Broken Flowers - Review

Broken Flowers - Τσακισμένα Λουλούδια
3.5/5
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Σενάριο: Jim Jarmusch
Παίζουν: Bill Murray, Jeffrey Wright, Sharon Stone, Jessica Lange, Chloe Sevigny

(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Jim Jarmusch + Bill Murray + road movie = «Broken flowers» και Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Μια μελαγχολική και αστεία μαζί ταινία, καθώς ο Bill Murray, δον Ζουάν και γυναικοκατακτητής μεγάλος στα νιάτα του, λαμβάνει γράμμα σε ρομαντικό ροζ επιστολόχαρτο, που του ανακοινώνει ότι είναι πατέρας και δεν το ξέρει. Παραιτημένος από τη ζωή και πρόσφατα χωρισμένος, θα προτιμούσε να περάσει τις μέρες του σε πλήρη ακινησία πάνω σε ένα δερμάτινο καναπέ, αλλά έπειτα από τη φορτική πίεση ενός φίλου του, απρόθυμα αποφασίζει να αναζητήσει τη μητέρα του παιδιού του και ... το ταξίδι ξεκινά.

Ο Jarmusch (με ιδιαίτερο κοινό έπειτα από τα «Coffee and Cigarettes» και «Ghost Dog: The Way of the Samurai») ανακατεύει πίκρα, γλύκα και χιούμορ μαζί, και δηλώνει πως έγραψε τη ταινία αποκλειστικά για τον Bill Murray (και πολύ σοφά έπραξε). Ο τελευταίος παίζει για μία ακόμα φορά παίρνοντας τη «Φάτσα»*, την ίδια που παίρνει από την εποχή του «Groundhog Day» μέχρι το «Lost in Translation». Και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Μπορεί να παίξει άλλο ρόλο; Το μη-τέλος της ταινίας, σε αφήνει ανικανοποίητο, προτείνοντας ότι αξία έχει το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Διαφωνώ κάθετα -ειδικά αν ο προορισμός είναι η Casablanca.

[*Η «Φάτσα»: πρόκειται για την ίδια ακριβώς που παίρνει και ο Ισοβίτης, έπειτα από τρελές ατάκες δεσμοφυλάκων ή Μοντεχρίστου, στο τέλος από τα στριπάκια του ΑΡΚΑ. ]

Dark Water - Review

2.5/5(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Walter Salles
Σενάριο: Rafael Yglesias (από το σενάριο των Ichise Taka και Hideo Nakata, που βασιστηκε στη νουβέλα του Koji Suzuki)
Παίζουν: Jennifer Connelly, Ariel Gade, Tim Roth, John c. Reilly

(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Στην αγγλόφωνη έκδοση του ομότιτλου ασιατικού θρίλερ, που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την ιαπωνική του Nakata, η Jennifer Connelly παίζει μια χωρισμένη μητέρα που προσπαθεί να βρει μια καλή και οικονομική στέγη για να βάλει πάνω από το κεφάλι το δικό της και της κόρης της, με τον τρόπο που θα έπαιζε μια ναρκωμένη που μπλέκεται στα δίχτυα της πορνείας για εξασφαλίσει τη δόση της. Α, περίμενε, την έχει παίξει αυτή ε; Αυτή η κακομοίρα μάνα-κουράγιο λοιπόν, μπλέκει με ένα στοιχειωμένο διαμέρισμα και ένα κοριτσάκι φάντασμα που δεν είναι μπλαβιασμένο, αλλά θέλει μια μητρική αγκαλιά στο πρότυπο του αμερικάνικου Ring 2.

Το αληθινό φάντασμα που στοιχειώνει την ταινία ωστόσο, είναι ο ρεαλισμός, ένα βάσανο των east-gone-west θρίλερ για το οποίο είχαμε ξαναμιλήσει στο remake του Grudge. Και ναι, τα μεταφυσικά θρίλερ απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αληθοφάνειας: πρέπει ο πρωταγωνιστής να βλέπει πράγματα και να μην τον πιστεύει κανείς εκτός από τον θεατή –αλλά ο θεατής πρέπει να πιστεύει. Όταν ξεπεράσεις αυτό το όριο λοιπόν (κάτι στο οποίο συμβάλει και η ασυγκράτητη βιρτουοζιτέ του Salles, αλλά άλλο τόσο και το overacting της Connelly), υπάρχει μια πολύ λεπτή ζώνη, μέσα στην οποία μπορείς να μετατρέψεις το μεταφυσικό σου θρίλερ σε ψυχολογικό. Αλλά δυστυχώς ο Salles, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, Polanski δεν είναι, οπότε το μόνο που μένει να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή, είναι το αστικό χάος που μπορεί να προκληθεί αν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις αποφασίσουν να επαναστατήσουν κόντρα στην ανθρωπότητα.

Sex, προβλήματα και σινεμά V

Θεσσαλονίκη, Ολύμπιον, 6-12 Οκτωβρίου 2005
(Από το Δελτίο Τύπου)

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Κέντρο Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του Α.Π.Θ. (Κ.Ε.Σ.Α.Υ.), παρουσιάζουν για πέμπτη συνεχή χρονιά το κινηματογραφικό αφιέρωμα «Sex, προβλήματα και σινεμά».

Κοινός παρονομαστής όλων των ταινιών είναι η σεξουαλικότητα που κατέχει πάντοτε ιδιαίτερη θέση στην κινηματογραφία. Το ερωτικό πάθος και η ερωτική προδοσία, η αντιζηλία και η ερωτική προσμονή, η διαστροφή και η φαντασίωση είναι μερικά από τα θέματα των ταινιών που επιλέχθηκαν για το αφιέρωμα.

Επιπλέον στο πλαίσιο του 5ου αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά» οι θεατές-επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να δουν μία πρωτότυπη μικρή συλλογή αφισών μέσα από την οποία ξεδιπλώνεται η μαγεία του σεναρίου μιας ταινίας, μία μαγεία την οποία πολλές φορές ο θεατής δεν μπορεί να εντοπίσει και να ξεχωρίσει μέσα στις εικόνες. Πρόκειται για μια «ανθολόγηση» από αυτούσια αποσπάσματα διαλόγων, που εισάγουν το κοινό στον κόσμο των ταινιών του φετινού αφιερώματος «Sex, προβλήματα και σινεμά». Επικεντρώνονται στη θεματική του αφιερώματος, είτε με χαρακτηριστικές ατάκες από τις ταινίες, είτε με μία πιο φιλοσοφημένη διάθεση, αναλύοντας τις σχέσεις, τον έρωτα, το σεξ, την αγάπη. Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί στο Φουαγιέ της αίθουσας Παύλος Ζάννας, Ολύμπιον, 5ος όροφος (διάρκεια έκθεσης: 6-12/10/2005).

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΒΟΛΩΝ

Πέμπτη 6/10
19:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
21:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’
23:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’

Παρασκευή 7/10
19:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς, του Γιώργου Πανουσόπουλου (Ελλάδα, 1988) 100’
21:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’

Σάββατο 8/10
19:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’
21:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
23:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’

Κυριακή 9/10
19:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
21:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
23:00 Εξ επαφής/Closer του Μάικ Νίκολς (Η.Π.Α., 2004) 104’

Δευτέρα 10/10
19:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
21:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς; του Γιώργου Πανουσόπουλος (Ελλάδα, 1988) 100’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’

Τρίτη 11/10
19:00 Η μητέρα μου/Ma mère του Κριστόφ Ονορέ (Γαλλία, 2005) 110’
21:00 Παιχνίδια γοητείας/Roger Dodger του Ντίλαν Κιντ (Η.Π.Α., 2002) 104’
23:00 Ύστατη προσπάθεια του Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη (Ελλάδα, 2003) 12’
Μ’ αγαπάς; του Γιώργου Πανουσόπουλος (Ελλάδα, 1988) 100’

Τετάρτη 12/10
19:00 Νυμφίος του Αχιλλέα Κυριακίδη (Ελλάδα, 1994) 18’
Οι έρωτες μιας ξανθιάς/Loves of a blonde του Μίλος Φόρμαν (Τσεχοσλοβακία, 1965) 88’
21:00 Φευγαλέα χαμόγελα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Ελλάδα, 2004) 15’
5 φορές το 2/5x2 του Φρανσουά Οζόν (Γαλλία, 2004) 90’
23:00 Φλεγόμενη Στέλλα του Λευτέρη Χαρίτου (Ελλάδα, 2000) 14’
Μέσα στο βαθύ λαρύγγι/Inside deep throat των Φέντον Μπέιλι & Ράντι Μπαρμπάτο (Η.Π.Α., 2004) 92’

Panoramix – 18o Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου

Άστυ και Απόλλων
29 Σεπτέμβρη έως 9 Οκτώβρη

Με την καινούρια ταινία του David Cronenberg, το A History of Violence, έκανε χθες την επίσημη έναρξή του το Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας, που συμπληρώνει φέτος τα 18 του και παρουσιάζει ένα από τα καλύτερα προγράμματα των τελευταίων ετών του. Τι κι αν δεν είναι και τόσο ευρωπαϊκό; Το φετινό Πανόραμα θα μας δώσει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στη μεγάλη οθόνη αριστουργήματα όπως ο Πολίτης Cane του Orson Welles, το THX 1138 του George Lucas, το His Girl Friday του Howard Hawks και το Shock Corridor του Samuel Fuller.

