Written by
verbal
in
no category
Έχεις αίθουσα; Έχει ουρά; (Μπλογκομέρες - Νύχτα 1η, Πέμπτη 15.09)
Έτοιμη να αναμετρηθεί με το Σινικό Τοίχος ήταν η ουρά που σχηματίστηκε έξω από τις αίθουσες Αττικόν και Απόλλων, 2 ώρες πριν το Φεστιβάλ σηκώσει την αυλαία. Το νέο σύστημα προαγοράς εισιτηρίων, που σκόπευε «να εξαλείψει το δυσάρεστο φαινόμενο των ουρών» στα box office, τελικά κατάφερε μόνο να τις μεταθέσει μερικές ώρες νωρίτερα, δημιουργώντας τη σωστή διάθεση σε όσους περίμεναν τρία τέταρτα της ώρας να φτάσουν στον γκισέ για να μάθουν πως οι κάρτες διαρκείας, που έχουν την ίδια ακριβώς τιμή με πέρυσι, φέτος έχουν πολύ μικρότερη διάρκεια. Μια κάρτα φέτος σου ανοίγει τις πόρτες για τις αίθουσες μόνο 24 φορές, πράγμα που ισοδυναμεί σε δύο μόλις ταινίες την ημέρα.
Τουλάχιστον τα κορίτσια στο ταμείο ήταν πολύ υπομονετικά, έχοντας δεχτεί μάλλον στωικά το μοιραίο: να αφιερώσουν περίπου μισή ώρα σε κάθε πελάτη με κάρτα διαρκείας ή δημοσιογραφική διαπίστευση, κόβοντάς του τα εισιτήρια και για τις 24 προβολές που είχε μοιράσει στο πρόγραμμά του –σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με το χέρι, αφού το ηλεκτρονικό σύστημα τα είχε φτύσει από κάποιο σημείο κι έπειτα.
Βέβαια το όλο κόλπο δε σημαίνει ότι μέχρι την ώρα των πρώτων προβολών οι επισκέπτες είχαν ξεμπερδέψει με τα εισιτήριά τους, αφού οι μικροί φεστιβαλιστές που δεν έχουν σκοπό να κανονίσουν από τις 15 Σεπτέμβρη τις ταινίες που θα δουν στις 25, εξακολουθούν να προτιμούν να κόβουν τα εισιτήρια της εκάστοτε προβολής λίγα λεπτά πριν αρχίσει. Βάλτε αυτούς τους φεστιβαλιστές στην ίδια ουρά με τους προγραμματισμένους σκληροπυρηνικούς, κι έχετε το συνδυασμό που σκοτώνει κάθε ελπίδα έγκαιρης έναρξης της προβολής. Αυτός, σε συνδυασμό με μερικές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής (δύο ακυρώσεις στις δύο πρώτες μέρες), οδήγησαν σε ένα καινούριο φαινόμενο για τις Νύχτες, αυτό των άδειων αιθουσών και των γεμάτων πεζοδρομίων.
Οπότε δεν είναι περίεργο το ότι ήμασταν γύρω στα 25 άτομα στην αίθουσα του Αττικόν όταν προβλήθηκε εκτάκτως –λόγω ακύρωσης του Lords of Dogtown— το Dark Water, το δια χειρός Walter Salles αμερικανικό remake του ομότιτλου ασιατικού θρίλερ. Στην αγγλόφωνη έκδοση, που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την ιαπωνική του Nakata, η Jennifer Connelly παίζει μια χωρισμένη μητέρα που προσπαθεί να βρει μια καλή και οικονομική στέγη για να βάλει πάνω από το κεφάλι το δικό της και της κόρης της, με τον τρόπο που θα έπαιζε μια ναρκωμένη που μπλέκεται στα δίχτυα της πορνείας για εξασφαλίσει τη δόση της. Α, περίμενε, την έχει παίξει αυτή ε; Αυτή η κακομοίρα μάνα-κουράγιο λοιπόν, μπλέκει με ένα στοιχειωμένο διαμέρισμα και ένα κοριτσάκι φάντασμα που δεν είναι μπλαβιασμένο, αλλά θέλει μια μητρική αγκαλιά στο πρότυπο του αμερικάνικου Ring 2.
Το αληθινό φάντασμα που στοιχειώνει την ταινία όμως, είναι ο ρεαλισμός, ένα βάσανο των east-gone-west θρίλερ για το οποίο είχαμε ξαναμιλήσει στο remake του Grudge. Και ναι, τα μεταφυσικά θρίλερ απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αληθοφάνειας: πρέπει ο πρωταγωνιστής να βλέπει πράγματα και να μην τον πιστεύει κανείς εκτός από τον θεατή –αλλά ο θεατής πρέπει να πιστεύει. Όταν ξεπεράσεις αυτό το όριο λοιπόν (κάτι στο οποίο συμβάλει και η ασυγκράτητη βιρτουοζιτέ του Salles αλλά άλλο τόσο και το overacting της Connelly), υπάρχει μια πολύ λεπτή ζώνη, μέσα στην οποία μπορείς να μετατρέψεις το μεταφυσικό σου θρίλερ σε ψυχολογικό. Αλλά δυστυχώς ο Salles, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, Polanski δεν είναι, οπότε το μόνο που μένει να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή, είναι το αστικό χάος που μπορεί να προκληθεί αν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις αποφασίσουν να επαναστατήσουν κόντρα στην ανθρωπότητα.
Η νύχτα όμως είναι ακόμη νέα, κι ο Δαναός δυο στάσεις μακριά. Με μερικούς γρήγορους ελιγμούς προσπερνάς την ουρά του ταμείου που σκέφτεται να φτιάξει ανθρώπινη αερογέφυρα και να καταλάβει την Κηφισίας, και πιάνεις θέση για το Cronicas, ένα ταινιάκι από το Μεξικό που έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν τόσο που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.
Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες της χώρας του αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι «ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα».
Αλλά έχεις μετά να τρέξεις να προλάβεις και την πρώτη μεταμεσονύκτια της διοργάνωσης, που δεν είναι άλλη από την πιο αντισυμβατική (αλλά όχι και πιο ανώμαλη) δημιουργία του Takashi Miike, το Izo. Ένα δίωρο (και βάλε) έπος ανεγκέφαλου ξεκοιλιάσματος που μετατρέπει τη νυσταγμένη αίθουσα του Απόλλωνα σε καταρράχτη αίματος. Πέντε λεπτά στην ταινία και η μπλούζα σου έχει ήδη μουσκέψει από τα κόκκινα πιτσιλίσματα από την τελετουργική δολοφονία του σαμουράι Izo. Και μετά έχεις άλλα 120 λεπτά και κάτι ψιλά να τον βλέπεις να περνάει από τα εφτά επίπεδα της κόλασης, ξεβράζοντας οργή και σακατεύοντας ό,τι βρει στο διάβα του για να ικανοποιήσει μια πρωτόγονη δίψα για εκδίκηση. Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πλοκής, η ιερόσυλη κάμερα του Miike που παρακολουθεί τον σαμουράι του να ξεπαστρεύει αδιακρίτως πολεμιστές, μπράβους, πολιτικούς, γέρους, πόρνες, καθωσπρέπει μητέρες, δασκάλες, ακόμη και γλυκούλικα μικρά παιδιά, η σταδιακή μεταμόρφωση του Izo σε δαίμονα, κι ένας παρανοϊκός κιθαρίστας που δίνει ρέστα στα μικρά μουσικά διαλείμματα ανάμεσα στα λουτρά αίματος, κάνουν την ταινία απόλυτο cult δημιούργημα, αλλά εντάξει, μετά τα 60 –βαριά 90—λεπτά, μπορεί και να κουραστείς.
Τουλάχιστον τα κορίτσια στο ταμείο ήταν πολύ υπομονετικά, έχοντας δεχτεί μάλλον στωικά το μοιραίο: να αφιερώσουν περίπου μισή ώρα σε κάθε πελάτη με κάρτα διαρκείας ή δημοσιογραφική διαπίστευση, κόβοντάς του τα εισιτήρια και για τις 24 προβολές που είχε μοιράσει στο πρόγραμμά του –σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με το χέρι, αφού το ηλεκτρονικό σύστημα τα είχε φτύσει από κάποιο σημείο κι έπειτα.
Βέβαια το όλο κόλπο δε σημαίνει ότι μέχρι την ώρα των πρώτων προβολών οι επισκέπτες είχαν ξεμπερδέψει με τα εισιτήριά τους, αφού οι μικροί φεστιβαλιστές που δεν έχουν σκοπό να κανονίσουν από τις 15 Σεπτέμβρη τις ταινίες που θα δουν στις 25, εξακολουθούν να προτιμούν να κόβουν τα εισιτήρια της εκάστοτε προβολής λίγα λεπτά πριν αρχίσει. Βάλτε αυτούς τους φεστιβαλιστές στην ίδια ουρά με τους προγραμματισμένους σκληροπυρηνικούς, κι έχετε το συνδυασμό που σκοτώνει κάθε ελπίδα έγκαιρης έναρξης της προβολής. Αυτός, σε συνδυασμό με μερικές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής (δύο ακυρώσεις στις δύο πρώτες μέρες), οδήγησαν σε ένα καινούριο φαινόμενο για τις Νύχτες, αυτό των άδειων αιθουσών και των γεμάτων πεζοδρομίων.
Οπότε δεν είναι περίεργο το ότι ήμασταν γύρω στα 25 άτομα στην αίθουσα του Αττικόν όταν προβλήθηκε εκτάκτως –λόγω ακύρωσης του Lords of Dogtown— το Dark Water, το δια χειρός Walter Salles αμερικανικό remake του ομότιτλου ασιατικού θρίλερ. Στην αγγλόφωνη έκδοση, που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την ιαπωνική του Nakata, η Jennifer Connelly παίζει μια χωρισμένη μητέρα που προσπαθεί να βρει μια καλή και οικονομική στέγη για να βάλει πάνω από το κεφάλι το δικό της και της κόρης της, με τον τρόπο που θα έπαιζε μια ναρκωμένη που μπλέκεται στα δίχτυα της πορνείας για εξασφαλίσει τη δόση της. Α, περίμενε, την έχει παίξει αυτή ε; Αυτή η κακομοίρα μάνα-κουράγιο λοιπόν, μπλέκει με ένα στοιχειωμένο διαμέρισμα και ένα κοριτσάκι φάντασμα που δεν είναι μπλαβιασμένο, αλλά θέλει μια μητρική αγκαλιά στο πρότυπο του αμερικάνικου Ring 2.Το αληθινό φάντασμα που στοιχειώνει την ταινία όμως, είναι ο ρεαλισμός, ένα βάσανο των east-gone-west θρίλερ για το οποίο είχαμε ξαναμιλήσει στο remake του Grudge. Και ναι, τα μεταφυσικά θρίλερ απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αληθοφάνειας: πρέπει ο πρωταγωνιστής να βλέπει πράγματα και να μην τον πιστεύει κανείς εκτός από τον θεατή –αλλά ο θεατής πρέπει να πιστεύει. Όταν ξεπεράσεις αυτό το όριο λοιπόν (κάτι στο οποίο συμβάλει και η ασυγκράτητη βιρτουοζιτέ του Salles αλλά άλλο τόσο και το overacting της Connelly), υπάρχει μια πολύ λεπτή ζώνη, μέσα στην οποία μπορείς να μετατρέψεις το μεταφυσικό σου θρίλερ σε ψυχολογικό. Αλλά δυστυχώς ο Salles, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, Polanski δεν είναι, οπότε το μόνο που μένει να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή, είναι το αστικό χάος που μπορεί να προκληθεί αν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις αποφασίσουν να επαναστατήσουν κόντρα στην ανθρωπότητα.
