Written by
verbal
in
no category
A History of Violence - Review
A History of Violence – Το Τέλος της Βίας
(3/5)
Σκηνοθεσία: David Cronenberg
Σενάριο: Josh Olson (από το graphic novel των John Wagner και Vince Locke)
Παίζουν: Viggo Mortensen, Maria Bello, Ed Harris
Η φιλμογραφία του David Cronenberg χαρακτηρίζεται σχεδόν στο σύνολό της από την σαδιστική προσέγγιση του σκηνοθέτη στο ανθρώπινo σώμα και τον τρόπο που το παραμορφώνει για να εκφράσει την ψυχολογική ή/και τη διανοητική κατάσταση των ηρώων του.
Στο Spider έδειξε να αλλάζει πορεία και να σπρώχνει την κάμερά του πιο κοντά στην ανθρώπινη ψυχή και τις ανάποδες διαδρομές του μυαλού. Αυτήν την διαφορετική πορεία ακολουθεί –με πολύ πιο ομαλό και ανοιχτό στο θεατή τρόπο- και στο History of Violence, που κάνει τη μακρά φιλμογραφία του Καναδού να μοιάζει με πολύχρονη προσπάθεια να κάνει τη σωστή τομή στο σώμα που θα ανοίξει στους θεατές το δρόμο για την ψυχή. Απ’ ότι φαίνεται, μάλλον τα κατάφερε.
Η art-house θεματική, η mainstream αφήγηση και τα εικαστικά κρεσέντο που θα περίμενε κανείς από έναν σκηνοθέτη με το παρατσούκλι Βαρόνος του Αίματος, αναμειγνύονται στο History of Violence που εικονογραφεί την τρομακτική απόσταση ανάμεσα στις ακραίες εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης. Ο Tom Stall, φιλήσυχος ιδιοκτήτης του diner μιας επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, πατέρας δύο παιδιών και σύζυγος μιας πανέμορφης δικηγόρου (Maria Bello) που φαίνεται φουλ ερωτευμένη μαζί του, έρχεται ένα βράδυ αντιμέτωπος με δυο περαστικούς εγκληματίες που σταματούν στην πόλη του για μια γρήγορη ληστεία. Με μερικές γρήγορες κινήσεις που φαίνεται να έχει ξεσηκώσει από το Bourne Identity, ο Tom εξουδετερώνει του ληστές και γίνεται ο ήρωας της πόλης. Το περιστατικό αλλάζει τη ζωή του και με έναν άλλον τρόπο όμως, αφού μερικές μέρες μετά εμφανίζεται ένας μυστήριος τύπος που ισχυρίζεται ότι ο Tom δεν είναι αυτός που όλοι νομίζουν, αλλά ένας φυγάς μαφιόζος.
Ο Viggo Mortensen, που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, παραδίδει ερμηνεία καριέρας πιάνοντας όλες τις σωστές αποχρώσεις του σχιζοειδούς χαρακτήρα του και με τον πιο αδιόρατο τρόπο κάνει ξεκάθαρη την μια ερμηνεία του τίτλου της ταινίας. Ο Cronenberg με άριστα make up, σκηνοθετική ευελιξία και ακρίβεια, μας κάνει να αναρωτιόμαστε σε ποιον θεό πρέπει να κάνουμε επίκληση για να τον δούμε να σκηνοθετεί σκληροπυρηνική περιπέτεια, ενώ παράλληλα φροντίζει να δώσει μια πιο διαχρονική, δαρβινική ερμηνεία στον τίτλο –ένα χρονικό βίας σε όλη την ιστορία του πλανήτη, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος. Το τρίτο ταμπλό στο οποίο προσπαθεί να κινηθεί, η κληρονομικότητα της βίας, που εμφανίζεται μέσα από το ξύπνημα άγριων ενστίκτων στο γιο του Stall, τον Jack (Ashton Holmes) μάλλον δεν έχει αρκετό χώρο να αναπνεύσει, όμως κι αυτό εντάσσεται στο γενικότερο, υπόγεια ηλεκτρισμένο κλίμα της ταινίας που χάρη στην εξαιρετική της ατμόσφαιρα συνήθως κατορθώνει να υπερκεράσει τα προβλήματα στο ρυθμό.
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ιστορίας να είναι η απλότητα της γραμμικής αφήγησης, που μάλλον θα δούλευε καλύτερα αν ο Cronenberg έστρεφε το φακό του στο χρονικό της προσπάθειας του ανθρώπου να καταπνίξει τη βιαιότητα, παρά στην ξαφνική της επανεμφάνιση, όμως όπως και να ‘χει το History of Violence (τίτλος που μεταφράστηκε με τρόπο που διαστρεβλώνει ολοκληρωτικά την αρχική σημασία του) είναι μια ταινία που έχει πολύ ψωμί για κουβέντα και μερικές επί μέρους σκηνές πολύ συναρπαστικές.
(3/5)Σκηνοθεσία: David Cronenberg
Σενάριο: Josh Olson (από το graphic novel των John Wagner και Vince Locke)
Παίζουν: Viggo Mortensen, Maria Bello, Ed Harris
Η φιλμογραφία του David Cronenberg χαρακτηρίζεται σχεδόν στο σύνολό της από την σαδιστική προσέγγιση του σκηνοθέτη στο ανθρώπινo σώμα και τον τρόπο που το παραμορφώνει για να εκφράσει την ψυχολογική ή/και τη διανοητική κατάσταση των ηρώων του.
Στο Spider έδειξε να αλλάζει πορεία και να σπρώχνει την κάμερά του πιο κοντά στην ανθρώπινη ψυχή και τις ανάποδες διαδρομές του μυαλού. Αυτήν την διαφορετική πορεία ακολουθεί –με πολύ πιο ομαλό και ανοιχτό στο θεατή τρόπο- και στο History of Violence, που κάνει τη μακρά φιλμογραφία του Καναδού να μοιάζει με πολύχρονη προσπάθεια να κάνει τη σωστή τομή στο σώμα που θα ανοίξει στους θεατές το δρόμο για την ψυχή. Απ’ ότι φαίνεται, μάλλον τα κατάφερε.
Η art-house θεματική, η mainstream αφήγηση και τα εικαστικά κρεσέντο που θα περίμενε κανείς από έναν σκηνοθέτη με το παρατσούκλι Βαρόνος του Αίματος, αναμειγνύονται στο History of Violence που εικονογραφεί την τρομακτική απόσταση ανάμεσα στις ακραίες εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης. Ο Tom Stall, φιλήσυχος ιδιοκτήτης του diner μιας επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, πατέρας δύο παιδιών και σύζυγος μιας πανέμορφης δικηγόρου (Maria Bello) που φαίνεται φουλ ερωτευμένη μαζί του, έρχεται ένα βράδυ αντιμέτωπος με δυο περαστικούς εγκληματίες που σταματούν στην πόλη του για μια γρήγορη ληστεία. Με μερικές γρήγορες κινήσεις που φαίνεται να έχει ξεσηκώσει από το Bourne Identity, ο Tom εξουδετερώνει του ληστές και γίνεται ο ήρωας της πόλης. Το περιστατικό αλλάζει τη ζωή του και με έναν άλλον τρόπο όμως, αφού μερικές μέρες μετά εμφανίζεται ένας μυστήριος τύπος που ισχυρίζεται ότι ο Tom δεν είναι αυτός που όλοι νομίζουν, αλλά ένας φυγάς μαφιόζος.
Ο Viggo Mortensen, που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, παραδίδει ερμηνεία καριέρας πιάνοντας όλες τις σωστές αποχρώσεις του σχιζοειδούς χαρακτήρα του και με τον πιο αδιόρατο τρόπο κάνει ξεκάθαρη την μια ερμηνεία του τίτλου της ταινίας. Ο Cronenberg με άριστα make up, σκηνοθετική ευελιξία και ακρίβεια, μας κάνει να αναρωτιόμαστε σε ποιον θεό πρέπει να κάνουμε επίκληση για να τον δούμε να σκηνοθετεί σκληροπυρηνική περιπέτεια, ενώ παράλληλα φροντίζει να δώσει μια πιο διαχρονική, δαρβινική ερμηνεία στον τίτλο –ένα χρονικό βίας σε όλη την ιστορία του πλανήτη, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος. Το τρίτο ταμπλό στο οποίο προσπαθεί να κινηθεί, η κληρονομικότητα της βίας, που εμφανίζεται μέσα από το ξύπνημα άγριων ενστίκτων στο γιο του Stall, τον Jack (Ashton Holmes) μάλλον δεν έχει αρκετό χώρο να αναπνεύσει, όμως κι αυτό εντάσσεται στο γενικότερο, υπόγεια ηλεκτρισμένο κλίμα της ταινίας που χάρη στην εξαιρετική της ατμόσφαιρα συνήθως κατορθώνει να υπερκεράσει τα προβλήματα στο ρυθμό.
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ιστορίας να είναι η απλότητα της γραμμικής αφήγησης, που μάλλον θα δούλευε καλύτερα αν ο Cronenberg έστρεφε το φακό του στο χρονικό της προσπάθειας του ανθρώπου να καταπνίξει τη βιαιότητα, παρά στην ξαφνική της επανεμφάνιση, όμως όπως και να ‘χει το History of Violence (τίτλος που μεταφράστηκε με τρόπο που διαστρεβλώνει ολοκληρωτικά την αρχική σημασία του) είναι μια ταινία που έχει πολύ ψωμί για κουβέντα και μερικές επί μέρους σκηνές πολύ συναρπαστικές.
Written by
verbal
in
no category
Πρώτη φωτό του νέου Bond
The Name is Blond, James Blond
Αποκαλύφθηκε πριν από μερικές μέρες το πιο καλά φυλασσόμενο μυστικό των Μυστικών Υπηρεσιών της Αυτού Μεγαλειότητας. Ο νέος James Bond, στην επίσημη και σοβαρή εκτέλεση του Casino Royale, της νέας του περιπέτειας, θα φέρει τη φάσα του Daniel Craig.
Ο ηθοποιός που κατέκτησε τη δόξα στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της Lara Croft, κρατώντας το ρόλο του Alex West, πρώην εραστή-νυν νέμεση της Λαίδης Λάρα, και στη συνέχεια βρέθηκε ανάμεσα σε ταλέντα όπως αυτά του Tom Hanks, Paul Newman και Jude Law στο οικογενειακό γκαγκστερικό έπος του Sam Mendes, Road to Perdition, έδειξε πέρυσι ότι είναι ικανός να κουβαλήσει ταινία, με το ρόλο του ΧΧΧΧ στο Layer Cake, πλάι στη Sienna Miller. Και στις τρεις περιστάσεις έχει αποδείξει ότι μπορεί να είναι φονικά βίαιος αν χρειαστεί, όμως το περιστατικό με την δεσποινίδα Miller μάλλον θέτει εν αμφιβόλλω τις ικανότητες του να εκμεταλλευτεί νεαρές κορασίδες, δυνατότητα που είναι εκ των προαπαιτούμενων για έναν καλό Bond και αφήνει υπόνοιες για το αντίστροφο.
Κάποιοι πάντως μετρούν στα θετικά του James Blond ότι είναι αρκετά αγριόφατσα ώστε να μπορεί να σκοτώσει κάποιον με τα γυμνά του χέρια εν ριπεί οφθαλμού, όμως για την ώρα το mftm επιμένει στη θέση του πως ο Bond πρέπει πρωτίστως να είναι αρκετά well groomed και βουτυρομούρης για να κερδίζει τη fashion police του κάθε cocktail party. Και η πρώτη φωτογραφία του Craig με το tuxedo, έχει υπερβολικά πολλές σκιες για να μας δώσει αυτήν την εντύπωση…
Αποκαλύφθηκε πριν από μερικές μέρες το πιο καλά φυλασσόμενο μυστικό των Μυστικών Υπηρεσιών της Αυτού Μεγαλειότητας. Ο νέος James Bond, στην επίσημη και σοβαρή εκτέλεση του Casino Royale, της νέας του περιπέτειας, θα φέρει τη φάσα του Daniel Craig.
Ο ηθοποιός που κατέκτησε τη δόξα στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της Lara Croft, κρατώντας το ρόλο του Alex West, πρώην εραστή-νυν νέμεση της Λαίδης Λάρα, και στη συνέχεια βρέθηκε ανάμεσα σε ταλέντα όπως αυτά του Tom Hanks, Paul Newman και Jude Law στο οικογενειακό γκαγκστερικό έπος του Sam Mendes, Road to Perdition, έδειξε πέρυσι ότι είναι ικανός να κουβαλήσει ταινία, με το ρόλο του ΧΧΧΧ στο Layer Cake, πλάι στη Sienna Miller. Και στις τρεις περιστάσεις έχει αποδείξει ότι μπορεί να είναι φονικά βίαιος αν χρειαστεί, όμως το περιστατικό με την δεσποινίδα Miller μάλλον θέτει εν αμφιβόλλω τις ικανότητες του να εκμεταλλευτεί νεαρές κορασίδες, δυνατότητα που είναι εκ των προαπαιτούμενων για έναν καλό Bond και αφήνει υπόνοιες για το αντίστροφο.Κάποιοι πάντως μετρούν στα θετικά του James Blond ότι είναι αρκετά αγριόφατσα ώστε να μπορεί να σκοτώσει κάποιον με τα γυμνά του χέρια εν ριπεί οφθαλμού, όμως για την ώρα το mftm επιμένει στη θέση του πως ο Bond πρέπει πρωτίστως να είναι αρκετά well groomed και βουτυρομούρης για να κερδίζει τη fashion police του κάθε cocktail party. Και η πρώτη φωτογραφία του Craig με το tuxedo, έχει υπερβολικά πολλές σκιες για να μας δώσει αυτήν την εντύπωση…
Written by
verbal
in
no category
Cinderella Man – Review
Cinderella Man
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Ron Howard
Σενάριο: Cliff Holingsworth, Akiva Goldsman
Παίζουν: Russel Crowe, Renee Zellweger, Paul Giamatti
Δεν ξέρω αν έφτασε η εποχή που κάθε χρόνο θα έχουμε από μια ταινία για μποξ, με το outsider να περνάει τα μύρια όσα, να ανατρέπει όλα τα προγνωστικά, να αγκαλιάζει τον τίτλο και στο τέλος να σηκώνει και το Όσκαρ, ξέρω όμως πως σίγουρα ο Stallone δεν το είχε φανταστεί όταν έγραφε το σενάριο του Rocky ότι θα έδειχνε έναν από τους αγαπημένους δρόμους των παραγωγών για τα χρυσά βραβεία. Πάντως αν τα πράματα συνεχίσουν έτσι, αυτός μπορεί να γίνει και ο σοβαρότερος λόγος να τον μισούμε για ό,τι έκανε στον κινηματογράφο.
