Guess Who - Review

Guess Who – Μάντεψε Ποιός
(3/5)

Σκηνοθεσία: Kevin Rodeny Sullivan
Σενάριο: David Ronn, Jay Scherick, Peter Tolan
Παίζουν: Bernie Mac, Ashton Kutcher, Zoe Saldana

Ένα new age remake του Guess Who’s Coming to Dinner με αντιστροφή των φυλετικών ρόλων και μεταφορά των τεκταινομένων στη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα, θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ κακή ιδέα. Αλλά αυτοί το γύρισαν έτσι κι αλλιώς. Αυτή είναι η δουλειά τους άλλωστε.

Το story θέλει την Theresa να φέρνει στους γονείς της τον εκλεκτό της καρδιά της, τον Simon, με σκοπό να τους ανακοινώσουν τους αρραβώνες τους. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι: Η Theresa αμέλησε να αναφέρει στους έγχρωμους γονείς της, ότι ο Simon είναι λευκός. Και τότε όλη η κόλαση μεταφέρεται στη γη.

Παραδόξως λοιπόν, αυτή η καινούρια εκδοχή τους βγαίνει αρκετά πετυχημένη. Φυσικά παραλείπονται οι όποιες άσχημες επιπλοκές θα μπορούσαν να προκύψουν από την όποια μελέτη των ρατσιστικών ρευμάτων που ενδεχομένως να ακολουθούσαν την ιδέα του διαφυλετικού ζευγαριού, γιατί δεν πρόκειται δα και για κοινωνική ταινία, ωστόσο γίνεται με τρόπο ευχάριστα αφελή, και μάλιστα η μετακύλιση της ρατσιστικής αντιμετώπισης από τον μαύρο στο λευκό αποδέκτη, προκύπτει και σχεδόν χαριτωμένη.

Βλέποντας λοιπόν το Guess Who αποκλειστικά σαν rom com, παρ’ ότι σέρνεται για κάνα εικοσάλεπτο στα μισά της, η ταινία έχει ένα αρκετά διασκεδαστικό πρώτο ημίχρονο των 30 λεπτών, κι άλλο ένα ημίωρο στο τέλος με χιούμορ δροσερό και πετυχημένο, αν και λίγο πιο κλισεδιάρικο προς το τέλος. Ωστόσο, η συνολική αίσθηση είναι ευχάριστη και στην επιτυχία συμβάλλουν εξίσου ο Bernie Mac, πετυχημένος κωμικός για χρόνια στην Αμερική, στο ρόλο του πατέρα, και ο Ashton Kutcher, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο συμπαθής, οξύνοντας τις ικανότητές του έστω και σε χαμηλών απαιτήσεων δουλειές.

Monster in Law - Review

Monster in Law – Κακιά Πεθερά
(2/5)

Σκηνοθεσία: Robert Luketic
Σενάριο: Anya Kochoff
Παίζουν: Jennifer Lopez, Jane Fonda, Michael Vartan, Wanda Sykes

Είναι πάντα μια σκληρή μέρα, η μέρα που μια ηθοποιός θα κληθεί να παίξει τη μητέρα αντί για την κόρη. Όμως όποια έχει ελάχιστη επίγνωση της κατάστασής της, αντιλαμβάνεται πότε έρχεται εκείνη η ώρα που δεν μπορεί πια να παίζει την 25άρα. Δυστυχώς, η J-Lo δε φαίνεται να είναι μια απ’ αυτές. Η J-Fo(nda) απ’ την άλλη, δεν έχει και πολλά περιθώρια, οπότε αναμενόμενο είναι να θέλει να βγάλει κι ένα easy dollar, όπως τόσοι και τόσοι πριν απ’ αυτήν.

Η Charlie (J-Lo) είναι νεαρή φιλοσοφημένη και πολυτάλαντη κοπέλα -με έφεση στο σχέδιο και τη ζωγραφική- που ψάχνει τον Mr. Perfect της και στο μεταξύ περνάει το χρόνο της έχοντας τουλάχιστον τρεις προσωρινές δουλειές (dogwalker, σερβιτόρα και υποδοχή σε κλινική). Τον βρίσκει στο πρόσωπο του Kevin (Michael Vartan), φοβερού και τρομερού χειρουργού με εμφάνιση μοντέλου, ο οποίος τυγχάνει και ηλιθιωδώς πλούσιος. Για την περιουσία αλλά και τις γνωριμίες που θα ζήλευε και Πλανητάρχης, μπορεί να ευχαριστεί τη μητέρα του, Viola (Jane Fonda), μεγαλοδημοσιογράφο υπερεπιτυχημένου τηλεοπτικού talk show, από την οποία το πέρασμα του χρόνου στέρησε τη δουλειά και σημαντικό κομμάτι των λογικών της. Λίγο λοιπόν η τρέλα της, λίγο η υπερβολική αγάπη για το γιο της, την μετατρέπουν στη νυφο-νέμεση της Charlie, την φονική πεθερά που θα κάνει τα πάντα για να εμποδίσει αυτό το γάμο. Κι όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε φόνο.

Το στόρι έχει τις δυνατότητες να ακουστεί σχεδόν διασκεδαστικό, αν και η αλήθεια είναι πως, όσο να ‘ναι, το όνομα της Jennifer Lopez στη μαρκίζα γεννά κάποιες αρνητικές προδιαθέσεις. Και φευ… τα κοτσιδάκια και οι πλεξούδες και τα χαρούμενα χοροπηδητά, κάθε άλλο παρά καμουφλάρουν το γεγονός ότι η Lopez καμία σχέση δεν έχει με την νεαρή κοπελίτσα που βρήκε τον πρίγκιπα και ζει το μελιστάλαχτο παραμύθι της, και βέβαια το ερμηνευτικό της ταλέντο (ή η έλλειψή του, αν θέλετε), επίσης δεν βοηθά καθόλου. Στα 35 της χρόνια και με τον παγκόσμιο τύπο στο σύνολό του να μας έχει αποκαλύψει όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του παρελθόντος της, το προφίλ της πρωταγωνίστριας δε θα λέγαμε ότι είναι ακριβώς συμβατό με το ρόλο της. Κρίμα που η κοπέλα δεν μπορεί να μεταμορφωθεί.

Ο συνδυασμός του παραπάνω, με τις απιθανότητες και τις υπερβολές του σεναρίου (βέβαια αυτό το λέω εγώ που είμαι ανύπαντρος, οπότε που να ξέρω κιόλας, αλλά οκ), δίνει σύνθημα για έναν ανελέητο κανιβαλισμό κάθε έννοιας αληθοφάνειας, η οποία βέβαια μπορεί να μην είναι και το ζητούμενο, αλλά κακό δε θα έκανε. Το ζητούμενο είναι να δουλεύουν τα comic gags της Lopez με την Jane Fonda, για να ξεχνιόμαστε από τις σποραδικές υπερζαχαρώδεις εκκρίσεις του ρομάντζου της Lopez με τον Vartan. Απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν, η ταινία είναι ένα έτσι-κι-έτσι πιάτο ξαναζεσταμένου φαγητού, με φορμουλαϊκή σκηνοθεσία και μηδενική πρωτοτυπία σε οποιονδήποτε τομέα, το οποίο, αν δεν είστε αλλεργικοί στα συστατικά του, δυσάρεστη γεύση δε θα σας αφήσει.

