Written by
ShoppingTherapy
in
no category
The Island - Review
The Island – Το Νησί
(2/5)
Σκηνοθεσία: Michael Bay
Σενάριο: Caspian Tredwell-Owen, Alex Kurtzman, Roberto Orci
Παίζουν: Ewan McGregor, Scarlett Johansson, Steve Buscemi
Έλα να πάμε στο νησί, ο Michael Bay, τα νάτσος μου, εγώ κι εσύ... ποιος είναι ο Michael Bay; Ο σκηνοθέτης των δυνατών blockbuster «The Rock», «Armageddon», «Bad Boys» και «Pearl Harbor». Τώρα το γιατί οι περισσότεροι έχουμε συνδέσει αυτές τις ταινίες με το όνομα του παραγωγού Jerry Bruckheimer ίσως ο Verbal να μπορούσε / να ήθελε να το εξηγήσει. Αλλά μέχρι εδώ, στο «The Island» ο Michael πήρε διαζύγιο, όσο κι αν κάποιοι αρνούνται να δεχθούν το χωρισμό. Το ζήτημα είναι τα καταφέρνει μόνος; Χμ...
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό, αλλά σίγουρα ζοφερό μέλλον, ο Lincoln 6 Echo ζει σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο και αποστειρωμένο περιβάλλον, φοράει κάθε μέρα λευκά puma παπουτσάκια και πηγαίνει για δουλειά: τροφοδοτεί κάτι σωληνάκια που κανείς δε ξέρει που πηγαίνουν. Στον έξω κόσμο ούτε κατά διάνοια να βγει αυτός και τα υπόλοιπα άσπρα ανθρωπάκια με τα puma, καθώς είναι ακατοίκητος λόγω μιας μυστηριώδους παγκόσμιας μόλυνσης, που έχει αφήσει ανέγγιχτο ένα τελευταίο παράδεισο, το Νησί, τη μόνη τους ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αρκεί να είναι τυχεροί ώστε να κληρωθούν στη λοταρία (αν και πιο πιθανό είναι να βρεις ένα βάτραχο που μιλάει). Μόνο που ο Lincoln 6 Echo έχει απορίες, αλλά και αμφιβολίες για το τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα αργήσει να ανακαλύψει τη δυσοίωνη πραγματικότητα.
Το πρώτο μισό της ταινίας είναι ένα αρκετά ιντριγκαδόρικο, ίσως και οριακά ανατριχιαστικό sci-fi θρίλερ, με μια έκπληξη που όταν αποκαλύπτεται λίγο πριν το διάλειμμα για τα νάτσος, την έχεις λίγο πολύ φανταστεί (δεν είναι δα και επιπέδου Shyamalan), αλλά από τη στιγμή που αποκαλύπτεται στην εξηγούν ξανά και ξανά, μη τυχόν και δε κατάλαβες (dummy friendly). Ε, μετά που έχεις πάρει τα νάτσος και ανησυχείς βρε παιδί μου μη πέσει και το λιωμένο τσένταρ και σου λερώσει τη μαϊμού στη Paul Frank τη ζακετούλα σου και δε μπορείς να έχεις τα μάτια σου προσηλωμένα συνέχεια στην οθόνη, γίνεται μια αξιοπρεπής(;) περιπέτεια με τα κυνηγητά της, τις εκρήξεις και τις καταδιώξεις σε αυτοκινητόδρομους (γρήγορο μάθημα απόρριψης σε εξετάσεις διπλώματος οδήγησης: μετά τα «Ronin», «Matrix Reloaded» και «Bourne Supremacy», πόσες καταδιώξεις πια σε αυτοκινητοδρόμους μπορεί να αφομοιώσει ο εγκέφαλός μας, την ίδια ώρα που υπολογίζει τις θερμίδες από τα νάτσος που λαίμαργα έχουν ήδη καταναλωθεί;).
Η Scarlett Johansson τρέχει φορώντας μια κατάλευκη φορμίτσα, και δε λέει καμία
σχεδόν ατάκα αποδεικνύοντας περίτρανα (σύντομο μάθημα κακεντρεχούς κουτσομπολιού) ότι αφενός εκτός από κοντή είναι και χοντροκώλα και αφετέρου ότι τα χειλάκια της τα χρησιμοποιεί για άλλες πιο ευφάνταστες πράξεις. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς έγινε ξαφνικά το αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ, των σχεδιαστών και του φωτογραφικού φακού. Ο Ewan McGregor από την άλλη, ε είναι ο Ewan McGregor, το αγαπημένο παιδί των κριτικών!
Υγ1. Scarlett πλάκα έκανα. Θα μου δανείσεις εκείνο το Louis Vuitton που φορούσες πέρυσι στη Βενετία, έτσι;
Υγ.2. Άκυρο, δε θα μου κάνει έτσι κι αλλιώς. Είμαι πιο ψηλή και πιο αδύνατη.
(2/5)Σκηνοθεσία: Michael Bay
Σενάριο: Caspian Tredwell-Owen, Alex Kurtzman, Roberto Orci
Παίζουν: Ewan McGregor, Scarlett Johansson, Steve Buscemi
Έλα να πάμε στο νησί, ο Michael Bay, τα νάτσος μου, εγώ κι εσύ... ποιος είναι ο Michael Bay; Ο σκηνοθέτης των δυνατών blockbuster «The Rock», «Armageddon», «Bad Boys» και «Pearl Harbor». Τώρα το γιατί οι περισσότεροι έχουμε συνδέσει αυτές τις ταινίες με το όνομα του παραγωγού Jerry Bruckheimer ίσως ο Verbal να μπορούσε / να ήθελε να το εξηγήσει. Αλλά μέχρι εδώ, στο «The Island» ο Michael πήρε διαζύγιο, όσο κι αν κάποιοι αρνούνται να δεχθούν το χωρισμό. Το ζήτημα είναι τα καταφέρνει μόνος; Χμ...
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό, αλλά σίγουρα ζοφερό μέλλον, ο Lincoln 6 Echo ζει σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο και αποστειρωμένο περιβάλλον, φοράει κάθε μέρα λευκά puma παπουτσάκια και πηγαίνει για δουλειά: τροφοδοτεί κάτι σωληνάκια που κανείς δε ξέρει που πηγαίνουν. Στον έξω κόσμο ούτε κατά διάνοια να βγει αυτός και τα υπόλοιπα άσπρα ανθρωπάκια με τα puma, καθώς είναι ακατοίκητος λόγω μιας μυστηριώδους παγκόσμιας μόλυνσης, που έχει αφήσει ανέγγιχτο ένα τελευταίο παράδεισο, το Νησί, τη μόνη τους ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αρκεί να είναι τυχεροί ώστε να κληρωθούν στη λοταρία (αν και πιο πιθανό είναι να βρεις ένα βάτραχο που μιλάει). Μόνο που ο Lincoln 6 Echo έχει απορίες, αλλά και αμφιβολίες για το τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα αργήσει να ανακαλύψει τη δυσοίωνη πραγματικότητα.Το πρώτο μισό της ταινίας είναι ένα αρκετά ιντριγκαδόρικο, ίσως και οριακά ανατριχιαστικό sci-fi θρίλερ, με μια έκπληξη που όταν αποκαλύπτεται λίγο πριν το διάλειμμα για τα νάτσος, την έχεις λίγο πολύ φανταστεί (δεν είναι δα και επιπέδου Shyamalan), αλλά από τη στιγμή που αποκαλύπτεται στην εξηγούν ξανά και ξανά, μη τυχόν και δε κατάλαβες (dummy friendly). Ε, μετά που έχεις πάρει τα νάτσος και ανησυχείς βρε παιδί μου μη πέσει και το λιωμένο τσένταρ και σου λερώσει τη μαϊμού στη Paul Frank τη ζακετούλα σου και δε μπορείς να έχεις τα μάτια σου προσηλωμένα συνέχεια στην οθόνη, γίνεται μια αξιοπρεπής(;) περιπέτεια με τα κυνηγητά της, τις εκρήξεις και τις καταδιώξεις σε αυτοκινητόδρομους (γρήγορο μάθημα απόρριψης σε εξετάσεις διπλώματος οδήγησης: μετά τα «Ronin», «Matrix Reloaded» και «Bourne Supremacy», πόσες καταδιώξεις πια σε αυτοκινητοδρόμους μπορεί να αφομοιώσει ο εγκέφαλός μας, την ίδια ώρα που υπολογίζει τις θερμίδες από τα νάτσος που λαίμαργα έχουν ήδη καταναλωθεί;).