Γιορτάζοντας τα 30 χρόνια από την ίδρυση της Ελευθεροτυπίας, το Πανόραμα αφιερώνει σημαντικό κομμάτι του προγράμματός του σε ένα ειδικό αφιέρωμα στη δημοσιογραφία και τον τρόπο που παρουσιάστηκε μέσα από το σινεμά, ενώ με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του Ιούλιο Βερν θα παρουσιάσει μια σειρά κινηματογραφικών μεταφορών του έργου του, αλλά και ταινίες που βασίστηκαν σε, ή άντλησαν έμπνευση από τα βιβλία του. Ανάμεσά τους, τίτλοι όπως το Mysterious Island, το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, 20.000 Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα, και η τηλεοπτική σειρά 15 επεισοδίων “Flash Gordon’s Trip to Mars.”

Το πρόγραμμα του Πανοράματος, το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από εκπληκτικούς τίτλους ταινιών, που σπάνια έχει κανείς την ευκαιρία να παρακολουθήσει σε μεγάλη οθόνη, και δίνει στο φετινό φεστιβάλ μια ολοκαίνουρια και πολύ ενδιαφέρουσα ταυτότητα.

Εκτός βέβαια από τα αφιερώματα, στο Πανόραμα θα προβληθούν 10 καινούριες ευρωπαϊκές ταινίες, που δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη τη διανομή τους στην Ελλάδα, και διαγωνίζονται γι’ αυτό ακριβώς: μια από τις ταινίες θα βραβευθεί από το Πανόραμα με ολοσέλιδη διαφήμιση στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία και ο Δήμος Αθηναίων θα αναλάβει το κόστος της αντιγραφής μιας κόπιας και του υποτιτλισμού της.

Και όσο για τις αβάντες, το Πανόραμα κλέβει και εδώ την παράσταση από τις κουρασμένες φέτος Νύχτες Πρεμιέρας, εξασφαλίζοντας τίτλους όπως το L’ Enfant (Χρυσός Φοίνικας 2005) των αδερφών Dardenne, το πολυαναμένομενο Eros των Michelangelo Antonioni, Steven Soderbergh και Wong Kar Wai, το Manderlay του Lars von Trier, την εισπρακτική έκπληξη στην Αμερική The Exorcism of Emily Rose, την καινούρια ταινία του Wenders, Don’t Come Knocking, επτά ταινίες από τη σειρά ντοκιμαντέρ The Blues που προκάλεσε αίσθηση στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, με σκηνοθέτες όπως ο Clint Eastwood, ο Martin Scorsese και ο Mike Figgis να ψάχνουν την ιστορία των μπλουζ, και βέβαια το Constant Gardener που θα αποτελέσει και την ταινία λήξης.

Ελπίζουμε τα μικρά οργανωτικά προβληματάκια που έχει εμφανίσει η φετινή διοργάνωση (κυρίως στο επίπεδο της δημοσιογραφικής κάλυψης) να μην σκιάσουν το εκπληκτικό πρόγραμμα του 18ου Πανοράματος, που μέχρι στιγμής προδιαγράφεται ως το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό δεκαήμερο της χρονιάς.

Μπλογκονύχτες final (Catch Up, Sign Out)

Θα μου πεις οι Νύχτες τέλειωσαν εδώ και μια βδομάδα, εγώ που ήμουνα, αλλά εντάξει, έχουμε και δουλειές και βαριόμαστε να τις κάνουμε. Τελειώσανε την περασμένη Κυριακή με τη γνωστή τελετή απονομής των βραβείων του φεστιβάλ, που έγινε πριν την προβολή της ταινίας λήξης (oι Αδερφοί Grimm, του Terry Gilliam), με την επιτροπή (από νέους και νέες απ’ όλη την Ευρώπη, που σπουδάζουν κινηματογράφο ή κάτι σχετικό), να μαζεύονται στη σκηνή του Αττικόν και να μιλάνε όλες τις γλώσσες του Ισραήλ.

Το βραβείο κοινού πήγε στην Αγρύπνια, του Νίκου Γραμματικού, ο οποίος το παρέλαβε σημειώνοντας ότι αγνοούσε την ύπαρξή του (ο δικός του τρόπος να πει ευχαριστώ στο κοινό που του το έδωσε), το βραβείο σεναρίου Mont Blance (μον-μπλαν-μον-μπλαν -μον-μπλαν-μον-μπλαν), που απονεμήθηκε φέτος για πρώτη φορά, πήγε στον Aku Louhimies για το Frozen Land, το Βραβείο της Πόλης των Αθηνών για την καλύτερη σκηνοθεσία κέρδισε ο Ρώσος Ιλία Κρανόφσκι για την ταινία 4, ενώ με τη Χρυσή Αθηνά και τον τίτλο της Καλύτερης Ταινίας του διαγωνιστικού, τιμήθηκε το Κάτι σαν Ευτυχία του Τσέχου Μπόνταν Σλάμα. Ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε (πάλι) φέτος να μην έχω δει ούτε μια από τις τέσσερις βραβευμένες ταινίες, αλλά η Stella που τις είδε όλες, λέει ότι ήρθαν έτσι τα πράματα ώστε φέτος οι βραβευμένες ταινίες να μη βλέπονται.

Γενικά οι ταινίες της διοργάνωσης κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα, με ελάχιστες να μπορούν να δώσουν στο φεστιβάλ ένα κάποιο στίγμα. Ξεχώρισε φυσικά το αφιέρωμα στον Kim Ki Duk και τη φιλμογραφία του, το οποίο ίσως να ήταν ένα από τα πιο πετυχημένα αφιερώματα σε σκηνοθέτες, στην ιστορία του φεστιβάλ, αφού οι περισσότερες από τις ταινίες ήταν σχεδόν sold-out (και δύο-τρεις ήταν τελείως sold-out), αλλά απογοήτευσε δυστυχώς το πρόγραμμα των μεταμεσονύχτιων προβολών, που πάντα ήταν ένα από τα δυνατά σημεία της διοργάνωσης. Τα blockbusters των Ειδικών Προβολών δεν πολυενθουσίασαν κανέναν, αυτό όμως είναι ενδεικτικό της χρονιάς που θα ακολουθήσει, γιατί μη νομίζετε, εκτός απ’ τον King Kong και το Munich, έτσι είναι όλες οι ταινίες που περιμένουμε φέτος.

