4o Ελληνικό Cult Film Festival

-Ένα ουίσκι… με λίγο πάγο… και κοκακόλα…
-Μάλιστα κύριε… τι θέλετε άλλο; Έχουμε απ’ όλα…

Το τριήμερο που όλοι περιμέναμε, είναι προ των πυλών. Το 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Καλτ Κινηματογράφου, θα γεμίσει το Gagarin 205 και την οθόνη του με τις πιο trashy στιγμές της ελληνικής βιντεοεποχής, που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, και δε θέλουμε να θυμόμαστε.



Στις 17, 18 και 19 Φεβρουαρίου, ο πολυχώρος στο 205 της Λιοσίων και η Astra, θα προσφέρουν στο πιστό τους κοινό, πλαστικές καρέκλες, φτηνή μπύρα, κακή εικόνα, μπουκωμένο ήχο, trash, kitsch, cult και κέφι, κέφι, κέφι, σε μια διοργάνωση που χρόνο με το χρόνο αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Η πρώην αποθήκη προβλέπεται και φέτος ασφυκτικά γεμάτη, αφού τα sold out εισιτήρια είναι πια σύνηθες φαινόμενο για τους διοργανωτές, ιδίως στις βραβεύσεις του εκάστοτε τιμώμενου προσώπου.

Φέτος, ο Γιάννης Φλωρινιώτης είναι αυτός που θα δεχτεί την τιμητική πλακέτα από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ, Νίκο Τριανταφυλλίδη, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια φιγούρα που δεν μπορεί να περιοριστεί στο βιντεο, αλλά υπερβαίνει, με την cult ακτινοβολία του, οποιοδήποτε μέσο επιλέγει κάθε φορά να υπηρετήσει. Στο αφιέρωμα στη μεγάλη αυτή προσωπικότητα, θα προβληθούν οι ταινίες Και Ξανά Προς τη Δόξα Τραβά (17/02 στις 18.00), ο Τραγουδιστής και το Κορίτσι του Μπαρ (18/02 στις 19.00) και το Κρίμαν (19/02 στις 13.30). Η απονομή της τιμητικής πλακέτας στο Γιάννη Φλωρινιώτη, θα γίνει το Σάββατο, 18/02 στις 22.00

Το παρόν θα δώσουν και τα δυο αγαπημένα ινδάλματα του φεστιβάλ, ο Απόστολος Σουγλάκος (τιμώμενο πρόσωπο στο 1ο Φεστιβάλ) και ο Κώστας Γκουσγκούνης (τιμώμενο πρόσωπο της 3ης διοργάνωσης), αφού ο πρώτος θα δώσει μια «live παράσταση-κάτι μεταξύ trash stand up comedy, υπερρεαλιστικού βαριετέ και σκυλάδικου ραπ», ενώ ο δεύτερος θα μοιραστεί τη σκηνή με τον Τριανταφυλλίδη, σε μια «εκ βαθέων εξομολόγηση για το σινεμά, τη ζωή και το σεξ.»

Ανάμεσα στις ταινίες που θα προβληθούν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν δύο καινούριες παραγωές. Το Καράτε: Τυφλή Φυγή (17/02 στις 20.00), του Ηλία Αραβαντινού, μια ελληνική παρωδία των ταινιών πολεμικών τεχνών, γυρισμένη με τις δυνατότητες βίντεο μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής και με ένα δημοσιογραφικό κασετόφωνο για τον ήχο, αλλά και το Κλισέ (18/02 στις 16.00), του Στέφανου Πρόκου, που κανιβαλίζει τα χολυγουντιανά κλισέ με το δροσερό χιούμορ του, και τις αντοχές του κοινού με την διάρκειά του. Στα highlights του φετινού προγράμματος, και η προφεστιβαλική, αγιοβαλεντίνικη βραδιά, με τον περιβόητο Μάριο Blackman (του aka ράδιο Blackman) σε live dj set, αλλά και το μεταμεσονύχτιο ποτ πουρί ερωτικών σκηνών από την πλούσια ελληνική βιντεογραφία, την Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου.

Το πλήρες πρόγραμμα, που όπως θα διαπιστώσετε, έχει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες με αυτό των περασμένων ετών, μπορείτε να το βρείτε εδώ.