Ο Ron Howard, με το γνωστό, καλοδουλεμένο, και όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένο στυλ, σκηνοθετεί την ιστορία του Jimmy Braddock, ενός μποξέρ που μετατράπηκε σε θρύλο, όταν ξεπήδησε από την πεινασμένη εργατική τάξη του αμερικανικού κραχ για να τσακίσει όποιον συναντούσε στα ρινγκς και στο τέλος να αρπάξει τον τίτλο από τον αλαζονικό defender του, τον Max Baer.
Το σενάριο, που προσωποποιεί στον χαρακτήρα του Braddock και την άνοδό του από τα σακιά των αποβάθρων στα σαλόνια των πολυτελών εστιατορίων τους πόθους αλλά και τη… λεβεντιά του άσπρου κολάρου, αφήνει χώρο για μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην Αμερική της μεγάλης πείνας, πριν συνεχίσει την φορμουλαϊκή του εξέλιξη. Η συγκινήσεις εναλλάσσονται με τους θριάμβους με τον ίδιο ρυθμό που το σκληρό, macho παρουσιαστικό του Russel Crowe αντιπαρατίθεται στην εύθραυστη, στρουμπουλή φατσούλα της Zelwegger, οι γροθιές πέφτουν βροχή, κάπου εκεί στη γωνία των αποβάθρων αχνοφαίνεται ο Brando να φωνάζει “I could ’ve been a contender” αλλά ο Russell είναι αυτός που ακολουθεί την πορεία στην κορυφή χωρίς να ξεχνά ποτέ την καταγωγή του.
Είναι ίσως ο μόνος σύγχρονος ηθοποιός (άντε να’ ναι και ο Clive Owen) που μπορεί να παίξει χαρακτήρες με αρ*ίδια και αυτό φαίνεται για άλλη μια φορά, στον τρόπο που γεμίζει την οθόνη με τις σκληρές του γωνίες, χωρίς μεγάλη ανάγκη να καταφεύγει σε συναισθηματισμούς. Η ντόμπρα, βαρβατιλέ ειλικρίνεια είναι η μόνη ευαίσθητη πλευρά του και αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές. Δεν ξέρω αν φέτος θα πάει πάλι για Όσκαρ, αλλά κι αν δεν φιγουράρει στην πεντάδα, δε θα ’ναι δικό του φταίξιμο αλλά του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, που υπερτονίζει τις αρετές του, εκβιάζοντας το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια του θεατή. Όσο για το «προϊόν» του Howard, που είναι εξαιρετικής ποιότητας σε όλους τους τομείς, δεν είναι τίποτα που δεν έχετε ξαναδεί, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα το ‘φχαριστηθείτε.
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Ron Howard
Σενάριο: Cliff Holingsworth, Akiva Goldsman
Παίζουν: Russel Crowe, Renee Zellweger, Paul Giamatti
Δεν ξέρω αν έφτασε η εποχή που κάθε χρόνο θα έχουμε από μια ταινία για μποξ, με το outsider να περνάει τα μύρια όσα, να ανατρέπει όλα τα προγνωστικά, να αγκαλιάζει τον τίτλο και στο τέλος να σηκώνει και το Όσκαρ, ξέρω όμως πως σίγουρα ο Stallone δεν το είχε φανταστεί όταν έγραφε το σενάριο του Rocky ότι θα έδειχνε έναν από τους αγαπημένους δρόμους των παραγωγών για τα χρυσά βραβεία. Πάντως αν τα πράματα συνεχίσουν έτσι, αυτός μπορεί να γίνει και ο σοβαρότερος λόγος να τον μισούμε για ό,τι έκανε στον κινηματογράφο.Ο Ron Howard, με το γνωστό, καλοδουλεμένο, και όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένο στυλ, σκηνοθετεί την ιστορία του Jimmy Braddock, ενός μποξέρ που μετατράπηκε σε θρύλο, όταν ξεπήδησε από την πεινασμένη εργατική τάξη του αμερικανικού κραχ για να τσακίσει όποιον συναντούσε στα ρινγκς και στο τέλος να αρπάξει τον τίτλο από τον αλαζονικό defender του, τον Max Baer.
Το σενάριο, που προσωποποιεί στον χαρακτήρα του Braddock και την άνοδό του από τα σακιά των αποβάθρων στα σαλόνια των πολυτελών εστιατορίων τους πόθους αλλά και τη… λεβεντιά του άσπρου κολάρου, αφήνει χώρο για μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην Αμερική της μεγάλης πείνας, πριν συνεχίσει την φορμουλαϊκή του εξέλιξη. Η συγκινήσεις εναλλάσσονται με τους θριάμβους με τον ίδιο ρυθμό που το σκληρό, macho παρουσιαστικό του Russel Crowe αντιπαρατίθεται στην εύθραυστη, στρουμπουλή φατσούλα της Zelwegger, οι γροθιές πέφτουν βροχή, κάπου εκεί στη γωνία των αποβάθρων αχνοφαίνεται ο Brando να φωνάζει “I could ’ve been a contender” αλλά ο Russell είναι αυτός που ακολουθεί την πορεία στην κορυφή χωρίς να ξεχνά ποτέ την καταγωγή του.
Είναι ίσως ο μόνος σύγχρονος ηθοποιός (άντε να’ ναι και ο Clive Owen) που μπορεί να παίξει χαρακτήρες με αρ*ίδια και αυτό φαίνεται για άλλη μια φορά, στον τρόπο που γεμίζει την οθόνη με τις σκληρές του γωνίες, χωρίς μεγάλη ανάγκη να καταφεύγει σε συναισθηματισμούς. Η ντόμπρα, βαρβατιλέ ειλικρίνεια είναι η μόνη ευαίσθητη πλευρά του και αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές. Δεν ξέρω αν φέτος θα πάει πάλι για Όσκαρ, αλλά κι αν δεν φιγουράρει στην πεντάδα, δε θα ’ναι δικό του φταίξιμο αλλά του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, που υπερτονίζει τις αρετές του, εκβιάζοντας το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια του θεατή. Όσο για το «προϊόν» του Howard, που είναι εξαιρετικής ποιότητας σε όλους τους τομείς, δεν είναι τίποτα που δεν έχετε ξαναδεί, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα το ‘φχαριστηθείτε.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Howl's Moving Castle - Review
Howl's Moving Castle - Κινούμενο Κάστρο

(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Hayao Miyazaki
Σενάριο: Diana Wynne Jones (νουβέλα), Hayao Miyazaki
Με τις φωνές των: Takuya Kimura, Chieko Baisho, Tatsuya Gashuin
(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Το «Spirited Away» το θυμάστε? Εγώ κάθε φορά που ο verbal οργανώνει βραδιά sushi σπίτι του. Βλέπετε έχει την αφίσα φάτσα – κάρτα. Ο δημιουργός του και βραβευμένος με Όσκαρ για αυτή τη δ
ουλειά, ο Hayao Miyazaki, προσπαθεί να επαναλάβει την επιτυχία στο είδος που γνωρίζει τόσο καλά, το anime. Στο «Κινούμενο Κάστρο» (“Hauru no ugoku shiro”) η Σόφι μετατρέπεται σε γιαγιάκα όταν την καταριέται μια χοντρή μάγισσα. Οι περιπέτειες μόλις άρχισαν!
Το αποτέλεσμα άρτιο αισθητικά, με πολύχρωμες εικόνες, εντυπωσιακές λεπτομέρειες και πραγματικά ευφάνταστους ήρωες, αλλά η ιστορία αυτή καθ’ αυτή (από νουβέλα της Diana Wynne Jones) χάνεται τελικά μέσα σε αυτό το γαϊτανάκι εικόνων.
Ο πόλεμος είναι ανόητος και τα γηρατειά δύσκολα, είναι τα μόνα μηνύματα που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, και είναι προφανές ποιο απευθύνεται στ
α παιδιά και ποιο στους γονείς τους.
Αν σκοπεύετε να την παρακολουθήσετε παρέα με παιδάκι (δικό σας, ανηψάκι, βαφτηστήρι, ή οποιοδήποτε άλλο παιδάκι-αξεσουάρ), να περιμένετε στο τέλος ένα κατσουφιασμένο λόγω κούρασης κινηματογραφόφιλο κεφαλάκι (2 φουλ ώρες δεν περνάνε γρήγορα, παρά τις συχνές κωμικές πινελιές), ενώ εσείς οι ίδιοι μπορεί και να νοσταλγήσετε την εποχή της θρυλικής Κάντυ Κάντυ! (αυτός εδώ δίπλα δε σας θυμίζει τον Τέρυ?)

(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Hayao Miyazaki
Σενάριο: Diana Wynne Jones (νουβέλα), Hayao Miyazaki
Με τις φωνές των: Takuya Kimura, Chieko Baisho, Tatsuya Gashuin
(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Το «Spirited Away» το θυμάστε? Εγώ κάθε φορά που ο verbal οργανώνει βραδιά sushi σπίτι του. Βλέπετε έχει την αφίσα φάτσα – κάρτα. Ο δημιουργός του και βραβευμένος με Όσκαρ για αυτή τη δ
ουλειά, ο Hayao Miyazaki, προσπαθεί να επαναλάβει την επιτυχία στο είδος που γνωρίζει τόσο καλά, το anime. Στο «Κινούμενο Κάστρο» (“Hauru no ugoku shiro”) η Σόφι μετατρέπεται σε γιαγιάκα όταν την καταριέται μια χοντρή μάγισσα. Οι περιπέτειες μόλις άρχισαν!Το αποτέλεσμα άρτιο αισθητικά, με πολύχρωμες εικόνες, εντυπωσιακές λεπτομέρειες και πραγματικά ευφάνταστους ήρωες, αλλά η ιστορία αυτή καθ’ αυτή (από νουβέλα της Diana Wynne Jones) χάνεται τελικά μέσα σε αυτό το γαϊτανάκι εικόνων.
Ο πόλεμος είναι ανόητος και τα γηρατειά δύσκολα, είναι τα μόνα μηνύματα που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, και είναι προφανές ποιο απευθύνεται στ
α παιδιά και ποιο στους γονείς τους.Αν σκοπεύετε να την παρακολουθήσετε παρέα με παιδάκι (δικό σας, ανηψάκι, βαφτηστήρι, ή οποιοδήποτε άλλο παιδάκι-αξεσουάρ), να περιμένετε στο τέλος ένα κατσουφιασμένο λόγω κούρασης κινηματογραφόφιλο κεφαλάκι (2 φουλ ώρες δεν περνάνε γρήγορα, παρά τις συχνές κωμικές πινελιές), ενώ εσείς οι ίδιοι μπορεί και να νοσταλγήσετε την εποχή της θρυλικής Κάντυ Κάντυ! (αυτός εδώ δίπλα δε σας θυμίζει τον Τέρυ?)
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Dealer - Review
Dealer

(2/5)
Σκηνοθεσία: Benedek Fliegauf
Σενάριο: Benedek Fliegauf
Παίζουν: Felician Keresztes, Barbara Thurzo
Το «Dealer» ξεκίνησε το ταξίδι του από τη Βουδαπέστη (στην Ουγγαρία είναι αυτή), πέρασε από διάφορα φεστιβάλ, Βερολίνο, Λέτσε, ήρθε στην Αθήνα πέρυσι στις Νύχτες Πρεμιέρας και έφυγε με τη Χρυ
σή Αθηνά και ένα αναμνηστικό τσολιαδάκι στις βαλίτσες του (ελπίζουμε να μην χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά ναρκωτικών ραμμένα κάτω από τη φουστανέλα).
Σοβαρά τώρα, η ταινία κρατάει σχεδόν 2.5 ώρες και να φανταστείτε ότι στην πατρίδα της παίχτηκε στη long version (γρήγορο μάθημα πολιτισμικής κουλτούρας: οι Ούγγροι είναι άνθρωποι με μεγάλη υπομονή).
Και τι βλέπεις τόση ώρα; Τον ίδιο τον dealer να τρέχει με το ποδήλατό του σε μια ψυχρή industrial πόλη, να πουλάει ναρκωτικά υπό επαναλαμβανόμενους electronica ήχους που αναπαριστούν από ήχους της φύσης μέχρι φυσικούς ήχους του ανθρώπινου σώματος (sound design από το σκηνοθέτη), να εμφανίζεται σαν σωτήρας, να μη μιλάει πολύ, να έρχεται σε επαφή με τόσους διαφορετικούς πελάτες και όπως ο Χάροντας να τους παρέχει το μέσο για να περάσουν απέναντι. Ο ίδιος πάλι, μάλλον δε βρίσκει νόημα σε τίποτα από αυτά.