Από εικόνες και στιγμές, εγώ κρατάω:
Το Junebug, την ταινία που με έκανε επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να καταλάβω γιατί το βλέμμα των φίλων μου μαλακώνει και γλυκαίνει όταν μιλάνε για αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά (ενώ εμένα γεμίζει εικόνες απ’ το Evil Dead και τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών –άλλη σχολή παιδί μου). Η καλύτερη ταινία του φεστιβάλ.
Το Κακό, ελληνικό zombie-flick του Γιώργου Νούσια, το οποίο αξίζει όχι μόνο το εκστατικό και παρατεταμένο χειροκρότημα που του προσέφερε το κοινό, αλλά και ευρεία διανομή στις αίθουσες. Θα μπορούσε να κοντράρει στα ίσια όλες τις σύγχρονες ταινίες με ζόμπι (τύπου 28 Μέρες Μετά και το remake του Dawn of the Dead) αν δεν τις αντέγραφε τόσο εξόφθαλμα κι αν οι ερμηνείες δεν ήταν τόσο κουραστικά ερασιτεχνικές. Αν υπάρχει μια ταινία που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη φετινή διοργάνωση, είναι αυτή.
Το Rocky Horror Picture Show, που στη μεταμεσονύχτια προβολή του έλαχε της σωστής αντιμετώπισης από το κοινό. Ότι θα έβλεπα κωλόχαρτα, ρύζια, νερά και προσβολές να εκτοξεύονται μέσα στην αίθουσα του Απόλλωνα, δεν το περίμενα ποτέ στη ζωή μου.
Η Καρδιά του Κτήνους, που μπορεί να είναι η χειρότερη ταινία του Ρένου (Χαραλαμπίδη), αλλά ακόμη κι εδώ φαίνεται ότι ο τύπος βρίσκεται σε άλλο κινηματογραφικό επίπεδο από τους ντόπιους συναδέλφους του. Απορρίπτει τον κανόνα των κοινωνικών δραμάτων που πνίγονται στη μιζέρια τους και των σαχλοκωμωδιών τηλεοπτικού επιπέδου που εκβιάζουν το γέλιο με κολεγιακά gags και δίνουν φυσικότητα στους διαλόγους πετώντας το «μαλάκας» ανά 5 λέξεις, μπλέκοντας αρχετυπικές τραγικές ιστορίες με μια ποιητική μορφή κωμωδίας.
Το Hair High, που ok, δεν είναι και καμιά φοβερή ταινία –μπορεί και να βαρεθείς κάπου στα μισά—αλλά τουλάχιστον είναι από τις ταινίες που δίνουν λόγο ύπαρξης σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, με την έννοια ότι αν δεν την έβλεπες εκεί, δε θα την έβλεπες ούτε σε DVD και θα έχανες μερικές στιγμές ακραίου χιούμορ που κανιβαλίζει την αμερικανική λυκειακή παράδοση, συνδυάζοντας το Grease με τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών.
Το Γαλάζιο και Πορτοκαλί, τη 40λεπτη ταινία του Στέφανου Σιταρά που μπορεί να κάνει τους αγγελοπουλικούς να αναθαρρήσουν, βλέποντας ότι αυτή η μεγάλη παράδοση των αργόσυρτων πλάνων και του εξεζητημένα κουλτουρέ ύφους, θα συνεχίσει να υπάρχει για άλλη μια γενιά. Και μπορεί να κάνει τους υπόλοιπους να πάθουν τραμπάκουλο όταν ακούσουν ότι ο σκηνοθέτης της είναι μόλις 14ων ετών.
Το Haute Tension που μου έδωσε να καταλάβω δυο πράγματα: το μέγεθος του κακού που έχουν κάνει στην παγκόσμιο κινηματογράφο οι καλαμποκοφυτείες, και την ολοκληρωτική εισβολή της αμερικανικής σχολής στον γαλλικό κινηματογράφο. Εξαιρετικά σκηνοθετημένο, και με σκηνογράφο και διευθυντή φωτογραφίας που δίνουν ρέστα, το μοναδικό γαλλικό gore που είχα την τύχη να δω, αναπαράγει όλα τα κλισέ των αμερικανικών θρίλερ στην πιο ωμή μορφή τους. Και μετά σου πετάει ένα twist που δίνει σε όλα τους αδιαμφισβήτητο σκοπό και νόημα.

Είδα κι άλλες ταινίες, παίχτηκαν κι ακόμη περισσότερες, αλλά αρκετές απ’ αυτές θα βγουν κανονικά στις αίθουσες οπότε θα έχουμε καιρό να τις ξαναθυμηθούμε, και όσες τελικά ατυχήσουν, θα τις γράφω εδώ στο blog ανά άτακτα χρονικά διαστήματα, έτσι για να υπάρχουν. Αργότερα όμως, γιατί τώρα έχουμε και Πανόραμα. Τα λέμε πάλι στον Απόλλωνα, ε;

Διαβάστε το aftermath της Stellas εδώ

Μπλογκονύχτες μέρα 7η (21 Σεπτεμβρίου)

(λείπει η 6η μέρα, αλλά αρνούμαι να τη γράψω. Το 6 είναι από τους χειρότερους ενεργειακά ζυγούς αριθμούς με καταστροφικό φενγκ σούι. Παρόλα αυτά, αν θέλεις να ρωτήσεις κάτι για τις ταινίες εκείνης της μέρας, μη διστάσεις να χτυπήσεις.)

Λοιπόν, είναι ένας τυπάκος στην Αμερική, ο Alan Abel, φοβερός, θα ήθελα να τον έχω πατέρα μου. Και η κόρη του φαντάζομαι θα νιώθει πολύ περήφανη, γι’ αυτό και γύρισε τούτο εδώ το ντοκιμαντέρ, το Abel Raises Cain, με συνεντεύξεις, ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό υλικό και μας τον παρουσιάζει.

Τι το εντυπωσιακό έχει κάνει; Μόνο μερικές από τις πιο εξωφρενικές φάρσες των τελευταίων 50 χρόνων, ξεγελώντας το αμερικάνικο κοινό χάρη στη δύναμη των ΜΜΕ, της διαφήμισης και της έξυπνης προώθησης.

Όλα ξεκίνησαν όταν σε μια προσπάθεια να σατιρίσει την ψυχροπολεμική λογοκρισία, άρχισε να υποστηρίζει δημόσια τον ευπρεπισμό των ζώων, που απαράδεκτο! Κυκλοφορούν γυμνά, προσβάλλοντας τα χρηστά ήθη. (και εφόσον λογοκρίνονται τα πάντα, γιατί όχι και τα κατοικίδια ή τα άλογα στα ράντσα;) Όταν ο Alan Abel διαπίστωσε ότι υπήρχε ανταπόκριση (οργισμένα τηλεφωνήματα από τη μια και οπαδοί από την άλλη, που δεν αντιλήφθηκαν πως επρόκειτο για αστείο) αποφάσισε να το κάνει... επάγγελμα (που λέει ο λόγος δηλαδή, καθώς οικονομικό όφελος δεν επεδίωξε ποτέ να έχει).

Άλλες φάρσες: προεκλογική εκστρατεία εβραίας γιαγιάς, με καυτές αναγγελίες για το συνταξιοδοτικό και τα παιχνίδια bingo. (Η γιαγιά δεν υπήρχε, αλλά η γυναίκα του Alan Abel μιλούσε σε ραδιοφωνικές εκπομπές παριστάνοντας την υποψήφια).
Διαφήμιση επερχόμενων sex Olympics.
Ίδρυση σχολής ζητιάνων (επίσης εννοείται δεν υπήρχε, απλώς έβγαινε ο ίδιος στα κανάλια παριστάνοντας τον διευθυντή της σχολής μαζί με πληρωμένους ηθοποιούς, ως ...μαθητές).
Μονταρισμένη συνέντευξη του προέδρου Νίξον, με ...απίστευτες δηλώσεις.
Άπειρες εμφανίσεις σε trash talk show (Jerry Springer mode) με θέματα όπως ‘έπιασα τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον κηπουρό και για να την εκδικηθώ έβαλα το πεκινουά στο πλυντήριο πιάτων’ ή ‘η θρεπτική αξία των ανθρώπινων τριχών’.
Καμπάνια κατά της ανώμαλης και αιμομικτικής συνήθειας του θηλασμού των βρεφών, που οδηγεί σε προβληματικές συμπεριφορές όταν γίνονται ενήλικες. Ενδεικτικό παράδειγμα: μέχρι 4 ετών, θήλαζε η Λεβίνσκι.

Ηθικό δίδαγμα: «Δημοσιογράφοι» τσεκάρετε την εγκυρότητα των ειδήσεων που αναπαραγάγετε.
Θεατές, να είστε πιο υποψιασμένοι όταν σκάσει η επόμενη «συγκλονιστική είδηση»
Πανέξυπνοι blogoreaders, αν έχετε μια εντελώς κουφή ιδέα, στηρίξτε τη φανατικά και με τη πιο σοβαρή φάτσα που έχετε. Θα δείτε ότι υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι το πιστεύετε και κόσμος που το πιστεύει (τελεία).

Common sense is not very common anymore, you know…

Ο Rodrigo Garcia, στην προηγούμενη ταινία του 'Things You Can Tell Just by Looking at Her' συγκέντρωσε ηχηρά ονόματα (αλήθεια, πώς κατάφερε να έχει τόση στήριξη και αποδοχή;) όπως οι Glenn Close, Holly Hunter, Kathy Baker και έκανε μια ταινία για γυναίκες. Πρόσθεσε ακόμα τις Robin Wright Penn, Dakota Fanning κλπ και έκανε μια ακόμα ταινία για γυναίκες, το 9 lives. Γιατί μπορεί και γράφει καλύτερα γι’ αυτές (ή έτσι νομίζει).

Story δεν υπάρχει καθώς το 9 lives είναι στην ουσία 9 ταινίες μικρού μήκους που περιγράφουν ένα στιγμιότυπο από τη ζωή αντίστοιχων γυναικών (σα να λέμε το Coffee & Cigarettes, με γυναίκες, χωρίς τους καφέδες και τα τσιγάρα). Πόσο ενδιαφέρον είναι αυτό; Και άντε να είσαι γυναίκα και να ταυτιστείς με μία από αυτές, αλλά και με τις 9;

9 κομμάτια ούτε σπάνια ούτε ιδιαίτερα αξιόλογα, που επιπροσθέτως τους λείπει και κόλλα για να γίνουν «ένα».