And They Lived Happily Ever After

And They Lived Happily Ever After – Κι έζησαν αυτοί καλά
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Yvan Attal
Σενάριο: Yvan Attal
Παίζουν: Yvan Attal, Charlotte Gainsbourg, Alain Chabat, Alain Cohen

Ηθοποιός γίνεται σκηνοθέτης για να γυρνάει ταινίες για τη γυναίκα του. Πολύ ωραίο και ρομαντικό, και μάλλον θα ‘ναι και αρκετά κερδοφόρο, αφού βρίσκει λεφτά για να συνεχίσει να το κάνει, αλλά... εμάς μας αφορά;

Πριν τέσσερα χρόνια είχαμε δει στην Ελλάδα την πρώτη ταινία του Attal, η οποία φυσικά ήταν αφιερωμένη στη γυναίκα του, τη Charlotte Gainsbourg, και με τον εύγλωττο τίτλο «Η γυναίκα μου είναι ηθοποιός» εξιστορούσε τις αγωνίες και τις χαρές ενός αθλητικογράφου που ήταν παντρεμένος με μια ηθοποιό. Φυσικά το ποια πρωταγωνιστούσε είναι προφανές (η γυναίκα του, η Charlotte Gainsbourg, χαζούλη), όμως αυτό που πραγματικά κινούσε την ταινία, ήταν η φρεσκάδα και η χαριτωμένη αφέλεια του σεναρίου της, που μαζί με τους γρήγορους ρυθμούς, την ισορροπημένη σκηνοθεσία και τη λατρεία του φακού για την Gainsbourg, έδιναν ένα ευχάριστο και εύπεπτο συνολάκι, μια χαρά για θερινό.

Φέτος, ο Attal ρίχνει τους τόνους για να ερευνήσει τις ιστορίες τριών φίλων, εκ των οποίων ο ένας, ο Fred(Alain Cohen), είναι ρέμπελος εργένης και οι άλλοι δύο είναι οικογενειάρχες που ζηλεύουν την τύχη του φίλου τους. Απ’ αυτούς τους δύο τώρα, ο George (Alain Chabat) είναι παντρεμένος με μια νεοφώτιστη φεμινίστρια μέγαιρα που του καταρρακώνει την αυτοεκτίμηση, και ο Vincent (Yvan Attal) έχει την καλύτερη σύζυγο, την Gabrielle (Charlotte Gainsbourg), το πιο ήσυχο παιδάκι, και γενικά την ζωή-υπόδειγμα, που κάθε οικογενειάρχης θα ονειρευόταν. Αν σας έλεγα πως ένας από τους τρεις θα απατήσει τη γυναίκα του, θα μαντεύατε ποιος; Πάντως δε θα είναι ο George.

Η δεύτερη λοιπόν σκηνοθετική δουλειά του Attal (εξαιρουμένης της μικρού μήκους του), είναι σχεδόν εκ των πραγμάτων αρκετά πιο σκοτεινή. Κρατώντας τη λατρεία του για τη φιγούρα της γλυκιάς του Gainsbourg, και αφήνοντας όλα τα άλλα, του προκύπτει άλλη μια γαλλική ταινία που προσπαθεί να εισχωρήσει διερευνητικά στην καθημερινότητα του γάμου και τη φύση της απιστίας, όμως ο σκηνοθέτης του -που φαίνεται να μπορεί να χειριστεί την κάμερα όταν ξέρει τι θέλει να την κάνει- δείχνει εξαιρετικά νευρικός κι απρόθυμος να κάνει τη βουτιά στα βαθιά και να επικεντρωθεί στα δύσκολα ερωτηματικά του σεναρίου του όταν έρχεται η ώρα να το κάνει.

Γι’ αυτό προσπαθεί όσο μπορεί να τα αποφύγει, όμως έτσι πριν τα μισά ακόμη της ταινίας, παγώνει το ρυθμό και θολώνει το στόχο, με μόνο τις εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλο το cast να κρατάνε κάπως την κατάσταση. Τι να σου κάνουν όμως κι αυτές όταν περπατάνε στον αέρα; Τα πράγματα σα να αρχίζουν να παίρνουν μπρος λίγο πριν το φινάλε, όταν μια σουρεάλ σύμπτωση οδηγεί κάπως ξεκρέμαστα στην τελική έκβαση του δράματος, που είναι αρκετά πιστευτή για να μην ενοχλεί και αρκετά ελπιδοφόρα για να μπορεί να θεωρηθεί και happy.

Στο Βελγικό L' Enfant το Palme d' Or 2005

Οι Βέλγοι Jean-Pierre και Luc Dardenne, είναι οι μεγάλοι νικητές της 58ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ των Κανών.

Το L' Enfant, η ιστορία ενός νεαρού μικροαπατεώνα που ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες της πατρότητας, χάρισε το βράδυ του Σαββάτου στους αδερφούς Dardene τον δεύτερο Χρυσό τους Φοίνικα, μετά και την βράβευσή τους το 1999 με την Rosetta.

Για την ύψιστη των τιμών του αναμφίβολλα σημαντικότερου κινηματογραφικού φεστιβάλ της Ευρώπης -αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, αν προτιμάτε το σινεμά σας στο ποιοτικό του-, οι αδερφοί Dardene υπερίσχυσαν πολύ δυνατών ονομάτων του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως αυτά των David Cronenberg, Wim Wenders, Michael Haneke, Jim Jarmusch, Lars Von Trier και Gus Van Sant.

Τη δεύτερη θέση (Grand Prix) κατέκτησε ο Jim Jarmusch με το Broken Flowers, στο οποίο ο Bill Murray υποδύεται έναν γερασμένο Δον Ζουάν, στο κυνήγι του γιου που δεν ήξερε ότι είχε.

Ο Tommy Lee Jones τιμήθηκε με το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για το The Three Burials of Melquiades Estrada, ταινία που αποτελεί και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Η ταινία βραβεύτηκε και για το σενάριό της (απο τον Μεξικανό Guillermo Arriaga), το οποίο θέλει τον Jones να υποδύεται έναν Τεξανό που αναγκάζει τον φονιά του φίλου του να ξεθάψει το σώμα, να το μεταφέρει στο Μεξικό, και εκεί να του ετοιμάσει μια κανονική κηδεία.

Η Hanna Laslo κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, για το ρόλο μιας οδηγού ταξί στο Free Zone, το road movie του Ισραηλινού Amos Gitai.

Ο Αυστριακός Mikael Haneke έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας για το θρίλερ Hidden, στο οποίο ένα ζευγάρι τρομοκρατείται απο έναν παρανοϊκό που τους παρακολουθεί.