Η ταινία είναι αργή. Αυτό σημαίνει υπνωτιστική, αν είσαι στο mood για υπαρξιακό τριπάκι ή βαρετή αν μεγάλωσες με MTV και προσκυνάς στο Trainspotting. Θυμίζει λέει Tarkovski, ειδικά το Stalker. Πρώτον δεν έχω δει Tarkovski, και δεύτερον ο ίδιος ο σκηνοθέτης* δε βλέπει Tarkovski. Τι βλέπει; Όλους αυτούς τους Ούγγρους (ρωτήστε τον verbal για τον Bela Tarr), που κάνουν το δικό τους σινεμά και καλά κάνουν. Απλώς εμένα δε μου λέει πολλά.
Να σημειώσουμε ότι η ταινία εκτός από την πατρίδα της, η πρώτη χώρα στην οποία βρήκε διανομή είναι η Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι αν τη δείτε, μπορείτε να τηλεφωνήσετε στον κολλητό σας που σπουδάζει Λονδίνο και να τον κάνετε να νιώσει μειονεκτικά που δε μπορεί να τη πετύχει. Μπορεί ωστόσο να ξέρει τη διαφορά μεταξύ ουγγαρέζας και ζαμπονοσαλάτας.
*ποιος είναι ο Benedek Fliegauf; Μόλις 31 ετών, και με 2 ταινίες μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του έχει ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ και όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ένα όνομα που θα ξανακούσουμε στο μέλλον. Γράφει, σκηνοθετεί και επενδύει μουσικά τις ταινίες του, λατρεύει τον David Lynch, ακούει Portishead, διαβάζει Bret Easton Ellis και είναι άθεος. Ενδιαφέρον τύπος, αλλά πολύ νέος για να είναι καταθλιπτικός.

(2/5)
Σκηνοθεσία: Benedek Fliegauf
Σενάριο: Benedek Fliegauf
Παίζουν: Felician Keresztes, Barbara Thurzo
Το «Dealer» ξεκίνησε το ταξίδι του από τη Βουδαπέστη (στην Ουγγαρία είναι αυτή), πέρασε από διάφορα φεστιβάλ, Βερολίνο, Λέτσε, ήρθε στην Αθήνα πέρυσι στις Νύχτες Πρεμιέρας και έφυγε με τη Χρυ
σή Αθηνά και ένα αναμνηστικό τσολιαδάκι στις βαλίτσες του (ελπίζουμε να μην χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά ναρκωτικών ραμμένα κάτω από τη φουστανέλα).Σοβαρά τώρα, η ταινία κρατάει σχεδόν 2.5 ώρες και να φανταστείτε ότι στην πατρίδα της παίχτηκε στη long version (γρήγορο μάθημα πολιτισμικής κουλτούρας: οι Ούγγροι είναι άνθρωποι με μεγάλη υπομονή).
Και τι βλέπεις τόση ώρα; Τον ίδιο τον dealer να τρέχει με το ποδήλατό του σε μια ψυχρή industrial πόλη, να πουλάει ναρκωτικά υπό επαναλαμβανόμενους electronica ήχους που αναπαριστούν από ήχους της φύσης μέχρι φυσικούς ήχους του ανθρώπινου σώματος (sound design από το σκηνοθέτη), να εμφανίζεται σαν σωτήρας, να μη μιλάει πολύ, να έρχεται σε επαφή με τόσους διαφορετικούς πελάτες και όπως ο Χάροντας να τους παρέχει το μέσο για να περάσουν απέναντι. Ο ίδιος πάλι, μάλλον δε βρίσκει νόημα σε τίποτα από αυτά.

Η ταινία είναι αργή. Αυτό σημαίνει υπνωτιστική, αν είσαι στο mood για υπαρξιακό τριπάκι ή βαρετή αν μεγάλωσες με MTV και προσκυνάς στο Trainspotting. Θυμίζει λέει Tarkovski, ειδικά το Stalker. Πρώτον δεν έχω δει Tarkovski, και δεύτερον ο ίδιος ο σκηνοθέτης* δε βλέπει Tarkovski. Τι βλέπει; Όλους αυτούς τους Ούγγρους (ρωτήστε τον verbal για τον Bela Tarr), που κάνουν το δικό τους σινεμά και καλά κάνουν. Απλώς εμένα δε μου λέει πολλά.
Να σημειώσουμε ότι η ταινία εκτός από την πατρίδα της, η πρώτη χώρα στην οποία βρήκε διανομή είναι η Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι αν τη δείτε, μπορείτε να τηλεφωνήσετε στον κολλητό σας που σπουδάζει Λονδίνο και να τον κάνετε να νιώσει μειονεκτικά που δε μπορεί να τη πετύχει. Μπορεί ωστόσο να ξέρει τη διαφορά μεταξύ ουγγαρέζας και ζαμπονοσαλάτας.
*ποιος είναι ο Benedek Fliegauf; Μόλις 31 ετών, και με 2 ταινίες μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του έχει ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ και όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ένα όνομα που θα ξανακούσουμε στο μέλλον. Γράφει, σκηνοθετεί και επενδύει μουσικά τις ταινίες του, λατρεύει τον David Lynch, ακούει Portishead, διαβάζει Bret Easton Ellis και είναι άθεος. Ενδιαφέρον τύπος, αλλά πολύ νέος για να είναι καταθλιπτικός.
Written by
verbal
in
no category
Cronicas - Review
Cronicas
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Sebastian Cordero
Σενάριο: Sebastian Cordero
Παίζουν: John Leguizamo, Leonor Watling, Damian Alcazar
(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
To Cronicas, έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν σε βαθμό που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.
Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Οι χαρακτήρες είναι σε γενικές γραμμές καλογραμμένοι, αν και λίγο δισδιάστατοι, και έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες του Μεξικό (και κατ’ επέκταση όλων των «τρίτων» χωρών) αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά, δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε, δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι, ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Sebastian Cordero
Σενάριο: Sebastian Cordero
Παίζουν: John Leguizamo, Leonor Watling, Damian Alcazar
(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
To Cronicas, έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν σε βαθμό που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.
Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Οι χαρακτήρες είναι σε γενικές γραμμές καλογραμμένοι, αν και λίγο δισδιάστατοι, και έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες του Μεξικό (και κατ’ επέκταση όλων των «τρίτων» χωρών) αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά, δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε, δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι, ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα.
Written by
verbal
in
no category
Charlie and the Chocolate Factory - Review
Charlie and the Chocolate Factory – Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας
(3/5)
Σκηνοθεσία: Tim Burton
Σενάριο: John August (από το βιβλίο του Roald Dahl)
Παίζουν: Johnny Depp, Freddie Highmore, David Kelly
Δε θυμάμαι και πολλά από το βιβλίο του Dahl, αφού πρέπει να ’χει περάσει καμιά δεκαετία από τότε που το είχα διαβάσει, θυμάμαι όμως πως το είχα καταναλώσει απνευστί, σχεδόν σα σοκολάτα γάλακτος. Ακόμη, θυμάμαι πως ο Τσάρλι είναι μάλλον το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο του Dahl, με το μακάβριο χιούμορ του να στήνει από μια καινούρια φονική παγίδα στους ήρωές του πίσω από κάθε σελίδα. Ή σχεδόν.
Πάντως οι παγίδες ήταν σίγουρα αρκετές, και όλες διάσπαρτες στο τεράστιο εργοστάσιο σοκολάτας του Willy Wonka, του διάσημου σοκολατοβιομήχανου και αποκλειστικού εφευρέτη των πιο απίθανων λιχουδιών. Ο Wonka αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στο εργοστάσιό του και να κλειδώσει τις πύλες για πάντα, λόγω των αμείλικτων κατασκόπων που του έκλεβαν τις συνταγές του. Όμως ο κόσμος ριγεί όταν μαθαίνει ότι οι πύλες του εργοστασίου θα ανοίξουν για άλλη μια φορά, για να υποδεχτούν τους πέντε τυχερούς που θα πετύχουν τις ισάριθμες χρυσές προσκλήσεις, κρυμμένες στις εκατομμύρια σοκολάτες Wonka που κυκλοφορούν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Γίνεται σαφές από την αρχή ότι οι τέσσερις πρώτοι νικητές δεν άξιζαν την τύχη. Και είναι επίσης σαφές ότι ο πέμπτος, ο Τσάρλι, είναι ο μόνος στ’ αλήθεια τυχερός. Το ερώτημα είναι πόσο άτυχοι θα είναι οι υπόλοιποι.
Η ιερόσυλη πένα του Dahl, που ευχαριστιέται απίστευτα να κάνει κακά πράγματα σε κακούς ανθρώπους –ιδίως όταν αυτοί είναι παιδιά-, δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη κάμερα να την κινηματογραφήσει απ’ αυτήν του Burton. Οι δυο τους βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο: η χαριτωμένη, πολύχρωμη και παραμυθένια επιφάνειά τους, κρύβει από κάτω τρομαχτικά σκοτάδια που μέσα τους φωσφορίζουν μοχθηρά βλέμματα.
Ο Burton παίρνει με χαρακτηριστική άνεση το μαύρο χιούμορ του Dahl και το πασπαλίζει πάνω από τα ονειρικά σκηνικά-trademark του. Αυτά που μοιάζουν με πανέμορφες ζωγραφιές νεκρής φύσης, αλλά στις γωνίες τους κρύβουν αράχνες και στα ρυάκια τους πιράνχας. Εκεί μέσα αμολάει τον Johnny Depp και τον αφήνει να βγάλει στην κάμερα τον πιο θεόμουρλο χαρακτήρα του, που ξεπερνάει τον Jack Sparrow και τον Hunter Thompson μαζί, κι έχει και μια μυρωδιά από Ψαλιδοχέρη. Για την ακρίβεια, ο Willy Wonka θα μπορούσε να είναι και μακρινός ξάδερφος του Edward Scissorhands.
Δεν έχουν μόνο την ίδια χλομάδα και εξίσου εκκεντρικά κουρέματα, αλλά κουβαλούν και αντίστοιχα παιδικά τραύματα από τη σχέση τους με την πατρική φιγούρα, τα οποία και καθορίζουν τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Όπως ο Ψαλιδοχέρης αγαπούσε την ανθρώπινη επαφή χάρη στη λατρεία που του έδειχνε ο πατέρας του, έτσι κι ο Wonka αισθάνεται μια ακατανίκητη αγοραφοβία –που μερικές φορές ανακατεύεται με τον μισανθρωπισμό- κυρίως χάρη στη σκληρή συμπεριφορά του πατέρα του, που πρώτα τον έκανε να αισθάνεται (και να μοιάζει λίγο) σα φρικιό, και μετά τον ανάγκασε να φύγει κι από το σπίτι.
Ο Wonka, σχιζοφρενής και διασκεδαστικός μ’ αυτόν τον χαριτωμένο τρόπο του Depp, αλλά και αρκετά τρομακτικός ώστε να μη θες να μείνεις πολύ ώρα μόνος μαζί του, αποκτά κεντρικότερο ρόλο στην ταινία απ’ ότι είχε στο βιβλίο κυρίως χάρη στα flashbacks που προσθέτει στην ιστορία ο Burton. Μέσω μικρών κομματιών του παρελθόντος του ήρωά του, ο Burton τον οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της έννοιας της οικογένειας, για να στρώσει το δρόμο της αναζήτησης του πατρικού προτύπου –ένα ταξίδι που είχε πρωτοξεκινήσει με τον Ψαλιδοχέρη, αλλά μετά το άφησε στην άκρη για να το ανασύρει πάλι πρόπερσι στο όχι και τόσο πετυχημένο εμπορικά Big Fish.
Η διαφορά του Dahl από τον Burton, είναι ότι ο πρώτος, παρά τα μακάβρια «καλαμπουράκια» του, στ’ αλήθεια έγραφε παραμύθια για παιδιά, ενώ τα παραμύθια του δεύτερου μοιάζουν περισσότερο νοθευμένα από ανησυχητικούς εφιάλτες μεγάλων. Ίσως γι’ αυτό να με ξένισε λίγο η γενικότερη ευδαιμονία που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα –ιδίως στο φινάλε- και η άρνηση του Burton να ακολουθήσει μέχρι τέλους τις σκούρες αποχρώσεις του σεναρίου του. Ίσως πάλι απλά να έχω μεγαλώσει και γι’ αυτό να με ενόχλησε που σχεδόν όλα τα set pieces κρατούσαν παραπάνω απ’ όσο άντεχαν, τα τραγούδια των Oompa Loompas ήταν ατέλειωτα και κουραστικά, και ο ρυθμός έπεφτε πολύ γρήγορα πολύ χαμηλά. Ή που ο Depp έπαιζε τον Wonka υπερβολικά over the top, σε αντίθεση με τον Highmore που για άλλη μια φορά στάθηκε αξιοπρεπώς απέναντί του στο ρόλο του Τσάρλι, και τον David Kelly που έκλεβε την παράσταση κάθε φορά που εμφανιζόταν στο ρόλο του παππού.
Ίσως πάλι απλά να μην είναι μια απο τις καλύτερες στιγμές του Burton, αν και τα θετικά κι ευχάριστα μηνύματα κατά της λαιμαργίας και υπέρ της σημασίας της οικογένειας, την κάνουν παραπάνω από κατάλληλη για τα μικροπαίδια, ενώ τα σκηνικά από μόνα τους κρατούν τους μεγαλύτερους θεατές απασχολημένους για αρκετή ώρα.
(3/5)Σκηνοθεσία: Tim Burton
Σενάριο: John August (από το βιβλίο του Roald Dahl)
Παίζουν: Johnny Depp, Freddie Highmore, David Kelly
Δε θυμάμαι και πολλά από το βιβλίο του Dahl, αφού πρέπει να ’χει περάσει καμιά δεκαετία από τότε που το είχα διαβάσει, θυμάμαι όμως πως το είχα καταναλώσει απνευστί, σχεδόν σα σοκολάτα γάλακτος. Ακόμη, θυμάμαι πως ο Τσάρλι είναι μάλλον το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο του Dahl, με το μακάβριο χιούμορ του να στήνει από μια καινούρια φονική παγίδα στους ήρωές του πίσω από κάθε σελίδα. Ή σχεδόν.
