιος Όμηρος σε μια αφελή και ανώριμη ιδέα για το πώς να κερδίσει πίσω τη χαμένη του τιμή. Όλα αυτά, δεν είναι αγιοποίηση του ήρωα, είναι προβλήματα του σεναρίου.

Εκτός κι αν πρέπει πια να κατηγορήσουμε τον Γιάνναρη γιατί υπεννόησε ότι μια (Ελληνίδα) γυναίκα ήταν λίγο… φιλελεύθερη με τη σεξουαλικότητά της! Ε δε γίνεται έτσι να αντιμετωπίζουμε μια ταινία. Εγώ σας προκαλώ να βγάλετε από το μυαλό σας την αληθινή ιστορία, να δείτε την ταινία, και μετά να βγείτε από την αίθουσα και να πείτε ότι δεν ήταν εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, του Collateral.


In Good Company - Review

In Good Company
(2/5)

Σκηνοθεσία: Paul Weitz
Σενάριο: Paul Weitz
Παίζουν: Dennis Quaid, Topher Grace, Scarlet Johansson

Εικοσιεξάχρονος γιάπης αναστατώνει τη ζωή πενηντάχρονου επικεφαλής διαφημιστικού τμήματος πολυεθνικής, τόσο στη δουλειά όταν γίνεται διευθυντής του, όσο και στο σπίτι όταν τα φτιάχνει με την κόρη του.

Θα μπορούσε να είναι άλλη μια κλασσική αμερικάνικη εφηβική σαχλοκομεντί, όμως οι ήρεμοι ρυθμοί, η τάση για ψυχαναλυτική παρουσίαση των (επιφανειακών) χαρακτήρων και η αποφυγή χρήσης εκβιαστικών μηχανισμών κωμωδίας (πού φτάσαμε, να είναι θετικό για μια ταινία όταν κάτι τέτοιο λείπει…), μειώνουν τα επίπεδα χαζοχαρουμενιάς στο minimum, κάνοντάς την από υποφερτή μέχρι και απολαύσιμη.

Όπως και να ’χει όμως, δεν είναι δα και το ψυχόδραμα του σύγχρονου επιχειρηματία (όσο κι αν θα το ήθελε), και σύντομα αρχίζει να βουλιάζει στη χλιαρότητά του, για να τα τινάξει όλα στον αέρα με την γελοία, κακογραμμένη και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, δήθεν επικράτηση των ανθρωπίνων σχέσεων έναντι του καπιταλισμού.

Αλλά όταν τελειώσει η ταινία, θα αναρωτηθείτε και μόνοι σας: πόσα να περιμένει κανείς από έναν σκηνοθέτη-σεναριογράφο, που σπαταλάει τη Johansson σε ένα ρολάκι 20 λεπτών το πολύ;

Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.