Την Κυριακή, το 58ο Φεστιβάλ των Κανών, το οποίο σε γενικές γραμμές χαρακτηρίστηκε ως μια διοργάνωση με καλές αλλά όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες ταινίες, θα ρίξει την αυλαία του με την επαναπροβολή των βραβευμένων ταινιών.

Περισσότερα για τη διοργάνωση και τα βραβεία,
στις σχετικές ανταποκρίσεις και τα διάφορα αφιερώματα του Cine.gr,
και του movieworld.gr(μόνο που εκεί τα links
θα πρέπει να τα βρείτε μόνοι σας, είναι λίγο πιο μπερδεμένα...).

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith

Star Wars - Episode III: Revenge of the Sith
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: George Lucas
Σενάριο: George Lucas
Παίζουν: Hayden Christensen, Ewan McGregor, Natalie Portman, Ian McDiarmid

Του πήρε 28 χρόνια, αλλά τελικά ο Lucas τα κατάφερε να ολοκληρώσει το όραμα του. Αν βέβαια δεν του ‘ρθει να περάσει και όλη την υπόλοιπη ζωή του σ’ αυτόν τον πολύ, πολύ μακρινό του γαλαξία, φτιάχνοντας άλλα τρία επεισόδια, για να συμπληρώσει εννιαλογία όπως μας είχε απειλήσει.

Από το sleeper hit του ’77 που ήρθε από το πουθενά και άλλαξε την ιστορία του κινηματογράφου, στο πιο πολυαναμενόμενο fuckin’-mega-budget-super-block-buster της χρονιάς, στο τρίτο επεισόδιο ο Lucas δίνει στοιχεία που πέφτουν σαν κομμάτια Tetris στα κενά, για να ολοκληρώσουν την εικόνα του έπους με τις περίεργες λέξεις όπως Wookies, Amidala, Jedi, Skywalker, Sith και Death Star.

Σ’ αυτό το πρώτο prequel του Πολέμου των Άστρων, δηλαδή το δεύτερο sequel του τρίτου prequel, ή το πρώτο sequel του δεύτερου prequel, ή τέλος πάντων στο Επεισόδιο ΙΙΙ, ο Anakin Skywalker και ο Obi-Wan Kenobi (νομίζω αυτό το όνομα το έχω δει σε κατάλογο κινέζικου delivery, στις σούπες), βρίσκονται ένα μόνο βήμα από το να τελειώσουν τον Πόλεμο των Κλώνων μια και καλή, και να εξοντώσουν τον τελευταίο από τους επαναστατημένους άρχοντες Sith. Το μόνο που έχουν να κάνουν, είναι να τον βρουν. Δυστυχώς για τους Jedi, τον βρίσκει πρώτος ο Anakin, του οποίου η πίστη στη Φωτεινή Πλευρά είναι ήδη κλονισμένη, και τα νεύρα του δεν είναι και πολύ καλύτερα γιατί τελευταία βλέπει ότι η πριγκίπισσα Amidala, με την οποία έχει κρυφά παντρευτεί, πεθαίνει στη γέννα του παιδιού τους. Οπότε ο Anakin δε θέλει πολύ για να αρχίσει να αλληθωρίζει προς τη Σκοτεινή Πλευρά της Δύναμης, και κάπως έτσι, γεννιέται ο Darth Vader. Και το Death Star.

Με εξαιρετική δεξιοτεχνία (για έναν άνθρωπο της ηλικίας του κιόλας, που θα περίμενε κανείς να έχει σταματήσει πια να παίζει playstation), ο George Lucas αποδεικνύεται για άλλη μια φορά μέγας μάστορας του είδους, και δίνει μαθήματα χρήσης της κινηματογραφικής τεχνολογίας αιχμής: οι περίπλοκες αερομαχίες των διαστημοπλοίων του και οι σκηνές δράσεις με τα φωτόσπαθα –ή και χωρίς- είναι ικανά να κόψουν την ανάσα, ενώ η ομάδα των designers του, έχει ετοιμάσει γι’ αυτήν την ταινία μερικά από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά σκηνικά όλων των επεισοδίων.

Με πληροφορίες και ανατροπές αρκετά αναπάντεχες –τουλάχιστον για κάποιον που δεν περνάει τον ελεύθερο χρόνο του φορώντας μαύρη κάσκα και απαγγέλλοντας “Luke, I am your father” με βαθιά φωνή- το Επεισόδιο ΙΙΙ θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπατε μέχρι τώρα ολόκληρη την ιστορία της οικογένειας Skywalker, και η μονομαχία του Darth Vader με τον νεαρό Jedi θα αποκτήσει εντελώς καινούριο συμβολισμό. Όμως πέραν τούτου, και αυτή η προσθήκη στο saga, αν και στέκεται ψηλότερα από τα προηγούμενα δύο Βατερλό, ούτε κατά διάνοια δεν αγγίζει τη σεναριακή βαθύτητα που συνόδευε την πρώτη και αξεπέραστη τριλογία. Την οποία, αν είστε fans, με το Επεισόδιο ΙΙΙ θα έχετε την ευκαιρία να την αποχαιρετίσετε περήφανα (αν και τα Χρυσά Βατόμουρα, πάλι δε θα σας αφήσουν ήσυχους, ειδικά στις ερμηνείες). Αν δεν είστε, ε, δε νομίζω να γίνετε τώρα.


*Όλες οι φωτογραφίες, είναι ιδιοκτησία της

"(c) Lucasfilm Ltd. & TM. All rights reserved."

"Digital work by ILM."
και υπόκεινται στις
σχετικές διαδικτυακές νομοθεσίες.


The Edukators - Οι Μέρες της Αφθονίας Σας Είναι Μετημένες

The Edukators – Οι Μέρες της Αφθονίας σας Είναι Μετρημένες
Image hosted by Photobucket.com (3/5)

Σκηνοθεσία: Hans Weingartner
Σενάριο: Hans Weingartner, Katharina Held
Παίζουν: Daniel Buhl, Julia Jentsch, Stipe Erceg

O Jan (Daniel Buhl) και ο Peter (Stipe Erceg), είναι δύο ακτιβιστές που προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο με έναν πιο… πρακτικό τρόπο. Εισβάλλουν στα σπίτια των πλουσίων, αλλάζουν τη διαρρύθμιση των επίπλων. Εφαρμοσμένη αναρχία. Όταν όμως ο Jan, τσιμπημένος με την κοπέλα του φίλου του, της κάνει επίδειξη βάζοντάς την σε ένα σπίτι χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας για το επαναστατικό τρίο.

Ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Hans Weingartner θέτει υψηλούς στόχους καθώς προσπαθεί να συνδυάσει όλα τα στοιχεία ενός καλοφτιαγμένου θρίλερ, με τις ταινίες ενηλικίωσης και την ανάγκη των νέων να επαναστατήσουν. Υπάρχει ένας εκπληκτικός διάλογος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του The Edukators, που αναφέρει το πώς είναι δύσκολο για τους ανθρώπους να κάνουν την επανάστασή τους σήμερα, που, ό,τι κάποτε ήταν ανατρεπτικό, όπως τα αυτοκόλλητα με το «Α» της αναρχίας ή οι σημαίες και τα μπλουζάκια με το πρόσωπο του Che, πωλούνται στα πολυκαταστήματα. Είναι, λέει, μια μέθοδος του «συστήματος» να επιβάλει στην κοινωνία την αίσθηση πως ό,τι μπορούσε να γίνει, έχει ήδη γίνει.

Όμως, για κάτι περισσότερο από δύο ώρες, ο σκηνοθέτης κυνηγά με την κάμερα στον ώμο τους ήρωές του μέσα από προσεγγίσεις της σύγχρονης αναρχίας, της επανάστασης στην καπιταλιστική κοινωνία και των καλύτερων στοιχείων που επιβίωσαν από κινήματα του παρελθόντος. Αν και με λίγη τεμπελιά στη μονταζιέρα, η μοντέρνα του αισθητική τόσο στη σκηνοθεσία, όσο και στην φωτογραφία, καταφέρνει με μαγευτική ευκολία να παντρέψει το θρίλερ με την πολιτική και τα ερωτικά τρίγωνα με την ιστορία ενηλικίωσης, για να βρει ότι, τελικά, οι πετυχημένες επαναστάσεις είναι αυτές που πετυχαίνουν μέσα σου.

Αν και μπορεί να τα υποψιαστεί κανείς, τα πολιτικά κίνητρα του σκηνοθέτη δεν καταλαμβάνουν τόσο το πρώτο πλάνο στην ταινία, όσο η διάθεση για αναζωογόνηση της πολιτικής σκέψης και συζήτησης στο σινεμά. Όμως, στην ουσία το Edukators, περισσότερο από πολιτική ταινία, είναι η ιστορία τριών νέων που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, η αναζήτηση για την οπτική της ζωής που θα τους κάνουν να αισθάνονται πιο εντάξει απέναντι στον καθρέφτη, και ο αγώνας να υπερνικήσουν προβλήματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν ακόμη καθαρά.

Boogeyman - Review

Boogeyman – Εφιάλτης
(2/5)

Σκηνοθεσία: Stephen T. Kay
Σενάριο: Eric Kripke, Juliet Snowden, Stiles White
Παίζουν: Barry Watson, Emily Deschanel, Lucy Lawless

Το καλοκαίρι έρχεται, τα δροσερά θριλεράκια χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις επίσης. Ένας μπαμπούλας που στερείται κάποιου συγκεκριμένου concept ως προς την προέλευση, τον σκοπό και την απεικόνισή του στην οθόνη, βγαίνει από τη ντουλάπα και κλέβει παιδάκια και ενήλικες αδιακρίτως, για να τους πάει κάπου. Το πού, δεν γίνεται ποτέ σαφές. Ο Tim (Barry Watson) είναι ένα παιδάκι που είδε τον μπαμπούλα να του κλέβει τον πατέρα, και έκτοτε φέρει το τραύμα με τη μορφή θανάσιμου φόβου για τις σκοτεινές ντουλάπες. Όταν όμως μεγαλώνει αρκετά και επιστρέφει στο πατρικό του για την κηδεία της μητέρας του, αναγκάζεται να κυνηγήσει και να εξοντώσει τον μπαμπούλα για να σώσει την αρραβωνιαστικιά του. Το πώς το καταφέρνει, παραμένει επίσης ασαφές.

Το Boogeyman, που με κάποιον περίεργο, και ανατριχιαστικό αναμφίβολα τρόπο, κατάφερε να χρηματοδοτηθεί από τον εταιρεία του Sam Raimi, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής θρίλερ, που βλέπουμε να απλώνουν στην οθόνη το ανέμπνευστο, φορμουλαϊκό σενάριό τους, ενόσω το κοινό από κάτω καταναλώνει το ποπ κορν και το αναψυκτικό του, αδιαφορώντας για το τι βλέπει. Τουλάχιστον, υπάρχει ο Barry Watson, ο δεύτερος πιο συμπαθής ηθοποιός της δημοφιλούς στην Ελλάδα τηλεοπτικής σειράς Έβδομος Ουρανός μετά την Jessica Biel ο οποίος προσπαθεί να γεμίσει τα κενά του σεναρίου, που απειλεί να μετατρέψει όλη τη διάρκεια της ταινίας σε νεκρό χρόνο. Δεδομένης της κατάστασης, δεν τα καταφέρνει κι άσχημα. Η δική μου ντουλάπα μπορεί να μην έχει μέσα νυχτερίδες και δαίμονες, αλλά στα κέφια της είναι σίγουρα πιο τρομακτική απ’ αυτήν εδώ την ταινία. Και πιο ενδιαφέρουσα μη σου πω.

Kingdom of Heaven - Review

Kingdom of Heaven – Το Βασίλειο των Ουρανών
(1.5/5)

Σκηνοθεσία: Ridley Scott
Σενάριο: William Monahan
Παίζουν: Orlando Bloom, Eva Green, Liam Neeson

Όσο άνετα ανέστησε ο Ridley Scott το έπος-σανδάλι με τον Μονομάχο πριν 5 χρόνια, άλλο τόσο άνετα δείχνει φέτος ικανός να το σκοτώσει πάλι. Σε μια κραυγαλέα περίπτωση ταινίας-οχήματος του πρωταγωνιστή της, με απαράδεκτες ερμηνείες στους κεντρικούς ρόλους και κατασπαταλημένους ηθοποιούς στους δεύτερους, με σχηματικό σενάριο και χάρτινους χαρακτήρες και ηλιθιωδώς πομπώδεις μονολόγους και ατάκες, ο Ridley Scott, σοβαρός άνθρωπος από σπίτι και με ιστορία μεγάλη, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα. Περικυκλωμένος από ατάλαντους, ο Scott προσπαθεί να στήσει ένα έπος που στα πιο τρελλά του όνειρα ήθελε να είναι ο Λώρενς της Αραβίας, αλλά στην πραγματικότητα είναι τόσο στείρο όσο η άμμος των ερήμων που περικυκλώνουν τα Ιεροσόλυμα. Οι αδιαμφισβήτητες σκηνοθετικές του ικανότητες είναι ο μόνος λόγος που αυτή η ταινία συνεχίζει να προβάλλεται για πάνω από δύο ώρες, χωρίς ο θεατής να εισβάλει στο δωματιάκι του προβολατζή για να τον πνίξει με το φιλμ και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Cursed - Review

Cursed
(1/5)

Σκηνοθεσία: Wes Craven
Σενάριο: Kevin Williamson
Παίζουν: Christina Ricci, Joshua Jackson, Jesse Eisenberg

Όταν πριν από 30 και κάτι χρόνια ο Wes Craven πρωτοδοκιμαζόταν στη σκηνοθεσία, άφησε εποχή στο χώρο των thrillers κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο γέμιζε τα κενά των απλοϊκών σεναρίων με σκηνές βίας χωρίς προηγούμενο την εποχή εκείνη. Κάπως έτσι, το Last House on the Left, έμεινε στην ιστορία σαν ένα camp αιματοβαμμένο φεστιβάλ σοκ μηδαμινού budget. Φέτος, επιστρέφει από πενταετή απουσία από τη σκηνοθεσία με το Cursed, μια ταινία εξίσου camp, αλλά χωρίς καθόλου αίμα, και κανένα σοκ. Εκτός ίσως από το budget της.