Η Scarlett Johansson τρέχει φορώντας μια κατάλευκη φορμίτσα, και δε λέει καμία
σχεδόν ατάκα αποδεικνύοντας περίτρανα (σύντομο μάθημα κακεντρεχούς κουτσομπολιού) ότι αφενός εκτός από κοντή είναι και χοντροκώλα και αφετέρου ότι τα χειλάκια της τα χρησιμοποιεί για άλλες πιο ευφάνταστες πράξεις. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς έγινε ξαφνικά το αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ, των σχεδιαστών και του φωτογραφικού φακού. Ο Ewan McGregor από την άλλη, ε είναι ο Ewan McGregor, το αγαπημένο παιδί των κριτικών!Υγ1. Scarlett πλάκα έκανα. Θα μου δανείσεις εκείνο το Louis Vuitton που φορούσες πέρυσι στη Βενετία, έτσι;
Υγ.2. Άκυρο, δε θα μου κάνει έτσι κι αλλιώς. Είμαι πιο ψηλή και πιο αδύνατη.
Written by
verbal
in
no category
Βενετία 2005 - Οι Χρυσοί Λέοντες της ανασφάλειας
Με τον φόβο για τρομοκρατική επίθεση να συναγωνίζεται το φόβο για εμπορική αποτυχία, ξεκίνησε φέτος η 62η Μόστρα, που συναγωνίζεται τα αμερικανικά αεροδρόμια σε μέτρα ασφαλείας και τα Όσκαρ σε αμερικανικές ταινίες.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.
Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.
Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Written by
verbal
in
no category
Thursday is the new Friday
Όπως προφανώς θα έχετε ήδη προσέξει, η Πέμπτη φέτος θα είναι η νέα Παρασκευή για τις ταινίες στη χώρα μας.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Written by
verbal
in
no category
Γρανίτα απο λεμόνι
Written by
verbal
in
no category
Fantastic Four - Review
Fantastic Four
(2/5)
Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.
Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
(2/5)Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
Written by
verbal
in
no category
The Upside of Anger - Review
The Upside of Anger – Η Άλλη Όψη του Θυμού
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
Written by
verbal
in
no category
A Lot Like Love - Review
A Lot Like Love – Σχεδόν Έρωτας
(3/5)
Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.
Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
(3/5)Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
Written by
verbal
in
no category
Five Children and It - Review
Five Children and It – Το Απίθανο Ξωτικό και η Μικρή Συμμορία
(2/5)
Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.
Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
(2/5)Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
Written by
verbal
in
no category
War of the Worlds - Review
War of the Worlds - Ο Πόλεμος των Κόσμων
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: David Koepp, Josh Friedman (από το μυθιστόρημα του H.G. Wells)
Παίζουν: Tom Cruise, Dakota Fanning, Justin Chatwin
Η πρώτη συνεργασία του Tom Cruise με τον Steven Spielberg, το Minority Report, είχε ως αποτέλεσμα το καλύτερο (και μάλλον το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος –όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα) sci-fi film noir της τελευταίας δεκαετίας, το οποίο όμως έχασε στα ταμεία γιατί ανακάτεψε πολύ σκέψη στη δράση του. Η φετινή τους δουλειά, πάλι κινείται στο χώρο του sci-fi, αλλά αυτή τη φορά, αν χάσει στα ταμεία θα είναι γιατί βάζει μαζί συναίσθημα και δράση, αλλά ξεχνάει να ανακατέψει για να δέσουν τα υλικά.
Χωρίς να επανεφευρίσκει τον τροχό, το War of the Worlds είναι ένα παράδειγμα του πόσο καλό μπορεί να γίνει ένα blockbuster όταν πέσει στα χέρια ενός σκηνοθέτη που μπορεί να το χειριστεί ικανά, και στους ώμους ενός star που μπορεί να το κουβαλήσει άνετα. Και είναι κι ένα παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να μετεμφυτευθεί ο πλούτος νοημάτων ενός θρυλικού pulp αναγνώσματος σε ένα PG-13 αμερικάνικο καλοκαιρινό destruction movie.
Είναι η τέταρτη φορά που το μυθιστόρημα του HG Wells μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, αν και δε νομίζω ότι κανείς θα θυμάται την πρώτη ταινία, που υπέγραφε ο Byron Haskin το 1953, και δεν έχω ιδέα τι μοίρα μπορεί να έχει το H.G. Wells’ War of the Worlds που υπογράφει φέτος κιόλας ο David Michael Latt, με τον προϋπολογισμό του 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Αν και θα είχε πλάκα να ήμασταν στην Αμερική για να τα δούμε να βγαίνουν την ίδια βδομάδα στις αίθουσες. Και βέβαια υπάρχει το The War of the Worlds, του Timothy Hines, το οποίο είναι επίσης φετινή παραγωγή, και αν δεν απατώμαι, κυκλοφορεί ήδη σε dvd.
Και στις τρεις ταινίες πάντως, μια νοημοσύνη ανώτερη από τη δική μας, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της και να εξαφανίσει την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης. Οι εξωγήινοι του Wells, προφανώς πρόλαβαν να γίνουν τόσο έξυπνοι, γιατί ο πολιτισμός τους υπήρχε για πολλά εκατομμύρια χρόνια προτού αναπτυχθεί ο δικός μας. Τουλάχιστον προτού αναπτυχθεί αρκετά ώστε να μπορεί καταγράψει το γεγονός ότι οι ξένοι είχαν κατέβει στη γη για να θάψουν κάτι τεράστια μηχανήματα με πλοκάμια. Διαφορετικά, θα το ξέραμε ότι είναι ήδη εδώ. Όπως φαίνεται όμως, ακόμη κι αυτοί οι τρίποδοι εξωγήινοι του Wells ήταν σχετικά νέοι σαν πολιτισμός, όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από το γεγονός ότι οι Predators είχαν αναπτύξει ένα πολύ πιο εξελιγμένο σύστημα ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης ζωντανών οργανισμών. Είναι λίγο τρομακτικές οι χωροχρονικές διαστάσεις του σύμπαντος, αν τις δει κανείς απ’ αυτή τη σκοπιά, έτσι δεν είναι;
Όταν λοιπόν οι Αρειανοί αποφασίζουν να επιτεθούν στη γη για κάποιο λόγο που στην ταινία δε διευκρινίζεται (αλλά και να διευκρινιζόταν, είμαστε πολύ πρωτόγονοι για να καταλάβουμε τα κίνητρα μιας ανώτερης νοημοσύνης), ξεκινά ο πόλεμος των κόσμων, που αναμφίβολα θα πρέπει να είναι πολύ συναρπαστικός, όμως εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία του Ray, ενός χειριστή γερανού σε λιμάνι, ο οποίος όχι μόνο πρέπει να βρει τρόπο να γλιτώσει από την επίθεση και την υστερία που έχει προκαλέσει στους πάντες, αλλά να κρατήσει ζωντανά και τα παιδιά του, τα οποία μάλλον δεν πολυσυμπαθεί κιόλας –έτσι δείχνει στην αρχή δηλαδή, γιατί εντάξει, ποιος Αμερικανός πατέρας στην πραγματικότητα δεν αγαπάει τα παιδία του;
Ο Cruise είναι εξαιρετικός στο ρόλο του χοντροκέφαλου, χοντρόπετσου, εγωιστή και αποτυχημένου οικογενειάρχη, που τα ‘χει εντελώς χαμένα με τα όσα γίνονται γύρω του. Το ζευγάρι των σεναριογράφων δεν τον αφήνουν να μετατραπεί στον σούπερ ήρωα που θα σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή –γιατί στο κάτω-κάτω ένας απλός λιμενεργάτης είναι-, φροντίζουν όμως να του εξασφαλίσουν απίστευτα υψηλές πιθανότητες επιβίωσης, και δοκιμάζουν τα όρια της καλής μας διάθεσης να δεχτούμε έναν βαθμό αναληθοφάνειας ελέω του είδους της ταινίας.
Αλλά μιας και πρόκειται για sci-fi ταινία καταστροφής, η αληθοφάνεια δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ο Spielberg κρατά καλό ρυθμό στην ταινία του, εναλλάσσοντας σκηνές δράσης που κόβουν την ανάσα, με δραματικά διαλείμματα που προσφέρουν μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην ανθρώπινη φύση, έστω κι αν δεν καταφέρνουν να εμβαθύνουν.