Πάντως οι παγίδες ήταν σίγουρα αρκετές, και όλες διάσπαρτες στο τεράστιο εργοστάσιο σοκολάτας του Willy Wonka, του διάσημου σοκολατοβιομήχανου και αποκλειστικού εφευρέτη των πιο απίθανων λιχουδιών. Ο Wonka αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στο εργοστάσιό του και να κλειδώσει τις πύλες για πάντα, λόγω των αμείλικτων κατασκόπων που του έκλεβαν τις συνταγές του. Όμως ο κόσμος ριγεί όταν μαθαίνει ότι οι πύλες του εργοστασίου θα ανοίξουν για άλλη μια φορά, για να υποδεχτούν τους πέντε τυχερούς που θα πετύχουν τις ισάριθμες χρυσές προσκλήσεις, κρυμμένες στις εκατομμύρια σοκολάτες Wonka που κυκλοφορούν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Γίνεται σαφές από την αρχή ότι οι τέσσερις πρώτοι νικητές δεν άξιζαν την τύχη. Και είναι επίσης σαφές ότι ο πέμπτος, ο Τσάρλι, είναι ο μόνος στ’ αλήθεια τυχερός. Το ερώτημα είναι πόσο άτυχοι θα είναι οι υπόλοιποι.
Η ιερόσυλη πένα του Dahl, που ευχαριστιέται απίστευτα να κάνει κακά πράγματα σε κακούς ανθρώπους –ιδίως όταν αυτοί είναι παιδιά-, δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη κάμερα να την κινηματογραφήσει απ’ αυτήν του Burton. Οι δυο τους βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο: η χαριτωμένη, πολύχρωμη και παραμυθένια επιφάνειά τους, κρύβει από κάτω τρομαχτικά σκοτάδια που μέσα τους φωσφορίζουν μοχθηρά βλέμματα.
Ο Burton παίρνει με χαρακτηριστική άνεση το μαύρο χιούμορ του Dahl και το πασπαλίζει πάνω από τα ονειρικά σκηνικά-trademark του. Αυτά που μοιάζουν με πανέμορφες ζωγραφιές νεκρής φύσης, αλλά στις γωνίες τους κρύβουν αράχνες και στα ρυάκια τους πιράνχας. Εκεί μέσα αμολάει τον Johnny Depp και τον αφήνει να βγάλει στην κάμερα τον πιο θεόμουρλο χαρακτήρα του, που ξεπερνάει τον Jack Sparrow και τον Hunter Thompson μαζί, κι έχει και μια μυρωδιά από Ψαλιδοχέρη. Για την ακρίβεια, ο Willy Wonka θα μπορούσε να είναι και μακρινός ξάδερφος του Edward Scissorhands.
Δεν έχουν μόνο την ίδια χλομάδα και εξίσου εκκεντρικά κουρέματα, αλλά κουβαλούν και αντίστοιχα παιδικά τραύματα από τη σχέση τους με την πατρική φιγούρα, τα οποία και καθορίζουν τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Όπως ο Ψαλιδοχέρης αγαπούσε την ανθρώπινη επαφή χάρη στη λατρεία που του έδειχνε ο πατέρας του, έτσι κι ο Wonka αισθάνεται μια ακατανίκητη αγοραφοβία –που μερικές φορές ανακατεύεται με τον μισανθρωπισμό- κυρίως χάρη στη σκληρή συμπεριφορά του πατέρα του, που πρώτα τον έκανε να αισθάνεται (και να μοιάζει λίγο) σα φρικιό, και μετά τον ανάγκασε να φύγει κι από το σπίτι.
Ο Wonka, σχιζοφρενής και διασκεδαστικός μ’ αυτόν τον χαριτωμένο τρόπο του Depp, αλλά και αρκετά τρομακτικός ώστε να μη θες να μείνεις πολύ ώρα μόνος μαζί του, αποκτά κεντρικότερο ρόλο στην ταινία απ’ ότι είχε στο βιβλίο κυρίως χάρη στα flashbacks που προσθέτει στην ιστορία ο Burton. Μέσω μικρών κομματιών του παρελθόντος του ήρωά του, ο Burton τον οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της έννοιας της οικογένειας, για να στρώσει το δρόμο της αναζήτησης του πατρικού προτύπου –ένα ταξίδι που είχε πρωτοξεκινήσει με τον Ψαλιδοχέρη, αλλά μετά το άφησε στην άκρη για να το ανασύρει πάλι πρόπερσι στο όχι και τόσο πετυχημένο εμπορικά Big Fish.
Η διαφορά του Dahl από τον Burton, είναι ότι ο πρώτος, παρά τα μακάβρια «καλαμπουράκια» του, στ’ αλήθεια έγραφε παραμύθια για παιδιά, ενώ τα παραμύθια του δεύτερου μοιάζουν περισσότερο νοθευμένα από ανησυχητικούς εφιάλτες μεγάλων. Ίσως γι’ αυτό να με ξένισε λίγο η γενικότερη ευδαιμονία που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα –ιδίως στο φινάλε- και η άρνηση του Burton να ακολουθήσει μέχρι τέλους τις σκούρες αποχρώσεις του σεναρίου του. Ίσως πάλι απλά να έχω μεγαλώσει και γι’ αυτό να με ενόχλησε που σχεδόν όλα τα set pieces κρατούσαν παραπάνω απ’ όσο άντεχαν, τα τραγούδια των Oompa Loompas ήταν ατέλειωτα και κουραστικά, και ο ρυθμός έπεφτε πολύ γρήγορα πολύ χαμηλά. Ή που ο Depp έπαιζε τον Wonka υπερβολικά over the top, σε αντίθεση με τον Highmore που για άλλη μια φορά στάθηκε αξιοπρεπώς απέναντί του στο ρόλο του Τσάρλι, και τον David Kelly που έκλεβε την παράσταση κάθε φορά που εμφανιζόταν στο ρόλο του παππού.Ίσως πάλι απλά να μην είναι μια απο τις καλύτερες στιγμές του Burton, αν και τα θετικά κι ευχάριστα μηνύματα κατά της λαιμαργίας και υπέρ της σημασίας της οικογένειας, την κάνουν παραπάνω από κατάλληλη για τα μικροπαίδια, ενώ τα σκηνικά από μόνα τους κρατούν τους μεγαλύτερους θεατές απασχολημένους για αρκετή ώρα.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Le Couperet - Review
Le Couperet - Το τσεκούρι

(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Κώστας Γαβράς
Σενάριο: Κώστας Γαβράς, Donald E. Westlake (νουβέλα)
Παίζουν: Jose Garcia, Karin Viard, Geordy Monfils
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Η τελευταία ταινία του Κώστα Γαβρά τιτλοφορείται «Το τσεκούρι» (Le couperet για τους γαλλομαθείς) και πραγματεύεται το πρόβλημα που ταλαιπωρεί κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία, την ανεργία.
Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;
Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Πολύ δύσκολα θα φύγει κανείς απογοητευμένος από την αίθουσα... κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)

(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Κώστας Γαβράς
Σενάριο: Κώστας Γαβράς, Donald E. Westlake (νουβέλα)
Παίζουν: Jose Garcia, Karin Viard, Geordy Monfils
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Η τελευταία ταινία του Κώστα Γαβρά τιτλοφορείται «Το τσεκούρι» (Le couperet για τους γαλλομαθείς) και πραγματεύεται το πρόβλημα που ταλαιπωρεί κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία, την ανεργία.

Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;

Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Πολύ δύσκολα θα φύγει κανείς απογοητευμένος από την αίθουσα... κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)
Written by
verbal
in
no category
3-Iron - Review
3-Iron - Ολομόναχοι Μαζί
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Kim Ki-Duk
Σενάριο: Kim Ki-Duk
Παίζουν: Lee Seung-Yeon, Jae Hee, Ju Jin-Mo
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Προλογίζοντας την ταινία του, ο αγαπημένος του ελληνικού art-house κοινού Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης, μας προειδοποίησε ότι μόλις αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους θα θέλουμε γρήγορα να φύγουμε από την αίθουσα και να πάμε σπίτι μας. Για να αυτοκτονήσουμε, υπέθεσα, αλλά δεν ήταν έτσι. Το κάθε άλλο.
Η νέα του (σχετικά) ταινία, απλώνει τις εκκωφαντικές σιωπές της γύρω από την ιστορία ενός πιτσιρικά που περνάει τις μέρες του μπαίνοντας στα σπίτια αγνώστων που λείπουν για διακοπές, και γίνεται για μια μέρα μέρος της οικογένειάς τους. Ερήμην τους βέβαια, και προφανώς γι’ αυτό ο Ki-Duk υπέθεσε ότι θα θέλουμε να σπεύσουμε σπίτι, να δούμε ποιον θα βρούμε μέσα. Αλλά ο 44χρονος σκηνοθέτης, όσο κι αν έχει γυρίσει τον κόσμο για να δείξει τις ταινίες του σε φεστιβάλ, την ελληνική κουλτούρα δεν την έχει κατακτήσει ακόμη. Γιατί ξέχασε ότι ο ήρωάς του ξεπληρώνει τη φιλοξενία βάζοντας μπουγάδα και κάνοντας επιδιορθώσεις σε ό,τι βρει χαλασμένο στα σπίτια που επισκέπτεται. Εγώ ας πούμε, αν ήξερα ότι είναι κάποιος σπίτι μου και θέλει να μείνει μόνος του για να μου βάλει σίδερο, δε θα είχα καμία πρεμούρα να γυρίσω.
Το κάρμα τα φέρνει έτσι ώστε ο νεαρός, μπαίνοντας σε μια πολυτελή έπαυλη, πετυχαίνει μια πανέμορφη κοπέλα την οποία κακομεταχειρίζεται ο σύζυγός της. Ο νεαρός, αφού εξουδετερώσει τον άντρα της με ένα σιδερένιο, νούμερο 3 μπαστούνι του γκολφ (εξ ου και ο τίτλος), γίνεται ο ιππότης της και προσφέρει την BMW μηχανή του για άσπρο άλογο. Η κοπέλα ενθουσιάζεται με την αλλόκοτη ζωή του τύπου και γίνεται συνεργός, όμως ο άντρας της έχει σκοπό να τη βρει και να την πάρει πίσω.
Ο απλούστατος σεναριακός πυρήνας του «αγόρι σώζει κορίτσι από τον κακό βασιλιά κι αυτός διψάει για εκδίκηση», γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Ki-Duk ζωγραφίζει άλλη μια παράδοξη ερωτική ιστορία, διανθισμένη με ματιές στην καθημερινότητα των Νοτιοκορεατών, αργούς, μεθυστικούς ρυθμούς και φυσικά τις γνωστές του, εκκωφαντικές σιωπές που αποτελούν από την αρχή της καριέρας του έναν ξεχωριστό και αυτάρκη χαρακτήρα από μόνες τους.
Το γεγονός ότι οι ήρωές του μιλάνε ελάχιστα, είναι βέβαια το πιο αναγνωρίσιμο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, όπως και το ότι τις χειρίζεται με τρόπο που δίνει στις ταινίες του μια υφή αλλόκοσμη και μεταφυσική. Δεν θα προσποιηθώ βέβαια ότι δεν είναι πιθανό να κουράσουν κάποιους θεατές, αλλά σίγουρα θα βρουν πολύ περισσότερους που θα τους μαγέψουν.
Ο ίδιος λέει ότι τις χρησιμοποιεί για να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις στιγμές που οι ήρωές του τις σπάνε, αλλά εγώ έχω την αίσθηση πως –μιας και πρόκειται άλλωστε για ερωτικές ιστορίες- οι σιωπές του λειτουργούν καλύτερα ως συμβολισμός-αντιπαράθεση στην ανυπόφορη βαβούρα των νεαρών εραστών που ψάχνουν ο ένας τον άλλον στην ακατάσχετη φλυαρία –όπως είχαν πει κάποιοι κάποτε, Words are Very Unnecessary. Όπως και να ’χει πάντως, έστω κι απ’ αυτήν την άποψη η ταινία και –όπως και όλες οι ταινίες του Ki-Duk- είναι ανοιχτή σε ερμηνείες, και αυτό είναι βασικό προαπαιτούμενο για μια καλή ταινία auteur.
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Kim Ki-Duk
Σενάριο: Kim Ki-Duk
Παίζουν: Lee Seung-Yeon, Jae Hee, Ju Jin-Mo
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Προλογίζοντας την ταινία του, ο αγαπημένος του ελληνικού art-house κοινού Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης, μας προειδοποίησε ότι μόλις αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους θα θέλουμε γρήγορα να φύγουμε από την αίθουσα και να πάμε σπίτι μας. Για να αυτοκτονήσουμε, υπέθεσα, αλλά δεν ήταν έτσι. Το κάθε άλλο.
Η νέα του (σχετικά) ταινία, απλώνει τις εκκωφαντικές σιωπές της γύρω από την ιστορία ενός πιτσιρικά που περνάει τις μέρες του μπαίνοντας στα σπίτια αγνώστων που λείπουν για διακοπές, και γίνεται για μια μέρα μέρος της οικογένειάς τους. Ερήμην τους βέβαια, και προφανώς γι’ αυτό ο Ki-Duk υπέθεσε ότι θα θέλουμε να σπεύσουμε σπίτι, να δούμε ποιον θα βρούμε μέσα. Αλλά ο 44χρονος σκηνοθέτης, όσο κι αν έχει γυρίσει τον κόσμο για να δείξει τις ταινίες του σε φεστιβάλ, την ελληνική κουλτούρα δεν την έχει κατακτήσει ακόμη. Γιατί ξέχασε ότι ο ήρωάς του ξεπληρώνει τη φιλοξενία βάζοντας μπουγάδα και κάνοντας επιδιορθώσεις σε ό,τι βρει χαλασμένο στα σπίτια που επισκέπτεται. Εγώ ας πούμε, αν ήξερα ότι είναι κάποιος σπίτι μου και θέλει να μείνει μόνος του για να μου βάλει σίδερο, δε θα είχα καμία πρεμούρα να γυρίσω.