Γιατί δεν μπορείς να ξοδεύεις 35 εκατομμύρια δολάρια για μια ταινία με σενάριο που αδικεί τους ηθοποιούς της, διαλόγους που προσβάλουν τον θεατή, twist που είναι ο ορισμός της απάτης, και ανύπαρκτη σκηνοθετική υπογραφή. Τα κλισέ του είδους που τόσο έντεχνα κανιβάλισε ο Craven στο Scream, παίρνουν εδώ την εκδίκησή τους, βοηθώντας την ταινία να κερδίσει τον τίτλο του χειρότερου δείγματος προχειροφτιαγμένου εφηβικού θρίλερ-τσιχλόφουσκας που πέρασε φέτος απ’ τις οθόνες. Για την ώρα τουλάχιστον.

Synchronize your watches

Μετά το εμπορικό trick της ταυτόχρονης πρεμιέρας ταινιών όπως τα δυο τελευταία μέρη του Matrix, που έκαναν την πρώτη προβολή τους (σχεδόν) την ίδια ώρα σε (σχεδόν) όλον τον κόσμο, τα παιδιά του marketing περνάνε την ιδέα σε άλλο επίπεδο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η πρώτη προβολή του trailer μιας ταινίας αποτελεί event, ιδίως (και κυρίως) στην Αμερική που πολλές ταινίες φτιάχνουν ειδικά διαφημιστικά σποτάκια, και οι εταιρείες τους πληρώνουν αδρά για να εξασφαλίσουν την προβολή τους κατά τη διάρκεια του Super Bowl, του τελικού του πρωταθλήματος του αμερικάνικου football. Είναι όμως η πρώτη φορά που οι εταιρείες προσπαθούν να εφαρμόσουν την τακτική σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έτσι, το Σάββατο 7 Μαΐου το trailer της νέας ταινίας φαντασίας της Disney, Τα Χρονικά της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα (φανταστείτε το σαν τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών να συναντά τον Χάρυ Πότερ και μαζί πάνε να βρουν το μάγο του Οζ, σε μια χώρα καταδισκαμένη σε ένα ξόρκι αιώνιου χειμώνα, που περιμένει τέσσερα πιτσιρίκια να μπουν εκεί απο μια μαγική ντουλάπα και να σώσουν τους φανταστικούς της κατοίκους), θα καταργήσει τα σύνορα και θα προβληθεί συγχρόνως σε 32 χώρες, φιλοδοξόντας να κεντρίσει για μερικά δευτερόλεπτα το ενδιαφέρον 200 εκατομυρίων θεατών. Στην Ελλάδα, το trailer θα προβληθεί στο Mega, κατά τη διάρκεια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, αλλά φαντάζομαι αρκετοί θα είναι αυτοί που θα το έχουν τσεκάρει αρκετά νωρίτερα στο διαδίκτυο. Αλλά έτσι βγαίνουν τα δολλάρια...


Pacifier, The - Review

The Pacifier
(1/5)

Σκηνοθεσία: Adam Shankman
Σενάριο: Thomas Lennon, Robert Ben Garant
Παίζουν: Vin Diesel, Lauren Graham, Faith Ford

Η τριγωνική μάζα μυών που συνοδεύεται από δυο πόδια κι ένα γυαλιστερό καραφλό κεφάλι και ακούει στο όνομα Vin Diesel, συνεχίζει το σερί των αποτυχημένων του επιλογών στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έχοντας στηρίξει το κασέ του στα τεστοστερονούχα θεμέλια των no-brainer action flicks, έχει –όπως κάθε action hero που σέβεται τον εαυτό του- φτάσει σ’ εκείνο το σημείο της καριέρας του, που νιώθει την ανάγκη να πείσει πως μπορεί να υποδυθεί. Το οποίο βέβαια είναι και λογικό και ανθρώπινο, αλλά στην περίπτωση του Vin είναι και ολότελα αστείο. Αυτό που δεν είναι αστείο, είναι η νέα κωμωδία (με εσάνς περιπέτειας), με την οποία προσπαθεί να το καταφέρει.

Ο Vin λοιπόν, είναι ο Shane Wolf, σκληροτράχηλος ΟΥΚ-ας που στην καινούρια του αποστολή αναλαμβάνει να κάνει babysitting στην οικογένεια μακαρίτη επιστήμονα, ενόσω η μητέρα της οικογένειας απουσιάζει μετα ετέρου αξιωματικού στην Ελβετία, όπου προσπαθούν να βρουν τον μυστικό κωδικό για το υπερόπλο που είχε σχεδιάσει ο εκλιπών. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο φαίνονται, και σύντομα η κόλαση μεταφέρεται στη γη, για να απειλήσει την επιτυχία της αποστολής με μπιμπερό, πάνες, μωρουδίστικα κλάματα, απειθάρχητους εφήβους και καθυστερημένους νίντζα.

Αν και υποψιάζομαι ότι το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης το φέρει ο μοντέρ, ούτε το σενάριο μπορεί να πει κανείς ότι βοηθάει την ταινία να επιδείξει το παραμικρό ίχνος αυτοσυγκέντρωσης, κι έτσι η κυριότερη αδυναμία αυτού του άναρθρου κατασκευάσματος καταλήγει να είναι το ότι δεν αποφασίζει ποτέ σε ποιο κοινό θέλει να απευθυνθεί και σε ποιο genre να καταταχθεί. Ενώ του χιούμορ της ταινίας δεν είναι ιδιαίτερα βασανιστικό (ούτε και ιδιαίτερα πετυχημένο βέβαια), είναι πολύ σκόρπιο για να πει κανείς ότι βλέπει κωμωδία, ενώ οι σκηνές δράσεις, αν και αρκούντως τυποποιημένες, είναι ελάχιστες για να πεις την ταινία περιπέτεια. Απ’ την άλλη, ούτε για οικογενειακή μου κάνει, λόγω της έλλειψης οικογενειακού πυρήνα και αντίστοιχων μηνυμάτων. Είναι κι αυτή η εχθρική καράφλα του Vin στη μέση, τρέχα γύρευε. Οπότε, περί τίνος πρόκειται λοιπόν; Ε, ok, για ταινία με τίτλο «Κωδικός Πιπίλα» πρόκειται. Τι περιμένετε;

Superman Returns - Preview Peek Pic

Η Warner Bros. Pictures αποκάλυψε την πρώτη φωτογραφία από την πολυαναμενόμενη επική περιπέτεια Superman Returns με τον πρωτοεμφανιζόμενο Μπράντον Ρουθ στο ρόλο του Ανθρώπου από Ατσάλι.