Η φρίκη του πλήθους που αλληλοσπαράζεται όταν καταλαμβάνεται από πανικό, και η ολοκληρωτική ακύρωση των κοινωνικών και ηθικών αξιών του ανθρώπου σε survival mode, περιγράφονται ικανοποιητικά σε μια και μόνη σκηνή, και στην υπόλοιπη διάρκεια φαίνεται να πιάνουν πολύ λίγο χώρο στα ενδιαφέροντα του σεναρίου, ενώ οι σκηνές του οικογενειακού δράματος του Cruise περιγράφονται σχηματικά και κλισεδιάρικα. Όμως τα οπτικά εφέ είναι εκπληκτικά και αρκετά για να γεμίσουν το κενό, ενώ αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει στην ταινία είναι η ηχητική μπάντα. Δείτε τον Πόλεμο των Κόσμων σε αίθουσα με τα ανάλογα συστήματα, και θα καταλάβετε σε ποιον πρέπει να στοιχηματίσετε για τα φετινά Όσκαρ μιξάζ και ηχητικών εφέ. Και θα καταλάβετε επίσης τι θα πει «άνιση ταινία»
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: David Koepp, Josh Friedman (από το μυθιστόρημα του H.G. Wells)
Παίζουν: Tom Cruise, Dakota Fanning, Justin Chatwin
Η πρώτη συνεργασία του Tom Cruise με τον Steven Spielberg, το Minority Report, είχε ως αποτέλεσμα το καλύτερο (και μάλλον το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος –όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα) sci-fi film noir της τελευταίας δεκαετίας, το οποίο όμως έχασε στα ταμεία γιατί ανακάτεψε πολύ σκέψη στη δράση του. Η φετινή τους δουλειά, πάλι κινείται στο χώρο του sci-fi, αλλά αυτή τη φορά, αν χάσει στα ταμεία θα είναι γιατί βάζει μαζί συναίσθημα και δράση, αλλά ξεχνάει να ανακατέψει για να δέσουν τα υλικά.
Χωρίς να επανεφευρίσκει τον τροχό, το War of the Worlds είναι ένα παράδειγμα του πόσο καλό μπορεί να γίνει ένα blockbuster όταν πέσει στα χέρια ενός σκηνοθέτη που μπορεί να το χειριστεί ικανά, και στους ώμους ενός star που μπορεί να το κουβαλήσει άνετα. Και είναι κι ένα παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να μετεμφυτευθεί ο πλούτος νοημάτων ενός θρυλικού pulp αναγνώσματος σε ένα PG-13 αμερικάνικο καλοκαιρινό destruction movie.Είναι η τέταρτη φορά που το μυθιστόρημα του HG Wells μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, αν και δε νομίζω ότι κανείς θα θυμάται την πρώτη ταινία, που υπέγραφε ο Byron Haskin το 1953, και δεν έχω ιδέα τι μοίρα μπορεί να έχει το H.G. Wells’ War of the Worlds που υπογράφει φέτος κιόλας ο David Michael Latt, με τον προϋπολογισμό του 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Αν και θα είχε πλάκα να ήμασταν στην Αμερική για να τα δούμε να βγαίνουν την ίδια βδομάδα στις αίθουσες. Και βέβαια υπάρχει το The War of the Worlds, του Timothy Hines, το οποίο είναι επίσης φετινή παραγωγή, και αν δεν απατώμαι, κυκλοφορεί ήδη σε dvd.
Και στις τρεις ταινίες πάντως, μια νοημοσύνη ανώτερη από τη δική μας, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της και να εξαφανίσει την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης. Οι εξωγήινοι του Wells, προφανώς πρόλαβαν να γίνουν τόσο έξυπνοι, γιατί ο πολιτισμός τους υπήρχε για πολλά εκατομμύρια χρόνια προτού αναπτυχθεί ο δικός μας. Τουλάχιστον προτού αναπτυχθεί αρκετά ώστε να μπορεί καταγράψει το γεγονός ότι οι ξένοι είχαν κατέβει στη γη για να θάψουν κάτι τεράστια μηχανήματα με πλοκάμια. Διαφορετικά, θα το ξέραμε ότι είναι ήδη εδώ. Όπως φαίνεται όμως, ακόμη κι αυτοί οι τρίποδοι εξωγήινοι του Wells ήταν σχετικά νέοι σαν πολιτισμός, όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από το γεγονός ότι οι Predators είχαν αναπτύξει ένα πολύ πιο εξελιγμένο σύστημα ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης ζωντανών οργανισμών. Είναι λίγο τρομακτικές οι χωροχρονικές διαστάσεις του σύμπαντος, αν τις δει κανείς απ’ αυτή τη σκοπιά, έτσι δεν είναι;
Όταν λοιπόν οι Αρειανοί αποφασίζουν να επιτεθούν στη γη για κάποιο λόγο που στην ταινία δε διευκρινίζεται (αλλά και να διευκρινιζόταν, είμαστε πολύ πρωτόγονοι για να καταλάβουμε τα κίνητρα μιας ανώτερης νοημοσύνης), ξεκινά ο πόλεμος των κόσμων, που αναμφίβολα θα πρέπει να είναι πολύ συναρπαστικός, όμως εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία του Ray, ενός χειριστή γερανού σε λιμάνι, ο οποίος όχι μόνο πρέπει να βρει τρόπο να γλιτώσει από την επίθεση και την υστερία που έχει προκαλέσει στους πάντες, αλλά να κρατήσει ζωντανά και τα παιδιά του, τα οποία μάλλον δεν πολυσυμπαθεί κιόλας –έτσι δείχνει στην αρχή δηλαδή, γιατί εντάξει, ποιος Αμερικανός πατέρας στην πραγματικότητα δεν αγαπάει τα παιδία του;
Ο Cruise είναι εξαιρετικός στο ρόλο του χοντροκέφαλου, χοντρόπετσου, εγωιστή και αποτυχημένου οικογενειάρχη, που τα ‘χει εντελώς χαμένα με τα όσα γίνονται γύρω του. Το ζευγάρι των σεναριογράφων δεν τον αφήνουν να μετατραπεί στον σούπερ ήρωα που θα σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή –γιατί στο κάτω-κάτω ένας απλός λιμενεργάτης είναι-, φροντίζουν όμως να του εξασφαλίσουν απίστευτα υψηλές πιθανότητες επιβίωσης, και δοκιμάζουν τα όρια της καλής μας διάθεσης να δεχτούμε έναν βαθμό αναληθοφάνειας ελέω του είδους της ταινίας.
Αλλά μιας και πρόκειται για sci-fi ταινία καταστροφής, η αληθοφάνεια δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ο Spielberg κρατά καλό ρυθμό στην ταινία του, εναλλάσσοντας σκηνές δράσης που κόβουν την ανάσα, με δραματικά διαλείμματα που προσφέρουν μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην ανθρώπινη φύση, έστω κι αν δεν καταφέρνουν να εμβαθύνουν.Η φρίκη του πλήθους που αλληλοσπαράζεται όταν καταλαμβάνεται από πανικό, και η ολοκληρωτική ακύρωση των κοινωνικών και ηθικών αξιών του ανθρώπου σε survival mode, περιγράφονται ικανοποιητικά σε μια και μόνη σκηνή, και στην υπόλοιπη διάρκεια φαίνεται να πιάνουν πολύ λίγο χώρο στα ενδιαφέροντα του σεναρίου, ενώ οι σκηνές του οικογενειακού δράματος του Cruise περιγράφονται σχηματικά και κλισεδιάρικα. Όμως τα οπτικά εφέ είναι εκπληκτικά και αρκετά για να γεμίσουν το κενό, ενώ αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει στην ταινία είναι η ηχητική μπάντα. Δείτε τον Πόλεμο των Κόσμων σε αίθουσα με τα ανάλογα συστήματα, και θα καταλάβετε σε ποιον πρέπει να στοιχηματίσετε για τα φετινά Όσκαρ μιξάζ και ηχητικών εφέ. Και θα καταλάβετε επίσης τι θα πει «άνιση ταινία»
Written by
verbal
in
no category
XXX: State of the Union - Review
XXX: State of the Union – XXX: Ο Απόλυτος Πράκτορας 2
(1/5)
Σκηνοθεσία: Lee Tamahori
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Ice Cube, Willem Daffoe, Samuel L. Jacskon
Και καλά ο Samuel L. Jackson, αυτός υποθέτω είχε συμβόλαιο από την πρώτη ταινία και έπρεπε να επιστρέψει. Ο Dafoe όμως, πώς διάολο έμπλεξε σε μια ταινία με σενάριο τόσο ηλίθιο που όταν βάζει όλο το ταλέντο και τις ικανότητές του στην υπηρεσία των γελοίων διαλόγων του, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι οίκτος;
Κάποιος θέλει να εξαλείψει τη μυστική οργάνωση που παράγει τους σούπερ ντούπερ υπερπράκτορες xXx, για να προκαλέσει αρκετή αναστάτωση στο εσωτερικού της κυβέρνησης ώστε να μπορέσει να την ανατρέψει. Αυτό είναι λίγο πολύ ό,τι χρειάζεται να ξέρει για το στόρυ του sequel της ταινίας που βοήθησε τον Vin Diesel να γίνει ο super star που είναι σήμερα, και –οποία ύβρις- ο Diesel αρνήθηκε να συμμετάσχει. Τον υπόλοιπο χρόνο της ταινίας, φροντίζει να τον γεμίσει ο Lee Tamahori με ό,τι έκρηξη του είχε μείνει stock από το Die Anoter Day, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου τα 90 από τα 101 λεπτά της διάρκειας.