Μπλογκονύχτες μέρα 5η (19 Σεπτεμβρίου)

Το In my father’s den είναι θρίλερ και ταινία χαρακτήρων μαζί, με πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη (Brad McGan) και καταγωγή από τη Ν. Ζηλανδία (γρήγορο μάθημα γεωγραφίας: όπως βλέπεις τη Τασμανία, δεξιά). Ο Paul (Matthew McFadyen) διάσημος και βραβευμένος πολεμικός φωτογράφος επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παραστεί στη κηδεία του πατέρα του. Θα βρει τον αδερφό του παντρεμένο με μια γυναίκα (τη Miranda Otto) ίδια με τη μητέρα τους και τον εφηβικό μεγάλο του έρωτα με μια 16χρονη κόρη, τη Celia. Η τελευταία γνωρίζει τη δουλειά του Paul και τον θαυμάζει… μια περίεργη φιλία θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, με τη Celia τσιμπημένη με το γοητευτικό φωτογράφο και τον ίδιο να αναρωτιέται ποια η πιθανότητα να είναι κόρη του... όταν όμως η Celia εξαφανίζεται, η υπόθεση παίρνει άλλη τροπή, καθώς ο Paul είναι ο νούμερο 1 ύποπτος, αφού όλοι πιστεύουν ότι είχε ερωτικές σχέσεις μαζί της.

Οι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον και αναπτύσσονται με άνεση χρόνου την ίδια στιγμή που ο σκηνοθέτης κορυφώνει το μυστήριο της εξαφάνισης της Celia (μπορώ να πω μου θύμισε το «Χιόνι πάνω στους κέδρους» -εξάλλου και το In my father’s den βασίζεται σε βιβλίο ). Έτσι έχουμε τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, ένα μοναχικό, απότομο εγωιστή τύπο, συμπαθητικό, όμως, καθότι αληθινός. Τον αδερφό του, απόμακρο, με το δικό του τρόπο διαχείρισης της προβληματικής του ζωής. Τη Celia ένα κορίτσι έξυπνο και ταλαντούχο, που θέλει να φύγει από τη μίζερη επαρχία. Τη μητέρα της, που χμ... δεν υπήρξε και αγία. Οικογενειακά μυστικά και συμφιλίωση με τους δαίμονες το παρελθόντος, και ένα φινάλε που ολοκληρώνει την πορεία τους.

Ο αργός ρυθμός, η μεγάλη διάρκεια και τα flashback που μπορεί να μπερδέψουν όσους έχουν χαλαρώσει, είναι τα μοναδικά μειονεκτήματα. Αποτέλεσμα: μια απλή περίπτωση σκηνοθεσίας, προσεγμένη στα περισσότερα επιμέρους στοιχεία (φωτογραφία και ερμηνείες), που ίσως πολλοί νέοι σκηνοθέτες θα έπρεπε να ακολουθήσουν και να φτιάξουν κατανοητές και ενδιαφέρουσες ταινίες, παρά να μας ταλανίζουν με δήθεν σκηνοθετικά οράματα, σπατάλη χρημάτων, miserable σουρεαλισμό και πρόκληση αυτοκτονικής διάθεσης στο κοινό.

The Amityville Horror - Review

The Amityville Horror
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Andrew Douglas
Σενάριο: Scott Kosar (από τη νουβέλα του Jay Anson)
Παίζουν: Ryan Reynolds, Melissa George, Jesse James, Jimmy Bennett, Chloe Grace Moretz


Ο μαραθώνιος της αναβίωσης των θριλερακίων του ’70 συνεχίζεται ασίγαστος, ενισχύοντας τις ανησυχίες όσων πιστεύουν πως στα θρίλερ, ό,τι ήτανε να δούμε το έχουμε δει, και ο μόνος τρόμος που μας μένει, είναι να αρχίσουμε τις επαναλήψεις.

Αμερικανική οικογένεια αποφασίζει να επενδύσει ό,τι έχει και δεν έχει, σε ειδυλλιακό σπίτι στην ήσυχη επαρχία του Amityville. Η οικογένεια δεν είναι και το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της αμερικανικής κοινωνίας, αφού ο George είναι ο δεύτερος σύζυγος της Kathy, η οποία έχει ήδη τρία παιδιά από τον προηγούμενο γάμο της. Το γεγονός προδιαθέτει και δικαιολογεί τον βαθμό της αδιαφορίας του George για την αρτιμέλεια των παιδιών, στην παράνοια που μέλει να ακολουθήσει. Γιατί ούτε το σπίτι που αγόρασαν είναι το πιο χαρακτηριστικό αμερικανικό δείγμα. Συνήθως τα μαζικά οικογενειακά μακελειά, συμβαίνουν στην υποανάπτυκτη ζούγκλα του far west, όχι στα φιλήσυχα προάστια. Νομίζω έχετε πιάσει περίπου περί τίνος πρόκειται, και ήδη τα trailers έχουν αποκαλύψει ακόμη περισσότερα.

Το Amityville του 70φεύγα, δεν ήταν καμιά σπουδαία ταινία όταν είχε βγει, ούτε απέκτησε κανένα ιδιαίτερο cult status στα χρόνια που ακολούθησαν. Όχι πως το άξιζε κιόλας. Οπότε, αν και ασυνήθιστο, δεν είναι διόλου παράδοξο το remake της να την ξεπερνά. Και το κάνει. Έχει βέβαια μερικά μικροπροβληματάκια, απ’ αυτά που μαστίζουν λίγο πολύ όλα τα cheap-scare-thrillers των καιρών μας, όπως για παράδειγμα την κατά διαστήματα άκρατη αναληθοφάνεια μιας οικογένειας που δε μπαίνει απλά στο αμάξι να φύγει όταν ο George έχει αρχίσει ξεκάθαρα να γίνεται ο Jack της Λάμψης, ή μερικές σεναριακές ακρότητες παύλα κλισέ που επίσης δε βοηθάνε, όπως για παράδειγμα, το κλασικό εκνευριστικό κοριτσάκι που βλέπει το φάντασμα και το ακολουθεί για τσάρκα στη σκεπή του σπιτιού.

Όμως ο Douglas καταφέρνει να δημιουργήσει αποτελεσματική ατμόσφαιρα, την οποία εμπλουτίζει με προσεγμένα και μετρημένα MTV-ζοντα κολπάκια γρήγορων κοψιμάτων και απότομων ζουμ, και έχει μπόλικα και αρκετά ζουμερά πλάνα με τους μύες του Ryan Reynolds, οι οποίοι από μόνοι τους δίνουν μια πολύ ικανοποιητική ερμηνεία. Ο Douglas ευτυχώς έκοψε από τη νέα βερσιόν το βασικό πρόβλημα της ταινίας του ’79, που ήταν ότι προσπαθούσε να χωρέσει πολλά κεράσια σε μικρό καλάθι. Περιορίζει τη δράση σχεδόν αποκλειστικά εντός του στοιχειωμένου σπιτιού, κλείνει τα πλάνα του και τα κάνει πιο απειλητικά στις σκοτεινές γωνίες, και κρατάει ελάχιστο χώρο για τις μεταφυσικές προεκτάσεις του θέματος, πακετάροντάς τες ελκυστικά σε μια εντυπωσιακή και τρομακτική σεκάνς μερικών λεπτών μόνο. Σ’ αυτό φαντάζομαι βοήθησε και ο Scott Kosar, που μετά το Texas Chainsaw Massacre υπογράφει άλλο ένα πετυχημένο remake.

Με γρήγορους ρυθμούς και πετυχημένα τρομάγματα, το Amityville Horror θα μπορούσε να είναι το hit thriller του φετινού καλοκαιριού. Για κάποιο λόγο όμως, η εταιρεία αποφάσισε να το φυλάξει για το Σεπτέμβρη και να το βγάλει στη χειρότερη δυνατή περίοδο, μέσα στο τελευταίο τριήμερο των Νυχτών Πρεμιέρας και ανάμεσα σε άλλες 7 ταινίες. Βγάλε συμπέρασμα…

Έτοιμος (σχεδόν) ο Νέος Περάκης

Λίγο πριν η νέα ταινία του Νίκου Περάκη, "Λούφα & Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο" ολοκληρωθεί και ετοιμαστεί για το ραντεβού της με το κινηματογραφικό κοινό, οι συντελεστές και φίλοι της ταινίας συγκεντρώθηκαν στο Κουζίνα - Cine Ψυρρή (Σαρρή 40) το βράδυ της Τετάρτης 21 Σεπτεμβρίου όπου χόρεψαν και διασκέδασαν συντροφιά με Dewars, το ουίσκι που στηρίζει τον κινηματογράφο και το οποίο έρεε άφθονο με αποτέλεσμα το κέφι ν' ανέβει και το πάρτι να κρατήσει μέχρι τα ξημερώματα. Οι καλεσμένοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το trailer της ταινίας, αποσπάσματά της και το videoclip από το τραγούδι των τίτλων "Πάνω στην Τρέλα μου" που ερμηνεύει η Βανέσα Αδαμοπούλου μαζί με τους “Φαντάρους - Ι 7”, σε μουσική Δημήτρη Κοντόπουλου και στίχους Νίκου Τρίτση. Το τραγούδι κυκλοφορεί από τη Sony.