Brokeback Mountain - Review

Brokeback Mountain - Το Μυστικό του Brokeback Mountain
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: Ang Lee
Σενάριο: Diana Ossana, Larry McMurtry (από το διήγημα της Annie Ploux)
Παίζουν: Heath Ledger, Jake Gylenhaal, Anne Hathaway, Michelle Williams

Δείτε/Κρύφτε το trailer v


Πάντα υποψιαζόμουν, πως κάτι πρόστυχο συμβαίνει στην χώρα του Marlboro όταν πέφτουν τα φώτα στην αίθουσα. Το ξέρω βέβαια ότι δεν είμαι ο μόνος, και ότι πολύ μας έλειψαν οι επισκέψεις των καουμπόηδων όταν απαγορεύτηκαν οι διαφημίσεις τσιγάρων στις αίθουσες, και προφανώς ο Ang Lee ήταν ένας από μας. Οπότε θεώρησε σωστό να φέρει την χώρα του Marlboro και τα υπονοούμενα της, μέσα στο main feature της βραδιάς.

Το Brokeback Mountain είναι ένα βουνό στο Wyoming της Αμερικής, όπου ο Ennis (Heath Ledger) και ο Jack (Jake Gylenhaal) έχουν αναλάβει να προσέχουν ένα κοπάδι πρόβατα το καλοκαίρι του 1963. Από τις πρώτες τους μέρες εκεί, η σεξουαλική ένταση που υπάρχει ανάμεσά τους, αν και ήπια, είναι εμφανής. Μέχρι που ο Jack κάνει την κίνησή του, και ο Ennis μαθαίνει πώς να… καβαλάει τον ταύρο. Ανάμεσα στο σαλάγιασμα των προβάτων και τις επιθέσεις της φύσεις, οι δυο νεαροί σχηματίζουν μια σχέση που δε θέλουν να αποδεχτούν και έρχονται σε επαφή με ένα κομμάτι της σεξουαλικότητάς τους που φοβούνται να αναγνωρίσουν. Το καλοκαίρι τελειώνει σύντομα, όχι όμως και τα παιχνίδια τους. Μερικά χρόνια μετά ξανασυναντιούνται, και συνεχίζουν να συναντιούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κρατώντας αναμμένη μια φωτιά που τους καίει τα σωθικά.

Δε συμβαίνει συχνά όλα τα συστατικά μέρη μιας ταινίας (σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνείες, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική) να συνεργάζονται τόσο αρμονικά ώστε να προκύπτουν έργα τόσο ολοκληρωμένα, που να σου θυμίζουν μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές του παρελθόντος και να ανανεώνουν τις ελπίδες σου για το παρόν. Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι το Brokeback Mountain. Αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο σημαντική και σπουδαία, κι αυτό μένει όταν κατακάτσει ο σαματάς για την τόλμη του σκηνοθέτη και την τόλμη αυτών που τον βράβευσαν.

Το hype του Brokeback Mountain βασίζεται στο ότι ο Lee είπε την ιστορία δυο ομοφυλόφιλων εραστών, όπως θα έλεγε την ιστορία της Scarlet O’hara. Αυτό που καταφέρνει να κάνει, είναι να ξεπεράσει το θέμα του καταραμένου ομοφυλοφιλικού τους έρωτα ως μια σύγκρουση του gay με τον straight εαυτό τους, και το ανάγει στη σύγκρουση της αγάπης κόντρα στη μοναξιά. Οι δυο άντρες έχουν σχέσεις με γυναίκες, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, όμως η οικογενειακή ζωή τους, περικυκλωμένη από τους επίπεδους ορίζοντες των άχρωμων πόλεών τους, παράλληλων με την ευθεία γραμμή της καρδιάς και της ψυχής τους, υπάρχουν εκεί μόνο για να τους θυμίζουν τις άγριες πλαγιές του Brokeback Mountain, τα φορτωμένα σύννεφα και τις εκρήξεις της φύσης που σκέπαζαν το ταξίδι τους στην ανεξερεύνητη, σκοτεινή και μυστηριώδη πλευρά των κλειδωμένων πόθων και των απομονωμένων παρορμήσεών τους.