Η αφέλεια και η προχειρότητα της ταινίας, θα ήταν τουλάχιστον ανεκτές αν τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούσε κάποιος που αν μη τι άλλο να έμοιαζε με απόλυτος action hero, με φοβερές ικανότητες στη σώμα-με-σώμα μάχη και στις τακτικές ανορθόδοξου πολέμου. Όμως, ο ατσούμπαλος Ice Cube -του οποίου το ερμηνευτικό ταλέντο περιορίζεται στο σήκωμα του ενός φρυδιού (του αριστερού μόνο) και στο συγχρονισμένο φούσκωμα των ρουθουνιών- είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα περιττά κιλά του μπορούν να πείσουν οποιονδήποτε ότι είναι μέρος μιας άριστα εκπαιδευμένης φονικής μηχανής. Κι είναι κι αυτό το χιούμορ του ρε παιδί μου… μετατρέπει το αναψυκτικό σε παγάκια. Εξ ου και το όνομά του μάλλον.
Εκτός βέβαια κι αν όλα αυτά έιναι καμουφλάζ, οπότε δουλεύουν μια χαρά. Όπως μια χαρά δουλεύουν και τα απανωτά μπαμ μπουμ για να καμουφλάρουν την παντελή έλειψη οποιοδήποτε άλλου ενδιαφέροντος στην ταινία. Ακόμη και τα δυο γκομενάκια που έχει, μένουν τόσο ανεκμετάλλευτα που κι αυτά αδιάφορα είναι.
Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ, ότι θα αναπολούσαμε την χοντροσμιλλεμένη φιγούρα του Vin Diesel; Και ποιος θα το φανταζόταν, ότι οι σεναρίστες θα ήταν τόσο ιερόσυλοι, ώστε να νομίζουν ότι είναι σε θέση να ειρωνεύονται όχι μόνο τον James Bond, αλλά και τον ίδιο τον Diesel, τον μοναδικό λόγο ύπαρξης της πρώτης ταινίας;
(1/5)Σκηνοθεσία: Lee Tamahori
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Ice Cube, Willem Daffoe, Samuel L. Jacskon
Και καλά ο Samuel L. Jackson, αυτός υποθέτω είχε συμβόλαιο από την πρώτη ταινία και έπρεπε να επιστρέψει. Ο Dafoe όμως, πώς διάολο έμπλεξε σε μια ταινία με σενάριο τόσο ηλίθιο που όταν βάζει όλο το ταλέντο και τις ικανότητές του στην υπηρεσία των γελοίων διαλόγων του, το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι οίκτος;
Κάποιος θέλει να εξαλείψει τη μυστική οργάνωση που παράγει τους σούπερ ντούπερ υπερπράκτορες xXx, για να προκαλέσει αρκετή αναστάτωση στο εσωτερικού της κυβέρνησης ώστε να μπορέσει να την ανατρέψει. Αυτό είναι λίγο πολύ ό,τι χρειάζεται να ξέρει για το στόρυ του sequel της ταινίας που βοήθησε τον Vin Diesel να γίνει ο super star που είναι σήμερα, και –οποία ύβρις- ο Diesel αρνήθηκε να συμμετάσχει. Τον υπόλοιπο χρόνο της ταινίας, φροντίζει να τον γεμίσει ο Lee Tamahori με ό,τι έκρηξη του είχε μείνει stock από το Die Anoter Day, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου τα 90 από τα 101 λεπτά της διάρκειας.
Η αφέλεια και η προχειρότητα της ταινίας, θα ήταν τουλάχιστον ανεκτές αν τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούσε κάποιος που αν μη τι άλλο να έμοιαζε με απόλυτος action hero, με φοβερές ικανότητες στη σώμα-με-σώμα μάχη και στις τακτικές ανορθόδοξου πολέμου. Όμως, ο ατσούμπαλος Ice Cube -του οποίου το ερμηνευτικό ταλέντο περιορίζεται στο σήκωμα του ενός φρυδιού (του αριστερού μόνο) και στο συγχρονισμένο φούσκωμα των ρουθουνιών- είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα περιττά κιλά του μπορούν να πείσουν οποιονδήποτε ότι είναι μέρος μιας άριστα εκπαιδευμένης φονικής μηχανής. Κι είναι κι αυτό το χιούμορ του ρε παιδί μου… μετατρέπει το αναψυκτικό σε παγάκια. Εξ ου και το όνομά του μάλλον.
Εκτός βέβαια κι αν όλα αυτά έιναι καμουφλάζ, οπότε δουλεύουν μια χαρά. Όπως μια χαρά δουλεύουν και τα απανωτά μπαμ μπουμ για να καμουφλάρουν την παντελή έλειψη οποιοδήποτε άλλου ενδιαφέροντος στην ταινία. Ακόμη και τα δυο γκομενάκια που έχει, μένουν τόσο ανεκμετάλλευτα που κι αυτά αδιάφορα είναι.Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ, ότι θα αναπολούσαμε την χοντροσμιλλεμένη φιγούρα του Vin Diesel; Και ποιος θα το φανταζόταν, ότι οι σεναρίστες θα ήταν τόσο ιερόσυλοι, ώστε να νομίζουν ότι είναι σε θέση να ειρωνεύονται όχι μόνο τον James Bond, αλλά και τον ίδιο τον Diesel, τον μοναδικό λόγο ύπαρξης της πρώτης ταινίας;
Written by
verbal
in
no category
Batman Begins - Review
Batman Begins
(4/5)
Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Σενάριο: David S. Goyer, Christopher Nolan
Παίζουν: Christian Bale, Michael Caine, Liam Neeson, Cillian Murphy, Gary Oldman, Katie Holmes
Μετά από μια σειρά μετριοτήτων, η DC μπόρεσε επιτέλους να βρει τη συνταγή για την αντεπίθεση στη Marvel, και μετά από μια σειρά αθλιοτήτων, οι fans του Σκοτεινού Ιππότη μπορούν επιτέλους να ξανανιώσουν περήφανοι.
Ο Christopher Nolan, ο σκηνοθέτης που άφησε το παγκόσμιο κοινό με ανοιχτό το στόμα όταν είπε την ιστορία του Memento από το τέλος προς την αρχή, τώρα παίρνει τον Batman και τον γυρίζει ανάποδα. Αντί να γυρίσει άλλη μια υπερθεαματική περιπέτεια, προσπαθώντας να ανταγωνιστεί τους προκατόχους του, επιστρέφει στο παρελθόν του νεαρού Bruce Wayne, και σκαλίζει όλες αυτές τις εσωτερικές διεργασίες που εξασφάλισαν στον Batman τη δύναμη να γίνει ο μόνος υπερήρωας χωρίς υπερδυνάμεις.
Μετά τη δολοφονία των γονιών του και την εκτέλεση του φονιά τους μερικά χρόνια αργότερα (ο οποίος σύμφωνα με το νέο στόρι, δεν ήταν ο Joker), ο Bruce Wayne, μοναδικό κληρονόμος της αμύθητης περιουσίας, παίρνει το δρόμο της Ανατολής προσπαθώντας να βρει το νόημα της ύπαρξης του και να ξεφύγει από τους δαίμονές του. Βυθίζεται στην παρανομία προσπαθώντας να την κατανοήσει, όμως χάνει το δρόμο και τον εαυτό του ακόμη περισσότερο. Μέχρι που μια περίεργη μυστικιστική οργάνωση, η Λεγεώνα των Σκιών, τον παίρνει στις παρατάξεις της, τον εκπαιδεύει, και δίνει κατεύθυνση στη ζωή του, βοηθώντας τον να ξεκαθαρίσει το στόχο του: να φέρει τον φόβο σ’ αυτούς που πλήττουν τους φοβισμένους.
Αν και απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε ο Christopher Nolan μπορεί να γυρίσει μια σκηνή μάχης σώμα-με-σώμα της προκοπής -αυτή η νέα μόδα με την κάμερα-ναυτία που δε σε αφήνει να καταλάβεις ποιος κλοτσάει ποιόν, είναι η νέα επιδημία του Hollywood-, τουλάχιστον είναι ικανός να κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα. Μπορεί να φτιάξει ατμόσφαιρα, να στήσει μεγαλειώδη πλάνα και να διαχειριστεί υποβλητικά σκηνικά. Το αν θα προτιμήσει κανείς το πιο μοντέρνο, μητροπολιτικό και νεοϋορκέζικο μοντέλο που χρησιμοποιεί ο Nolan για τη Gotham City, από το σκοτεινό, γοτθικό σκηνικό που έστησε ο Burton στα δύο πρώτα επισόδεια της σειράς, είναι απλά θέμα γούστου. Αυτό που επίσης θα εκτιμήσει σίγουρα, είναι πώς, όπως και ο Burton, έτσι και ο Nolan μπορεί να προσεγγίσει σωστά την ψυχολογία των ηρώων του, να απογειώσει τη δράση, και να δώσει χαρακτήρα στην ταινία του. Μπορεί να κάνει πράγματα που έχουν σημασία, και το δείχνει στο Batman Begins.