Στο πάρτι παραβρέθηκαν ο σκηνοθέτης της ταινίας Νίκος Περάκης, το μοντέλο Bίκυ Καγιά στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, οι ηθοποιοί Βασίλης Χαραμπόπουλος, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Ρένος Χαραλαμπίδης, Ορφέας Αυγουστίδης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Τούτσε Καζάζ, η Βανέσα Αδαμοπούλου που ερμηνεύει το τραγούδι των τίτλων, ενώ από την παλιά φρουρά της "Λούφας" έδωσαν το παρόν ο Γιώργος Κιμούλης και ο Τάκης Σπυριδάκης.

Επαναληπτική Προβολή "The Approaching of the Hour"

Κατά τη διάρκεια της ταινίας “The Approaching of The Hour” της Γκρατσιέλλας Κανέλλου στον Κινηματογράφο ΑΠΟΛΛΩΝΑ τη Δευτέρα 19/9 και ώρα 21.00 ο προτζέκτορας παρουσίασε σοβαρή βλάβη, με αποτέλεσμα η ταινία να εμφανιστεί σοβαρά υποφωτισμένη και με χρωματικά προβλήματα. Παρόλα αυτά η ταινία “The Approaching of The Hour” δεν παρουσιάζει κανένα χρωματικό ή φωτιστικό πρόβλημα.

Για το λόγο αυτό το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας θα αντικαταστήσει άμεσα τον προτζέκτορα για τις προβολές με ΒΕΤΑ. Επίσης διοργανώνει επαναληπτική προβολή του “The Approaching of The Hour” της Γκρατσιέλλας Κανέλλου στον κινηματογράφο ΑΠΟΛΛΩΝΑ την Παρασκευή 23/9 στις 16.00

Μπλογκονύχτες σαββατοκύριακο (μέρα 3η & 4η)

Jim Jarmusch + Bill Murray + road movie = «Broken flowers» και Μεγάλο Βραβείο Φεστιβάλ Καννών. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Μια μελαγχολική και αστεία μαζί ταινία, καθώς ο Bill Murray, δον Ζουάν και γυναικοκατακτητής μεγάλος στα νιάτα του, λαμβάνει γράμμα σε ρομαντικό ροζ επιστολόχαρτο, που του ανακοινώνει ότι είναι πατέρας και δεν το ξέρει. Παραιτημένος από τη ζωή και πρόσφατα χωρισμένος, θα προτιμούσε να περάσει τις μέρες του σε πλήρη ακινησία πάνω σε ένα δερμάτινο καναπέ, αλλά έπειτα από τη φορτική πίεση ενός φίλου του, απρόθυμα αποφασίζει να αναζητήσει τη μητέρα του παιδιού του και ... το ταξίδι ξεκινά.
(σημείωση: αν το γράμμα τα έλεγε λιγάκι διαφορετικά, ευθύνη δε φέρω. Εκείνη την ώρα η προσοχή όσων ήταν στο Δαναό το Σάββατο, ήταν στραμμένη σε δύο ...σινεφίλ που έκαναν μια αναπαράσταση του ...Rocky, άγνωστο γιατί, φαίνεται είχαν ουσιώδεις κινηματογραφικές διαφορές ...)

Ο Jarmusch (με ιδιαίτερο κοινό έπειτα από τα «Coffee and Cigarettes» και «Ghost Dog: The Way of the Samurai») ανακατεύει πίκρα, γλύκα και χιούμορ μαζί, και δηλώνει πως έγραψε τη ταινία αποκλειστικά για τον Bill Murray (και πολύ σοφά έπραξε). Ο τελευταίος παίζει για μία ακόμα φορά παίρνοντας τη «Φάτσα»*, την ίδια που παίρνει από την εποχή του «Groundhog Day» μέχρι το «Lost in Translation». Και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Μπορεί να παίξει άλλο ρόλο;
Το μη-τέλος της ταινίας, σε αφήνει ανικανοποίητο, προτείνοντας ότι αξία έχει το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Διαφωνώ κάθετα -ειδικά αν ο προορισμός είναι η Casablanca.

[*Η «Φάτσα»: πρόκειται για την ίδια ακριβώς που παίρνει και ο Ισοβίτης, έπειτα από τρελές ατάκες δεσμοφυλάκων ή Μοντεχρίστου, στο τέλος από τα στριπάκια του ΑΡΚΑ. ]


Το «Spirited Away» το θυμάστε? Εγώ κάθε φορά που ο verbal οργανώνει βραδιά sushi σπίτι του. Βλέπετε έχει την αφίσα φάτσα – κάρτα. Ο δημιουργός του και βραβευμένος με Όσκαρ για αυτή τη δουλειά, ο Hayao Miyazaki, προσπαθεί να επαναλάβει την επιτυχία στο είδος που γνωρίζει τόσο καλά, το anime.
Στο «Κινούμενο Κάστρο» (“Hauru no ugoku shiro”) η Σόφι μετατρέπεται σε γιαγιάκα όταν την καταριέται μια χοντρή μάγισσα. Οι περιπέτειες μόλις άρχισαν!

Το αποτέλεσμα άρτιο αισθητικά, με πολύχρωμες εικόνες, εντυπωσιακές λεπτομέρειες και πραγματικά ευφάνταστους ήρωες, αλλά η ιστορία αυτή καθ’ αυτή (από νουβέλα της Diana Wynne Jones) χάνεται τελικά μέσα σε αυτό το γαϊτανάκι εικόνων.
Ο πόλεμος είναι ανόητος και τα γηρατειά δύσκολα, είναι τα μόνα μηνύματα που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, και είναι προφανές ποιο απευθύνεται στα παιδιά και ποιο στους γονείς τους.

Η γενικότερη αντίδραση του κοινού ήταν θετική, αν και δεν έλειψαν τα κουρασμένα παιδικά κινηματογραφόφιλα κεφαλάκια (2 φουλ ώρες δεν περνάνε γρήγορα, παρά τις συχνές κωμικές πινελιές), ενώ οι μεγαλύτεροι νοστάλγησαν την εποχή της θρυλικής Κάντυ Κάντυ!

Τι κάνετε ακόμα εδώ; Γρήγορα σε κανένα σινεμά όσο ακόμα προλαβαίνετε!

Έχεις αίθουσα; Έχει ουρά; (Μπλογκομέρες - Νύχτα 1η, Πέμπτη 15.09)

Έτοιμη να αναμετρηθεί με το Σινικό Τοίχος ήταν η ουρά που σχηματίστηκε έξω από τις αίθουσες Αττικόν και Απόλλων, 2 ώρες πριν το Φεστιβάλ σηκώσει την αυλαία. Το νέο σύστημα προαγοράς εισιτηρίων, που σκόπευε «να εξαλείψει το δυσάρεστο φαινόμενο των ουρών» στα box office, τελικά κατάφερε μόνο να τις μεταθέσει μερικές ώρες νωρίτερα, δημιουργώντας τη σωστή διάθεση σε όσους περίμεναν τρία τέταρτα της ώρας να φτάσουν στον γκισέ για να μάθουν πως οι κάρτες διαρκείας, που έχουν την ίδια ακριβώς τιμή με πέρυσι, φέτος έχουν πολύ μικρότερη διάρκεια. Μια κάρτα φέτος σου ανοίγει τις πόρτες για τις αίθουσες μόνο 24 φορές, πράγμα που ισοδυναμεί σε δύο μόλις ταινίες την ημέρα.

Τουλάχιστον τα κορίτσια στο ταμείο ήταν πολύ υπομονετικά, έχοντας δεχτεί μάλλον στωικά το μοιραίο: να αφιερώσουν περίπου μισή ώρα σε κάθε πελάτη με κάρτα διαρκείας ή δημοσιογραφική διαπίστευση, κόβοντάς του τα εισιτήρια και για τις 24 προβολές που είχε μοιράσει στο πρόγραμμά του –σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με το χέρι, αφού το ηλεκτρονικό σύστημα τα είχε φτύσει από κάποιο σημείο κι έπειτα.