Η νύχτα όμως είναι ακόμη νέα, κι ο Δαναός δυο στάσεις μακριά. Με μερικούς γρήγορους ελιγμούς προσπερνάς την ουρά του ταμείου που σκέφτεται να φτιάξει ανθρώπινη αερογέφυρα και να καταλάβει την Κηφισίας, και πιάνεις θέση για το Cronicas, ένα ταινιάκι από το Μεξικό που έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν τόσο που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες της χώρας του αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι «ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα».
Αλλά έχεις μετά να τρέξεις να προλάβεις και την πρώτη μεταμεσονύκτια της διοργάνωσης, που δεν είναι άλλη από την πιο αντισυμβατική (αλλά όχι και πιο ανώμαλη) δημιουργία του Takashi Miike, το Izo. Ένα δίωρο (και βάλε) έπος ανεγκέφαλου ξεκοιλιάσματος που μετατρέπει τη νυσταγμένη αίθουσα του Απόλλωνα σε καταρράχτη αίματος. Πέντε λεπτά στην ταινία και η μπλούζα σου έχει ήδη μουσκέψει από τα κόκκινα πιτσιλίσματα από την τελετουργική δολοφονία του σαμουράι Izo. Και μετά έχεις άλλα 120 λεπτά και κάτι ψιλά να τον βλέπεις να περνάει από τα εφτά επίπεδα της κόλασης, ξεβράζοντας οργή και σακατεύοντας ό,τι βρει στο διάβα του για να ικανοποιήσει μια πρωτόγονη δίψα για εκδίκηση. Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πλοκής, η ιερόσυλη κάμερα του Miike που παρακολουθεί τον σαμουράι του να ξεπαστρεύει αδιακρίτως πολεμιστές, μπράβους, πολιτικούς, γέρους, πόρνες, καθωσπρέπει μητέρες, δασκάλες, ακόμη και γλυκούλικα μικρά παιδιά, η σταδιακή μεταμόρφωση του Izo σε δαίμονα, κι ένας παρανοϊκός κιθαρίστας που δίνει ρέστα στα μικρά μουσικά διαλείμματα ανάμεσα στα λουτρά αίματος, κάνουν την ταινία απόλυτο cult δημιούργημα, αλλά εντάξει, μετά τα 60 –βαριά 90—λεπτά, μπορεί και να κουραστείς.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
μπλογκονύχτες - μέρα 2η (Παρασκευή 16)
Συγκινημένος δήλωσε ο Κώστας Γαβράς με τη προβολή της τελευταίας του ταινίας στη γεμάτη αίθουσα του «Αττικόν», με τίτλο «Το τσεκούρι» (Le couperet για τους γαλλομαθείς). Το θέμα της; Το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας, που ταλαιπωρεί κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.
Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;
Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Το χειροκρότημα στο τέλος νομίζω ήταν πραγματικά ειλικρινές και κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)
Στον αντίποδα των παραπάνω βρίσκεται το "A hole in my heart" ( Hal i mitt hjärta, για τους Σουηδομαθείς), η τελευταία ταινία του Lukas Moodysson (γνωστός από τα «Lilya 4-Ever» και « Fucking Amal»).
Εδώ δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει ευκρινές μήνυμα, δεν υπάρχει συμπάθεια για τους ήρωες, δεν υπάρχει σκοπός. Το στόρυ ικανό να προκαλέσει ακόμα και στην περιγραφή του: προβληματικός απομονωμένος έφηβος, αναγκάζεται να υπομείνει τον εξίσου προβληματικό πατέρα του, όταν ο τελευταίος αποφασίζει να γυρίσει ερασιτεχνική πορνοταινία στο γεμάτο βρώμικα ΙΚΕΑ έπιπλα, διαμέρισμά τους.
Από την οθόνη μας παρελαύνουν σκηνές διαστροφικού σεξ, on camera εξομολογήσεις με νυχτερινή λήψη στυλ reality, σκηνές αηδιαστικού σεξ, πλάνα από χειρουργεία αισθητικών επεμβάσεων, σκηνές βίαιου σεξ, εξομολογήσεις τραγικών παιδικών αναμνήσεων, σκηνές αηδιαστικού σεξ, περιγραφές αλληγορικών ονείρων, απόγνωση. Συμπέρασμα κανένα. Πλην του ότι, λογικά η Christina Aguilera απέρριψε τον γυναικείο ρόλο (αυτόν της πορνο – πρωταγωνίστριας) όταν της προτάθηκε.
Τι ήθελε να καταφέρει ο Moodyssonμε αυτή τη ταινία; Σοκ; Το word of mouth πάντως δε θα τον βοηθήσει να έχει επιτυχία καθώς τα σχόλια δε θα είναι «wow, πρέπει να το δεις», αλλά «μπλιαχ, δε πρέπει να το δεις». Και δε το λέω εγώ, αλλά η πλειονότητα όσων ξενύχτησαν στον Απόλλωνα. Και μιλάμε για το πάντα υποψιασμένο φεστιβαλικό κοινό, που στριμώχτηκε για να βρει μια θέση στην αίθουσα.
Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;
Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Το χειροκρότημα στο τέλος νομίζω ήταν πραγματικά ειλικρινές και κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)Στον αντίποδα των παραπάνω βρίσκεται το "A hole in my heart" ( Hal i mitt hjärta, για τους Σουηδομαθείς), η τελευταία ταινία του Lukas Moodysson (γνωστός από τα «Lilya 4-Ever» και « Fucking Amal»).
Εδώ δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει ευκρινές μήνυμα, δεν υπάρχει συμπάθεια για τους ήρωες, δεν υπάρχει σκοπός. Το στόρυ ικανό να προκαλέσει ακόμα και στην περιγραφή του: προβληματικός απομονωμένος έφηβος, αναγκάζεται να υπομείνει τον εξίσου προβληματικό πατέρα του, όταν ο τελευταίος αποφασίζει να γυρίσει ερασιτεχνική πορνοταινία στο γεμάτο βρώμικα ΙΚΕΑ έπιπλα, διαμέρισμά τους.
Από την οθόνη μας παρελαύνουν σκηνές διαστροφικού σεξ, on camera εξομολογήσεις με νυχτερινή λήψη στυλ reality, σκηνές αηδιαστικού σεξ, πλάνα από χειρουργεία αισθητικών επεμβάσεων, σκηνές βίαιου σεξ, εξομολογήσεις τραγικών παιδικών αναμνήσεων, σκηνές αηδιαστικού σεξ, περιγραφές αλληγορικών ονείρων, απόγνωση. Συμπέρασμα κανένα. Πλην του ότι, λογικά η Christina Aguilera απέρριψε τον γυναικείο ρόλο (αυτόν της πορνο – πρωταγωνίστριας) όταν της προτάθηκε.
Τι ήθελε να καταφέρει ο Moodyssonμε αυτή τη ταινία; Σοκ; Το word of mouth πάντως δε θα τον βοηθήσει να έχει επιτυχία καθώς τα σχόλια δε θα είναι «wow, πρέπει να το δεις», αλλά «μπλιαχ, δε πρέπει να το δεις». Και δε το λέω εγώ, αλλά η πλειονότητα όσων ξενύχτησαν στον Απόλλωνα. Και μιλάμε για το πάντα υποψιασμένο φεστιβαλικό κοινό, που στριμώχτηκε για να βρει μια θέση στην αίθουσα.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
μπλογκονύχτες - μέρα 1η (Πέμπτη 15)
Άνετο και χαλαρό ήταν το κλίμα στον Δαναό την πρώτη μέρα του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Κορίτσια με κοκάλινα γυαλιά και αγόρια με τσάντες ταχυδρόμου, προσήλθαν στις αίθουσες τον Αμπελοκήπων, με τα προγράμματα σημειωμένα με φωσφορούχα στάμπιλο και τα εισιτήρια (μιας και φέτος λειτούργησε για πρώτη φορά σύστημα προπώλησης) ανά χείρας. Να τι τους κατασκόπευσα να παρακολουθούν:Το ρωσικής καταγωγής “4” του newbie Ilya Khrjanovsky , με βραβεία από τα φεστιβάλ του Ρότερνταμ και του Σιάτλ και συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα στις Νύχτες.
«Έτσι και χάσω τα πρώτα λεπτά...» αγωνιούσε ο καθυστερημένος τύπος μπροστά μου. Χώθηκα πίσω του στα αναπαυτικά καθίσματα στον εξώστη, γεμάτη περιέργεια για την εναρκτήρια σεκάνς: σκυλιά σε ένα άδειο βρώμικο δρόμο κάτω από ένα φως από νέον που αναβοσβήνει είναι το μόνο σημείο ζωής. Και ξαφνικά ένα φορτηγό-κομπρεσέρ εμφανίζεται για να σπάσει την αθλιότητα και τη μοναξιά της βραδιάς. Πιο δίπλα σε ένα εξίσου άθλιο μπαρ, τρεις ξένοι τα πίνουν. Μιας και ο μπάρμαν κοιμάται όρθιος, αρχίζουν και λένε τα σώψυχά τους ο ένας στον άλλο. Και αφού είναι άγνωστοι, λένε φυσικά ψέματα. Η γκόμενα –που εξακριβωμένα είναι πόρνη- λέει ότι είναι μοντέλο, ο καραφλός ότι είναι στα μέσα και στα έξω του Κρεμλίνου και ο τρίτος παίρνει το βραβείο παραληρήματος από αλκοόλ: συμμετέχει δήθεν σε πειράματα που παράγουν τέσσερις τέσσερις τους ανθρώπινους κλώνους (γιατί «4» είναι το μαγικό νούμερο φίλε). Μέχρι εδώ καλά.