Η πρώτη φορά που βλέπουμε τον Ennis με τη γυναίκα του, είναι όταν στέκονται μπροστά στον ιερέα για να πουν το «δέχομαι», οπότε όποια σχέση υπάρχει μεταξύ τους, μας φαίνεται ήδη απόμακρη. Ο γάμος του Jack απ’ την άλλη, φαίνεται να γίνεται καθαρά για λόγους συμφέροντος. Τα χρόνια περνούν, κι ο Lee μας αφήνει να το καταλάβουμε μόνο μέσα απ’ την εξαιρετική, λιτή απεικόνισης των αλλαγών στη μόδα της εποχής, και τις χαρακιές στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, που κλέβοντας μερικά σαββατοκύριακα από ‘δω κι από ‘κει, προσπαθούν να αναπληρώσουν τη ζωή που χάνουν τους υπόλοιπους μήνες.

Ίσως κάποιοι ετεροφυλόφιλοι άρρενες (ή ακόμη και θήλεις) θεατές, θα νιώσουν άβολα παρακολουθώντας ένα επικό ρομάντζο στο οποίο δε μπορούν να ερωτευτούν κανέναν απ΄ τους δυο πόλους του καταραμένου έρωτα, πράγμα που δεν θα τους επιτρέψει να απορροφηθούν όσο θα ήθελαν από τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα της ταινίας. Τώρα αν η δύναμη της αγάπης είναι πιο εικονική εδώ, στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος, ή το Λογική κι Ευαισθησία, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, αλλά θα δίσταζα να ποντάρω στους καουμπόηδες. Το σίγουρο είναι πως οι ομοφοβικοί ανάμεσά μας μάλλον ούτε στο ταμείο θα καταφέρουν να φτάσουν, όμως αυτό που θα με ενδιέφερε περισσότερο να μάθω, είναι οι αντιδράσεις της gay κοινότητας στο γεγονός ότι πρωταγωνιστής είναι ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος που είναι πιο πρόθυμος να κρατήσει το σκελετό του στη ντουλάπα, απ’ τον πιο αλέγκρο παθητικό.

Όπως και να ’χει, ο Lee στο gay western του, δεν ανακαλύπτει τον τροχό. Ούτε τη φωτιά. Ανακαλύπτει όμως ότι είναι η κατάλληλη εποχή να φτιάξει ένα υποδειγματικό ρομάντζο with a twist, στο οποίο απογυμνώνει ένα εικονικό είδωλο straight ανδρισμού, για να δείξει ότι ακόμη κι οι καουμπόηδες τρέχουν στα λιβάδια κυνηγώντας ο ένας τον άλλον για να τον πλακώσουν στα φιλιά. Έστω κι αν παρεμβάλλουν και μερικές μπάτσες. Θα μπορούσε να ’ναι camp, αλλά είναι τόσο καλοφτιαγμένο, που είναι Oscar material.

*Ο vague tourist είχε κάνει έναν
διαγωνισμό για ελληνικό τίτλο της ταινίας.
Αν δεν σας καλύπτει το Μυστικό της Άγριας Στύσης,
πηγαίνετε να προτείνετε εναλλακτική.

OscarNominees2006

Ανακοινώθηκαν πριν λίγο οι υποψηφιότητες για τα φετινά Όσκαρ. Χορτάστε τίτλους και περνάμε στο σχολιασμό και τις προβλέψεις κάποια άλλη στιγμή.

Best Motion Picture of the Year
Nominees:

Best Performance by an Actor in a Leading Role
Nominees:

Best Performance by an Actress in a Leading Role
Nominees:
  • Judi Dench for Mrs. Henderson Presents (2005)
  • Felicity Huffman for Transamerica (2005)
  • Keira Knightley for Pride & Prejudice (2005)
  • Charlize Theron for North Country (2005)
  • Reese Witherspoon for Walk the Line (2005)

Best Performance by an Actor in a Supporting Role
Nominees:

Best Performance by an Actress in a Supporting Role
Nominees:
  • Amy Adams for Junebug (2005)
  • Catherine Keener for Capote (2005)
  • Frances McDormand for North Country (2005)
  • Rachel Weisz for The Constant Gardener (2005)
  • Michelle Williams for Brokeback Mountain (2005)