Το κάρμα τα φέρνει έτσι ώστε ο νεαρός, μπαίνοντας σε μια πολυτελή έπαυλη, πετυχαίνει μια πανέμορφη κοπέλα την οποία κακομεταχειρίζεται ο σύζυγός της. Ο νεαρός, αφού εξουδετερώσει τον άντρα της με ένα σιδερένιο, νούμερο 3 μπαστούνι του γκολφ (εξ ου και ο τίτλος), γίνεται ο ιππότης της και προσφέρει την BMW μηχανή του για άσπρο άλογο. Η κοπέλα ενθουσιάζεται με την αλλόκοτη ζωή του τύπου και γίνεται συνεργός, όμως ο άντρας της έχει σκοπό να τη βρει και να την πάρει πίσω.
Ο απλούστατος σεναριακός πυρήνας του «αγόρι σώζει κορίτσι από τον κακό βασιλιά κι αυτός διψάει για εκδίκηση», γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Ki-Duk ζωγραφίζει άλλη μια παράδοξη ερωτική ιστορία, διανθισμένη με ματιές στην καθημερινότητα των Νοτιοκορεατών, αργούς, μεθυστικούς ρυθμούς και φυσικά τις γνωστές του, εκκωφαντικές σιωπές που αποτελούν από την αρχή της καριέρας του έναν ξεχωριστό και αυτάρκη χαρακτήρα από μόνες τους.Το γεγονός ότι οι ήρωές του μιλάνε ελάχιστα, είναι βέβαια το πιο αναγνωρίσιμο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, όπως και το ότι τις χειρίζεται με τρόπο που δίνει στις ταινίες του μια υφή αλλόκοσμη και μεταφυσική. Δεν θα προσποιηθώ βέβαια ότι δεν είναι πιθανό να κουράσουν κάποιους θεατές, αλλά σίγουρα θα βρουν πολύ περισσότερους που θα τους μαγέψουν.
Ο ίδιος λέει ότι τις χρησιμοποιεί για να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις στιγμές που οι ήρωές του τις σπάνε, αλλά εγώ έχω την αίσθηση πως –μιας και πρόκειται άλλωστε για ερωτικές ιστορίες- οι σιωπές του λειτουργούν καλύτερα ως συμβολισμός-αντιπαράθεση στην ανυπόφορη βαβούρα των νεαρών εραστών που ψάχνουν ο ένας τον άλλον στην ακατάσχετη φλυαρία –όπως είχαν πει κάποιοι κάποτε, Words are Very Unnecessary. Όπως και να ’χει πάντως, έστω κι απ’ αυτήν την άποψη η ταινία και –όπως και όλες οι ταινίες του Ki-Duk- είναι ανοιχτή σε ερμηνείες, και αυτό είναι βασικό προαπαιτούμενο για μια καλή ταινία auteur.
Written by
verbal
in
no category
Peter Jackson says 'Halo'
Βιντεογκέημερς αναθαρρέψτε. Το ντουέτο Peter Jackson-Fran Walsh της τριλογίας του Άρχοντα, και του King Kong, μπήκαν στη λίστα των νεοσύλλεκτων της Universal για την κινηματογραφική μεταφορά του Halo, του first person shooter με την επιδημική συμπεριφορά στα LAN arenas.
Ο Jackson και η γυναίκα του, Fran, ανέλαβαν χρέη executive producers για το Halo, ενώ τα στούντιό τους Weta Digital και Weta Workshop θα καλύψουν τις ανάγκες της ταινίας σε τέρατα, μινιατούρες και ψηφιακά εφέ. Η δουλειά τους στο Halo είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους εργάζονται σε παραγωγή την οποία δε σκηνοθετεί ο Jackson.
Το Halo, που αναμένεται στις αίθουσες κάποια στιγμή μέσα στο 2007, βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της συγγραφής του σεναρίου -το οποίο έχει αναλάβει ο Alex Garland, σεναριογράφος του 28 Days Later και συγγραφέας του The Beach-, αναζητείται ακόμη σκηνοθέτης, και δεν έχουν ανακοινωθεί ονόματα για το cast.
Ο Jackson και η γυναίκα του, Fran, ανέλαβαν χρέη executive producers για το Halo, ενώ τα στούντιό τους Weta Digital και Weta Workshop θα καλύψουν τις ανάγκες της ταινίας σε τέρατα, μινιατούρες και ψηφιακά εφέ. Η δουλειά τους στο Halo είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους εργάζονται σε παραγωγή την οποία δε σκηνοθετεί ο Jackson.
Το Halo, που αναμένεται στις αίθουσες κάποια στιγμή μέσα στο 2007, βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της συγγραφής του σεναρίου -το οποίο έχει αναλάβει ο Alex Garland, σεναριογράφος του 28 Days Later και συγγραφέας του The Beach-, αναζητείται ακόμη σκηνοθέτης, και δεν έχουν ανακοινωθεί ονόματα για το cast.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Broken Flowers - Review
Broken Flowers - Τσακισμένα Λουλούδια

(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Σενάριο: Jim Jarmusch
Παίζουν: Bill Murray, Jeffrey Wright, Sharon Stone, Jessica Lange, Chloe Sevigny
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Jim Jarmusch + Bill Murray + road movie = «Broken flowers» και Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Μια μελαγχολική και αστεία μαζί ταινία, καθώς ο Bill Murray, δον Ζουάν και γυναικοκατακτητής μεγάλος στα νιάτα του, λαμβάνει γράμμα σε ρομαντικό ροζ επιστολόχαρτο, που του ανακοινώνει ότι είναι πατέρας και δεν το ξέρει. Παραιτημένος από τη ζωή και πρόσφατα χωρισμένος, θα προτιμούσε να περάσει τις μέρες του σε πλήρη ακινησία πάνω σε ένα δερμάτινο καναπέ, αλλά έπειτα από τη φορτική πίεση ενός φίλου του, απρόθυμα αποφασίζει να αναζητήσει τη μητέρα του παιδιού του και ... το ταξίδι ξεκινά.
Ο Jarmusch (με ιδιαίτερο κοινό έπειτα από τα «Coffee and Cigarettes» και «Ghost Dog: The Way of the Samurai») ανακατεύει πίκρα, γλύκα και χιούμορ μαζί, και δηλώνει πως έγραψε τη ταινία αποκλειστικά για τον Bill Murray (και πολύ σοφά έπραξε). Ο τελευταίος παίζει για μία ακόμα φορά παίρνοντας τη «Φάτσα»*, την ίδια που παίρνει από την εποχή του «Groundhog Day» μέχρι το «Lost in Translation». Και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Μπορεί να παίξει άλλο ρόλο; Το μη-τέλος της ταινίας, σε αφήνει ανικανοποίητο, προτείνοντας ότι αξία έχει το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Διαφωνώ κάθετα -ειδικά αν ο προορισμός είναι η Casablanca.
[*Η «Φάτσα»: πρόκειται για την ίδια ακριβώς που παίρνει και ο Ισοβίτης, έπειτα από τρελές ατάκες δεσμοφυλάκων ή Μοντεχρίστου, στο τέλος από τα στριπάκια του ΑΡΚΑ. ]

(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Σενάριο: Jim Jarmusch
Παίζουν: Bill Murray, Jeffrey Wright, Sharon Stone, Jessica Lange, Chloe Sevigny
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Jim Jarmusch + Bill Murray + road movie = «Broken flowers» και Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Μια μελαγχολική και αστεία μαζί ταινία, καθώς ο Bill Murray, δον Ζουάν και γυναικοκατακτητής μεγάλος στα νιάτα του, λαμβάνει γράμμα σε ρομαντικό ροζ επιστολόχαρτο, που του ανακοινώνει ότι είναι πατέρας και δεν το ξέρει. Παραιτημένος από τη ζωή και πρόσφατα χωρισμένος, θα προτιμούσε να περάσει τις μέρες του σε πλήρη ακινησία πάνω σε ένα δερμάτινο καναπέ, αλλά έπειτα από τη φορτική πίεση ενός φίλου του, απρόθυμα αποφασίζει να αναζητήσει τη μητέρα του παιδιού του και ... το ταξίδι ξεκινά.
Ο Jarmusch (με ιδιαίτερο κοινό έπειτα από τα «Coffee and Cigarettes» και «Ghost Dog: The Way of the Samurai») ανακατεύει πίκρα, γλύκα και χιούμορ μαζί, και δηλώνει πως έγραψε τη ταινία αποκλειστικά για τον Bill Murray (και πολύ σοφά έπραξε). Ο τελευταίος παίζει για μία ακόμα φορά παίρνοντας τη «Φάτσα»*, την ίδια που παίρνει από την εποχή του «Groundhog Day» μέχρι το «Lost in Translation». Και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Μπορεί να παίξει άλλο ρόλο; Το μη-τέλος της ταινίας, σε αφήνει ανικανοποίητο, προτείνοντας ότι αξία έχει το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Διαφωνώ κάθετα -ειδικά αν ο προορισμός είναι η Casablanca.[*Η «Φάτσα»: πρόκειται για την ίδια ακριβώς που παίρνει και ο Ισοβίτης, έπειτα από τρελές ατάκες δεσμοφυλάκων ή Μοντεχρίστου, στο τέλος από τα στριπάκια του ΑΡΚΑ. ]
Written by
verbal
in
no category
Dark Water - Review
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Walter Salles
Σενάριο: Rafael Yglesias (από το σενάριο των Ichise Taka και Hideo Nakata, που βασιστηκε στη νουβέλα του Koji Suzuki)
Παίζουν: Jennifer Connelly, Ariel Gade, Tim Roth, John c. Reilly
(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Στην αγγλόφωνη έκδοση του ομότιτλου ασιατικού θρίλερ, που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την ιαπωνική του Nakata, η Jennifer Connelly παίζει μια χωρισμένη μητέρα που προσπαθεί να βρει μια καλή και οικονομική στέγη για να βάλει πάνω από το κεφάλι το δικό της και της κόρης της, με τον τρόπο που θα έπαιζε μια ναρκωμένη που μπλέκεται στα δίχτυα της πορνείας για εξασφαλίσει τη δόση της. Α, περίμενε, την έχει παίξει αυτή ε; Αυτή η κακομοίρα μάνα-κουράγιο λοιπόν, μπλέκει με ένα στοιχειωμένο διαμέρισμα και ένα κοριτσάκι φάντασμα που δεν είναι μπλαβιασμένο, αλλά θέλει μια μητρική αγκαλιά στο πρότυπο του αμερικάνικου Ring 2.Το αληθινό φάντασμα που στοιχειώνει την ταινία ωστόσο, είναι ο ρεαλισμός, ένα βάσανο των east-gone-west θρίλερ για το οποίο είχαμε ξαναμιλήσει στο remake του Grudge. Και ναι, τα μεταφυσικά θρίλερ απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αληθοφάνειας: πρέπει ο πρωταγωνιστής να βλέπει πράγματα και να μην τον πιστεύει κανείς εκτός από τον θεατή –αλλά ο θεατής πρέπει να πιστεύει. Όταν ξεπεράσεις αυτό το όριο λοιπόν (κάτι στο οποίο συμβάλει και η ασυγκράτητη βιρτουοζιτέ του Salles, αλλά άλλο τόσο και το overacting της Connelly), υπάρχει μια πολύ λεπτή ζώνη, μέσα στην οποία μπορείς να μετατρέψεις το μεταφυσικό σου θρίλερ σε ψυχολογικό. Αλλά δυστυχώς ο Salles, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, Polanski δεν είναι, οπότε το μόνο που μένει να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή, είναι το αστικό χάος που μπορεί να προκληθεί αν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις αποφασίσουν να επαναστατήσουν κόντρα στην ανθρωπότητα.
Written by
verbal
in
no category
Sex, προβλήματα και σινεμά V
Θεσσαλονίκη, Ολύμπιον, 6-12 Οκτωβρίου 2005
(Από το Δελτίο Τύπου)
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Κέντρο Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του Α.Π.Θ. (Κ.Ε.Σ.Α.Υ.), παρουσιάζουν για πέμπτη συνεχή χρονιά το κινηματογραφικό αφιέρωμα «Sex, προβλήματα και σινεμά».
Κοινός παρονομαστής όλων των ταινιών είναι η σεξουαλικότητα που κατέχει πάντοτε ιδιαίτερη θέση στην κινηματογραφία. Το ερωτικό πάθος και η ερωτική προδοσία, η αντιζηλία και η ερωτική προσμονή, η διαστροφή και η φαντασίωση είναι μερικά από τα θέματα των ταινιών που επιλέχθηκαν για το αφιέρωμα.
Επιπλέον στο πλαίσιο του 5ου αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά» οι θεατές-επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να δουν μία πρωτότυπη μικρή συλλογή αφισών μέσα από την οποία ξεδιπλώνεται η μαγεία του σεναρίου μιας ταινίας, μία μαγεία την οποία πολλές φορές ο θεατής δεν μπορεί να εντοπίσει και να ξεχωρίσει μέσα στις εικόνες. Πρόκειται για μια «ανθολόγηση» από αυτούσια αποσπάσματα διαλόγων, που εισάγουν το κοινό στον κόσμο των ταινιών του φετινού αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά». Επικεντρώνονται στη θεματική του αφιερώματος, είτε με χαρακτηριστικές ατάκες από τις ταινίες, είτε με μία πιο φιλοσοφημένη διάθεση, αναλύοντας τις σχέσεις, τον έρωτα, το σεξ, την αγάπη. Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί στο Φουαγιέ της αίθουσας Παύλος Ζάννας, Ολύμπιον, 5ος όροφος (διάρκεια έκθεσης: 6-12/10/2005).