Αλλά το παρεάκι χωρίζει. Η γκόμενα πρέπει να πάει σε μια κηδεία και εμείς θα αναγκαστούμε να την παρακολουθήσουμε να παίρνει το τρένο, να περπατάει, να περπατάει, να πετάει ένα μπουκάλι κόκα κόλα (ναι την πιάσαμε την ειρωνεία), να περπατάει... Κάποτε φτάνει, και τι μαθαίνουμε; Ότι η νεκρή είναι δίδυμη αδερφή της και στη κηδεία παρευρίσκονται ακόμα δύο ολόιδιες με αυτήν κοπέλες –πλην του χρώματος της κόμης τους. Και λες, χαλάλι το περπάτημα, εδώ κάτι πάει να γίνει. Και τι νομίζεις ότι γίνεται; Οι γριές που μοιρολογούν στην κηδεία, μπεκρουλιάζουν, τρώνε γενετικά μεταλλαγμένα γουρούνια, και κάνουν διάφορα αηδιαστικά σεξουαλικού περιεχομένου παιχνίδια με τα φαγητά και τις βότκες. Φίλε σε λυπάμαι αν στο διάλειμμα χτύπησες κανένα σαντουιτσάκι, εκτός αν είσαι φετιχιστής. Τρελός φετιχιστής όμως.
Πήγε 9 η ώρα και η αίθουσα γεμίζει με το μοντέρνο κόσμο των απανταχού φεστιβάλ, για να απολαύσουν το “WHEN WILL I BE LOVED” του ανεξάρτητου αμερικανού James Toback με πρωταγωνίστρια τη Neve Campbell, να επιδίδεται σε ...wild things. Τη πέφτει σα χαζοχαρούμενη σε άντρες στο δρόμο, κάνει σεξ με μια ξανθιά και βιντεοσκοπεί την πράξη, διακοσμεί το διαμέρισμά της με ακριβά αντικείμενα χάρη στο «πακέτο» που διαθέτουν οι γονείς της, χαλαρώνει με κλασσική μουσική, τα έχει με έναν απατεώνα που τη κερατώνει και συμφωνεί μετά από δική του προτροπή να κάνει σεξ με έναν γέρο-Ιταλό εκατομμυριούχο με ένα διόλου ευκαταφρόνητο οικονομικό αντάλλαγμα, το οποίο δεν έχει ανάγκη!
Αφελής, ερωτευμένη, ανοιχτή σε νέες εμπειρίες, όλα αυτά είναι η ηρωίδα της ταινίας χάρη στην πολυεπίπεδη ερμηνεία της Neve Campbell, που παρεμπιπτόντως δε διστάζει να τα πετάξει όλα έξω. Το εγχείρημα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και θεατρικό, βασίζεται κυρίως σε δύο καλογραμμένες σκηνές διαλόγων, που εξελίσσουν τα πράγματα γρήγορα και ανατρεπτικά, αλλά δε σας αποκαλύπτω περισσότερα. Προτείνω να την αναζητήσετε!
Written by
verbal
in
no category
Rocky Horror Show
Το απόλυτο cult musical, 14, 15, 16 και 17 Σεπτεμβρίου στο Λυκαβητό
Μετά από 10 χρόνια ευρωπαϊκής περιοδείας, έχοντας στο ενεργητικό του 2.000 παραστάσεις από τη Σκανδιναβία ως τη Μεσόγειο, πάνω από ενάμιση εκατομύριο θεατές, 72 χιλιάδες χιλιόμετρα χαρτιού υγείας, 750 τόνους ρυζιού, πολλά γαλόνια νερού και αμέτρητο ενθουσιασμό, ήρθε η ώρα του farewell tour για το πιο cult musical του κόσμου. Και για να μην μπερδευόμαστε, το χαρτί υγείας, το νερό και το ρύζι, είναι όλα μέρος του show. Γιατί αυτό που κάνει το Rocky Horror Show τόσο πετυχημένο, είναι χωρίς αμφιβολία η ευκαιρία που δίνει στο κοινό να συμμετέχει στον glam rock παροξυσμό και τη γενικότερη ανατρεπτική παράνοια που επικρατεί επί σκηνής.
Μετά από 10 χρόνια ευρωπαϊκής περιοδείας, έχοντας στο ενεργητικό του 2.000 παραστάσεις από τη Σκανδιναβία ως τη Μεσόγειο, πάνω από ενάμιση εκατομύριο θεατές, 72 χιλιάδες χιλιόμετρα χαρτιού υγείας, 750 τόνους ρυζιού, πολλά γαλόνια νερού και αμέτρητο ενθουσιασμό, ήρθε η ώρα του farewell tour για το πιο cult musical του κόσμου. Και για να μην μπερδευόμαστε, το χαρτί υγείας, το νερό και το ρύζι, είναι όλα μέρος του show. Γιατί αυτό που κάνει το Rocky Horror Show τόσο πετυχημένο, είναι χωρίς αμφιβολία η ευκαιρία που δίνει στο κοινό να συμμετέχει στον glam rock παροξυσμό και τη γενικότερη ανατρεπτική παράνοια που επικρατεί επί σκηνής.Τι είναι όμως το Rocky Horror Show; Μάθε περισσότερα με δύο κλικ.
εδώ κι εδώ για το musical
εδώ για την ταινία
εδώ κι εδώ για το musical
εδώ για την ταινία
Written by
verbal
in
no category
Arriverderci Venezia
Με τον Ang Lee να σηκώνει το Χρυσό Λέοντα, έριξε την αυλαία του το διαγωνιστικό τμήμα του 62ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Λαμβάνοντας το βραβείο, ο 50χρονος σκηνοθέτης από το Taiwan δήλωσε «πολύ χαρούμενος για την θερμή υποδοχή και την επικράτηση» της ταινίας του, Brokeback Mountain ενός «μεγάλου αμερικάνικου love-story, μοναδικού και παγκόσμιου». Η ταινία, που βασίζεται σε νουβέλα της συγγραφέως του The Shipping News, μιλά για τον έρωτα που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο cowboys στη συντηρητική αμερικάνικη Δύση του ’60. Τα εντυπωσιακά τοπία, το μαγευτικό σενάριο, οι ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές Heath Ledger (A Knight’s Tale, Monster’s Ball) και Jake Gylenhaal (Donnie Darko, The Day After Tomorrow), αλλά και οι τολμηρές ομοφυλοφιλικές ερωτικές σκηνές ήταν τα δυνατά χαρτιά της ταινίας που κέρδισαν την επιτροπή.
Ο μεγάλος χαμένος της φετινής διοργάνωσης ήταν χωρίς αμφιβολία ο George Clooney, που με το σφιχτό πολιτικό-δημοσιογραφικό δράμα Good Night and Good Luck ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, αλλά δεν κατάφερε να υπερνικήσει τις ανατριχίλες των εκάστοτε μελών της επιτροπής στη σκέψη να βραβεύσουν πολιτική ταινία. Ο Clooney, που με τη δεύτερη κιόλας ταινία του βραβεύτηκε στο Los Angles Film Festival με το Spirit of Independence Award για την «σταθερότητα στη δουλειά και το όραμά του, και τις καλλιτεχνικές του επιλογές», στην 62η Μόστρα αρκέστηκε στο βραβείο σεναρίου, αλλά και το βραβείο ανδρικής ερμηνείας που κέρδισε ο πρωταγωνιστής του, David Strathairn.
Ανεβαίνοντας στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο, τόνισε ότι η ταινία αυτή πρέπει να θυμίσει στους δημοσιογράφους την ευθύνη που έχει η πένα τους, και απεύθυνε τα σχόλια του «σε όλους εσάς εδώ μέσα, και όλους εκείνους που θα δουν την ταινία, όλους τους άλλους εκεί έξω που προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια σε όλους μας, για να μπορούμε να πάρουμε καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή μας». Όσοι επισκέφτηκαν τη Μόστρα, λένε ότι ο Strathairn (Sneakers), που συνήθως αρκείται σε δεύτερους ρόλους, είναι πιθανό να δει νέους δρόμους να ανοίγονται για την καριέρα του μετά από αυτήν την εξαιρετική ερμηνεία στο ασπρόμαυρο αντιμακαρθικό δράμα του Clooney.Το βραβείο γυναικείας ερμηνείας απονεμήθηκε στην Giovanna Mezzogiorno, πρωταγωνίστρια της ταινίας La Bestia Nel Cuore, το δράμα μιας γυναίκας που ξαφνικά αρχίζει να δέχεται επιθέσεις από άσχημες αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας. Απογοητευμένοι ιταλοί ανταποκριτές, δεν έπαψαν να αναρωτιούνται μήπως η βράβευση της Mezzogiorno (La Finestra Di Fronte) ήταν μια μορφή παρηγοριάς για την Ιταλία, που έχει να δει ταινία της να σηκώνει τον Λέοντα από το 1998. Και η είσοδος της ταινίας στο διαγωνιστικό την τελευταία στιγμή, δεν βοηθά να καταλαγιάσουν οι ανησυχίες τους.
Όπως και να ’χει, η 62η Μόστρα πέρασε κι αυτή στο παρελθόν, κι όσοι μετρούν το χρόνο τους με τα φεστιβάλ έχουν ήδη αρχίσει να νιώθουν πως γερνάνε, ιδίως με την φθίνουσα πορεία που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μια από τις πιο σημαντικές κινηματογραφικές διοργανώσεις του κόσμου. Οι οικονομικές δυσκολίες, η καλλιτεχνικές αμφισβητήσεις και οργανωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ, έχουν γίνει γερός πονοκέφαλος για τους διοργανωτές, οι οποίοι ωστόσο προσπαθούν με παγωμένα χαμόγελα να κρατήσουν τις ανησυχίες τους μακριά από τη δημοσιότητα. Όμως το μέλλον του φεστιβάλ είναι αβέβαιο. Και οι απειλές της Ρώμης να ξεκινήσει τη δική της κινηματογραφική φιέστα, δεν διευκολύνουν καθόλου τα πράγματα.
Περισσότερα για την 62η Μόστρα, εδώ>>>
Written by
verbal
in
no category
Crash (2005) - Review
Crash
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Paul Haggis
Σενάριο: Paul Haggis, Bobby Moresco
Παίζουν: Sandra Bullock, Don Cheadle, Matt Dillon, Brendan Fraser, Ryan Philippe
Το πρόβλημα με τις σπονδυλωτές ταινίες, είναι ότι πολύ συχνά οι σπόνδυλοι χάνουν τις αρθρώσεις τους και οι ιστορίες μένουν –ελλείψει καλύτερης λέξης- κουλές. Συνήθως, για να το ξεπεράσουν, οι σκηνοθέτες αποφασίζουν να θέσουν τις ιστορίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που να τις συσχετίζει (όπως ας πούμε τα Χριστούγεννα στο Noel), να τις δέσουν με έναν κοινό αφηγητή/πρωταγωνιστή (όπως ο Tim Roth στο Four Rooms), ή να τις σαλατιάσουν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα προκύψει να είναι ένα αριστούργημα (όπως το Pulp Fiction).