Best Achievement in Directing
Nominees:

Best Writing, Screenplay Written Directly for the Screen
Nominees:
  • Crash (2004) - Paul Haggis, Robert Moresco
  • Good Night, and Good Luck. (2005) - George Clooney, Grant Heslov
  • Match Point (2005) - Woody Allen
  • The Squid and the Whale (2005) - Noah Baumbach
  • Syriana (2005) - Stephen Gaghan

Best Writing, Screenplay Based on Material Previously Produced or Published
Nominees:

Best Achievement in Cinematography
Nominees:

Best Achievement in Editing
Nominees:

Best Achievement in Art Direction
Nominees:

Best Achievement in Costume Design
Nominees:

Best Achievement in Music Written for Motion Pictures, Original Score
Nominees:

Best Achievement in Music Written for Motion Pictures, Original Song
Nominees:
  • Hustle & Flow (2005) - Jordan Houston, Cedric Coleman, Paul Beauregard ("It's Hard Out Here For a Pimp")
  • Crash (2004) - Michael Becker, Kathleen York ("In the Deep")
  • Transamerica (2005) - Dolly Parton ("Travelin' Thru")

Best Achievement in Makeup
Nominees:

Best Achievement in Sound
Nominees:
  • The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe (2005) - Terry Porter, Dean A. Zupancic, Tony Johnson
  • King Kong (2005) - Christopher Boyes, Michael Semanick, Michael Hedges, Hammond Peek
  • Memoirs of a Geisha (2005) - Kevin O'Connell, Greg P. Russell, Rick Kline, John Pritchett
  • Walk the Line (2005) - Paul Massey, Doug Hemphill, Peter F. Kurland
  • War of the Worlds (2005) - Andy Nelson, Anna Behlmer, Ron Judkins

Best Achievement in Sound Editing
Nominees:

Best Achievement in Visual Effects
Nominees:
  • The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe (2005) - Dean Wright, Bill Westenhofer, Jim Berney, Scott Farrar
  • King Kong (2005) - Joe Letteri
  • War of the Worlds (2005) - Pablo Helman, Dennis Muren, Randy Dutra, Daniel Sudick

Best Animated Feature Film of the Year
Nominees:

Best Foreign Language Film of the Year
Nominees:
  • Bestia nel cuore, La (2005) - Cristina Comencini (Italy)
  • Joyeux Noël (2005) - Christian Carion (France)
  • Paradise Now (2005) - Hany Abu-Assad (Palestine)
  • Sophie Scholl - Die letzten Tage (2005) - Marc Rothemund (Germany)
  • Tsotsi (2005) - Gavin Hood (South Africa)

Best Documentary, Features
Nominees:
  • Darwin's Nightmare (2004) - Hubert Sauper
  • Enron: The Smartest Guys in the Room (2005) - Alex Gibney, Jason Kliot
  • Marche de l'empereur, La (2005) - Luc Jacquet, Yves Darondeau
  • Murderball (2005) - Henry Alex Rubin, Dana Adam Shapiro
  • Street Fight (2005) - Marshall Curry

Best Documentary, Short Subjects
Nominees:
  • God Sleeps in Rwanda (2005) - Kimberlee Acquaro, Stacy Sherman
  • A Note of Triumph: The Golden Age of Norman Corwin (2005) - Corinne Marrinan, Eric Simonson
  • The Life of Kevin Carter (2004) - Dan Krauss
  • Mushroom Club, The (2005) - Steven Okazaki

Best Short Film, Animated
Nominees:
  • Badgered (2005) - Sharon Colman
  • The Moon and the Son (2005) - John Canemaker, Peggy Stern
  • One Man Band (2005) - Mark Andrews, Andrew Jimenez
  • The Mysterious Geographic Explorations of Jasper Morello (2005) - Anthony Lucas
  • 9 (2005) - Shane Acker

Best Short Film, Live Action
Nominees:
  • Ausreißer (2004) - Ulrike Grote
  • Cashback (2004) - Sean Ellis, Lene Bausager
  • Síðasti bærinn í dalnum (2004) - Rúnar Rúnarsson, Þórir Snær Sigurjónsson
  • Our Time Is Up (2004) - Rob Pearlstein, Pia Clemente
  • Six Shooter (2005) - Martin McDonagh