Η στολή μοιάζει σα να 'ναι απο χοντρό φελιζόλ, οπότε υποθέτω στις υπερδυνάμεις του καινούριου Superman θα περιλαμβάνεται και η δυνατότητα μπλοκαρίσματος της εφίδρωσης, ενώ απ' αυτό το φως η κάπα μου κάνει για δερματίνη, οπότε ίσως πρέπει να περιμένουμε και ηχητικά εφέ τύπου μαστίγιο στην παραγωγή.

Κατά τα άλλα, μπορείτε να δείτε μερικές μικροαλλαγές στο logo του υπερήρωα με μερικές μοντερνίζουσες γραμμές στη ζώνη, αλλά και πάλι ρε γαμώτο, είχα ξεχάσει πόσο γελοία παρωχημένη δείχνει πιά η μπλε στολή με το βρακί απ' έξω. Είναι κι αυτή η μπουκλίτσα στο κούτελο...

Le Chiavi Di Casa - Review

Le Chiavi Di Casa
(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Gianni Amelio
Σενάριο: Gianni Amelio, Sandro Petraglia (βασισμένο στο βιβλίο του Giuseppe Pontigia, Γεννημένος Δυο Φορές)
Παίζουν: Kim Rossi Stuart, Andrea Rossi, Charlotte Rampling

Οι ταινίες που καταπιάνονται με τα ευαίσθητα θέματα παιδιών με διανοητικά, ή άλλου είδους παρεμφερή προβλήματα, έχουν συνήθως την τάση να πνίγονται στο μελοδραματισμό τους, έρμαια των βαθιά προσωπικών απόψεων ή/και εμπειριών των σκηνοθετών και των σεναριογράφων τους. Έτσι μπορεί να είναι ιδανικές για μια συνεδρία δακρυοθεραπείας, αλλά σε διαφορετική περίπτωση, σπανίως αποτελούν την επιλογή κινηματογραφόφιλου μη μανιοκαταθλιπτικού.

Η συγκεκριμένη ταινία ωστόσο, που πραγματεύεται τις προσπάθειες του πατέρα ενός παιδιού με διανοητικά και κινητικά προβλήματα, να εξιλεωθεί και να διώξει τις τύψεις που νιώθει επειδή το εγκατέλειψε, επιστρέφοντας μετά από 15 χρόνια στη ζωή του για τη φαινομενικά ακίνδυνη διαδικασία του να το συνοδέψει στο νοσοκομείο, είναι αρκετά διαφορετική. Αν και πιστή στη μουνταμάρα του είδους, έχει μια ιδιαίτερα αισιόδοξη προσέγγιση του θέματός της και ένα ξεχωριστό γλυκόπικρο χιούμορ που αποδιώχνει την αίσθηση της ματαιότητας στις πράξεις των ηρώων. Και καταφέρνει μ’ έναν τρόπο σχεδόν μαγευτικό, να αναδείξει το αίσθημα της πατρότητας και τον τρόπο που μπορεί να φέρει κοντά του δύο χαρακτήρες που μονοπωλούν ουσιαστικά την κάμερα, με την πάντα αξιόπιστη Charlotte Rampling να συμπληρώνει ενίοτε το κάδρο.

Αν και είναι μια ταινία με περιορισμένο κοινό και περιορισμένη απήχηση ακόμη και σ’ αυτό, αν βρεθείτε στην αίθουσα που προβάλλεται η ταινία, δεν αποκλείεται μετά από δυο ώρες να βγείτε έξω νιώθοντας τυχεροί που την πετύχατε.

Lemony Snicket - Review

Lemony Snicket’s a Series of Unfortunate Events
(3/5)

Σκηνοθεσία: Brad Silberling
Σενάριο: Robert Gordon (από τα τρία πρώτα της σειράς βιβλίων του Daniel Handler, που υπογράφει ως Lemony Snicket)
Παίζουν: Emily Browning, Liam Aiken, Jim Carrey

Όταν η ταινία βγήκε στην Αμερική, πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το επερχόμενο κινηματογραφικό franchise, ως το καινούριο Harry Potter saga. Όσον αφορά την ατμόσφαιρα της ταινίας και το υποφώσκον μακάβριο του σεναρίου, δεν έχουν άδικο. Όμως πολύ αμφιβάλλω για το αν θα ισχύσει το ίδιο και στις εισπράξεις, τουλάχιστον αν κρίνει κανείς από την πρώτη ταινία, που τουλάχιστον στην Αμερική, ουδεμία σχέση είχε με την πορεία του Potter.

Στο μοτίβο του ορφανού, μπορεί να εντοπίσει κανείς την πρώτη ομοιότητα ανάμεσα στις δύο σειρές, με τα παιδιά της οικονομικά εύρωστης οικογένειας Μπωντλέρ, να γίνονται ξαφνικά τα ορφανά Μπωντλέρ, όταν οι γονείς τους χάνονται σε μια μυστηριώδη πυρκαϊά στο σπίτι τους. Τώρα, τα ορφανά πρέπει να αντιμετωπίσουν τον αναδόχό τους Κόμη Όλαφ -που τα παίρνει υπό τη σκέπη του μόνο για να κερδίσει την περιουσία τους- και μια σειρά από άλλα ατυχή περιστατικά. Αντλώντας έμπνευση από τα τρία πρώτα βιβλία του Daniel Handler -ο οποίος με το ψευδώνυμο Lemony Snicket έχει ήδη απλώσει τις ιστορίες των Μποντλέρ σε 8 χαριτωμένα μικρά διηγηματάκια- η ταινία του Brad Silberling φέρει μια σειρά ατυχών χαρακτηριστικών. Και εντοπίζονται όλα στο σενάριο.

Αν και η πείρα του Robert Gordon είναι σχετικά μικρή, θα περίμενε κανείς ο σεναριογράφος να μπορέσει να φτιάξει ένα πιο δυνατό στόρι από το πλήθος των περιπετειών και των χαρακτήρων που βρίσκονται στα τρία βιβλία του Snicket, όμως ο Gordon δείχνει μια εμφανή αδυναμία να χειριστεί σωστά την πηγή του, και το τελικό αποτέλεσμα στερείται τόσο σταθερού ρυθμού, όσο και ενιαίου χαρακτήρα. Σαν συρραφή highlights χωρίς συνοχή, το πρώτο Lemony Snicket’s καταλήγει να μοιάζει με πιλότο, σα δοκιμαστικό επεισόδιο με σκοπό να κρίνει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν τα sequels, χαρακτηριστικό που δεν είναι απαραίτητα καταστροφικό, αν ο θεατής δεν ενοχλείται από την αίσθηση ότι του παίρνουν τα μέτρα για να βρουν το σωστό τρόπο να του πάρουν και τα λεφτά.