Το Crash, μια ταινία με αρκετές υποπλοκές που περιφέρονται γύρω απο σκοτεινές στιγμές της ζωής στο Los Angeles, δεν πολυκαταφέρνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Υπάρχει βέβαια η πόλη του Los Angeles που συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν, υπάρχει και ένα θέμα ρατσισμού –φαινομενικού και πραγματικού- που εμφανίζεται κάθε τόσο, κάπως συνδέονται και οι ιστορίες μεταξύ τους με μερικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται σε περισσότερες από μια, όμως συνολικά το αποτέλεσμα είναι λίγο φλου. Η προσέγγισή τους είναι ανισοβαρής –τόσο σε χρόνο όσο και σε ανάλυση—με αποτέλεσμα αρκετές από αυτές να μην έχουν καν λόγο ύπαρξης, ενώ όλες οι υπόλοιπες να περνιούνται για πιο σοβαρές και βαρύγδουπες απ’ όσο είναι.
Τουλάχιστον οι ερμηνείες είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλές –αν και στην πραγματικότητα δεν έχουν ότι πολύ χρόνο ούτε πολύ χαρακτήρα για να δουλέψουν οι πρωταγωνιστές—με την Sandra Bullock να ξεχωρίζει στον απόλυτα κόντρα ρόλο: σοβαρή, νευρωτική, κουρελιασμένη ψυχολογικά και ξέχειλη από οργή, σε αφήνει με στόμα ανοιχτό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Haggis υπογράφει ένα άνισο σενάριο όπου παρουσιάζει ως συγκλονιστικό κι ανατριχιαστικό το προφανές –υπάρχει και το Μ$Β. Είναι όμως η πρώτη φορά που το σκηνοθετεί, και νευρικά του πλάνα με τους υποβλητικούς φωτισμούς και την ξεπλυμένη φωτογραφία δείχνουν ότι η κάμερα είναι περισσότερο το φόρτε του απ’ ότι η γραφομηχανή.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Paul Haggis
Σενάριο: Paul Haggis, Bobby Moresco
Παίζουν: Sandra Bullock, Don Cheadle, Matt Dillon, Brendan Fraser, Ryan Philippe
Το πρόβλημα με τις σπονδυλωτές ταινίες, είναι ότι πολύ συχνά οι σπόνδυλοι χάνουν τις αρθρώσεις τους και οι ιστορίες μένουν –ελλείψει καλύτερης λέξης- κουλές. Συνήθως, για να το ξεπεράσουν, οι σκηνοθέτες αποφασίζουν να θέσουν τις ιστορίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που να τις συσχετίζει (όπως ας πούμε τα Χριστούγεννα στο Noel), να τις δέσουν με έναν κοινό αφηγητή/πρωταγωνιστή (όπως ο Tim Roth στο Four Rooms), ή να τις σαλατιάσουν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα προκύψει να είναι ένα αριστούργημα (όπως το Pulp Fiction).
Το Crash, μια ταινία με αρκετές υποπλοκές που περιφέρονται γύρω απο σκοτεινές στιγμές της ζωής στο Los Angeles, δεν πολυκαταφέρνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Υπάρχει βέβαια η πόλη του Los Angeles που συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν, υπάρχει και ένα θέμα ρατσισμού –φαινομενικού και πραγματικού- που εμφανίζεται κάθε τόσο, κάπως συνδέονται και οι ιστορίες μεταξύ τους με μερικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται σε περισσότερες από μια, όμως συνολικά το αποτέλεσμα είναι λίγο φλου. Η προσέγγισή τους είναι ανισοβαρής –τόσο σε χρόνο όσο και σε ανάλυση—με αποτέλεσμα αρκετές από αυτές να μην έχουν καν λόγο ύπαρξης, ενώ όλες οι υπόλοιπες να περνιούνται για πιο σοβαρές και βαρύγδουπες απ’ όσο είναι.
Τουλάχιστον οι ερμηνείες είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλές –αν και στην πραγματικότητα δεν έχουν ότι πολύ χρόνο ούτε πολύ χαρακτήρα για να δουλέψουν οι πρωταγωνιστές—με την Sandra Bullock να ξεχωρίζει στον απόλυτα κόντρα ρόλο: σοβαρή, νευρωτική, κουρελιασμένη ψυχολογικά και ξέχειλη από οργή, σε αφήνει με στόμα ανοιχτό.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Haggis υπογράφει ένα άνισο σενάριο όπου παρουσιάζει ως συγκλονιστικό κι ανατριχιαστικό το προφανές –υπάρχει και το Μ$Β. Είναι όμως η πρώτη φορά που το σκηνοθετεί, και νευρικά του πλάνα με τους υποβλητικούς φωτισμούς και την ξεπλυμένη φωτογραφία δείχνουν ότι η κάμερα είναι περισσότερο το φόρτε του απ’ ότι η γραφομηχανή.
Written by
verbal
in
no category
11o ΔΚΦΑ - Νύχτες Πρεμιέρας
Η κινηματογραφική γιορτή που έγινε θεσμός στην πολιτιστική πραγματικότητα της πρωτεύουσας και αποτελεί το ουσιαστικό σήμα έναρξης κάθε νέας σαιζόν για τους συνειδητοποιημένους Αθηναίους κινηματογραφόφιλους, ετοιμάζεται για άλλη μια φορά να γεμίσει τα βράδια του δεύτερου μισού του Σεπτεμβρίου, με κινηματογραφικές στιγμές που θα μείνουν στο μυαλό μας για όλη την υπόλοιπη χρονιά.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Bewitched - Review
Bewitched - Η Μάγισσα
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Nora Ephron
Σενάριο: Nora και Delia Ephron
Παίζουν: Nicole Kidman, Will Ferrell, Michael Caine, Shirley MacLaine
Το Χόλιγουντ διανύει περίοδο ισχνών εμπνεύσεων: αποτυχημένα sequel και άσκοπα remake παλαιότερων ταινιών, βρίσκουν αγόγγυστα το δρόμο τους προς το «πανί», ενώ η τάση εξαπλώθηκε και στη μεταφορά τηλεοπτικών σειρών από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη. Τα «The Dukes of Hazzard» και «Bewitched» είναι δύο τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Στο τελευταίο, η Nicole Kidman μας προσκαλεί για μια βόλτα με τη σκούπα της, καθώς υποδύεται τη μάγισσα Ιζαμπέλ, που θέλει να συμπεριφέρεται σα κοινή θνητή, αλλά όλως τυχαίως την προσλαμβάνουν για το ρόλο της Σαμάνθα στην αναβίωση της σειράς «Bewitched» στην τηλεόραση (γρήγορο μάθημα ιστορίας: με την Elizabeth Montgomery, από πολλούς η Grace Kelly των sitcoms, η οποία με trademark το χαριτωμένο κούνημα της μύτης κατάφερε να κάνει το σόου επιτυχία για 8 συναπτά έτη στα μέσα της δεκαετίας του 60).
Η Nora Ephron, υπεύθυνη επίσης για το «When Harry met Sally», αλλά και τα άνευρα «Sleepless in Seattle» και «You've Got Mail», αναδεικνύει τη ντελικάτη φιγούρα της Nicole χάρη στο ladylike look που υιοθετεί, (γρήγορο μάθημα styling: παρόμοιο με αυτό που
θαυμάσαμε στο «Stepford Wives»), ταιριαστό με τη χαμηλών τόνων ερμηνεία της, προσπαθεί να κοντρολάρει τον εκτός ελέγχου Will Ferrell («Anchorman») στο ρόλο του υπερφίαλου εγωκεντρικού ηθοποιού που θα πρωταγωνιστήσει στο σήριαλ (δηλαδή απλώς στο ρόλο οποιουδήποτε ηθοποιού), καταφέρνει να μας πείσει πως αυτοί οι δυο θα μπορούσαν να είναι ένα (έστω αταίριαστο) ζευγάρι, ξεχνάει πως έχει στο δυναμικό της δύο όπλα μεγάλο βεληνεκούς, τους κλασσικούς Michael Caine και Shirley MacLaine, προσπαθεί να συγκινήσει με φωτογραφίες και βίντεο κλιπάκια φόρο τιμής στην original σειρά και δημιουργεί τελικά ένα αποτέλεσμα χαριτωμένο αλλά όχι μαγικό.