Επίσης, ξέρει να διαλέγει πρωταγωνιστές, και αναγνωρίζει το ταλέντο του Christian Bale να βυθίζεται στους ήρωές του για να φέρει στην επιφάνεια τις πιο υποχθώνιες πλευρές του χαρακτήρα τους. Αν και το πηγούνι του Michael Keaton είναι αξεπέραστο, ο Christian Bale έχει την ιδανική διάπλαση που χρειάζεται το πρόσωπο πίσω από τη μαύρη μάσκα με τα κέρατα. Τα χοντροκομμένα ζυγωματικά, τα σφιχτά χείλη και η βαθιά φωνή, δίνουν στον Batman τον τρομακτικό χαρακτήρα που εξάλειψε ο George Clooney στην προηγούμενη ταινία της σειράς, μετατρέποντας τον Batman σε παιχνιδιάρη playboy.
Ακόμη, με τη βοήθεια του David Goyer στο σενάριο, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τους κόμικ ήρωες και το σύμπαν τους (αρκεί να μην τους σκηνοθετεί, όπως φάνηκε στην πανωλεθρία του Blade Trinity), ο Bale πιάνει ακριβώς το σωστό τόνο μυστηριώδους και βασανισμένου που χρειάζεται ο χαρακτήρας του Bruce Wayne, και φέρνει στο φως όλες τις σκοτεινές πτυχές των δυο περσόνων του ήρωα. Και είναι και πολλές. Τι διάολο Σκοτεινός Ιππότης θα ήταν αλλίως;
(4/5)Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Σενάριο: David S. Goyer, Christopher Nolan
Παίζουν: Christian Bale, Michael Caine, Liam Neeson, Cillian Murphy, Gary Oldman, Katie Holmes
Μετά από μια σειρά μετριοτήτων, η DC μπόρεσε επιτέλους να βρει τη συνταγή για την αντεπίθεση στη Marvel, και μετά από μια σειρά αθλιοτήτων, οι fans του Σκοτεινού Ιππότη μπορούν επιτέλους να ξανανιώσουν περήφανοι.
Ο Christopher Nolan, ο σκηνοθέτης που άφησε το παγκόσμιο κοινό με ανοιχτό το στόμα όταν είπε την ιστορία του Memento από το τέλος προς την αρχή, τώρα παίρνει τον Batman και τον γυρίζει ανάποδα. Αντί να γυρίσει άλλη μια υπερθεαματική περιπέτεια, προσπαθώντας να ανταγωνιστεί τους προκατόχους του, επιστρέφει στο παρελθόν του νεαρού Bruce Wayne, και σκαλίζει όλες αυτές τις εσωτερικές διεργασίες που εξασφάλισαν στον Batman τη δύναμη να γίνει ο μόνος υπερήρωας χωρίς υπερδυνάμεις.
Μετά τη δολοφονία των γονιών του και την εκτέλεση του φονιά τους μερικά χρόνια αργότερα (ο οποίος σύμφωνα με το νέο στόρι, δεν ήταν ο Joker), ο Bruce Wayne, μοναδικό κληρονόμος της αμύθητης περιουσίας, παίρνει το δρόμο της Ανατολής προσπαθώντας να βρει το νόημα της ύπαρξης του και να ξεφύγει από τους δαίμονές του. Βυθίζεται στην παρανομία προσπαθώντας να την κατανοήσει, όμως χάνει το δρόμο και τον εαυτό του ακόμη περισσότερο. Μέχρι που μια περίεργη μυστικιστική οργάνωση, η Λεγεώνα των Σκιών, τον παίρνει στις παρατάξεις της, τον εκπαιδεύει, και δίνει κατεύθυνση στη ζωή του, βοηθώντας τον να ξεκαθαρίσει το στόχο του: να φέρει τον φόβο σ’ αυτούς που πλήττουν τους φοβισμένους.
Αν και απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε ο Christopher Nolan μπορεί να γυρίσει μια σκηνή μάχης σώμα-με-σώμα της προκοπής -αυτή η νέα μόδα με την κάμερα-ναυτία που δε σε αφήνει να καταλάβεις ποιος κλοτσάει ποιόν, είναι η νέα επιδημία του Hollywood-, τουλάχιστον είναι ικανός να κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα. Μπορεί να φτιάξει ατμόσφαιρα, να στήσει μεγαλειώδη πλάνα και να διαχειριστεί υποβλητικά σκηνικά. Το αν θα προτιμήσει κανείς το πιο μοντέρνο, μητροπολιτικό και νεοϋορκέζικο μοντέλο που χρησιμοποιεί ο Nolan για τη Gotham City, από το σκοτεινό, γοτθικό σκηνικό που έστησε ο Burton στα δύο πρώτα επισόδεια της σειράς, είναι απλά θέμα γούστου. Αυτό που επίσης θα εκτιμήσει σίγουρα, είναι πώς, όπως και ο Burton, έτσι και ο Nolan μπορεί να προσεγγίσει σωστά την ψυχολογία των ηρώων του, να απογειώσει τη δράση, και να δώσει χαρακτήρα στην ταινία του. Μπορεί να κάνει πράγματα που έχουν σημασία, και το δείχνει στο Batman Begins.
Επίσης, ξέρει να διαλέγει πρωταγωνιστές, και αναγνωρίζει το ταλέντο του Christian Bale να βυθίζεται στους ήρωές του για να φέρει στην επιφάνεια τις πιο υποχθώνιες πλευρές του χαρακτήρα τους. Αν και το πηγούνι του Michael Keaton είναι αξεπέραστο, ο Christian Bale έχει την ιδανική διάπλαση που χρειάζεται το πρόσωπο πίσω από τη μαύρη μάσκα με τα κέρατα. Τα χοντροκομμένα ζυγωματικά, τα σφιχτά χείλη και η βαθιά φωνή, δίνουν στον Batman τον τρομακτικό χαρακτήρα που εξάλειψε ο George Clooney στην προηγούμενη ταινία της σειράς, μετατρέποντας τον Batman σε παιχνιδιάρη playboy.
Ακόμη, με τη βοήθεια του David Goyer στο σενάριο, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τους κόμικ ήρωες και το σύμπαν τους (αρκεί να μην τους σκηνοθετεί, όπως φάνηκε στην πανωλεθρία του Blade Trinity), ο Bale πιάνει ακριβώς το σωστό τόνο μυστηριώδους και βασανισμένου που χρειάζεται ο χαρακτήρας του Bruce Wayne, και φέρνει στο φως όλες τις σκοτεινές πτυχές των δυο περσόνων του ήρωα. Και είναι και πολλές. Τι διάολο Σκοτεινός Ιππότης θα ήταν αλλίως;
Written by
verbal
in
no category
It's All Gone Pete Tong - Review
It’s All Gone Pete Tong
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Michael Dowse
Σενάριο: Michael Dowse
Παίζουν: Paul Kaye, Mike Wilmot, Beatriz Batarda, Kate Magowan
Πριν τρία χρόνια ο Woody Allen στήριξε μια κωμωδία του στην ευφάνταστη ιδέα ενός σκηνοθέτη που αναγκάζεται να γυρίσει την μεγαλύτερη ταινία του, τυφλός. Το Hollywood Ending ήταν η ευκαιρία του νευρικού κλαριντζή να κανιβαλίσει ανελέητα το Hollywood και τις ταινίες που γυρίζονται στον αυτόματο πιλότο. Μπορεί να μην τα κατάφερε όσο καλύτερα μπορούσε, όμως η ιδέα παραμένει εκπληκτική.
Φέτος, ο Michael Dowse παίρνει μια αντίστοιχη ιδέα, και τη μετατρέπει σε ευχάριστο mockumentary, με ανάλογο δυναμικό, αλλά χαμηλότερες αξιώσεις. Ο Frankie Wylde, είναι ένας από τους άρχοντες της Ibiza, ένας χαρισματικός DJ, του οποίου οι μοναδικές ικανότητες να καβαλάει τα beats, τού έχουν εξασφαλίσει παγκόσμια αναγνώριση και τεράστια περιουσία. Όμως, κάποια στιγμή η ακοή του αρχίζει να του κάνει κολπάκια.
Το κουδούνισμα στο αυτί του γίνεται ολοένα και δυνατότερο, μέχρι που αρχίζει να υπερκαλύπτει τα πάντα, ώσπου τελικά να οδηγήσει στην τελική κώφωση. Το νέο album του Frankie είναι μια φρίκη και η καριέρα του τινάζεται στον αέρα. Μετά όμως από ένα φλερτ με την παράνοια, ο Frankie παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, μαθαίνει να διαβάζει χείλη και γενικά βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει την αναπηρία του, με αποκορύφωμα, να φτιάχνει ένα ολοκαίνουριο album «νιώθοντας» τις δονήσεις της μουσικής. Φυσικά, το album γίνεται το απόλυτο hit, η φήμη του Frankie απογειώνεται ξανά, και όλοι των αποθεώνουν. Βέβαια ο ίδιος μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, έχει σιχαθεί το star system του χώρου, και το απορρίπτει με τον τρόπο του.