Βέβαια το όλο κόλπο δε σημαίνει ότι μέχρι την ώρα των πρώτων προβολών οι επισκέπτες είχαν ξεμπερδέψει με τα εισιτήριά τους, αφού οι μικροί φεστιβαλιστές που δεν έχουν σκοπό να κανονίσουν από τις 15 Σεπτέμβρη τις ταινίες που θα δουν στις 25, εξακολουθούν να προτιμούν να κόβουν τα εισιτήρια της εκάστοτε προβολής λίγα λεπτά πριν αρχίσει. Βάλτε αυτούς τους φεστιβαλιστές στην ίδια ουρά με τους προγραμματισμένους σκληροπυρηνικούς, κι έχετε το συνδυασμό που σκοτώνει κάθε ελπίδα έγκαιρης έναρξης της προβολής. Αυτός, σε συνδυασμό με μερικές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής (δύο ακυρώσεις στις δύο πρώτες μέρες), οδήγησαν σε ένα καινούριο φαινόμενο για τις Νύχτες, αυτό των άδειων αιθουσών και των γεμάτων πεζοδρομίων.

Οπότε δεν είναι περίεργο το ότι ήμασταν γύρω στα 25 άτομα στην αίθουσα του Αττικόν όταν προβλήθηκε εκτάκτως –λόγω ακύρωσης του Lords of Dogtown— το Dark Water, το δια χειρός Walter Salles αμερικανικό remake του ομότιτλου ασιατικού θρίλερ. Στην αγγλόφωνη έκδοση, που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την ιαπωνική του Nakata, η Jennifer Connelly παίζει μια χωρισμένη μητέρα που προσπαθεί να βρει μια καλή και οικονομική στέγη για να βάλει πάνω από το κεφάλι το δικό της και της κόρης της, με τον τρόπο που θα έπαιζε μια ναρκωμένη που μπλέκεται στα δίχτυα της πορνείας για εξασφαλίσει τη δόση της. Α, περίμενε, την έχει παίξει αυτή ε; Αυτή η κακομοίρα μάνα-κουράγιο λοιπόν, μπλέκει με ένα στοιχειωμένο διαμέρισμα και ένα κοριτσάκι φάντασμα που δεν είναι μπλαβιασμένο, αλλά θέλει μια μητρική αγκαλιά στο πρότυπο του αμερικάνικου Ring 2.

Το αληθινό φάντασμα που στοιχειώνει την ταινία όμως, είναι ο ρεαλισμός, ένα βάσανο των east-gone-west θρίλερ για το οποίο είχαμε ξαναμιλήσει στο remake του Grudge. Και ναι, τα μεταφυσικά θρίλερ απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αληθοφάνειας: πρέπει ο πρωταγωνιστής να βλέπει πράγματα και να μην τον πιστεύει κανείς εκτός από τον θεατή –αλλά ο θεατής πρέπει να πιστεύει. Όταν ξεπεράσεις αυτό το όριο λοιπόν (κάτι στο οποίο συμβάλει και η ασυγκράτητη βιρτουοζιτέ του Salles αλλά άλλο τόσο και το overacting της Connelly), υπάρχει μια πολύ λεπτή ζώνη, μέσα στην οποία μπορείς να μετατρέψεις το μεταφυσικό σου θρίλερ σε ψυχολογικό. Αλλά δυστυχώς ο Salles, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, Polanski δεν είναι, οπότε το μόνο που μένει να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή, είναι το αστικό χάος που μπορεί να προκληθεί αν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις αποφασίσουν να επαναστατήσουν κόντρα στην ανθρωπότητα.

Η νύχτα όμως είναι ακόμη νέα, κι ο Δαναός δυο στάσεις μακριά. Με μερικούς γρήγορους ελιγμούς προσπερνάς την ουρά του ταμείου που σκέφτεται να φτιάξει ανθρώπινη αερογέφυρα και να καταλάβει την Κηφισίας, και πιάνεις θέση για το Cronicas, ένα ταινιάκι από το Μεξικό που έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν τόσο που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.

Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες της χώρας του αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι «ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα».

Αλλά έχεις μετά να τρέξεις να προλάβεις και την πρώτη μεταμεσονύκτια της διοργάνωσης, που δεν είναι άλλη από την πιο αντισυμβατική (αλλά όχι και πιο ανώμαλη) δημιουργία του Takashi Miike, το Izo. Ένα δίωρο (και βάλε) έπος ανεγκέφαλου ξεκοιλιάσματος που μετατρέπει τη νυσταγμένη αίθουσα του Απόλλωνα σε καταρράχτη αίματος. Πέντε λεπτά στην ταινία και η μπλούζα σου έχει ήδη μουσκέψει από τα κόκκινα πιτσιλίσματα από την τελετουργική δολοφονία του σαμουράι Izo. Και μετά έχεις άλλα 120 λεπτά και κάτι ψιλά να τον βλέπεις να περνάει από τα εφτά επίπεδα της κόλασης, ξεβράζοντας οργή και σακατεύοντας ό,τι βρει στο διάβα του για να ικανοποιήσει μια πρωτόγονη δίψα για εκδίκηση. Η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πλοκής, η ιερόσυλη κάμερα του Miike που παρακολουθεί τον σαμουράι του να ξεπαστρεύει αδιακρίτως πολεμιστές, μπράβους, πολιτικούς, γέρους, πόρνες, καθωσπρέπει μητέρες, δασκάλες, ακόμη και γλυκούλικα μικρά παιδιά, η σταδιακή μεταμόρφωση του Izo σε δαίμονα, κι ένας παρανοϊκός κιθαρίστας που δίνει ρέστα στα μικρά μουσικά διαλείμματα ανάμεσα στα λουτρά αίματος, κάνουν την ταινία απόλυτο cult δημιούργημα, αλλά εντάξει, μετά τα 60 –βαριά 90—λεπτά, μπορεί και να κουραστείς.


μπλογκονύχτες - μέρα 2η (Παρασκευή 16)

Συγκινημένος δήλωσε ο Κώστας Γαβράς με τη προβολή της τελευταίας του ταινίας στη γεμάτη αίθουσα του «Αττικόν», με τίτλο «Το τσεκούρι» (Le couperet για τους γαλλομαθείς). Το θέμα της; Το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας, που ταλαιπωρεί κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.

Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;

Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Το χειροκρότημα στο τέλος νομίζω ήταν πραγματικά ειλικρινές και κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)


Στον αντίποδα των παραπάνω βρίσκεται το "A hole in my heart" ( Hal i mitt hjärta, για τους Σουηδομαθείς), η τελευταία ταινία του Lukas Moodysson (γνωστός από τα «Lilya 4-Ever» και « Fucking Amal»).

Εδώ δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει ευκρινές μήνυμα, δεν υπάρχει συμπάθεια για τους ήρωες, δεν υπάρχει σκοπός. Το στόρυ ικανό να προκαλέσει ακόμα και στην περιγραφή του: προβληματικός απομονωμένος έφηβος, αναγκάζεται να υπομείνει τον εξίσου προβληματικό πατέρα του, όταν ο τελευταίος αποφασίζει να γυρίσει ερασιτεχνική πορνοταινία στο γεμάτο βρώμικα ΙΚΕΑ έπιπλα, διαμέρισμά τους.

Από την οθόνη μας παρελαύνουν σκηνές διαστροφικού σεξ, on camera εξομολογήσεις με νυχτερινή λήψη στυλ reality, σκηνές αηδιαστικού σεξ, πλάνα από χειρουργεία αισθητικών επεμβάσεων, σκηνές βίαιου σεξ, εξομολογήσεις τραγικών παιδικών αναμνήσεων, σκηνές αηδιαστικού σεξ, περιγραφές αλληγορικών ονείρων, απόγνωση. Συμπέρασμα κανένα. Πλην του ότι, λογικά η Christina Aguilera απέρριψε τον γυναικείο ρόλο (αυτόν της πορνο – πρωταγωνίστριας) όταν της προτάθηκε.

Τι ήθελε να καταφέρει ο Moodyssonμε αυτή τη ταινία; Σοκ; Το word of mouth πάντως δε θα τον βοηθήσει να έχει επιτυχία καθώς τα σχόλια δε θα είναι «wow, πρέπει να το δεις», αλλά «μπλιαχ, δε πρέπει να το δεις». Και δε το λέω εγώ, αλλά η πλειονότητα όσων ξενύχτησαν στον Απόλλωνα. Και μιλάμε για το πάντα υποψιασμένο φεστιβαλικό κοινό, που στριμώχτηκε για να βρει μια θέση στην αίθουσα.

μπλογκονύχτες - μέρα 1η (Πέμπτη 15)

Άνετο και χαλαρό ήταν το κλίμα στον Δαναό την πρώτη μέρα του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Κορίτσια με κοκάλινα γυαλιά και αγόρια με τσάντες ταχυδρόμου, προσήλθαν στις αίθουσες τον Αμπελοκήπων, με τα προγράμματα σημειωμένα με φωσφορούχα στάμπιλο και τα εισιτήρια (μιας και φέτος λειτούργησε για πρώτη φορά σύστημα προπώλησης) ανά χείρας. Να τι τους κατασκόπευσα να παρακολουθούν:

Το ρωσικής καταγωγής “4” του newbie Ilya Khrjanovsky , με βραβεία από τα φεστιβάλ του Ρότερνταμ και του Σιάτλ και συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα στις Νύχτες.