Στη θέση σου πάντως θα έτρεχα να προλάβω, μέχρι την επόμενη εμφάνιση-έκπληξη της Kidman και προτού τη μυριστούν τα κανάλια και οργανώσουν πάνελ με ευφάνταστα θέματα όπως «η ύπουλη εισβολή της μαγείας διαβάλει την αγνή νεολαία μας» ή «ποιος κρύβεται πίσω από τον Χάρυ Πόττερ και τη Σαμάνθα;»
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Nora Ephron
Σενάριο: Nora και Delia Ephron
Παίζουν: Nicole Kidman, Will Ferrell, Michael Caine, Shirley MacLaine
Το Χόλιγουντ διανύει περίοδο ισχνών εμπνεύσεων: αποτυχημένα sequel και άσκοπα remake παλαιότερων ταινιών, βρίσκουν αγόγγυστα το δρόμο τους προς το «πανί», ενώ η τάση εξαπλώθηκε και στη μεταφορά τηλεοπτικών σειρών από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη. Τα «The Dukes of Hazzard» και «Bewitched» είναι δύο τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Στο τελευταίο, η Nicole Kidman μας προσκαλεί για μια βόλτα με τη σκούπα της, καθώς υποδύεται τη μάγισσα Ιζαμπέλ, που θέλει να συμπεριφέρεται σα κοινή θνητή, αλλά όλως τυχαίως την προσλαμβάνουν για το ρόλο της Σαμάνθα στην αναβίωση της σειράς «Bewitched» στην τηλεόραση (γρήγορο μάθημα ιστορίας: με την Elizabeth Montgomery, από πολλούς η Grace Kelly των sitcoms, η οποία με trademark το χαριτωμένο κούνημα της μύτης κατάφερε να κάνει το σόου επιτυχία για 8 συναπτά έτη στα μέσα της δεκαετίας του 60).Η Nora Ephron, υπεύθυνη επίσης για το «When Harry met Sally», αλλά και τα άνευρα «Sleepless in Seattle» και «You've Got Mail», αναδεικνύει τη ντελικάτη φιγούρα της Nicole χάρη στο ladylike look που υιοθετεί, (γρήγορο μάθημα styling: παρόμοιο με αυτό που
θαυμάσαμε στο «Stepford Wives»), ταιριαστό με τη χαμηλών τόνων ερμηνεία της, προσπαθεί να κοντρολάρει τον εκτός ελέγχου Will Ferrell («Anchorman») στο ρόλο του υπερφίαλου εγωκεντρικού ηθοποιού που θα πρωταγωνιστήσει στο σήριαλ (δηλαδή απλώς στο ρόλο οποιουδήποτε ηθοποιού), καταφέρνει να μας πείσει πως αυτοί οι δυο θα μπορούσαν να είναι ένα (έστω αταίριαστο) ζευγάρι, ξεχνάει πως έχει στο δυναμικό της δύο όπλα μεγάλο βεληνεκούς, τους κλασσικούς Michael Caine και Shirley MacLaine, προσπαθεί να συγκινήσει με φωτογραφίες και βίντεο κλιπάκια φόρο τιμής στην original σειρά και δημιουργεί τελικά ένα αποτέλεσμα χαριτωμένο αλλά όχι μαγικό.Στη θέση σου πάντως θα έτρεχα να προλάβω, μέχρι την επόμενη εμφάνιση-έκπληξη της Kidman και προτού τη μυριστούν τα κανάλια και οργανώσουν πάνελ με ευφάνταστα θέματα όπως «η ύπουλη εισβολή της μαγείας διαβάλει την αγνή νεολαία μας» ή «ποιος κρύβεται πίσω από τον Χάρυ Πόττερ και τη Σαμάνθα;»
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
The Island - Review
The Island – Το Νησί
(2/5)
Σκηνοθεσία: Michael Bay
Σενάριο: Caspian Tredwell-Owen, Alex Kurtzman, Roberto Orci
Παίζουν: Ewan McGregor, Scarlett Johansson, Steve Buscemi
Έλα να πάμε στο νησί, ο Michael Bay, τα νάτσος μου, εγώ κι εσύ... ποιος είναι ο Michael Bay; Ο σκηνοθέτης των δυνατών blockbuster «The Rock», «Armageddon», «Bad Boys» και «Pearl Harbor». Τώρα το γιατί οι περισσότεροι έχουμε συνδέσει αυτές τις ταινίες με το όνομα του παραγωγού Jerry Bruckheimer ίσως ο Verbal να μπορούσε / να ήθελε να το εξηγήσει. Αλλά μέχρι εδώ, στο «The Island» ο Michael πήρε διαζύγιο, όσο κι αν κάποιοι αρνούνται να δεχθούν το χωρισμό. Το ζήτημα είναι τα καταφέρνει μόνος; Χμ...
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό, αλλά σίγουρα ζοφερό μέλλον, ο Lincoln 6 Echo ζει σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο και αποστειρωμένο περιβάλλον, φοράει κάθε μέρα λευκά puma παπουτσάκια και πηγαίνει για δουλειά: τροφοδοτεί κάτι σωληνάκια που κανείς δε ξέρει που πηγαίνουν. Στον έξω κόσμο ούτε κατά διάνοια να βγει αυτός και τα υπόλοιπα άσπρα ανθρωπάκια με τα puma, καθώς είναι ακατοίκητος λόγω μιας μυστηριώδους παγκόσμιας μόλυνσης, που έχει αφήσει ανέγγιχτο ένα τελευταίο παράδεισο, το Νησί, τη μόνη τους ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αρκεί να είναι τυχεροί ώστε να κληρωθούν στη λοταρία (αν και πιο πιθανό είναι να βρεις ένα βάτραχο που μιλάει). Μόνο που ο Lincoln 6 Echo έχει απορίες, αλλά και αμφιβολίες για το τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα αργήσει να ανακαλύψει τη δυσοίωνη πραγματικότητα.
Το πρώτο μισό της ταινίας είναι ένα αρκετά ιντριγκαδόρικο, ίσως και οριακά ανατριχιαστικό sci-fi θρίλερ, με μια έκπληξη που όταν αποκαλύπτεται λίγο πριν το διάλειμμα για τα νάτσος, την έχεις λίγο πολύ φανταστεί (δεν είναι δα και επιπέδου Shyamalan), αλλά από τη στιγμή που αποκαλύπτεται στην εξηγούν ξανά και ξανά, μη τυχόν και δε κατάλαβες (dummy friendly). Ε, μετά που έχεις πάρει τα νάτσος και ανησυχείς βρε παιδί μου μη πέσει και το λιωμένο τσένταρ και σου λερώσει τη μαϊμού στη Paul Frank τη ζακετούλα σου και δε μπορείς να έχεις τα μάτια σου προσηλωμένα συνέχεια στην οθόνη, γίνεται μια αξιοπρεπής(;) περιπέτεια με τα κυνηγητά της, τις εκρήξεις και τις καταδιώξεις σε αυτοκινητόδρομους (γρήγορο μάθημα απόρριψης σε εξετάσεις διπλώματος οδήγησης: μετά τα «Ronin», «Matrix Reloaded» και «Bourne Supremacy», πόσες καταδιώξεις πια σε αυτοκινητοδρόμους μπορεί να αφομοιώσει ο εγκέφαλός μας, την ίδια ώρα που υπολογίζει τις θερμίδες από τα νάτσος που λαίμαργα έχουν ήδη καταναλωθεί;).
Η Scarlett Johansson τρέχει φορώντας μια κατάλευκη φορμίτσα, και δε λέει καμία
σχεδόν ατάκα αποδεικνύοντας περίτρανα (σύντομο μάθημα κακεντρεχούς κουτσομπολιού) ότι αφενός εκτός από κοντή είναι και χοντροκώλα και αφετέρου ότι τα χειλάκια της τα χρησιμοποιεί για άλλες πιο ευφάνταστες πράξεις. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς έγινε ξαφνικά το αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ, των σχεδιαστών και του φωτογραφικού φακού. Ο Ewan McGregor από την άλλη, ε είναι ο Ewan McGregor, το αγαπημένο παιδί των κριτικών!
Υγ1. Scarlett πλάκα έκανα. Θα μου δανείσεις εκείνο το Louis Vuitton που φορούσες πέρυσι στη Βενετία, έτσι;
Υγ.2. Άκυρο, δε θα μου κάνει έτσι κι αλλιώς. Είμαι πιο ψηλή και πιο αδύνατη.
(2/5)Σκηνοθεσία: Michael Bay
Σενάριο: Caspian Tredwell-Owen, Alex Kurtzman, Roberto Orci
Παίζουν: Ewan McGregor, Scarlett Johansson, Steve Buscemi
Έλα να πάμε στο νησί, ο Michael Bay, τα νάτσος μου, εγώ κι εσύ... ποιος είναι ο Michael Bay; Ο σκηνοθέτης των δυνατών blockbuster «The Rock», «Armageddon», «Bad Boys» και «Pearl Harbor». Τώρα το γιατί οι περισσότεροι έχουμε συνδέσει αυτές τις ταινίες με το όνομα του παραγωγού Jerry Bruckheimer ίσως ο Verbal να μπορούσε / να ήθελε να το εξηγήσει. Αλλά μέχρι εδώ, στο «The Island» ο Michael πήρε διαζύγιο, όσο κι αν κάποιοι αρνούνται να δεχθούν το χωρισμό. Το ζήτημα είναι τα καταφέρνει μόνος; Χμ...
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό, αλλά σίγουρα ζοφερό μέλλον, ο Lincoln 6 Echo ζει σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο και αποστειρωμένο περιβάλλον, φοράει κάθε μέρα λευκά puma παπουτσάκια και πηγαίνει για δουλειά: τροφοδοτεί κάτι σωληνάκια που κανείς δε ξέρει που πηγαίνουν. Στον έξω κόσμο ούτε κατά διάνοια να βγει αυτός και τα υπόλοιπα άσπρα ανθρωπάκια με τα puma, καθώς είναι ακατοίκητος λόγω μιας μυστηριώδους παγκόσμιας μόλυνσης, που έχει αφήσει ανέγγιχτο ένα τελευταίο παράδεισο, το Νησί, τη μόνη τους ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, αρκεί να είναι τυχεροί ώστε να κληρωθούν στη λοταρία (αν και πιο πιθανό είναι να βρεις ένα βάτραχο που μιλάει). Μόνο που ο Lincoln 6 Echo έχει απορίες, αλλά και αμφιβολίες για το τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα αργήσει να ανακαλύψει τη δυσοίωνη πραγματικότητα.Το πρώτο μισό της ταινίας είναι ένα αρκετά ιντριγκαδόρικο, ίσως και οριακά ανατριχιαστικό sci-fi θρίλερ, με μια έκπληξη που όταν αποκαλύπτεται λίγο πριν το διάλειμμα για τα νάτσος, την έχεις λίγο πολύ φανταστεί (δεν είναι δα και επιπέδου Shyamalan), αλλά από τη στιγμή που αποκαλύπτεται στην εξηγούν ξανά και ξανά, μη τυχόν και δε κατάλαβες (dummy friendly). Ε, μετά που έχεις πάρει τα νάτσος και ανησυχείς βρε παιδί μου μη πέσει και το λιωμένο τσένταρ και σου λερώσει τη μαϊμού στη Paul Frank τη ζακετούλα σου και δε μπορείς να έχεις τα μάτια σου προσηλωμένα συνέχεια στην οθόνη, γίνεται μια αξιοπρεπής(;) περιπέτεια με τα κυνηγητά της, τις εκρήξεις και τις καταδιώξεις σε αυτοκινητόδρομους (γρήγορο μάθημα απόρριψης σε εξετάσεις διπλώματος οδήγησης: μετά τα «Ronin», «Matrix Reloaded» και «Bourne Supremacy», πόσες καταδιώξεις πια σε αυτοκινητοδρόμους μπορεί να αφομοιώσει ο εγκέφαλός μας, την ίδια ώρα που υπολογίζει τις θερμίδες από τα νάτσος που λαίμαργα έχουν ήδη καταναλωθεί;).