(Από το Δελτίο Τύπου)
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Κέντρο Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του Α.Π.Θ. (Κ.Ε.Σ.Α.Υ.), παρουσιάζουν για πέμπτη συνεχή χρονιά το κινηματογραφικό αφιέρωμα «Sex, προβλήματα και σινεμά».
Κοινός παρονομαστής όλων των ταινιών είναι η σεξουαλικότητα που κατέχει πάντοτε ιδιαίτερη θέση στην κινηματογραφία. Το ερωτικό πάθος και η ερωτική προδοσία, η αντιζηλία και η ερωτική προσμονή, η διαστροφή και η φαντασίωση είναι μερικά από τα θέματα των ταινιών που επιλέχθηκαν για το αφιέρωμα.
Επιπλέον στο πλαίσιο του 5ου αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά» οι θεατές-επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να δουν μία πρωτότυπη μικρή συλλογή αφισών μέσα από την οποία ξεδιπλώνεται η μαγεία του σεναρίου μιας ταινίας, μία μαγεία την οποία πολλές φορές ο θεατής δεν μπορεί να εντοπίσει και να ξεχωρίσει μέσα στις εικόνες. Πρόκειται για μια «ανθολόγηση» από αυτούσια αποσπάσματα διαλόγων, που εισάγουν το κοινό στον κόσμο των ταινιών του φετινού αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά». Επικεντρώνονται στη θεματική του αφιερώματος, είτε με χαρακτηριστικές ατάκες από τις ταινίες, είτε με μία πιο φιλοσοφημένη διάθεση, αναλύοντας τις σχέσεις, τον έρωτα, το σεξ, την αγάπη. Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί στο Φουαγιέ της αίθουσας Παύλος Ζάννας, Ολύμπιον, 5ος όροφος (διάρκεια έκθεσης: 6-12/10/2005).
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΒΟΛΩΝ
Πέμπτη 6/10
19:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
21:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’
23:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’
Παρασκευή 7/10
19:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς, του Γιώργου Πανουσόπουλου (Ελλάδα, 1988) 100’
21:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’
Σάββατο 8/10
19:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’
21:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
23:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’
Κυριακή 9/10
19:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
21:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
23:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’
Δευτέρα 10/10
19:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
21:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς; του Γιώργου Πανουσόπουλος (Ελλάδα, 1988) 100’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’
Τρίτη 11/10
19:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’
21:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
23:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς; του Γιώργου Πανουσόπουλος (Ελλάδα, 1988) 100’
Τετάρτη 12/10
19:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
21:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’
Written by
verbal
in
no category
Panoramix – 18o Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Άστυ και Απόλλων
29 Σεπτέμβρη έως 9 Οκτώβρη
Με την καινούρια ταινία του David Cronenberg, το A History of Violence, έκανε χθες την επίσημη έναρξή του το Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας, που συμπληρώνει φέτος τα 18 του και παρουσιάζει ένα από τα καλύτερα προγράμματα των τελευταίων ετών του. Τι κι αν δεν είναι και τόσο ευρωπαϊκό; Το φετινό Πανόραμα θα μας δώσει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στη μεγάλη οθόνη αριστουργήματα όπως ο Πολίτης Cane του Orson Welles, το THX 1138 του George Lucas, το His Girl Friday του Howard Hawks και το Shock Corridor του Samuel Fuller.
Γιορτάζοντας τα 30 χρόνια από την ίδρυση της Ελευθεροτυπίας, το Πανόραμα αφιερώνει σημαντικό κομμάτι του προγράμματός του σε ένα ειδικό αφιέρωμα στη δημοσιογραφία και τον τρόπο που παρουσιάστηκε μέσα από το σινεμά, ενώ με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του Ιούλιο Βερν θα παρουσιάσει μια σειρά κινηματογραφικών μεταφορών του έργου του, αλλά και ταινίες που βασίστηκαν σε, ή άντλησαν έμπνευση από τα βιβλία του. Ανάμεσά τους, τίτλοι όπως το Mysterious Island, το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, 20.000 Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα, και η τηλεοπτική σειρά 15 επεισοδίων “Flash Gordon’s Trip to Mars.”
Το πρόγραμμα του Πανοράματος, το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από εκπληκτικούς τίτλους ταινιών, που σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να παρακολουθήσει σε μεγάλη οθόνη, και δίνει στο φετινό φεστιβάλ μια ολοκαίνουρια και πολύ ενδιαφέρουσα ταυτότητα.
Εκτός βέβαια από τα αφιερώματα, στο Πανόραμα θα προβληθούν 10 καινούριες ευρωπαϊκές ταινίες, που δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη τη διανομή τους στην Ελλάδα, και διαγωνίζονται γι’ αυτό ακριβώς: μια από τις ταινίες θα βραβευθεί από το Πανόραμα με ολοσέλιδη διαφήμιση στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία και ο Δήμος Αθηναίων θα αναλάβει το κόστος της αντιγραφής μιας κόπιας και του υποτιτλισμού της.
Και όσο για τις αβάντες, το Πανόραμα κλέβει και εδώ την παράσταση από τις κουρασμένες φέτος Νύχτες Πρεμιέρας, εξασφαλίζοντας τίτλους όπως το L’ Enfant (Χρυσός Φοίνικας 2005) των αδερφών Dardenne, το πολυαναμένομενο Eros των Michelangelo Antonioni, Steven Soderbergh και Wong Kar Wai, το Manderlay του Lars von Trier, την εισπρακτική έκπληξη στην Αμερική The Exorcism of Emily Rose, την καινούρια ταινία του Wenders, Don’t Come Knocking, επτά ταινίες από τη σειρά ντοκιμαντέρ The Blues που προκάλεσε αίσθηση στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, με σκηνοθέτες όπως ο Clint Eastwood, ο Martin Scorsese και ο Mike Figgis να ψάχνουν την ιστορία των μπλουζ, και βέβαια το Constant Gardener που θα αποτελέσει και την ταινία λήξης.
Ελπίζουμε τα μικρά οργανωτικά προβληματάκια που έχει εμφανίσει η φετινή διοργάνωση (κυρίως στο επίπεδο της δημοσιογραφικής κάλυψης) να μην σκιάσουν το εκπληκτικό πρόγραμμα του 18ου Πανοράματος, που μέχρι στιγμής προδιαγράφεται ως το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό δεκαήμερο της χρονιάς.
29 Σεπτέμβρη έως 9 Οκτώβρη
Με την καινούρια ταινία του David Cronenberg, το A History of Violence, έκανε χθες την επίσημη έναρξή του το Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας, που συμπληρώνει φέτος τα 18 του και παρουσιάζει ένα από τα καλύτερα προγράμματα των τελευταίων ετών του. Τι κι αν δεν είναι και τόσο ευρωπαϊκό; Το φετινό Πανόραμα θα μας δώσει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στη μεγάλη οθόνη αριστουργήματα όπως ο Πολίτης Cane του Orson Welles, το THX 1138 του George Lucas, το His Girl Friday του Howard Hawks και το Shock Corridor του Samuel Fuller.
Γιορτάζοντας τα 30 χρόνια από την ίδρυση της Ελευθεροτυπίας, το Πανόραμα αφιερώνει σημαντικό κομμάτι του προγράμματός του σε ένα ειδικό αφιέρωμα στη δημοσιογραφία και τον τρόπο που παρουσιάστηκε μέσα από το σινεμά, ενώ με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του Ιούλιο Βερν θα παρουσιάσει μια σειρά κινηματογραφικών μεταφορών του έργου του, αλλά και ταινίες που βασίστηκαν σε, ή άντλησαν έμπνευση από τα βιβλία του. Ανάμεσά τους, τίτλοι όπως το Mysterious Island, το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, 20.000 Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα, και η τηλεοπτική σειρά 15 επεισοδίων “Flash Gordon’s Trip to Mars.”Το πρόγραμμα του Πανοράματος, το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από εκπληκτικούς τίτλους ταινιών, που σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να παρακολουθήσει σε μεγάλη οθόνη, και δίνει στο φετινό φεστιβάλ μια ολοκαίνουρια και πολύ ενδιαφέρουσα ταυτότητα.
Εκτός βέβαια από τα αφιερώματα, στο Πανόραμα θα προβληθούν 10 καινούριες ευρωπαϊκές ταινίες, που δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη τη διανομή τους στην Ελλάδα, και διαγωνίζονται γι’ αυτό ακριβώς: μια από τις ταινίες θα βραβευθεί από το Πανόραμα με ολοσέλιδη διαφήμιση στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία και ο Δήμος Αθηναίων θα αναλάβει το κόστος της αντιγραφής μιας κόπιας και του υποτιτλισμού της.
Και όσο για τις αβάντες, το Πανόραμα κλέβει και εδώ την παράσταση από τις κουρασμένες φέτος Νύχτες Πρεμιέρας, εξασφαλίζοντας τίτλους όπως το L’ Enfant (Χρυσός Φοίνικας 2005) των αδερφών Dardenne, το πολυαναμένομενο Eros των Michelangelo Antonioni, Steven Soderbergh και Wong Kar Wai, το Manderlay του Lars von Trier, την εισπρακτική έκπληξη στην Αμερική The Exorcism of Emily Rose, την καινούρια ταινία του Wenders, Don’t Come Knocking, επτά ταινίες από τη σειρά ντοκιμαντέρ The Blues που προκάλεσε αίσθηση στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, με σκηνοθέτες όπως ο Clint Eastwood, ο Martin Scorsese και ο Mike Figgis να ψάχνουν την ιστορία των μπλουζ, και βέβαια το Constant Gardener που θα αποτελέσει και την ταινία λήξης.
Ελπίζουμε τα μικρά οργανωτικά προβληματάκια που έχει εμφανίσει η φετινή διοργάνωση (κυρίως στο επίπεδο της δημοσιογραφικής κάλυψης) να μην σκιάσουν το εκπληκτικό πρόγραμμα του 18ου Πανοράματος, που μέχρι στιγμής προδιαγράφεται ως το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό δεκαήμερο της χρονιάς.
Written by
verbal
in
no category
Μπλογκονύχτες final (Catch Up, Sign Out)
Θα μου πεις οι Νύχτες τέλειωσαν εδώ και μια βδομάδα, εγώ που ήμουνα, αλλά εντάξει, έχουμε και δουλειές και βαριόμαστε να τις κάνουμε. Τελειώσανε την περασμένη Κυριακή με τη γνωστή τελετή απονομής των βραβείων του φεστιβάλ, που έγινε πριν την προβολή της ταινίας λήξης (oι Αδερφοί Grimm, του Terry Gilliam), με την επιτροπή (από νέους και νέες απ’ όλη την Ευρώπη, που σπουδάζουν κινηματογράφο ή κάτι σχετικό), να μαζεύονται στη σκηνή του Αττικόν και να μιλάνε όλες τις γλώσσες του Ισραήλ.
Το βραβείο κοινού πήγε στην Αγρύπνια, του Νίκου Γραμματικού, ο οποίος το παρέλαβε σημειώνοντας ότι αγνοούσε την ύπαρξή του (ο δικός του τρόπος να πει ευχαριστώ στο κοινό που του το έδωσε), το βραβείο σεναρίου Mont Blance (μον-μπλαν-μον-μπλαν -μον-μπλαν-μον-μπλαν), που απονεμήθηκε φέτος για πρώτη φορά, πήγε στον Aku Louhimies για το Frozen Land, το Βραβείο της Πόλης των Αθηνών για την καλύτερη σκηνοθεσία κέρδισε ο Ρώσος Ιλία Κρανόφσκι για την ταινία 4, ενώ με τη Χρυσή Αθηνά και τον τίτλο της Καλύτερης Ταινίας του διαγωνιστικού, τιμήθηκε το Κάτι σαν Ευτυχία του Τσέχου Μπόνταν Σλάμα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε (πάλι) φέτος να μην έχω δει ούτε μια από τις τέσσερις βραβευμένες ταινίες, αλλά η Stella που τις είδε όλες, λέει ότι ήρθαν έτσι τα πράματα ώστε φέτος οι βραβευμένες ταινίες να μη βλέπονται.
Γενικά οι ταινίες της διοργάνωσης κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα, με ελάχιστες να μπορούν να δώσουν στο φεστιβάλ ένα κάποιο στίγμα. Ξεχώρισε φυσικά το αφιέρωμα στον Kim Ki Duk και τη φιλμογραφία του, το οποίο ίσως να ήταν ένα από τα πιο πετυχημένα αφιερώματα σε σκηνοθέτες, στην ιστορία του φεστιβάλ, αφού οι περισσότερες από τις ταινίες ήταν σχεδόν sold-out (και δύο-τρεις ήταν τελείως sold-out), αλλά απογοήτευσε δυστυχώς το πρόγραμμα των μεταμεσονύχτιων προβολών, που πάντα ήταν ένα από τα δυνατά σημεία της διοργάνωσης. Τα blockbusters των Ειδικών Προβολών δεν πολυενθουσίασαν κανέναν, αυτό όμως είναι ενδεικτικό της χρονιάς που θα ακολουθήσει, γιατί μη νομίζετε, εκτός απ’ τον King Kong και το Munich, έτσι είναι όλες οι ταινίες που περιμένουμε φέτος.