«Έτσι και χάσω τα πρώτα λεπτά...» αγωνιούσε ο καθυστερημένος τύπος μπροστά μου. Χώθηκα πίσω του στα αναπαυτικά καθίσματα στον εξώστη, γεμάτη περιέργεια για την εναρκτήρια σεκάνς: σκυλιά σε ένα άδειο βρώμικο δρόμο κάτω από ένα φως από νέον που αναβοσβήνει είναι το μόνο σημείο ζωής. Και ξαφνικά ένα φορτηγό-κομπρεσέρ εμφανίζεται για να σπάσει την αθλιότητα και τη μοναξιά της βραδιάς. Πιο δίπλα σε ένα εξίσου άθλιο μπαρ, τρεις ξένοι τα πίνουν. Μιας και ο μπάρμαν κοιμάται όρθιος, αρχίζουν και λένε τα σώψυχά τους ο ένας στον άλλο. Και αφού είναι άγνωστοι, λένε φυσικά ψέματα. Η γκόμενα –που εξακριβωμένα είναι πόρνη- λέει ότι είναι μοντέλο, ο καραφλός ότι είναι στα μέσα και στα έξω του Κρεμλίνου και ο τρίτος παίρνει το βραβείο παραληρήματος από αλκοόλ: συμμετέχει δήθεν σε πειράματα που παράγουν τέσσερις τέσσερις τους ανθρώπινους κλώνους (γιατί «4» είναι το μαγικό νούμερο φίλε). Μέχρι εδώ καλά.

Αλλά το παρεάκι χωρίζει. Η γκόμενα πρέπει να πάει σε μια κηδεία και εμείς θα αναγκαστούμε να την παρακολουθήσουμε να παίρνει το τρένο, να περπατάει, να περπατάει, να πετάει ένα μπουκάλι κόκα κόλα (ναι την πιάσαμε την ειρωνεία), να περπατάει... Κάποτε φτάνει, και τι μαθαίνουμε; Ότι η νεκρή είναι δίδυμη αδερφή της και στη κηδεία παρευρίσκονται ακόμα δύο ολόιδιες με αυτήν κοπέλες –πλην του χρώματος της κόμης τους. Και λες, χαλάλι το περπάτημα, εδώ κάτι πάει να γίνει. Και τι νομίζεις ότι γίνεται; Οι γριές που μοιρολογούν στην κηδεία, μπεκρουλιάζουν, τρώνε γενετικά μεταλλαγμένα γουρούνια, και κάνουν διάφορα αηδιαστικά σεξουαλικού περιεχομένου παιχνίδια με τα φαγητά και τις βότκες. Φίλε σε λυπάμαι αν στο διάλειμμα χτύπησες κανένα σαντουιτσάκι, εκτός αν είσαι φετιχιστής. Τρελός φετιχιστής όμως.


Πήγε 9 η ώρα και η αίθουσα γεμίζει με το μοντέρνο κόσμο των απανταχού φεστιβάλ, για να απολαύσουν το “WHEN WILL I BE LOVED” του ανεξάρτητου αμερικανού James Toback με πρωταγωνίστρια τη Neve Campbell, να επιδίδεται σε ...wild things. Τη πέφτει σα χαζοχαρούμενη σε άντρες στο δρόμο, κάνει σεξ με μια ξανθιά και βιντεοσκοπεί την πράξη, διακοσμεί το διαμέρισμά της με ακριβά αντικείμενα χάρη στο «πακέτο» που διαθέτουν οι γονείς της, χαλαρώνει με κλασσική μουσική, τα έχει με έναν απατεώνα που τη κερατώνει και συμφωνεί μετά από δική του προτροπή να κάνει σεξ με έναν γέρο-Ιταλό εκατομμυριούχο με ένα διόλου ευκαταφρόνητο οικονομικό αντάλλαγμα, το οποίο δεν έχει ανάγκη!

Αφελής, ερωτευμένη, ανοιχτή σε νέες εμπειρίες, όλα αυτά είναι η ηρωίδα της ταινίας χάρη στην πολυεπίπεδη ερμηνεία της Neve Campbell, που παρεμπιπτόντως δε διστάζει να τα πετάξει όλα έξω. Το εγχείρημα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και θεατρικό, βασίζεται κυρίως σε δύο καλογραμμένες σκηνές διαλόγων, που εξελίσσουν τα πράγματα γρήγορα και ανατρεπτικά, αλλά δε σας αποκαλύπτω περισσότερα. Προτείνω να την αναζητήσετε!

Rocky Horror Show

Το απόλυτο cult musical, 14, 15, 16 και 17 Σεπτεμβρίου στο Λυκαβητό

Μετά από 10 χρόνια ευρωπαϊκής περιοδείας, έχοντας στο ενεργητικό του 2.000 παραστάσεις από τη Σκανδιναβία ως τη Μεσόγειο, πάνω από ενάμιση εκατομύριο θεατές, 72 χιλιάδες χιλιόμετρα χαρτιού υγείας, 750 τόνους ρυζιού, πολλά γαλόνια νερού και αμέτρητο ενθουσιασμό, ήρθε η ώρα του farewell tour για το πιο cult musical του κόσμου. Και για να μην μπερδευόμαστε, το χαρτί υγείας, το νερό και το ρύζι, είναι όλα μέρος του show. Γιατί αυτό που κάνει το Rocky Horror Show τόσο πετυχημένο, είναι χωρίς αμφιβολία η ευκαιρία που δίνει στο κοινό να συμμετέχει στον glam rock παροξυσμό και τη γενικότερη ανατρεπτική παράνοια που επικρατεί επί σκηνής.

Τι είναι όμως το Rocky Horror Show; Μάθε περισσότερα με δύο κλικ.
εδώ κι εδώ για το musical
εδώ για την ταινία

Arriverderci Venezia

Ang Lee, Venice 2005 Με τον Ang Lee να σηκώνει το Χρυσό Λέοντα, έριξε την αυλαία του το διαγωνιστικό τμήμα του 62ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Λαμβάνοντας το βραβείο, ο 50χρονος σκηνοθέτης από το Taiwan δήλωσε «πολύ χαρούμενος για την θερμή υποδοχή και την επικράτηση» της ταινίας του, Brokeback Mountain ενός «μεγάλου αμερικάνικου love-story, μοναδικού και παγκόσμιου». Η ταινία, που βασίζεται σε νουβέλα της συγγραφέως του The Shipping News, μιλά για τον έρωτα που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο cowboys στη συντηρητική αμερικάνικη Δύση του ’60. Τα εντυπωσιακά τοπία, το μαγευτικό σενάριο, οι ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές Heath Ledger (A Knight’s Tale, Monster’s Ball) και Jake Gylenhaal (Donnie Darko, The Day After Tomorrow), αλλά και οι τολμηρές ομοφυλοφιλικές ερωτικές σκηνές ήταν τα δυνατά χαρτιά της ταινίας που κέρδισαν την επιτροπή.

George Clooney, Good Night and Good Luck Ο μεγάλος χαμένος της φετινής διοργάνωσης ήταν χωρίς αμφιβολία ο George Clooney, που με το σφιχτό πολιτικό-δημοσιογραφικό δράμα Good Night and Good Luck ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, αλλά δεν κατάφερε να υπερνικήσει τις ανατριχίλες των εκάστοτε μελών της επιτροπής στη σκέψη να βραβεύσουν πολιτική ταινία. Ο Clooney, που με τη δεύτερη κιόλας ταινία του βραβεύτηκε στο Los Angles Film Festival με το Spirit of Independence Award για την «σταθερότητα στη δουλειά και το όραμά του, και τις καλλιτεχνικές του επιλογές», στην 62η Μόστρα αρκέστηκε στο βραβείο σεναρίου, αλλά και το βραβείο ανδρικής ερμηνείας που κέρδισε ο πρωταγωνιστής του, David Strathairn.

David Strathairn, Good Night and Good Luck Ανεβαίνοντας στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο, τόνισε ότι η ταινία αυτή πρέπει να θυμίσει στους δημοσιογράφους την ευθύνη που έχει η πένα τους, και απεύθυνε τα σχόλια του «σε όλους εσάς εδώ μέσα, και όλους εκείνους που θα δουν την ταινία, όλους τους άλλους εκεί έξω που προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια σε όλους μας, για να μπορούμε να πάρουμε καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή μας». Όσοι επισκέφτηκαν τη Μόστρα, λένε ότι ο Strathairn (Sneakers), που συνήθως αρκείται σε δεύτερους ρόλους, είναι πιθανό να δει νέους δρόμους να ανοίγονται για την καριέρα του μετά από αυτήν την εξαιρετική ερμηνεία στο ασπρόμαυρο αντιμακαρθικό δράμα του Clooney.