Ο Silberling πάντως, πλησιάζοντας περισσότερο στο mood της πρώτης του ταινίας, του Casper, δείχνει ότι έχει σαφώς εξελιχθεί σαν σκηνοθέτης, και εκμεταλλεύεται το χορταστικό budget του για να μας προσφέρει εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, υποβλητικής gothic αισθητικής, και βυθίζει έτσι τον θεατή σε μια ατμοσφαιρικότητα που θυμίζει τον Barry Sonnenfeld του Adam’s Family και Tim Burton του Ψαλιδοχέρη. Το σκοτεινό, μακάβριο χιούμορ -χαρακτηριστικό και των βιβλίων του Snicket- αναδεικνύεται αποτελεσματικά, όμως εύκολα αισθάνεται κανείς ότι αυτό που πραγματικά λείπει από την ταινία είναι η παιχνιδιάρικη διάθεση, η υποχθώνια ενέργεια που χαρακτηρίζει τις ταινίες των δύο προαναφερθέντων σκηνοθετών. Άδικη η σύγκριση, το ξέρω, αλλά είναι κι άδικο που τα βιβλία αυτά δεν έπεσαν σε πραγματικά άξια χέρια.

Ο Jim Carrey, που κρατάει το ρόλο του Κόμη Όλαφ, φαίνεται αρκετά μουδιασμένος κάτω από τις αμέτρητες στρώσεις μακιγιάζ που κουβαλάει, και λίγο διστακτικός για το πόσο στα σοβαρά πρέπει να πάρει το ρόλο του, και πόσο να τον ποτίσει με τα παλιά screwball στοιχεία του. Χωρίς βέβαια να είναι ούτε στιγμή κατώτερος των περιστάσεων, αρκετά σφιγμένος ώστε να αφήσει αρκετό χώρο στην Meryl Streep και τον Billy Connelly να κλέψουν την παράσταση στα δυο κομμάτια της ταινίας που εμφανίζονται, αλλά και στους νεαρούς Emily Brown και Liam Aiken να τραβούν περισσότερο ενδιαφέρον στις σκηνές που μοιράζονται μαζί του.

Bride and Prejudice - Review

Bride and Prejudice
Image hosted by Photobucket.com (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Gurinder Chadha
Σενάριο: Gurinder Chadha, Paul Mayeda Bergers (βασισμένοι στη νουβέλα Pride and Prejudice)
Παίζουν: Aishwarya Rai, Martin Henderson, Nadira Babbar

Πάνω που είχα αρχίσει να νιώθω ασφαλής με την ιδέα ότι η φρίκη του κύματος των αμερικάνικων παραγωγών τύπου Bollywood σταμάτησε πριν δυο-τρία χρόνια στο Guru και το Bollywood-Hollywood κι εκείνο το τραγούδι της διαφήμισης του Peugeot 306, να σου που πετάγεται η νέα ταινία της σκηνοθέτιδας του Bend It Like Beckham και με λούζει πάλι κρύος ιδρώτας.

Η Chadha παίρνει το βιβλίο της Jane Austen, το γεμίζει ανατολίτικα χρώματα, μουσικές και προφορές, και το μετατρέπει σε κατά τα αμερικάνικα πρότυπα εύπεπτο κινηματογραφικό ρομάντζο. Η οικογένεια Bakshi είναι ευλογημένη με τέσσερα πανέμορφα κορίτσια, τα δύο εκ των οποίων είναι σε ηλικία παντρειάς. Καθώς η μητέρα τους ψάχνει τον κατάλληλο γαμπρό –ο οποίος πρέπει να είναι πλούσιος, Ινδός και κάτοχος πράσινης κάρτας- οι δυο αδερφές ερωτεύονται δυο φίλους που γνώρισαν σε γάμο τρίτου. Ο ένας είναι Ινδός, ο άλλος Αμερικάνος, έτσι απ’ τα δύο ειδύλλια, την αποκλειστικότητα στην οθόνη κερδίζει το δεύτερο, που έχει και τη δυναμική πολιτισμικών συγκρούσεων.

Το Bride and Prejudice είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες, για τις οποίες η δουλειά της κριτικής ξεκινά και τελειώνει στην αναφορά του genre. Ξέρει κανείς από πριν τι θα δει: μέσα σε μια θάλασσα από κλισέ, τα ήθη της Δύσης συναντούν αυτά της Ανατολής, όταν ο Αμερικάνος ερωτευέται την Ινδή. Με συνοπτικές διαδικασίες αποδεικνύεται (;) ότι οι δύο πολιτισμοί δε διαφέρουν και τόσο (τουτέστιν οι δυτικοί δεν είναι όσο προχωρημένοι νομίζουν), για τη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας τα πιτσουνάκια βρίσκονται αντιμέτωπα με ανεπαρκώς σεναριακά υποστηριζόμενες παρεξηγήσεις, τριγύρω τους πηγαινοέρχονται μερικές αδιάφορες υποπλοκές, και στο τέλος έρχεται το αναπόφευκτο happy end. Δεν ξαναβλέπετε το Ae Fond Kiss καλύτερα;

Απ’ αυτές τις ταινίες του αμερικανοποιημένου Bollywood, -και το Bride and Prejudice είναι από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα- λείπουν οι αβάσταχτες ποσότητες μελό που χαρακτηρίζουν την ινδική φιλμογραφία. Τα υπόλοιπα όμως -ινδική μουσική, παραδοσιακοί χωροί (στο πιο μοντέρνο τους), πολύχρωμα κοστούμια, ξεκάρφωτα musical ιντερλούδια, ύμνοι στο κιτς- είναι όλα εκεί. Αν είναι του γούστου σας, θα εκτιμήσετε ακόμη περισσότερο το ότι τούτο ‘δω το δείγμα, είναι τουλάχιστον προσεγμένη παραγωγή.

Interpreter, The - Review

The Interpreter
Image hosted by Photobucket.com (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Sydney Pollack
Σενάριο: Charles Randolph, Scott Frank, Steven Zaillian
Παίζουν: Nicole Kidman, Sean Penn, Catherine Keener

Ταινίες σαν ετούτη εδώ, είναι ικανές να σου αποκαλύψουν πόσο κατά διαόλου πάνε τα πράματα με τους νεαρούς σκηνοθέτες που τσιμπάει το Hollywood απ’ το MTV και τους βάζει στα τιμόνια των περιπετειών και των θρίλερ.

Πολιτικές ίντριγκες και δολοπλοκίες ξεδιπλώνονται στους στενούς διαδρόμους του μεγάρου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη -που για πρώτη φορά ανοίγει τις πόρτες του για κινηματογραφικά συνεργεία (στο παρελθόν είχε αρνηθεί να το κάνει για τον Hitchcock)- όταν μια διερμηνέας (Nicole Kidman) τυχαίνει να κρυφακούσει διάλογο για το σχεδιασμό της δολοφονίας ενός Αφρικανού πολιτικού ηγέτη, που μεταξύ μας πολλοί στον ΟΗΕ θα ήθελαν να βγει εκτός. Σύντομα δύο εδικοί πράκτορες (Sean Penn, Catherine Keener) καταφθάνουν για να διαχειριστούν την κατάσταση, ενώ μια από τις αρμοδιότητές τους είναι και το να δουν πόσο και πώς εμπλέκεται στην όλη ιστορία και η ίδια η πληροφοριοδότης τους.