Η Scarlett Johansson τρέχει φορώντας μια κατάλευκη φορμίτσα, και δε λέει καμία
σχεδόν ατάκα αποδεικνύοντας περίτρανα (σύντομο μάθημα κακεντρεχούς κουτσομπολιού) ότι αφενός εκτός από κοντή είναι και χοντροκώλα και αφετέρου ότι τα χειλάκια της τα χρησιμοποιεί για άλλες πιο ευφάνταστες πράξεις. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς έγινε ξαφνικά το αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ, των σχεδιαστών και του φωτογραφικού φακού. Ο Ewan McGregor από την άλλη, ε είναι ο Ewan McGregor, το αγαπημένο παιδί των κριτικών!Υγ1. Scarlett πλάκα έκανα. Θα μου δανείσεις εκείνο το Louis Vuitton που φορούσες πέρυσι στη Βενετία, έτσι;
Υγ.2. Άκυρο, δε θα μου κάνει έτσι κι αλλιώς. Είμαι πιο ψηλή και πιο αδύνατη.
Written by
verbal
in
no category
Βενετία 2005 - Οι Χρυσοί Λέοντες της ανασφάλειας
Με τον φόβο για τρομοκρατική επίθεση να συναγωνίζεται το φόβο για εμπορική αποτυχία, ξεκίνησε φέτος η 62η Μόστρα, που συναγωνίζεται τα αμερικανικά αεροδρόμια σε μέτρα ασφαλείας και τα Όσκαρ σε αμερικανικές ταινίες.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.
Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.
Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Με τα πιο σφιχτά μέτρα ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ στην ιστορία του και με μια πλούσια συλλογή αμερικανικών ταινιών στο πρόγραμμά του, σήκωσε την αυλαία του χθες το βράδυ η 62η Μόστρα, σε ένα φτωχό σε παρουσία stars γκαλά, που ολοκληρώθηκε με την προβολή της νέας ταινίας πολεμικών τεχνών του Tsui Hark, Seven Swords. Οι φόβοι για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα στο φετινό κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας, ιδίως μετά την επίθεση στο Λονδίνο, ανάγκασαν τους διοργανωτές να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα, εκδίδοντας αυστηρές οδηγίες σε δημοσιογράφους, επιτροπές και διαγωνιζόμενους, ενώ το πλήθος πρωτοκλασάτων αμερικάνικων παραγωγών που συμμετέχουν στο διαγωνιστικό τμήμα προκάλεσε το δικό του κύμα αντιδράσεων από τον Τύπο, που αμφισβήτησε τα καλλιτεχνικά κίνητρα του διευθυντή Marco Muller.Οι συνολικά 11 αγγλόφωνες ταινίες που θα προβληθούν στη φετινή διοργάνωση αποτελούν ρεκόρ για το φεστιβάλ, ενώ η προεδρία του βραβευμένου με Όσκαρ σχεδιαστή Dante Feretti επί της κριτικής επιτροπής, προϊδεάζουν τους παροικούντες για τελική επικράτηση ιταλικού ονόματος στα μεγάλα βραβεία, αν και ο ίδιος υποσχέθηκε αντικειμενική θεώρηση και κρίση όλων των ταινιών, ανεξάρτητα με τη γλώσσα τους.
Όσοι βρεθούν στις αίθουσες της κινηματογραφικής Bienalle από τις 31 Αυγούστου έως τις 10 Σεπτεμβρίου, θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Terry Gilliam, The Brothers Grimm, το Brokeback Mountain του Ang Lee, την κινηματογραφική μεταφορά του Proof από τον John Maden και τo The Constant Gardener, τη δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού, Fernando Meirelles. Παράλληλα, εκτός συναγωνισμού θα προβληθούν μεταξύ άλλων το Elizabethtown του Cameron Crowe, το Cinderella Man του Ron Howard, το animated Corpse Bride του Tim Burton και το Bubble του Steven Soderbergh, ενώ οι Χρυσοί Λέοντες συνολικής προσφοράς, θα απονεμηθούν φέτος στον Ιάπωνα σχεδιαστή Hayao Miyazaki (Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων, Το Κινούμενο Κάστρο) και στην Ιταλίδα σκηνοθέτιδα Stefania Sandrelli (Jamon, jamon, One Last Kiss).
Το διαγωνιστικό ξεκινά απόψε, με την δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα του George Clooney, Good Night and Good Luck, ενώ το highlight του προγράμματος αναμένεται να είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας εκδίκησης του Chan-Wook Park, Sympathy for Lady Vengeance, που συμπληρώνει τα Sympathy for Mr. Vengeance και Old Boy.Τις παράλληλες εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν το πρόγραμμα των Οριζόντων και του Corto Cortissimo με προβολές μικρού μήκους ταινιών, συμπληρώνουν δυο ρετροσπεκτίβες στην ιστορία του ασιατικού κινηματογράφου και άλλη μια για την ιστορία του ιταλικού.
Written by
verbal
in
no category
Thursday is the new Friday
Όπως προφανώς θα έχετε ήδη προσέξει, η Πέμπτη φέτος θα είναι η νέα Παρασκευή για τις ταινίες στη χώρα μας.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Αφού δεν μπορούν να βρουν κανέναν άλλον τρόπο να τραβήξουν περισσότερους θεατές στις αίθουσες, οι διανομείς μας αποφάσισαν να επιμηκύνουν το Παρασκευοσαββατοκύριακο, που κατά παράδοση ήταν το τριήμερο κινηματογραφικών εξόδων των Ελλήνων, ορίζοντας ως νέα ημέρα εξόδου των ταινιών την Πέμπτη. Μια ιδέα θα ήταν βέβαια να χαμηλώσουν την τιμή του εισιτηρίου (ή, έστω των nachos), αλλά ας είναι. Μην αναβάλλετε λοιπόν για Παρασκευή αυτό που μπορείτε να δείτε την Πέμπτη, όπως λέει και το slogan της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας (ναι, υπάρχει και τέτοιο), και πηγαίνετε πιο συχνά στα σινεμάδια.
Άντε καλή σαιζόν να έχουμε.
Written by
verbal
in
no category
Γρανίτα απο λεμόνι
Written by
verbal
in
no category
Fantastic Four - Review
Fantastic Four
(2/5)
Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.
Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
(2/5)Σκηνοθεσία: Tim Story
Σενάριο: Michael France, Mark Frost (βασισμένοι στα comics και τους χαρακτήρες των Stan Lee και Jack Kirby)
Παίζουν: Ioan Gruffud, Jessica Alba, Chris Evans, Michael Chiklis, Julian McMahon
Όπως ο Raimi έδειξε με τον Spider-Man του ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μεταφέρεται ένας υπερήρωας στη μεγάλη οθόνη, έτσι κι ο Bryan Singer έδωσε μαθήματα για το πώς πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς μια ομάδα υπερηρώων. Προφανώς εκείνη τη μέρα ο Tim Story είχε κάνει κοπάνα.
Διαφορετικά θα ήξερε ότι, όσο συναρπαστικές κι αν είναι η σκηνές δράσης, κι όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα εφέ που ζωντανεύουν τις υπερδυνάμεις των ηρώων, δεν γίνεται να έχεις αποτέλεσμα της προκοπής αν το σενάριό σου δεν πληρεί μερικές συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αν και οι Fantastic Four είναι το πιο παλιό comic της Marvell και λίγο-πολύ όλοι ξέρουν –ή τουλάχιστον, καταλαβαίνουν από τον τίτλο- ότι πρόκειται για μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που αποκτούν φανταστικές δυνάμεις, το βρίσκω λογικό ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι του να θέλουν να αφιερώσουν λίγο χρόνο στο χτίσιμο των υπερηρώων τους, όχι μόνο για να έχει θεμέλια η ταινία τους, αλλά και για να κάνουν και πιο εύκολη τη δουλειά των παραγωγών για τα sequels. Αυτό όμως δεν είναι το ίδιο με το να σπαταλάς χρόνο σε επιφανειακούς διαλόγους ια το αν οι ήρωες θέλουν ή όχι τις υπερδυνάμεις τους, την ώρα που θα έπρεπε να είναι έξω και να τις δοκιμάζουν, ανατινάζοντας πράγματα. Ή –έστω- σταματώντας άλλους από το να τα ανατινάξουν. Επίσης, το να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου –οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κορυφαίοι επιστήμονες- ως αφελή παιδαρέλια με καθυστερημένη εφηβεία, επίσης δε βοηθάει.Όταν το σενάριό σου αναλώνεται σε παιδιάστικα πισωγυρίσματα, δε σου μένει και χρόνος για να εμποτίσεις με δέος και τρόμο τον κακό σου, και να στήσεις μια κάπως πολύπλοκη ιστορία γύρω του, που να δικαιολογεί τις ανθρωποκτονικές του τάσεις. Ο McMahon κάνει ό,τι μπορεί με το ρόλο του Dr. Doom, αλλά όταν οι σεναριογράφοι σ’ έχουν στο μάτι, πόσα να καταφέρεις κι εσύ…
Written by
verbal
in
no category
The Upside of Anger - Review
The Upside of Anger – Η Άλλη Όψη του Θυμού
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Mike Binder
Σενάριο: Mike Binder
Παίζουν: Joan Allen, Kevin Costner, Erika Crhistensen, Evan Racehl Wood, Kerri Russell, Alicia Witt
Ο Mike Binder, που ίσως να τον θυμάστε από τη τηλεοπτική σειρά Στο Μυαλό ενός Παντρεμένου (παιζόταν ένα φεγγάρι στο Filmnet) έχει στο ενεργητικό του κάτι λιγότερο από δεκαριά art-house σκηνοθετικές δουλειές. Η Άλλη Όψη του Θυμού είναι η πρώτη που τυχαίνει παγκόσμιας διανομής, αλλά –μη έχοντας δει καμία από τις προηγούμενες δουλειές του- ρισκάρω να πω ότι αυτό δεν οφείλεται στην σκηνοθετική του πρωτοτυπία. Δεδομένου ότι η καινούρια του δουλειά μοιάζει να ξεπήδησε κατευθείαν από τις σελίδες του οδηγού Art-House for Dummies, το μόνο ενδεχόμενο που εξηγεί τις ομοιότητες στο ρυθμό και το feeling με τις πρόσφατες art-house Door in the Floor και In Good Company, η ευρεία κυκλοφορία της ταινίας είναι όλη δουλειά της Joan Allen.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην υστερία και την κατάθλιψη, η Allen περιφέρει το μαστουρωμένο της πρόσωπο σε ένα σπίτι γεμάτο από την απουσία του συζύγου της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι εγκατέλειψε αυτήν και τις τέσσερις κόρες τους χωρίς ούτε ένα αντίο. Το κοκτέιλ της μιζέριας της, έρχεται να ανακατέψει ο Costner, που βλέπει την αδερφή ψυχή του στη διάθεσή της για έναν σοφιστικέ αφανισμό.