Το έργο του Dowse ξεδιπλώνεται με ήρεμη, προσγειωμένη σκηνοθεσία, χωρίς να επιχειρεί κάποια ιδιαίτερη προσέγγιση του χλιδάτου και αυτοκαταστροφικού σύμπαντος των superstars, ή να προχωράει σε κάτι περισσότερο από μια σχηματική αναπαράσταση των διαδικασιών που οδηγούν έναν άνθρωπο στην απόρριψη του συστήματος που τον ανέδειξε.
Προσφέρει πάντως ένα ευχάριστο και διασκεδαστικό, ανάλαφρο δίωρο, με μερικές αφορμές αφελούς προβληματισμού –αν θέλει κανείς άλλοθι για κάτι τέτοιο δηλαδή- και ο χρόνος κυλάει όμορφα και γλυκά, κυρίως χάρη στην spaced out ερμηνεία του πρωταγωνιστή. Ο Paul Kaye ποτίζει το ρόλο με μια παιδιάστικη αφέλεια που μαλακώνει κάπως την εγκληματική απερισκεψία του Wilde, και κάνει συμπαθή έναν κατά τα άλλα αδιάφορο –αν όχι ενοχλητικό- χαρακτήρα. Στα highlights της ταινίας, ο υπερμεγέθης λούτρινος αρκούδος με τη σκονισμένη μύτη, που ενσαρκώνει την εξάρτηση του Frankie από τις διάφορες άσπρες ουσίες, οι σκηνές σε θρυλικά clubs της Ibiza, και βέβαια τα cameo τεράτων του χώρου.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Michael Dowse
Σενάριο: Michael Dowse
Παίζουν: Paul Kaye, Mike Wilmot, Beatriz Batarda, Kate Magowan
Πριν τρία χρόνια ο Woody Allen στήριξε μια κωμωδία του στην ευφάνταστη ιδέα ενός σκηνοθέτη που αναγκάζεται να γυρίσει την μεγαλύτερη ταινία του, τυφλός. Το Hollywood Ending ήταν η ευκαιρία του νευρικού κλαριντζή να κανιβαλίσει ανελέητα το Hollywood και τις ταινίες που γυρίζονται στον αυτόματο πιλότο. Μπορεί να μην τα κατάφερε όσο καλύτερα μπορούσε, όμως η ιδέα παραμένει εκπληκτική.
Φέτος, ο Michael Dowse παίρνει μια αντίστοιχη ιδέα, και τη μετατρέπει σε ευχάριστο mockumentary, με ανάλογο δυναμικό, αλλά χαμηλότερες αξιώσεις. Ο Frankie Wylde, είναι ένας από τους άρχοντες της Ibiza, ένας χαρισματικός DJ, του οποίου οι μοναδικές ικανότητες να καβαλάει τα beats, τού έχουν εξασφαλίσει παγκόσμια αναγνώριση και τεράστια περιουσία. Όμως, κάποια στιγμή η ακοή του αρχίζει να του κάνει κολπάκια.
Το κουδούνισμα στο αυτί του γίνεται ολοένα και δυνατότερο, μέχρι που αρχίζει να υπερκαλύπτει τα πάντα, ώσπου τελικά να οδηγήσει στην τελική κώφωση. Το νέο album του Frankie είναι μια φρίκη και η καριέρα του τινάζεται στον αέρα. Μετά όμως από ένα φλερτ με την παράνοια, ο Frankie παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, μαθαίνει να διαβάζει χείλη και γενικά βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει την αναπηρία του, με αποκορύφωμα, να φτιάχνει ένα ολοκαίνουριο album «νιώθοντας» τις δονήσεις της μουσικής. Φυσικά, το album γίνεται το απόλυτο hit, η φήμη του Frankie απογειώνεται ξανά, και όλοι των αποθεώνουν. Βέβαια ο ίδιος μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, έχει σιχαθεί το star system του χώρου, και το απορρίπτει με τον τρόπο του.
Το έργο του Dowse ξεδιπλώνεται με ήρεμη, προσγειωμένη σκηνοθεσία, χωρίς να επιχειρεί κάποια ιδιαίτερη προσέγγιση του χλιδάτου και αυτοκαταστροφικού σύμπαντος των superstars, ή να προχωράει σε κάτι περισσότερο από μια σχηματική αναπαράσταση των διαδικασιών που οδηγούν έναν άνθρωπο στην απόρριψη του συστήματος που τον ανέδειξε.Προσφέρει πάντως ένα ευχάριστο και διασκεδαστικό, ανάλαφρο δίωρο, με μερικές αφορμές αφελούς προβληματισμού –αν θέλει κανείς άλλοθι για κάτι τέτοιο δηλαδή- και ο χρόνος κυλάει όμορφα και γλυκά, κυρίως χάρη στην spaced out ερμηνεία του πρωταγωνιστή. Ο Paul Kaye ποτίζει το ρόλο με μια παιδιάστικη αφέλεια που μαλακώνει κάπως την εγκληματική απερισκεψία του Wilde, και κάνει συμπαθή έναν κατά τα άλλα αδιάφορο –αν όχι ενοχλητικό- χαρακτήρα. Στα highlights της ταινίας, ο υπερμεγέθης λούτρινος αρκούδος με τη σκονισμένη μύτη, που ενσαρκώνει την εξάρτηση του Frankie από τις διάφορες άσπρες ουσίες, οι σκηνές σε θρυλικά clubs της Ibiza, και βέβαια τα cameo τεράτων του χώρου.
Written by
verbal
in
no category
Mr and Mrs Smith - Review
Mr and Mrs Smith
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Doug Liman
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Brad Pitt, Angelina Jolie, Vince Vaughn, Kerry Washington
Η ταινία που έγινε η αφορμή για ένα από τα πιο ωραία σκάνδαλα της φετινής σαιζόν, επιτέλους έφτασε. Κι αν το timing του χωρισμού του Brad Pitt από την Jennifer Aniston λόγω της κρυφής του σχέσης με την Angelina Jolie δεν ήταν το καλύτερο δυνατό για να προωθήσει την ταινία, το Mr & Mrs Smith εξακολουθεί να είναι η ταινία που έχει στα credits της τα δυο πιο καυτά ονόματα του Hollywood.
Κρίμα που η χημεία ανάμεσά τους είναι χαμηλότερη από την ιδεατή, αυτό όμως μάλλον είναι κάτι που οφείλεται στην αγάπη της φύσης για την ισορροπία. Πάντως ακόμη κι αν η Angelina ήταν πιο σέξι ως Lara, ή ακόμη και ως Ολυμπιάδα, κι ακόμη κι αν ο Pitt δε θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τον εικονικό ρόλο του στο Fight Club ή να ξαναγεμίσει την οθόνη με τον ίδιο τρόπο που το έκανε στην Τροία, οι δυο τους εξακολουθούν να αποτελούν την προσωποποίηση των ερωτικών φαντασιώσεων straight, bi και gay θεατών στα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.
Ο John και η Jane Smith είναι ένα συνηθισμένο παντρεμένο ζευγάρι που ζει στα προάστια ένα συνηθισμένο, ρουτινιάρικο, έγγαμο βίο. Φυσικά, αντιμετωπίζουν όλα τα προβλήματα που συνοδεύουν την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, ο καθένας τους κρύβει κάτι που ο άλλος θα σκότωνε για να μάθει: ο Κος και η Κα Smith είναι ακριβοπληρωμένοι επαγγελματίες δολοφόνοι που δουλεύουν σε δύο άκρως ανταγωνιστικούς οργανισμούς. Όταν οι δυο τους αναλαμβάνουν την ίδια αποστολή, μαθαίνει ο ένας το μυστικό του άλλου, και τότε ξεκινά το πάρτι. Αν θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους και τη ζωή τους, θα πρέπει να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον.
Το σενάριο του Kinberg παίρνει ένα αρκετά μαύρο concept και το χειρίζεται έξυπνα, στολίζοντας το με παιχνιδιάρικες ατάκες και σπιρτόζικες εμπνεύσεις όπως τα παιχνίδια εξουσίας στο τραπέζι, με το σούρτα-φέρτα της αλατιέρας -ένα παιχνίδι καθοριστικής σημασίας για το ποιος φοράει τα παντελόνια στο σπίτι. Όσοι είναι παντρεμένοι για αρκετό καιρό το ξέρουν αυτό, και ξέρουν επίσης ότι δε χρειάζεται κανείς να είναι πληρωμένος δολοφόνος για να θελήσει κάποια στιγμή να σκοτώσει τον/την σύζυγό του. Αλλά αν ήταν επαγγελματίας εκτελεστής, σίγουρα θα τα πράγματα θα γινόταν πιο εύκολα. Αν μη τι άλλο, θα είχε να διαλέξει εργαλείο από ένα σωρό ωραία, μεγάλα και γυαλιστερά όπλα.