Από εικόνες και στιγμές, εγώ κρατάω:
Το Junebug, την ταινία που με έκανε επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να καταλάβω γιατί το βλέμμα των φίλων μου μαλακώνει και γλυκαίνει όταν μιλάνε για αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά (ενώ εμένα γεμίζει εικόνες απ’ το Evil Dead και τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών –άλλη σχολή παιδί μου). Η καλύτερη ταινία του φεστιβάλ.
Το Κακό, ελληνικό zombie-flick του Γιώργου Νούσια, το οποίο αξίζει όχι μόνο το εκστατικό και παρατεταμένο χειροκρότημα που του προσέφερε το κοινό, αλλά και ευρεία διανομή στις αίθουσες. Θα μπορούσε να κοντράρει στα ίσια όλες τις σύγχρονες ταινίες με ζόμπι (τύπου 28 Μέρες Μετά και το remake του Dawn of the Dead) αν δεν τις αντέγραφε τόσο εξόφθαλμα κι αν οι ερμηνείες δεν ήταν τόσο κουραστικά ερασιτεχνικές. Αν υπάρχει μια ταινία που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη φετινή διοργάνωση, είναι αυτή.
Το Rocky Horror Picture Show, που στη μεταμεσονύχτια προβολή του έλαχε της σωστής αντιμετώπισης από το κοινό. Ότι θα έβλεπα κωλόχαρτα, ρύζια, νερά και προσβολές να εκτοξεύονται μέσα στην αίθουσα του Απόλλωνα, δεν το περίμενα ποτέ στη ζωή μου.
Η Καρδιά του Κτήνους, που μπορεί να είναι η χειρότερη ταινία του Ρένου (Χαραλαμπίδη), αλλά ακόμη κι εδώ φαίνεται ότι ο τύπος βρίσκεται σε άλλο κινηματογραφικό επίπεδο από τους ντόπιους συναδέλφους του. Απορρίπτει τον κανόνα των κοινωνικών δραμάτων που πνίγονται στη μιζέρια τους και των σαχλοκωμωδιών τηλεοπτικού επιπέδου που εκβιάζουν το γέλιο με κολεγιακά gags και δίνουν φυσικότητα στους διαλόγους πετώντας το «μαλάκας» ανά 5 λέξεις, μπλέκοντας αρχετυπικές τραγικές ιστορίες με μια ποιητική μορφή κωμωδίας.
Το Hair High, που ok, δεν είναι και καμιά φοβερή ταινία –μπορεί και να βαρεθείς κάπου στα μισά—αλλά τουλάχιστον είναι από τις ταινίες που δίνουν λόγο ύπαρξης σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, με την έννοια ότι αν δεν την έβλεπες εκεί, δε θα την έβλεπες ούτε σε DVD και θα έχανες μερικές στιγμές ακραίου χιούμορ που κανιβαλίζει την αμερικανική λυκειακή παράδοση, συνδυάζοντας το Grease με τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών.
Το Γαλάζιο και Πορτοκαλί, τη 40λεπτη ταινία του Στέφανου Σιταρά που μπορεί να κάνει τους αγγελοπουλικούς να αναθαρρήσουν, βλέποντας ότι αυτή η μεγάλη παράδοση των αργόσυρτων πλάνων και του εξεζητημένα κουλτουρέ ύφους, θα συνεχίσει να υπάρχει για άλλη μια γενιά. Και μπορεί να κάνει τους υπόλοιπους να πάθουν τραμπάκουλο όταν ακούσουν ότι ο σκηνοθέτης της είναι μόλις 14ων ετών.
Το Haute Tension που μου έδωσε να καταλάβω δυο πράγματα: το μέγεθος του κακού που έχουν κάνει στην παγκόσμιο κινηματογράφο οι καλαμποκοφυτείες, και την ολοκληρωτική εισβολή της αμερικανικής σχολής στον γαλλικό κινηματογράφο. Εξαιρετικά σκηνοθετημένο, και με σκηνογράφο και διευθυντή φωτογραφίας που δίνουν ρέστα, το μοναδικό γαλλικό gore που είχα την τύχη να δω, αναπαράγει όλα τα κλισέ των αμερικανικών θρίλερ στην πιο ωμή μορφή τους. Και μετά σου πετάει ένα twist που δίνει σε όλα τους αδιαμφισβήτητο σκοπό και νόημα.
Είδα κι άλλες ταινίες, παίχτηκαν κι ακόμη περισσότερες, αλλά αρκετές απ’ αυτές θα βγουν κανονικά στις αίθουσες οπότε θα έχουμε καιρό να τις ξαναθυμηθούμε, και όσες τελικά ατυχήσουν, θα τις γράφω εδώ στο blog ανά άτακτα χρονικά διαστήματα, έτσι για να υπάρχουν. Αργότερα όμως, γιατί τώρα έχουμε και Πανόραμα. Τα λέμε πάλι στον Απόλλωνα, ε;
Το βραβείο κοινού πήγε στην Αγρύπνια, του Νίκου Γραμματικού, ο οποίος το παρέλαβε σημειώνοντας ότι αγνοούσε την ύπαρξή του (ο δικός του τρόπος να πει ευχαριστώ στο κοινό που του το έδωσε), το βραβείο σεναρίου Mont Blance (μον-μπλαν-μον-μπλαν -μον-μπλαν-μον-μπλαν), που απονεμήθηκε φέτος για πρώτη φορά, πήγε στον Aku Louhimies για το Frozen Land, το Βραβείο της Πόλης των Αθηνών για την καλύτερη σκηνοθεσία κέρδισε ο Ρώσος Ιλία Κρανόφσκι για την ταινία 4, ενώ με τη Χρυσή Αθηνά και τον τίτλο της Καλύτερης Ταινίας του διαγωνιστικού, τιμήθηκε το Κάτι σαν Ευτυχία του Τσέχου Μπόνταν Σλάμα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε (πάλι) φέτος να μην έχω δει ούτε μια από τις τέσσερις βραβευμένες ταινίες, αλλά η Stella που τις είδε όλες, λέει ότι ήρθαν έτσι τα πράματα ώστε φέτος οι βραβευμένες ταινίες να μη βλέπονται.
Γενικά οι ταινίες της διοργάνωσης κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα, με ελάχιστες να μπορούν να δώσουν στο φεστιβάλ ένα κάποιο στίγμα. Ξεχώρισε φυσικά το αφιέρωμα στον Kim Ki Duk και τη φιλμογραφία του, το οποίο ίσως να ήταν ένα από τα πιο πετυχημένα αφιερώματα σε σκηνοθέτες, στην ιστορία του φεστιβάλ, αφού οι περισσότερες από τις ταινίες ήταν σχεδόν sold-out (και δύο-τρεις ήταν τελείως sold-out), αλλά απογοήτευσε δυστυχώς το πρόγραμμα των μεταμεσονύχτιων προβολών, που πάντα ήταν ένα από τα δυνατά σημεία της διοργάνωσης. Τα blockbusters των Ειδικών Προβολών δεν πολυενθουσίασαν κανέναν, αυτό όμως είναι ενδεικτικό της χρονιάς που θα ακολουθήσει, γιατί μη νομίζετε, εκτός απ’ τον King Kong και το Munich, έτσι είναι όλες οι ταινίες που περιμένουμε φέτος.Από εικόνες και στιγμές, εγώ κρατάω:
Το Junebug, την ταινία που με έκανε επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να καταλάβω γιατί το βλέμμα των φίλων μου μαλακώνει και γλυκαίνει όταν μιλάνε για αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά (ενώ εμένα γεμίζει εικόνες απ’ το Evil Dead και τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών –άλλη σχολή παιδί μου). Η καλύτερη ταινία του φεστιβάλ.
Το Κακό, ελληνικό zombie-flick του Γιώργου Νούσια, το οποίο αξίζει όχι μόνο το εκστατικό και παρατεταμένο χειροκρότημα που του προσέφερε το κοινό, αλλά και ευρεία διανομή στις αίθουσες. Θα μπορούσε να κοντράρει στα ίσια όλες τις σύγχρονες ταινίες με ζόμπι (τύπου 28 Μέρες Μετά και το remake του Dawn of the Dead) αν δεν τις αντέγραφε τόσο εξόφθαλμα κι αν οι ερμηνείες δεν ήταν τόσο κουραστικά ερασιτεχνικές. Αν υπάρχει μια ταινία που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη φετινή διοργάνωση, είναι αυτή.Το Rocky Horror Picture Show, που στη μεταμεσονύχτια προβολή του έλαχε της σωστής αντιμετώπισης από το κοινό. Ότι θα έβλεπα κωλόχαρτα, ρύζια, νερά και προσβολές να εκτοξεύονται μέσα στην αίθουσα του Απόλλωνα, δεν το περίμενα ποτέ στη ζωή μου.
Η Καρδιά του Κτήνους, που μπορεί να είναι η χειρότερη ταινία του Ρένου (Χαραλαμπίδη), αλλά ακόμη κι εδώ φαίνεται ότι ο τύπος βρίσκεται σε άλλο κινηματογραφικό επίπεδο από τους ντόπιους συναδέλφους του. Απορρίπτει τον κανόνα των κοινωνικών δραμάτων που πνίγονται στη μιζέρια τους και των σαχλοκωμωδιών τηλεοπτικού επιπέδου που εκβιάζουν το γέλιο με κολεγιακά gags και δίνουν φυσικότητα στους διαλόγους πετώντας το «μαλάκας» ανά 5 λέξεις, μπλέκοντας αρχετυπικές τραγικές ιστορίες με μια ποιητική μορφή κωμωδίας.Το Hair High, που ok, δεν είναι και καμιά φοβερή ταινία –μπορεί και να βαρεθείς κάπου στα μισά—αλλά τουλάχιστον είναι από τις ταινίες που δίνουν λόγο ύπαρξης σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, με την έννοια ότι αν δεν την έβλεπες εκεί, δε θα την έβλεπες ούτε σε DVD και θα έχανες μερικές στιγμές ακραίου χιούμορ που κανιβαλίζει την αμερικανική λυκειακή παράδοση, συνδυάζοντας το Grease με τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών.
Το Γαλάζιο και Πορτοκαλί, τη 40λεπτη ταινία του Στέφανου Σιταρά που μπορεί να κάνει τους αγγελοπουλικούς να αναθαρρήσουν, βλέποντας ότι αυτή η μεγάλη παράδοση των αργόσυρτων πλάνων και του εξεζητημένα κουλτουρέ ύφους, θα συνεχίσει να υπάρχει για άλλη μια γενιά. Και μπορεί να κάνει τους υπόλοιπους να πάθουν τραμπάκουλο όταν ακούσουν ότι ο σκηνοθέτης της είναι μόλις 14ων ετών.Το Haute Tension που μου έδωσε να καταλάβω δυο πράγματα: το μέγεθος του κακού που έχουν κάνει στην παγκόσμιο κινηματογράφο οι καλαμποκοφυτείες, και την ολοκληρωτική εισβολή της αμερικανικής σχολής στον γαλλικό κινηματογράφο. Εξαιρετικά σκηνοθετημένο, και με σκηνογράφο και διευθυντή φωτογραφίας που δίνουν ρέστα, το μοναδικό γαλλικό gore που είχα την τύχη να δω, αναπαράγει όλα τα κλισέ των αμερικανικών θρίλερ στην πιο ωμή μορφή τους. Και μετά σου πετάει ένα twist που δίνει σε όλα τους αδιαμφισβήτητο σκοπό και νόημα.
Είδα κι άλλες ταινίες, παίχτηκαν κι ακόμη περισσότερες, αλλά αρκετές απ’ αυτές θα βγουν κανονικά στις αίθουσες οπότε θα έχουμε καιρό να τις ξαναθυμηθούμε, και όσες τελικά ατυχήσουν, θα τις γράφω εδώ στο blog ανά άτακτα χρονικά διαστήματα, έτσι για να υπάρχουν. Αργότερα όμως, γιατί τώρα έχουμε και Πανόραμα. Τα λέμε πάλι στον Απόλλωνα, ε;
Διαβάστε το aftermath της Stellas εδώ
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Μπλογκονύχτες μέρα 7η (21 Σεπτεμβρίου)
(λείπει η 6η μέρα, αλλά αρνούμαι να τη γράψω. Το 6 είναι από τους χειρότερους ενεργειακά ζυγούς αριθμούς με καταστροφικό φενγκ σούι. Παρόλα αυτά, αν θέλεις να ρωτήσεις κάτι για τις ταινίες εκείνης της μέρας, μη διστάσεις να χτυπήσεις.)
Λοιπόν, είναι ένας τυπάκος στην Αμερική, ο Alan Abel, φοβερός, θα ήθελα να τον έχω πατέρα μου. Και η κόρη του φαντάζομαι θα νιώθει πολύ περήφανη, γι’ αυτό και γύρισε τούτο εδώ το ντοκιμαντέρ, το Abel Raises Cain, με συνεντεύξεις, ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό υλικό και μας τον παρουσιάζει.
Τι το εντυπωσιακό έχει κάνει; Μόνο μερικές από τις πιο εξωφρενικές φάρσες των τελευταίων 50 χρόνων, ξεγελώντας το αμερικάνικο κοινό χάρη στη δύναμη των ΜΜΕ, της διαφήμισης και της έξυπνης προώθησης.
Όλα ξεκίνησαν όταν σε μια προσπάθεια να σατιρίσει την ψυχροπολεμική λογοκρισία, άρχισε να υποστηρίζει δημόσια τον ευπρεπισμό των ζώων, που απαράδεκτο! Κυκλοφορούν γυμνά, προσβάλλοντας τα χρηστά ήθη. (και εφόσον λογοκρίνονται τα πάντα, γιατί όχι και τα κατοικίδια ή τα άλογα στα ράντσα;) Όταν ο Alan Abel διαπίστωσε ότι υπήρχε ανταπόκριση (οργισμένα τηλεφωνήματα από τη μια και οπαδοί από την άλλη, που δεν αντιλήφθηκαν πως επρόκειτο για αστείο) αποφάσισε να το κάνει... επάγγελμα (που λέει ο λόγος δηλαδή, καθώς οικονομικό όφελος δεν επεδίωξε ποτέ να έχει).