Δραματική κομεντί χαμηλών αξιώσεων, που μοιράζει άριστα το χρόνο της στους έξι ολόκληρους χαρακτήρες της, οι οποίοι στηρίζονται εξαιρετικά και από το σενάριο. Ο Kevin Costner, που έχει να κάνει εμφάνιση της προκοπής εδώ και τουλάχιστον 9 χρόνια, φέτος παίζει ένα ρόλο που φαίνεται να ταιριάζει με την ηλικία και το προφίλ του, και στέκεται με αξιοπρέπεια πλάι στην Allen, βοηθώντας την στην πορεία της για μια θέση στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.
Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά διακριτική υποπλοκή, θέτει με έξυπνο τόπο το πρίσμα μέσα από το οποίο πρέπει να δει κανείς την ταινία για να εκτιμήσει πλήρως τη δραματική της θέση και δυναμική. Τον τρόπο δηλαδή που η μιζέρια του καθενός μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει όποιον έχει απέναντι στο μισητό αίτιό του, και στο στόχο της οργής του. Όμως μέχρι η υποπλοκή να ξεδιπλωθεί πλήρως, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας και μερικά σεναριακά άλματα έχουν κάνει τη ζημιά τους, καθιστώντας την τελικά έκβαση τραγικά αδιάφορη. Και υπάρχει και μια θετική όψη του θυμού, αλλά ρε γαμώτο, δε θυμάμαι ποια κατέληξε η ταινία ότι είναι.
Written by
verbal
in
no category
A Lot Like Love - Review
A Lot Like Love – Σχεδόν Έρωτας
(3/5)
Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.
Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
(3/5)Σκηνοθεσία: Nigel Cole
Σενάριο: Colin Patrick Lynch
Παίζουν: Amanda Peet, Ashton Kutcher, Taryn Manning, Aimee Garcia
Για κάποιον περίεργο λόγο, όσο πάει και τον συμπαθώ τουν Kutcher. Ίσως είναι επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο είδος των ταινιών που επιλέγει. Ίσως επειδή έχει γίνει πολύ καλός στο να επιλέγει τις ταινίες που θα κάνει, από τον συρφετό των ταινιών του είδους των ταινιών που κάνει. Ίσως πάλι, απλά επειδή μοιάζει σ’ έναν τύπο που ξέρω.
Ό,τι κι αν φταίει πάντως, στην καινούρια του ταινία ο Kutcher γνωρίζει την Amanda Peet σε ένα αεροπλάνο, μπαίνουν μαζί στο mile high club (αυτό που μπαίνεις όταν κάνεις σεξ σε αεροπλάνο), μετά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Μερικά χρόνια μετά, ξανασυναντιούνται κάπου αλλού, και μετά κάπου αλλού, μόνο που, κάθε φορά, όταν αυτή θέλει αυτόν, αυτός έχει άλλα σχέδια, όταν αυτός θέλει αυτήν, αυτή σχεδιάζει άλλα, και γενικά, όπως γίνεται πολύ συχνά και στην πραγματική ζωή, απλά δε μπορούν να βρουν το σωστό συγχρονισμό. Μέχρι τη στιγμή βέβαια, που θα καταλάβουν ότι πρέπει να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους.Όλο αυτό το πέρα-δώθε, θέτει τις βάσεις για μια γλυκύτατη rom-com θερινής σαιζόν, με χαμηλές απαιτήσεις, αξιοπρεπές σενάριο και μια χαρά σκηνοθεσία. Η σεναριακή του βάση είναι αρκετά μοντέρνα, και παρ’ ότι δεν είναι κανένα θαύμα πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν είναι ενοχλητικό.
Σε αντίθεση με τις χαζοχαρούμενες, γλυκανάλατες κομεντί που εκβιάζουν το συναίσθημα και παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής για να μαζέψουν τα αχ, τα βαχ και τα εισιτήρια του εφηβικού κοινού, το A lot like love είναι μια αξιοπρέπεστατη και συμπαθέστατη εναλλακτική. Και είναι και καλή επιλογή για summer date movie.
Written by
verbal
in
no category
Five Children and It - Review
Five Children and It – Το Απίθανο Ξωτικό και η Μικρή Συμμορία
(2/5)
Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.
Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
(2/5)Σκηνοθεσία: John Stephenson
Σενάριο: David Solomons (από το βιβλίο του E. Nesbit)
Παίζουν: Freddie Highmore, Jonathan Bailey, Jessica Claridge, Zoe Wannamaker, Kenneth Branagh
Αν έχετε δει το Lemony Snicket’s και τον Harry Potter, ακόμη κι αν σας άρεσαν και τα δύο, δεν έχετε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να δείτε το Five Children and It. Αν πάλι, έχετε μικροπαίδια, που έχουν δει το Lemony Snicket's και όλους τους Harry Potter, μάλλον θα χρειαστεί να τα πάτε και στο Απίθανο Ξωτικό με την Μικρή Συμμορία.
Το απίθανο ξωτικό, είναι ένα Ψαμοειδές (ή κάτι τέτοιο), μια νεράιδα της άμμου, την οποία ανακαλύπτουν 5 πιτσιρίκια, όταν πηγαίνουν να μείνουν στην απομακρυσμένη έπαυλη του ημίτρελου θείου τους, λόγω της εκκένωσης του Λονδίνου από γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. Αυτό το άσχημο, χελωνοειδές πλάσμα που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τερατογέννεση λόγω ραδιενέργειας, μένει στις άμμους μια παραλίας που θα μπορούσε να έχει ζωγραφίσει μαθητής δημοτικού με μερικές νερομπογιές και μπόλικη έλλειψη φαντασίας, και εκτός από ένα υπερμέγεθες μύδι για κέλυφος, έχει και την ικανότητα να πραγματοποιεί ευχές. Οι ευχές του όμως, κρατάνε μόνο μέχρι το σούρουπο και –κατά την παράδοση όλων των παραμυθιών με πλάσματα που έχουν παρόμοιες ικανότητες- οι ευχές αυτές φέρνουν πάντα στο πέρας της διάρκειάς τους, το ίδιο ηθικοπλαστικό μήνυμα: πρόσεχε τι εύχεσαι.
Προφανώς η ταινία απευθύνεται μόνο σε μικρά παιδιά (δημοτικού ας πούμε), αφού κατά πάσα πιθανότητα μόνο αυτοί θα την απολαύσουν χωρίς να βαρεθούν με την επαναλαμβανόμενη πλοκή, τους σχηματικούς, κλισεδιάρικους χαρακτήρες και το αντικλιμακτικό φινάλε, χωρίς να ενοχληθούν από τα φτηνά, κακοφτιαγμένα ειδικά εφέ –τα οποία δεν πολυχρειάζονται κιόλας- και χωρίς να εκνευριστούν από τις τεμπέλικες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί και να ενθουσιαστούν με τον πιτσιρίκο Freddie Highmore, ο οποίος -αν και προφανώς φυλάει δυνάμεις για τον Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας, όπου πρωταγωνιστεί- γεμίζει το χρόνο που αφήνουν νεκρό οι υπόλοιποι άνευροι και άγευστοι πρωταγωνιστές.Η αλήθεια είναι όμως, πως μετά τον Harry Potter και τον Lemony Snicket και ένα σωρό άλλες εκπληκτικές παιδικές ταινίες που έχουν ανεβάσει τον πήχη, λογικό είναι και τα μικροπαίδια να έχουν υψηλότερες απαιτήσεις, οπότε μη σας κακοφανεί αν σας κρατήσουν μούτρα μετά την προβολή.
Written by
verbal
in
no category
War of the Worlds - Review
War of the Worlds - Ο Πόλεμος των Κόσμων
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: David Koepp, Josh Friedman (από το μυθιστόρημα του H.G. Wells)
Παίζουν: Tom Cruise, Dakota Fanning, Justin Chatwin
Η πρώτη συνεργασία του Tom Cruise με τον Steven Spielberg, το Minority Report, είχε ως αποτέλεσμα το καλύτερο (και μάλλον το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος –όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα) sci-fi film noir της τελευταίας δεκαετίας, το οποίο όμως έχασε στα ταμεία γιατί ανακάτεψε πολύ σκέψη στη δράση του. Η φετινή τους δουλειά, πάλι κινείται στο χώρο του sci-fi, αλλά αυτή τη φορά, αν χάσει στα ταμεία θα είναι γιατί βάζει μαζί συναίσθημα και δράση, αλλά ξεχνάει να ανακατέψει για να δέσουν τα υλικά.
Χωρίς να επανεφευρίσκει τον τροχό, το War of the Worlds είναι ένα παράδειγμα του πόσο καλό μπορεί να γίνει ένα blockbuster όταν πέσει στα χέρια ενός σκηνοθέτη που μπορεί να το χειριστεί ικανά, και στους ώμους ενός star που μπορεί να το κουβαλήσει άνετα. Και είναι κι ένα παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να μετεμφυτευθεί ο πλούτος νοημάτων ενός θρυλικού pulp αναγνώσματος σε ένα PG-13 αμερικάνικο καλοκαιρινό destruction movie.
Είναι η τέταρτη φορά που το μυθιστόρημα του HG Wells μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, αν και δε νομίζω ότι κανείς θα θυμάται την πρώτη ταινία, που υπέγραφε ο Byron Haskin το 1953, και δεν έχω ιδέα τι μοίρα μπορεί να έχει το H.G. Wells’ War of the Worlds που υπογράφει φέτος κιόλας ο David Michael Latt, με τον προϋπολογισμό του 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Αν και θα είχε πλάκα να ήμασταν στην Αμερική για να τα δούμε να βγαίνουν την ίδια βδομάδα στις αίθουσες. Και βέβαια υπάρχει το The War of the Worlds, του Timothy Hines, το οποίο είναι επίσης φετινή παραγωγή, και αν δεν απατώμαι, κυκλοφορεί ήδη σε dvd.