Με αυτά τα όπλα και τις σφαίρες τους, ο Liman στήνει μαγευτικές χορογραφίες τύπου John Woo, ενώ αποδεικνύει για άλλη μια φορά μετά το Bourne Identity, ότι μπορεί να γίνει ο καινούριος άρχων των σοβαρών ταινιών δράσης και των κατασκοπικών φιλμ. Με εξαιρετικό στυλ και άριστο timing, η σκηνή της μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στους δυο Smiths μπορεί άνετα να γραφτεί στα χρονικά ως το πέρασμα του Πολέμου των Ρόουζ στη νέα εποχή, ενώ όλες οι σκηνές δράσης εμπλουτίζονται με ανορθόδοξες γωνίες λήψεις και εξαιρετική αίσθηση συγχρονισμού.
Το πρόβλημα της ταινίας όμως είναι η αναποφασιστικότητα των παραγωγών για το πού θέλουν να την κατατάξουν. Αν και ως μαύρη κωμωδία θα μπορούσε να λειτουργεί περίφημα, η ταινία προσπαθεί να γίνει κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είναι. Ανάμεσα στις κυνικές ατάκες και τις στροφές του σεναρίου, παρεμβάλλεται περισσότερη δράση απ’ όση χρειάζεται και παρ’ ότι ο Liman προσπαθεί να της δώσει στυλ, το αποτέλεσμα είναι άνισο και καταστροφικό για το ρυθμό.
Γι’ αυτό βέβαια ευθύνεται και ο μοντέρ, που εκτός από κάποια μικροπροβληματάκια ασυνέχειας -απαγορευμένα σε παραγωγές τέτοιου επιπέδου-, αρκετά από τα μεγάλα μπουμ και τα πολύχρωμα μπαμ θα μπορούσαν επίσης να έχουν μείνει στα extras του dvd για να είναι η ταινία πιο σπηντάτη και απολαυστική.
Όπως και να ’χει όμως, ο κύριος και η κυρία Σμιθ παραμένουν ένα από τα πιο δροσιστικά blockbuster ζευγάρια που θα σας ψήσουν pop-corn και nachos στη φετινή καλοκαιρινή σαιζόν.
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Doug Liman
Σενάριο: Simon Kinberg
Παίζουν: Brad Pitt, Angelina Jolie, Vince Vaughn, Kerry Washington
Η ταινία που έγινε η αφορμή για ένα από τα πιο ωραία σκάνδαλα της φετινής σαιζόν, επιτέλους έφτασε. Κι αν το timing του χωρισμού του Brad Pitt από την Jennifer Aniston λόγω της κρυφής του σχέσης με την Angelina Jolie δεν ήταν το καλύτερο δυνατό για να προωθήσει την ταινία, το Mr & Mrs Smith εξακολουθεί να είναι η ταινία που έχει στα credits της τα δυο πιο καυτά ονόματα του Hollywood.
Κρίμα που η χημεία ανάμεσά τους είναι χαμηλότερη από την ιδεατή, αυτό όμως μάλλον είναι κάτι που οφείλεται στην αγάπη της φύσης για την ισορροπία. Πάντως ακόμη κι αν η Angelina ήταν πιο σέξι ως Lara, ή ακόμη και ως Ολυμπιάδα, κι ακόμη κι αν ο Pitt δε θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τον εικονικό ρόλο του στο Fight Club ή να ξαναγεμίσει την οθόνη με τον ίδιο τρόπο που το έκανε στην Τροία, οι δυο τους εξακολουθούν να αποτελούν την προσωποποίηση των ερωτικών φαντασιώσεων straight, bi και gay θεατών στα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.
Ο John και η Jane Smith είναι ένα συνηθισμένο παντρεμένο ζευγάρι που ζει στα προάστια ένα συνηθισμένο, ρουτινιάρικο, έγγαμο βίο. Φυσικά, αντιμετωπίζουν όλα τα προβλήματα που συνοδεύουν την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, ο καθένας τους κρύβει κάτι που ο άλλος θα σκότωνε για να μάθει: ο Κος και η Κα Smith είναι ακριβοπληρωμένοι επαγγελματίες δολοφόνοι που δουλεύουν σε δύο άκρως ανταγωνιστικούς οργανισμούς. Όταν οι δυο τους αναλαμβάνουν την ίδια αποστολή, μαθαίνει ο ένας το μυστικό του άλλου, και τότε ξεκινά το πάρτι. Αν θέλουν να κρατήσουν τη δουλειά τους και τη ζωή τους, θα πρέπει να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον.
Το σενάριο του Kinberg παίρνει ένα αρκετά μαύρο concept και το χειρίζεται έξυπνα, στολίζοντας το με παιχνιδιάρικες ατάκες και σπιρτόζικες εμπνεύσεις όπως τα παιχνίδια εξουσίας στο τραπέζι, με το σούρτα-φέρτα της αλατιέρας -ένα παιχνίδι καθοριστικής σημασίας για το ποιος φοράει τα παντελόνια στο σπίτι. Όσοι είναι παντρεμένοι για αρκετό καιρό το ξέρουν αυτό, και ξέρουν επίσης ότι δε χρειάζεται κανείς να είναι πληρωμένος δολοφόνος για να θελήσει κάποια στιγμή να σκοτώσει τον/την σύζυγό του. Αλλά αν ήταν επαγγελματίας εκτελεστής, σίγουρα θα τα πράγματα θα γινόταν πιο εύκολα. Αν μη τι άλλο, θα είχε να διαλέξει εργαλείο από ένα σωρό ωραία, μεγάλα και γυαλιστερά όπλα.
Με αυτά τα όπλα και τις σφαίρες τους, ο Liman στήνει μαγευτικές χορογραφίες τύπου John Woo, ενώ αποδεικνύει για άλλη μια φορά μετά το Bourne Identity, ότι μπορεί να γίνει ο καινούριος άρχων των σοβαρών ταινιών δράσης και των κατασκοπικών φιλμ. Με εξαιρετικό στυλ και άριστο timing, η σκηνή της μεγάλης αναμέτρησης ανάμεσα στους δυο Smiths μπορεί άνετα να γραφτεί στα χρονικά ως το πέρασμα του Πολέμου των Ρόουζ στη νέα εποχή, ενώ όλες οι σκηνές δράσης εμπλουτίζονται με ανορθόδοξες γωνίες λήψεις και εξαιρετική αίσθηση συγχρονισμού.
Το πρόβλημα της ταινίας όμως είναι η αναποφασιστικότητα των παραγωγών για το πού θέλουν να την κατατάξουν. Αν και ως μαύρη κωμωδία θα μπορούσε να λειτουργεί περίφημα, η ταινία προσπαθεί να γίνει κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είναι. Ανάμεσα στις κυνικές ατάκες και τις στροφές του σεναρίου, παρεμβάλλεται περισσότερη δράση απ’ όση χρειάζεται και παρ’ ότι ο Liman προσπαθεί να της δώσει στυλ, το αποτέλεσμα είναι άνισο και καταστροφικό για το ρυθμό.Γι’ αυτό βέβαια ευθύνεται και ο μοντέρ, που εκτός από κάποια μικροπροβληματάκια ασυνέχειας -απαγορευμένα σε παραγωγές τέτοιου επιπέδου-, αρκετά από τα μεγάλα μπουμ και τα πολύχρωμα μπαμ θα μπορούσαν επίσης να έχουν μείνει στα extras του dvd για να είναι η ταινία πιο σπηντάτη και απολαυστική.
Όπως και να ’χει όμως, ο κύριος και η κυρία Σμιθ παραμένουν ένα από τα πιο δροσιστικά blockbuster ζευγάρια που θα σας ψήσουν pop-corn και nachos στη φετινή καλοκαιρινή σαιζόν.
Written by
verbal
in
no category
Hitchhiker’s Guide to the Galaxy - Review
The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy – Γυρίζοντας τον Γαλαξία με Ωτοστόπ
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Garth Jennings
Σενάριο: Karey Kirkpatrick, (από τη σειρά βιβλίων του Douglas Adams)
Παίζουν: Martin Freeman, Zooey Deschanel, Sam Rockwell
Η μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη, είναι ούτως ή άλλως το new hot thing για το Hollywood, που ψάχνει best sellers να μετατρέψει σε blockbusters. Μόδα γνωστή και επιβεβαιωμένη, όμως το Ταξιδεύοντας το Γαλαξία με Ωτοστόπ, δεν ανήκει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία.