Ο Sydney Pollack, μετά από 6 χρόνια αποχής από την ενεργό δράση, επιστρέφει στη φόρμα που τον ανέδειξε, για να μας ξαναθυμίσει γιατί λατρεύτηκε. Ο άνθρωπος όχι μόνο δείχνει πως ξέρει τι κάνει, αλλά το κάνει και τόσο καλά, που αν έχεις συνηθίσει λίγο σ’ όλες αυτές τις μπουρδίτσες που κυκλοφορούν στα multiplex, με τη Διερμηνέα του μπορεί να πάθεις σοκ.

Εκπληκτική σκηνοθεσία με γρήγορο μοντάζ και νευρικές εναλλαγές πλάνων, εκείνη η μαγική σκηνή στο λεωφορείο που δείχνει πως μπορούν να τινάξουν στον αέρα τα κλισέ οι βιρτουόζοι όταν έχουν κέφια, αλλά και στιγμές που οι ρυθμοί πέφτουν για να αναδειχθεί η αξία των καλών διαλόγων (και) σ’ αυτού του είδους τις ταινίες και οι ικανότητες των πρωταγωνιστών. Μ’ αυτό το σφιχτό πολιτικό θρίλερ, ο Pollack μπορεί να μην επανεφευρίσκει τον τροχό, όμως μας θυμίζει πώς θα έπρεπε να κυλάει.

Sideways' side effects

"If anyone orders merlot, I'm leaving. I am not drinking any fuckin' merlot."

About halfway through the wine-loving buddy movie "Sideways," the film's main character shows shocking disdain for merlot, America's most popular varietal of red wine. It was a throwaway line that the movie's writers didn't think would generate much reaction from audiences, but now merlot, a drinkable and uncomplicated Everyman's red, is fighting to be cool again. Its sales growth sputtered a bit when the movie came out and it's been the butt of jokes among the wine-savvy.

On the flip side, in the wake of the success of "Sideways," sales of pinot noir jumped 15 percent in the three months ended Jan. 15, according to ACNielsen. Retailers and wineries, pushing pinot with all kinds of "Sideways" tie-ins, say the movie has prompted the biggest buzz in the wine industry since a 1991 "60 Minutes" program touted the health benefits of red wine.

Robots - Review

Robots
Image hosted by Photobucket.com (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Chris Wedge, Carlos Saldanha
Σενάριο: Lowell Ganz, Babaloo Mandel
Ακούγονται: Ewan McGregor, Robin Williams, Halle Berry

Έχουμε τα τελευταία χρόνια συνηθίσει τα animation να μας έρχονται από δύο μόνο εταιρείες (τους κολοσσούς του χώρου Pixar και Dreamworks), που όταν κάτι χρωματιστό και τρισδιάστατο έχει άλλη φίρμα, αποσυντονιζόμαστε λίγο. Αν και η Fox είχε κάνει αίσθηση (αδικαιολόγητη κατά τη γνώμη μου) πριν μερικά χρόνια με το Ice Age, γενικά η μικρή παράδοση των τρίτων εταιρειών και άρα το μικρό team στο animation, δικαιολογούν μάλλον τη σπάνια παρουσία τους. Αν όμως είναι να μας δίνουν και ταινίες σαν το Robots, αξίζει η αναμονή.

Η ιστορία θέλει τον Rodney (Ewan McGregor), νεαρό ρομπότ με έφεση στις εφευρέσεις, να ταξιδεύει στη Robot City γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες, που στραπατσάρονται όταν στη θέση του Bigweld (Mel Brooks), του ιδεαλιστή διευθυντή της (μοναδικής και παντοδύναμης) εταιρείας παρασκευής ρομπότ και εξαρτημάτων και ίνδαλμα του Rodney, βρίσκει τον Ratchet (Greg Kinnear), γλοιώδες καπιταλιστικό ρομπότ, που θέλει να αντικαταστήσει τα εξαρτήματα από τις πιο ντιζαϊνάτες και (άρα ακριβότερες) αναβαθμίσεις. Στο σχέδιό του να αλλάξει τα εμπορικά δεδομένα βοηθά η υποχθόνια μητέρα του (Jim Broadbent), που σε μια χωματερή καταστρέφει όλα τα διαθέσιμα στην αγορά εξαρτήματα. Όμως ο Rodney, μαζί με μια ομάδα παράνομων περιθωριακών, των λεγόμενων outmodes, αποφασίζει να επαναφέρει τα πράγματα στη σωστή τους βάση.

Εκεί που ο Asimov συναντά τον Dickens λοιπόν, η δύναμη των ονείρων και το θάρρος να τα κυνηγήσουμε γίνεται ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίον περιστρέφεται η ταινία, ενώ ένα σωρό άλλα ιδανικά όπως η φιλία, η συντροφικότητα και η αγαθή καρδιά, αναδεικνύονται με αξιοζήλευτη διακριτικότητα. Τέτοια που όχι μόνο επιτρέπει στους γονείς να απολαύσουν τους απύθμενα διασκεδαστικούς χαρακτήρες (κορυφαίος φυσικά αυτός του Robin Williams) και τους πανέξυπνους διάλογους –οι οποίοι απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σ’ αυτούς, ιδίως αν είναι αρκετά καλοί γνώστες της αγγλικής για να πιάσουν τα λεκτικά αστεία που δύσκολα περνάνε στη μετάφραση-, αλλά μπορεί να τους φτάσει και στο σημείο να συγκινηθούν από τα αγνά μηνύματα που η ταινία περνάει στα παιδάκια τους.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό και αναζωογονητικό στο χιούμορ του Robots, είναι ότι δε χρειάζεται απαραίτητα κινηματογραφικές αναφορές και νύξεις σε current events για να ξεδιπλωθεί, στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει και διαχρονικότητα στην ταινία, αν δεν ήταν στην ουσία ένα επαναλαμβανόμενο –παρ’ ότι με εφευρετικότητα και φαντασία- αστείο, σχετικά με το πώς «μεταφράζεται» η ανθρώπινη πραγματικότητα σε όρους της ρομποτικής.

Όσο για τις γραμμές της Fox, αυτές μπορεί να μην έχουν τη φινέτσα της Pixar και τα ρομπότ της να μην είναι τόσο γλυκούλικα όσο τα ζουζούνια της Dreamworks, αλλά είναι δύσκολο να μην εντυπωσιαστεί κανείς από τα επιμέρους στοιχεία της ταινίας, όπως η αρχιτεκτονική των κτηρίων, η διαρρύθμιση της πόλης των ρομπότ και οι φουτουριστικές συγκοινωνίες της (αυτό πρέπει να το δείτε για να το καταλάβετε). Ιδίως μέσα στον roller-coaster ρυθμό που κινούνται όλα.

Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.