Και στις τρεις ταινίες πάντως, μια νοημοσύνη ανώτερη από τη δική μας, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της και να εξαφανίσει την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης. Οι εξωγήινοι του Wells, προφανώς πρόλαβαν να γίνουν τόσο έξυπνοι, γιατί ο πολιτισμός τους υπήρχε για πολλά εκατομμύρια χρόνια προτού αναπτυχθεί ο δικός μας. Τουλάχιστον προτού αναπτυχθεί αρκετά ώστε να μπορεί καταγράψει το γεγονός ότι οι ξένοι είχαν κατέβει στη γη για να θάψουν κάτι τεράστια μηχανήματα με πλοκάμια. Διαφορετικά, θα το ξέραμε ότι είναι ήδη εδώ. Όπως φαίνεται όμως, ακόμη κι αυτοί οι τρίποδοι εξωγήινοι του Wells ήταν σχετικά νέοι σαν πολιτισμός, όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από το γεγονός ότι οι Predators είχαν αναπτύξει ένα πολύ πιο εξελιγμένο σύστημα ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης ζωντανών οργανισμών. Είναι λίγο τρομακτικές οι χωροχρονικές διαστάσεις του σύμπαντος, αν τις δει κανείς απ’ αυτή τη σκοπιά, έτσι δεν είναι;
Όταν λοιπόν οι Αρειανοί αποφασίζουν να επιτεθούν στη γη για κάποιο λόγο που στην ταινία δε διευκρινίζεται (αλλά και να διευκρινιζόταν, είμαστε πολύ πρωτόγονοι για να καταλάβουμε τα κίνητρα μιας ανώτερης νοημοσύνης), ξεκινά ο πόλεμος των κόσμων, που αναμφίβολα θα πρέπει να είναι πολύ συναρπαστικός, όμως εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία του Ray, ενός χειριστή γερανού σε λιμάνι, ο οποίος όχι μόνο πρέπει να βρει τρόπο να γλιτώσει από την επίθεση και την υστερία που έχει προκαλέσει στους πάντες, αλλά να κρατήσει ζωντανά και τα παιδιά του, τα οποία μάλλον δεν πολυσυμπαθεί κιόλας –έτσι δείχνει στην αρχή δηλαδή, γιατί εντάξει, ποιος Αμερικανός πατέρας στην πραγματικότητα δεν αγαπάει τα παιδία του;
Ο Cruise είναι εξαιρετικός στο ρόλο του χοντροκέφαλου, χοντρόπετσου, εγωιστή και αποτυχημένου οικογενειάρχη, που τα ‘χει εντελώς χαμένα με τα όσα γίνονται γύρω του. Το ζευγάρι των σεναριογράφων δεν τον αφήνουν να μετατραπεί στον σούπερ ήρωα που θα σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή –γιατί στο κάτω-κάτω ένας απλός λιμενεργάτης είναι-, φροντίζουν όμως να του εξασφαλίσουν απίστευτα υψηλές πιθανότητες επιβίωσης, και δοκιμάζουν τα όρια της καλής μας διάθεσης να δεχτούμε έναν βαθμό αναληθοφάνειας ελέω του είδους της ταινίας.
Αλλά μιας και πρόκειται για sci-fi ταινία καταστροφής, η αληθοφάνεια δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ο Spielberg κρατά καλό ρυθμό στην ταινία του, εναλλάσσοντας σκηνές δράσης που κόβουν την ανάσα, με δραματικά διαλείμματα που προσφέρουν μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην ανθρώπινη φύση, έστω κι αν δεν καταφέρνουν να εμβαθύνουν.
Η φρίκη του πλήθους που αλληλοσπαράζεται όταν καταλαμβάνεται από πανικό, και η ολοκληρωτική ακύρωση των κοινωνικών και ηθικών αξιών του ανθρώπου σε survival mode, περιγράφονται ικανοποιητικά σε μια και μόνη σκηνή, και στην υπόλοιπη διάρκεια φαίνεται να πιάνουν πολύ λίγο χώρο στα ενδιαφέροντα του σεναρίου, ενώ οι σκηνές του οικογενειακού δράματος του Cruise περιγράφονται σχηματικά και κλισεδιάρικα. Όμως τα οπτικά εφέ είναι εκπληκτικά και αρκετά για να γεμίσουν το κενό, ενώ αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει στην ταινία είναι η ηχητική μπάντα. Δείτε τον Πόλεμο των Κόσμων σε αίθουσα με τα ανάλογα συστήματα, και θα καταλάβετε σε ποιον πρέπει να στοιχηματίσετε για τα φετινά Όσκαρ μιξάζ και ηχητικών εφέ. Και θα καταλάβετε επίσης τι θα πει «άνιση ταινία»
(3.5/5)Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: David Koepp, Josh Friedman (από το μυθιστόρημα του H.G. Wells)
Παίζουν: Tom Cruise, Dakota Fanning, Justin Chatwin
Η πρώτη συνεργασία του Tom Cruise με τον Steven Spielberg, το Minority Report, είχε ως αποτέλεσμα το καλύτερο (και μάλλον το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος –όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα) sci-fi film noir της τελευταίας δεκαετίας, το οποίο όμως έχασε στα ταμεία γιατί ανακάτεψε πολύ σκέψη στη δράση του. Η φετινή τους δουλειά, πάλι κινείται στο χώρο του sci-fi, αλλά αυτή τη φορά, αν χάσει στα ταμεία θα είναι γιατί βάζει μαζί συναίσθημα και δράση, αλλά ξεχνάει να ανακατέψει για να δέσουν τα υλικά.
Χωρίς να επανεφευρίσκει τον τροχό, το War of the Worlds είναι ένα παράδειγμα του πόσο καλό μπορεί να γίνει ένα blockbuster όταν πέσει στα χέρια ενός σκηνοθέτη που μπορεί να το χειριστεί ικανά, και στους ώμους ενός star που μπορεί να το κουβαλήσει άνετα. Και είναι κι ένα παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να μετεμφυτευθεί ο πλούτος νοημάτων ενός θρυλικού pulp αναγνώσματος σε ένα PG-13 αμερικάνικο καλοκαιρινό destruction movie.Είναι η τέταρτη φορά που το μυθιστόρημα του HG Wells μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, αν και δε νομίζω ότι κανείς θα θυμάται την πρώτη ταινία, που υπέγραφε ο Byron Haskin το 1953, και δεν έχω ιδέα τι μοίρα μπορεί να έχει το H.G. Wells’ War of the Worlds που υπογράφει φέτος κιόλας ο David Michael Latt, με τον προϋπολογισμό του 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Αν και θα είχε πλάκα να ήμασταν στην Αμερική για να τα δούμε να βγαίνουν την ίδια βδομάδα στις αίθουσες. Και βέβαια υπάρχει το The War of the Worlds, του Timothy Hines, το οποίο είναι επίσης φετινή παραγωγή, και αν δεν απατώμαι, κυκλοφορεί ήδη σε dvd.
Και στις τρεις ταινίες πάντως, μια νοημοσύνη ανώτερη από τη δική μας, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της και να εξαφανίσει την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης. Οι εξωγήινοι του Wells, προφανώς πρόλαβαν να γίνουν τόσο έξυπνοι, γιατί ο πολιτισμός τους υπήρχε για πολλά εκατομμύρια χρόνια προτού αναπτυχθεί ο δικός μας. Τουλάχιστον προτού αναπτυχθεί αρκετά ώστε να μπορεί καταγράψει το γεγονός ότι οι ξένοι είχαν κατέβει στη γη για να θάψουν κάτι τεράστια μηχανήματα με πλοκάμια. Διαφορετικά, θα το ξέραμε ότι είναι ήδη εδώ. Όπως φαίνεται όμως, ακόμη κι αυτοί οι τρίποδοι εξωγήινοι του Wells ήταν σχετικά νέοι σαν πολιτισμός, όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από το γεγονός ότι οι Predators είχαν αναπτύξει ένα πολύ πιο εξελιγμένο σύστημα ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης ζωντανών οργανισμών. Είναι λίγο τρομακτικές οι χωροχρονικές διαστάσεις του σύμπαντος, αν τις δει κανείς απ’ αυτή τη σκοπιά, έτσι δεν είναι;
Όταν λοιπόν οι Αρειανοί αποφασίζουν να επιτεθούν στη γη για κάποιο λόγο που στην ταινία δε διευκρινίζεται (αλλά και να διευκρινιζόταν, είμαστε πολύ πρωτόγονοι για να καταλάβουμε τα κίνητρα μιας ανώτερης νοημοσύνης), ξεκινά ο πόλεμος των κόσμων, που αναμφίβολα θα πρέπει να είναι πολύ συναρπαστικός, όμως εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία του Ray, ενός χειριστή γερανού σε λιμάνι, ο οποίος όχι μόνο πρέπει να βρει τρόπο να γλιτώσει από την επίθεση και την υστερία που έχει προκαλέσει στους πάντες, αλλά να κρατήσει ζωντανά και τα παιδιά του, τα οποία μάλλον δεν πολυσυμπαθεί κιόλας –έτσι δείχνει στην αρχή δηλαδή, γιατί εντάξει, ποιος Αμερικανός πατέρας στην πραγματικότητα δεν αγαπάει τα παιδία του;
Ο Cruise είναι εξαιρετικός στο ρόλο του χοντροκέφαλου, χοντρόπετσου, εγωιστή και αποτυχημένου οικογενειάρχη, που τα ‘χει εντελώς χαμένα με τα όσα γίνονται γύρω του. Το ζευγάρι των σεναριογράφων δεν τον αφήνουν να μετατραπεί στον σούπερ ήρωα που θα σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή –γιατί στο κάτω-κάτω ένας απλός λιμενεργάτης είναι-, φροντίζουν όμως να του εξασφαλίσουν απίστευτα υψηλές πιθανότητες επιβίωσης, και δοκιμάζουν τα όρια της καλής μας διάθεσης να δεχτούμε έναν βαθμό αναληθοφάνειας ελέω του είδους της ταινίας.
Αλλά μιας και πρόκειται για sci-fi ταινία καταστροφής, η αληθοφάνεια δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ο Spielberg κρατά καλό ρυθμό στην ταινία του, εναλλάσσοντας σκηνές δράσης που κόβουν την ανάσα, με δραματικά διαλείμματα που προσφέρουν μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην ανθρώπινη φύση, έστω κι αν δεν καταφέρνουν να εμβαθύνουν.Η φρίκη του πλήθους που αλληλοσπαράζεται όταν καταλαμβάνεται από πανικό, και η ολοκληρωτική ακύρωση των κοινωνικών και ηθικών αξιών του ανθρώπου σε survival mode, περιγράφονται ικανοποιητικά σε μια και μόνη σκηνή, και στην υπόλοιπη διάρκεια φαίνεται να πιάνουν πολύ λίγο χώρο στα ενδιαφέροντα του σεναρίου, ενώ οι σκηνές του οικογενειακού δράματος του Cruise περιγράφονται σχηματικά και κλισεδιάρικα. Όμως τα οπτικά εφέ είναι εκπληκτικά και αρκετά για να γεμίσουν το κενό, ενώ αυτό που πραγματικά ξεχωρίζει στην ταινία είναι η ηχητική μπάντα. Δείτε τον Πόλεμο των Κόσμων σε αίθουσα με τα ανάλογα συστήματα, και θα καταλάβετε σε ποιον πρέπει να στοιχηματίσετε για τα φετινά Όσκαρ μιξάζ και ηχητικών εφέ. Και θα καταλάβετε επίσης τι θα πει «άνιση ταινία»