Στη διαδικασία του development (δηλαδή στη διαδικασία για να πάρει το πράσινο φως και να μπει στο pre-production) για δυο δεκαετίες περίπου, η ιστορία του γήινου που επέζησε από την καταστροφή του πλανήτη του και γυρνάει τον γαλαξία με ωτοστόπ (αλλά φαντάζομαι αυτό το είχατε καταλάβει), είχε ξεκινήσει ως ραδιοφωνικό σήριαλ, για να γίνει μετά σειρά βιβλίων, τηλεοπτική μίνι-σειρά, ηλεκτρονικό παιχνίδι, σειρά κόμικς και –επιτέλους- ταινία.
Από τα κλασσικότερα δείγματα φλεγματικού βρετανικού χιούμορ, το ομότιτλο βιβλίο του Douglas Adams (και αυτά που ακολούθησαν) βασίζεται στην ικανότητα του συγγραφέα του να παίρνει τυπικά εκνευριστικά γήινα χαρακτηριστικά και περιστατικά, και να τα προσωποποιεί σε ολόκληρες εξωγήινες φυλές, ή συνήθειες του σύμπαντος. Για να το κάνω πιο απλό, θα μπείτε αμέσως στο κλίμα, όταν δείτε τον Arthur Dent να ξυπνάει ένα όμορφο αγγλικό πρωινό στην όμορφη αγγλική ύπαιθρο, για να βρει ένα μάτσο μπουλντόζες να κοιτάζουν το σπίτι του με εχθρικές διαθέσεις, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από την ιδιοκτησία του πρέπει να περάσει ένας αυτοκινητόδρομος. Ένα τυπικό γήινο περιστατικό. Μερικά λεπτά αργότερα, ένα μάτσο Βογκονιανά κατεδαφιστικά διαστημόπλοια διαγράφουν τη Γη από το Σύμπαν, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από εκεί πρέπει να περάσει ένας, ας πούμε, διαστημοπλοιόδρομος.
Βέβαια ο Arthur γλιτώνει, γιατί, όπως λέγαμε, πρέπει να γυρίσει τον Γαλαξία, κι έτσι οι παρόμοιοι συσχετισμοί συνεχίζονται και απογειώνονται, ενώ η σελίδες του βιβλίου εμπλουτίζονται με ευφάνταστες περιπέτειες, που ξεχειλίζουν από την ειρωνική διάθεση και το σαρκαστικό χιούμορ του συγγραφέα.
Όμως να μην πω άλλα για τα βιβλία του Adams, τα οποία πιθανώς θα αδικήσω, μιας και δεν μπορώ να πω αρκετά γι’ αυτά πέρα απ’ το ότι τα τρία που διάβασα μου χάρισαν δύο από τις πιο απολαυστικές εβδομάδες ανάγνωσης που θυμάμαι.
Δε νομίζω ότι θα αδικήσω την ταινία όμως, λέγοντας ότι όσο δροσερή κι αν είναι η χάρη της σχετικά πλούσιας παραγωγής και η φρεσκάδα των ψιλό-άγνωστων προσώπων ακολουθούν την πρόθεση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου να υπηρετήσουν το πνεύμα των βιβλίων, το τελικό αποτέλεσμα στερείται ξεχωριστού χαρακτήρα, και ιδιαίτερης συνοχής. Λιγότερο pop θέαμα απ’ όσο pop ανάγνωσμα ήταν ο Οδηγός του Γαλαξία, προσφέρει δύο ευχάριστες ώρες στον θεατή με χαρακτήρες και στιγμές που θα απολαύσει, αλλά το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε –κάτι που θα βρει στα βιβλία.
Αν πάλι, έχει διαβάσει από πριν τα βιβλία, θα μπει πιο εύκολα στο κλίμα της ταινίας, θα καταλάβει τι έλειπε, θα καταλάβει γιατί έλειπε αυτό που έλειπε, και το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι τελικά θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει σπίτι με την πετσέτα του. Έτσι γίνεται όταν η πολυπλοκότητα και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, θυσιάζονται για την απλοϊκότητα ενός πιο mainstream μέσου. Και έτσι γίνεται βέβαια, όταν πρέπει να στριμώξεις έξι βιβλία σε δυο ώρες ταινίες, ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Garth Jennings
Σενάριο: Karey Kirkpatrick, (από τη σειρά βιβλίων του Douglas Adams)
Παίζουν: Martin Freeman, Zooey Deschanel, Sam Rockwell
Η μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη, είναι ούτως ή άλλως το new hot thing για το Hollywood, που ψάχνει best sellers να μετατρέψει σε blockbusters. Μόδα γνωστή και επιβεβαιωμένη, όμως το Ταξιδεύοντας το Γαλαξία με Ωτοστόπ, δεν ανήκει ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία.Στη διαδικασία του development (δηλαδή στη διαδικασία για να πάρει το πράσινο φως και να μπει στο pre-production) για δυο δεκαετίες περίπου, η ιστορία του γήινου που επέζησε από την καταστροφή του πλανήτη του και γυρνάει τον γαλαξία με ωτοστόπ (αλλά φαντάζομαι αυτό το είχατε καταλάβει), είχε ξεκινήσει ως ραδιοφωνικό σήριαλ, για να γίνει μετά σειρά βιβλίων, τηλεοπτική μίνι-σειρά, ηλεκτρονικό παιχνίδι, σειρά κόμικς και –επιτέλους- ταινία.
Από τα κλασσικότερα δείγματα φλεγματικού βρετανικού χιούμορ, το ομότιτλο βιβλίο του Douglas Adams (και αυτά που ακολούθησαν) βασίζεται στην ικανότητα του συγγραφέα του να παίρνει τυπικά εκνευριστικά γήινα χαρακτηριστικά και περιστατικά, και να τα προσωποποιεί σε ολόκληρες εξωγήινες φυλές, ή συνήθειες του σύμπαντος. Για να το κάνω πιο απλό, θα μπείτε αμέσως στο κλίμα, όταν δείτε τον Arthur Dent να ξυπνάει ένα όμορφο αγγλικό πρωινό στην όμορφη αγγλική ύπαιθρο, για να βρει ένα μάτσο μπουλντόζες να κοιτάζουν το σπίτι του με εχθρικές διαθέσεις, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από την ιδιοκτησία του πρέπει να περάσει ένας αυτοκινητόδρομος. Ένα τυπικό γήινο περιστατικό. Μερικά λεπτά αργότερα, ένα μάτσο Βογκονιανά κατεδαφιστικά διαστημόπλοια διαγράφουν τη Γη από το Σύμπαν, επειδή κάποιος αποφάσισε ότι από εκεί πρέπει να περάσει ένας, ας πούμε, διαστημοπλοιόδρομος.Βέβαια ο Arthur γλιτώνει, γιατί, όπως λέγαμε, πρέπει να γυρίσει τον Γαλαξία, κι έτσι οι παρόμοιοι συσχετισμοί συνεχίζονται και απογειώνονται, ενώ η σελίδες του βιβλίου εμπλουτίζονται με ευφάνταστες περιπέτειες, που ξεχειλίζουν από την ειρωνική διάθεση και το σαρκαστικό χιούμορ του συγγραφέα.
Όμως να μην πω άλλα για τα βιβλία του Adams, τα οποία πιθανώς θα αδικήσω, μιας και δεν μπορώ να πω αρκετά γι’ αυτά πέρα απ’ το ότι τα τρία που διάβασα μου χάρισαν δύο από τις πιο απολαυστικές εβδομάδες ανάγνωσης που θυμάμαι.
Δε νομίζω ότι θα αδικήσω την ταινία όμως, λέγοντας ότι όσο δροσερή κι αν είναι η χάρη της σχετικά πλούσιας παραγωγής και η φρεσκάδα των ψιλό-άγνωστων προσώπων ακολουθούν την πρόθεση του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου να υπηρετήσουν το πνεύμα των βιβλίων, το τελικό αποτέλεσμα στερείται ξεχωριστού χαρακτήρα, και ιδιαίτερης συνοχής. Λιγότερο pop θέαμα απ’ όσο pop ανάγνωσμα ήταν ο Οδηγός του Γαλαξία, προσφέρει δύο ευχάριστες ώρες στον θεατή με χαρακτήρες και στιγμές που θα απολαύσει, αλλά το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι κάτι έλειπε –κάτι που θα βρει στα βιβλία.
Αν πάλι, έχει διαβάσει από πριν τα βιβλία, θα μπει πιο εύκολα στο κλίμα της ταινίας, θα καταλάβει τι έλειπε, θα καταλάβει γιατί έλειπε αυτό που έλειπε, και το πιθανότερο είναι να βγει από την αίθουσα με την αίσθηση ότι τελικά θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει σπίτι με την πετσέτα του. Έτσι γίνεται όταν η πολυπλοκότητα και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, θυσιάζονται για την απλοϊκότητα ενός πιο mainstream μέσου. Και έτσι γίνεται βέβαια, όταν πρέπει να στριμώξεις έξι βιβλία σε δυο ώρες ταινίες, ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.