Το βραβείο γυναικείας ερμηνείας απονεμήθηκε στην Giovanna Mezzogiorno, πρωταγωνίστρια της ταινίας La Bestia Nel Cuore, το δράμα μιας γυναίκας που ξαφνικά αρχίζει να δέχεται επιθέσεις από άσχημες αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας. Απογοητευμένοι ιταλοί ανταποκριτές, δεν έπαψαν να αναρωτιούνται μήπως η βράβευση της Mezzogiorno (La Finestra Di Fronte) ήταν μια μορφή παρηγοριάς για την Ιταλία, που έχει να δει ταινία της να σηκώνει τον Λέοντα από το 1998. Και η είσοδος της ταινίας στο διαγωνιστικό την τελευταία στιγμή, δεν βοηθά να καταλαγιάσουν οι ανησυχίες τους.

Όπως και να ’χει, η 62η Μόστρα πέρασε κι αυτή στο παρελθόν, κι όσοι μετρούν το χρόνο τους με τα φεστιβάλ έχουν ήδη αρχίσει να νιώθουν πως γερνάνε, ιδίως με την φθίνουσα πορεία που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μια από τις πιο σημαντικές κινηματογραφικές διοργανώσεις του κόσμου. Οι οικονομικές δυσκολίες, η καλλιτεχνικές αμφισβητήσεις και οργανωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ, έχουν γίνει γερός πονοκέφαλος για τους διοργανωτές, οι οποίοι ωστόσο προσπαθούν με παγωμένα χαμόγελα να κρατήσουν τις ανησυχίες τους μακριά από τη δημοσιότητα. Όμως το μέλλον του φεστιβάλ είναι αβέβαιο. Και οι απειλές της Ρώμης να ξεκινήσει τη δική της κινηματογραφική φιέστα, δεν διευκολύνουν καθόλου τα πράγματα.

Περισσότερα για την 62η Μόστρα, εδώ>>>

Crash (2005) - Review

Crash
2.5/5 (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Paul Haggis
Σενάριο: Paul Haggis, Bobby Moresco
Παίζουν: Sandra Bullock, Don Cheadle, Matt Dillon, Brendan Fraser, Ryan Philippe

Το πρόβλημα με τις σπονδυλωτές ταινίες, είναι ότι πολύ συχνά οι σπόνδυλοι χάνουν τις αρθρώσεις τους και οι ιστορίες μένουν –ελλείψει καλύτερης λέξης- κουλές. Συνήθως, για να το ξεπεράσουν, οι σκηνοθέτες αποφασίζουν να θέσουν τις ιστορίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που να τις συσχετίζει (όπως ας πούμε τα Χριστούγεννα στο Noel), να τις δέσουν με έναν κοινό αφηγητή/πρωταγωνιστή (όπως ο Tim Roth στο Four Rooms), ή να τις σαλατιάσουν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα προκύψει να είναι ένα αριστούργημα (όπως το Pulp Fiction).

Το Crash, μια ταινία με αρκετές υποπλοκές που περιφέρονται γύρω απο σκοτεινές στιγμές της ζωής στο Los Angeles, δεν πολυκαταφέρνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Υπάρχει βέβαια η πόλη του Los Angeles που συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν, υπάρχει και ένα θέμα ρατσισμού –φαινομενικού και πραγματικού- που εμφανίζεται κάθε τόσο, κάπως συνδέονται και οι ιστορίες μεταξύ τους με μερικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται σε περισσότερες από μια, όμως συνολικά το αποτέλεσμα είναι λίγο φλου. Η προσέγγισή τους είναι ανισοβαρής –τόσο σε χρόνο όσο και σε ανάλυση—με αποτέλεσμα αρκετές από αυτές να μην έχουν καν λόγο ύπαρξης, ενώ όλες οι υπόλοιπες να περνιούνται για πιο σοβαρές και βαρύγδουπες απ’ όσο είναι.

Τουλάχιστον οι ερμηνείες είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλές –αν και στην πραγματικότητα δεν έχουν ότι πολύ χρόνο ούτε πολύ χαρακτήρα για να δουλέψουν οι πρωταγωνιστές—με την Sandra Bullock να ξεχωρίζει στον απόλυτα κόντρα ρόλο: σοβαρή, νευρωτική, κουρελιασμένη ψυχολογικά και ξέχειλη από οργή, σε αφήνει με στόμα ανοιχτό.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Haggis υπογράφει ένα άνισο σενάριο όπου παρουσιάζει ως συγκλονιστικό κι ανατριχιαστικό το προφανές –υπάρχει και το Μ$Β. Είναι όμως η πρώτη φορά που το σκηνοθετεί, και νευρικά του πλάνα με τους υποβλητικούς φωτισμούς και την ξεπλυμένη φωτογραφία δείχνουν ότι η κάμερα είναι περισσότερο το φόρτε του απ’ ότι η γραφομηχανή.

11o ΔΚΦΑ - Νύχτες Πρεμιέρας

Η κινηματογραφική γιορτή που έγινε θεσμός στην πολιτιστική πραγματικότητα της πρωτεύουσας και αποτελεί το ουσιαστικό σήμα έναρξης κάθε νέας σαιζόν για τους συνειδητοποιημένους Αθηναίους κινηματογραφόφιλους, ετοιμάζεται για άλλη μια φορά να γεμίσει τα βράδια του δεύτερου μισού του Σεπτεμβρίου, με κινηματογραφικές στιγμές που θα μείνουν στο μυαλό μας για όλη την υπόλοιπη χρονιά.

Bewitched - Review

Bewitched - Η Μάγισσα
(2.5/5)


Σκηνοθεσία: Nora Ephron
Σενάριο: Nora και Delia Ephron
Παίζουν: Nicole Kidman, Will Ferrell, Michael Caine, Shirley MacLaine

Το Χόλιγουντ διανύει περίοδο ισχνών εμπνεύσεων: αποτυχημένα sequel και άσκοπα remake παλαιότερων ταινιών, βρίσκουν αγόγγυστα το δρόμο τους προς το «πανί», ενώ η τάση εξαπλώθηκε και στη μεταφορά τηλεοπτικών σειρών από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη. Τα «The Dukes of Hazzard» και «Bewitched» είναι δύο τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Στο τελευταίο, η Nicole Kidman μας προσκαλεί για μια βόλτα με τη σκούπα της, καθώς υποδύεται τη μάγισσα Ιζαμπέλ, που θέλει να συμπεριφέρεται σα κοινή θνητή, αλλά όλως τυχαίως την προσλαμβάνουν για το ρόλο της Σαμάνθα στην αναβίωση της σειράς «Bewitched» στην τηλεόραση (γρήγορο μάθημα ιστορίας: με την Elizabeth Montgomery, από πολλούς η Grace Kelly των sitcoms, η οποία με trademark το χαριτωμένο κούνημα της μύτης κατάφερε να κάνει το σόου επιτυχία για 8 συναπτά έτη στα μέσα της δεκαετίας του 60).

Η Nora Ephron, υπεύθυνη επίσης για το «When Harry met Sally», αλλά και τα άνευρα «Sleepless in Seattle» και «You've Got Mail», αναδεικνύει τη ντελικάτη φιγούρα της Nicole χάρη στο ladylike look που υιοθετεί, (γρήγορο μάθημα styling: παρόμοιο με αυτό που θαυμάσαμε στο «Stepford Wives»), ταιριαστό με τη χαμηλών τόνων ερμηνεία της, προσπαθεί να κοντρολάρει τον εκτός ελέγχου Will Ferrell («Anchorman») στο ρόλο του υπερφίαλου εγωκεντρικού ηθοποιού που θα πρωταγωνιστήσει στο σήριαλ (δηλαδή απλώς στο ρόλο οποιουδήποτε ηθοποιού), καταφέρνει να μας πείσει πως αυτοί οι δυο θα μπορούσαν να είναι ένα (έστω αταίριαστο) ζευγάρι, ξεχνάει πως έχει στο δυναμικό της δύο όπλα μεγάλο βεληνεκούς, τους κλασσικούς Michael Caine και Shirley MacLaine, προσπαθεί να συγκινήσει με φωτογραφίες και βίντεο κλιπάκια φόρο τιμής στην original σειρά και δημιουργεί τελικά ένα αποτέλεσμα χαριτωμένο αλλά όχι μαγικό.

Στη θέση σου πάντως θα έτρεχα να προλάβω, μέχρι την επόμενη εμφάνιση-έκπληξη της Kidman και προτού τη μυριστούν τα κανάλια και οργανώσουν πάνελ με ευφάνταστα θέματα όπως «η ύπουλη εισβολή της μαγείας διαβάλει την αγνή νεολαία μας» ή «ποιος κρύβεται πίσω από τον Χάρυ Πόττερ και τη Σαμάνθα;»
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.