Άλλες φάρσες: προεκλογική εκστρατεία εβραίας γιαγιάς, με καυτές αναγγελίες για το συνταξιοδοτικό και τα παιχνίδια bingo. (Η γιαγιά δεν υπήρχε, αλλά η γυναίκα του Alan Abel μιλούσε σε ραδιοφωνικές εκπομπές παριστάνοντας την υποψήφια).
Διαφήμιση επερχόμενων sex Olympics.
Ίδρυση σχολής ζητιάνων (επίσης εννοείται δεν υπήρχε, απλώς έβγαινε ο ίδιος στα κανάλια παριστάνοντας τον διευθυντή της σχολής μαζί με πληρωμένους ηθοποιούς, ως ...μαθητές).
Μονταρισμένη συνέντευξη του προέδρου Νίξον, με ...απίστευτες δηλώσεις.
Άπειρες εμφανίσεις σε trash talk show (Jerry Springer mode) με θέματα όπως ‘έπιασα τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον κηπουρό και για να την εκδικηθώ έβαλα το πεκινουά στο πλυντήριο πιάτων’ ή ‘η θρεπτική αξία των ανθρώπινων τριχών’.
Καμπάνια κατά της ανώμαλης και αιμομικτικής συνήθειας του θηλασμού των βρεφών, που οδηγεί σε προβληματικές συμπεριφορές όταν γίνονται ενήλικες. Ενδεικτικό παράδειγμα: μέχρι 4 ετών, θήλαζε η Λεβίνσκι.
Ηθικό δίδαγμα: «Δημοσιογράφοι» τσεκάρετε την εγκυρότητα των ειδήσεων που αναπαραγάγετε.
Θεατές, να είστε πιο υποψιασμένοι όταν σκάσει η επόμενη «συγκλονιστική είδηση»
Πανέξυπνοι blogoreaders, αν έχετε μια εντελώς κουφή ιδέα, στηρίξτε τη φανατικά και με τη πιο σοβαρή φάτσα που έχετε. Θα δείτε ότι υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι το πιστεύετε και κόσμος που το πιστεύει (τελεία).
Common sense is not very common anymore, you know…
Ο Rodrigo Garcia, στην προηγούμενη ταινία του 'Things You Can Tell Just by Looking at Her' συγκέντρωσε ηχηρά ονόματα (αλήθεια, πώς κατάφερε να έχει τόση στήριξη και αποδοχή;) όπως οι Glenn Close, Holly Hunter, Kathy Baker και έκανε μια ταινία για γυναίκες. Πρόσθεσε ακόμα τις Robin Wright Penn, Dakota Fanning κλπ και έκανε μια ακόμα ταινία για γυναίκες, το 9 lives. Γιατί μπορεί και γράφει καλύτερα γι’ αυτές (ή έτσι νομίζει).
Story δεν υπάρχει καθώς το 9 lives είναι στην ουσία 9 ταινίες μικρού μήκους που περιγράφουν ένα στιγμιότυπο από τη ζωή αντίστοιχων γυναικών (σα να λέμε το Coffee & Cigarettes, με γυναίκες, χωρίς τους καφέδες και τα τσιγάρα). Πόσο ενδιαφέρον είναι αυτό; Και άντε να είσαι γυναίκα και να ταυτιστείς με μία από αυτές, αλλά και με τις 9;
9 κομμάτια ούτε σπάνια ούτε ιδιαίτερα αξιόλογα, που επιπροσθέτως τους λείπει και κόλλα για να γίνουν «ένα».
Λοιπόν, είναι ένας τυπάκος στην Αμερική, ο Alan Abel, φοβερός, θα ήθελα να τον έχω πατέρα μου. Και η κόρη του φαντάζομαι θα νιώθει πολύ περήφανη, γι’ αυτό και γύρισε τούτο εδώ το ντοκιμαντέρ, το Abel Raises Cain, με συνεντεύξεις, ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό υλικό και μας τον παρουσιάζει.Τι το εντυπωσιακό έχει κάνει; Μόνο μερικές από τις πιο εξωφρενικές φάρσες των τελευταίων 50 χρόνων, ξεγελώντας το αμερικάνικο κοινό χάρη στη δύναμη των ΜΜΕ, της διαφήμισης και της έξυπνης προώθησης.
Όλα ξεκίνησαν όταν σε μια προσπάθεια να σατιρίσει την ψυχροπολεμική λογοκρισία, άρχισε να υποστηρίζει δημόσια τον ευπρεπισμό των ζώων, που απαράδεκτο! Κυκλοφορούν γυμνά, προσβάλλοντας τα χρηστά ήθη. (και εφόσον λογοκρίνονται τα πάντα, γιατί όχι και τα κατοικίδια ή τα άλογα στα ράντσα;) Όταν ο Alan Abel διαπίστωσε ότι υπήρχε ανταπόκριση (οργισμένα τηλεφωνήματα από τη μια και οπαδοί από την άλλη, που δεν αντιλήφθηκαν πως επρόκειτο για αστείο) αποφάσισε να το κάνει... επάγγελμα (που λέει ο λόγος δηλαδή, καθώς οικονομικό όφελος δεν επεδίωξε ποτέ να έχει).
Άλλες φάρσες: προεκλογική εκστρατεία εβραίας γιαγιάς, με καυτές αναγγελίες για το συνταξιοδοτικό και τα παιχνίδια bingo. (Η γιαγιά δεν υπήρχε, αλλά η γυναίκα του Alan Abel μιλούσε σε ραδιοφωνικές εκπομπές παριστάνοντας την υποψήφια).Διαφήμιση επερχόμενων sex Olympics.
Ίδρυση σχολής ζητιάνων (επίσης εννοείται δεν υπήρχε, απλώς έβγαινε ο ίδιος στα κανάλια παριστάνοντας τον διευθυντή της σχολής μαζί με πληρωμένους ηθοποιούς, ως ...μαθητές).
Μονταρισμένη συνέντευξη του προέδρου Νίξον, με ...απίστευτες δηλώσεις.
Άπειρες εμφανίσεις σε trash talk show (Jerry Springer mode) με θέματα όπως ‘έπιασα τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον κηπουρό και για να την εκδικηθώ έβαλα το πεκινουά στο πλυντήριο πιάτων’ ή ‘η θρεπτική αξία των ανθρώπινων τριχών’.
Καμπάνια κατά της ανώμαλης και αιμομικτικής συνήθειας του θηλασμού των βρεφών, που οδηγεί σε προβληματικές συμπεριφορές όταν γίνονται ενήλικες. Ενδεικτικό παράδειγμα: μέχρι 4 ετών, θήλαζε η Λεβίνσκι.
Ηθικό δίδαγμα: «Δημοσιογράφοι» τσεκάρετε την εγκυρότητα των ειδήσεων που αναπαραγάγετε.
Θεατές, να είστε πιο υποψιασμένοι όταν σκάσει η επόμενη «συγκλονιστική είδηση»
Πανέξυπνοι blogoreaders, αν έχετε μια εντελώς κουφή ιδέα, στηρίξτε τη φανατικά και με τη πιο σοβαρή φάτσα που έχετε. Θα δείτε ότι υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι το πιστεύετε και κόσμος που το πιστεύει (τελεία).
Common sense is not very common anymore, you know…
Ο Rodrigo Garcia, στην προηγούμενη ταινία του 'Things You Can Tell Just by Looking at Her' συγκέντρωσε ηχηρά ονόματα (αλήθεια, πώς κατάφερε να έχει τόση στήριξη και αποδοχή;) όπως οι Glenn Close, Holly Hunter, Kathy Baker και έκανε μια ταινία για γυναίκες. Πρόσθεσε ακόμα τις Robin Wright Penn, Dakota Fanning κλπ και έκανε μια ακόμα ταινία για γυναίκες, το 9 lives. Γιατί μπορεί και γράφει καλύτερα γι’ αυτές (ή έτσι νομίζει).Story δεν υπάρχει καθώς το 9 lives είναι στην ουσία 9 ταινίες μικρού μήκους που περιγράφουν ένα στιγμιότυπο από τη ζωή αντίστοιχων γυναικών (σα να λέμε το Coffee & Cigarettes, με γυναίκες, χωρίς τους καφέδες και τα τσιγάρα). Πόσο ενδιαφέρον είναι αυτό; Και άντε να είσαι γυναίκα και να ταυτιστείς με μία από αυτές, αλλά και με τις 9;
9 κομμάτια ούτε σπάνια ούτε ιδιαίτερα αξιόλογα, που επιπροσθέτως τους λείπει και κόλλα για να γίνουν «ένα».
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Μπλογκονύχτες μέρα 5η (19 Σεπτεμβρίου)
Το In my father’s den είναι θρίλερ και ταινία χαρακτήρων μαζί, με πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη (Brad McGan) και καταγωγή από τη Ν. Ζηλανδία (γρήγορο μάθημα γεωγραφίας: όπως βλέπεις τη Τασμανία, δεξιά). Ο Paul (Matthew McFadyen) διάσημος και βραβευμένος πολεμικός φωτογράφος επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παραστεί στη κηδεία του πατέρα του. Θα βρει τον αδερφό του παντρεμένο με μια γυναίκα (τη Miranda Otto) ίδια με τη μητέρα τους και τον εφηβικό μεγάλο του έρωτα με μια 16χρονη κόρη, τη Celia. Η τελευταία γνωρίζει τη δουλειά του Paul και τον θαυμάζει… μια περίεργη φιλία θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, με τη Celia τσιμπημένη με το γοητευτικό φωτογράφο και τον ίδιο να αναρωτιέται ποια η πιθανότητα να είναι κόρη του... όταν όμως η Celia εξαφανίζεται, η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή, καθώς ο Paul είναι ο νούμερο 1 ύποπτος, αφού όλοι πιστεύουν ότι είχε ερωτικές σχέσεις μαζί της.
Οι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον και αναπτύσσονται με άνεση χρόνου την ίδια στιγμή που ο σκηνοθέτης κορυφώνει το μυστήριο της εξαφάνισης της Celia (μπορώ να πω μου θύμισε το «Χιόνι πάνω στους κέδρους» -εξάλλου και το In my father’s den βασίζεται σε βιβλίο ). Έτσι έχουμε τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, ένα μοναχικό, απότομο εγωιστή τύπο, συμπαθητικό, όμως, καθότι αληθινός. Τον αδερφό του, απόμακρο, με το δικό του τρόπο διαχείρισης της προβληματικής του ζωής. Τη Celia ένα κορίτσι έξυπνο και ταλαντούχο, που θέλει να φύγει από τη μίζερη επαρχία. Τη μητέρα της, που χμ... δεν υπήρξε και αγία. Οικογενειακά μυστικά και συμφιλίωση με τους δαίμονες το παρελθόντος, και ένα φινάλε που ολοκληρώνει την πορεία τους.
Ο αργός ρυθμός, η μεγάλη διάρκεια και τα flashback που μπορεί να μπερδέψουν όσους έχουν χαλαρώσει, είναι τα μοναδικά μειονεκτήματα. Αποτέλεσμα: μια απλή περίπτωση σκηνοθεσίας, προσεγμένη στα περισσότερα επιμέρους στοιχεία (φωτογραφία και ερμηνείες), που ίσως πολλοί νέοι σκηνοθέτες θα έπρεπε να ακολουθήσουν και να φτιάξουν κατανοητές και ενδιαφέρουσες ταινίες, παρά να μας ταλανίζουν με δήθεν σκηνοθετικά οράματα, σπατάλη χρημάτων, miserable σουρεαλισμό και πρόκληση αυτοκτονικής διάθεσης στο κοινό.
Οι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον και αναπτύσσονται με άνεση χρόνου την ίδια στιγμή που ο σκηνοθέτης κορυφώνει το μυστήριο της εξαφάνισης της Celia (μπορώ να πω μου θύμισε το «Χιόνι πάνω στους κέδρους» -εξάλλου και το In my father’s den βασίζεται σε βιβλίο ). Έτσι έχουμε τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, ένα μοναχικό, απότομο εγωιστή τύπο, συμπαθητικό, όμως, καθότι αληθινός. Τον αδερφό του, απόμακρο, με το δικό του τρόπο διαχείρισης της προβληματικής του ζωής. Τη Celia ένα κορίτσι έξυπνο και ταλαντούχο, που θέλει να φύγει από τη μίζερη επαρχία. Τη μητέρα της, που χμ... δεν υπήρξε και αγία. Οικογενειακά μυστικά και συμφιλίωση με τους δαίμονες το παρελθόντος, και ένα φινάλε που ολοκληρώνει την πορεία τους.Ο αργός ρυθμός, η μεγάλη διάρκεια και τα flashback που μπορεί να μπερδέψουν όσους έχουν χαλαρώσει, είναι τα μοναδικά μειονεκτήματα. Αποτέλεσμα: μια απλή περίπτωση σκηνοθεσίας, προσεγμένη στα περισσότερα επιμέρους στοιχεία (φωτογραφία και ερμηνείες), που ίσως πολλοί νέοι σκηνοθέτες θα έπρεπε να ακολουθήσουν και να φτιάξουν κατανοητές και ενδιαφέρουσες ταινίες, παρά να μας ταλανίζουν με δήθεν σκηνοθετικά οράματα, σπατάλη χρημάτων, miserable σουρεαλισμό και πρόκληση αυτοκτονικής διάθεσης στο κοινό.