Παγδαntino

Underworld: Evolution - Review

Underworld: Evolution - Underworld: Η Εξέλιξη
(1.5/5)

Σκηνοθεσία: Len Wiseman
Σενάριο: Len Wiseman, Danny McBride
Παίζουν: Kate Beckinsale, Scott Speedman, Tony Curran

Δείτε το trailer

Το πρώτο Underworld ήταν μια πολύ σημαντική ταινία για την Kate Beckinsale. Όχι μόνο έκανε γνωστό στον κόσμο τι μπορούν να κάνουν οι καμπύλες της σφιχτά τυλιγμένες σε δέρμα, αλλά της σύστησε και τον (νυν) σύζυγό της, Len Wiseman, εμπνευστή και σκηνοθέτη του σύμπαντος του Underworld. Οπότε είχε δύο πολύ καλούς λόγους να τιμήσει με την (διάσημη και πανάκριβη πια) παρουσία της το sequel, for old times’ sake. Τώρα, εμείς τι λόγους έχουμε…

Βασικά δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πλοκή, απλώς ένας άνθρωπος με φτερά νυχτερίδας και ξηροδερμία του θανατά, κυνηγά μια δερματοντυμένη μελαχρινή με γαλάζια μάτια και πορσελάνινο κορμί, κι έναν γεροδεμένο μακρομάλλη που δε φοράει μπλουζάκι. Και διάφορα θορυβώδη γεγονότα συμβαίνουν ενδιάμεσα. Αλλά, σε περίπτωση που σας ενδιαφέρει και η μυθολογία, στο δεύτερο μέρος της σκοτεινής τριλογίας, η βρικόλακας Selene (ή death dealer, όπως την θέλει το σενάριο) μαζί με το υβρίδιο λυκανθρώπου-βρικόλακα, Michael Corvin (Scott Speedman), ταξιδεύουν στα χιονισμένα βουνά της Τρανσυλβανίας, ψάχνοντας το μυστικό της ύπαρξής τους, την αιτία που προκάλεσε τον προαιώνιο πόλεμο λυκανθρώπων και βρικολάκων, και το λόγο που ο Marcus (Tony Curran), ένας από τους πρώτους βρικόλακες, τους έχει πάρει στο κατόπι.

Το ξέρατε ότι η Beckinsale δε φοράει τίποτε, κάτω απ’ αυτό το δερμάτινο συνολάκι; Ορίστε, τώρα το ξέρετε, και πραγματικά δεν έχετε κανέναν λόγο να μη φυλάξετε τα 7μιση ευρώ σας. Για την ερωτική σκηνή της ταινίας, που είναι και αμφίβολο αν το κορμί που βλέπουμε ανήκει στην Beckinsale ή είναι ψηφιακό αντίγραφο, νομίζω μπορείτε να περιμένετε το DVD. Για να την απολαύσετε και πιο ελεύθερα, και να ’χετε και την ευχέρεια του rewind, του freeze frame, του slo-mo και του zoom…

Και να ’χετε και το FFWD πρόχειρο, για τις επαναλαμβανόμενες και ανέμπνευστες σκηνές μάχης, την παράλογα μπερδεμένη απλοϊκή πλοκή, το αντικλιμακτικό κι ατέλειωτο φινάλε και την κουραστική κι αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια. Underworld Evolution είπαμε; Ναι, μόνο που η εξέλιξη πήρε πορεία προς τα πίσω.

Munich - Review

Munich – Μόναχο
(4/5)

Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: Tony Kushner (από το βιβλίο του George Jonas, και βασισμένο σε πρώτο draft του Eric Roth)
Παίζουν: Eric Bana, Daniel Craig, Ciaran Hinds, Mathieu Kassovitz, Hans Zischler

Δείτε το trailer

Ότι θα έβλεπα τη μέρα που ο Spielberg θα κατηγορούταν για αντισημιτισμό, είναι κάτι που δεν το περίμενα. Όμως υποθέτω πως την ίδια και περισσότερο έκπληξη ένιωσε η εβραϊκή κοινότητα, όταν είδε το πιο επιφανές κι αγαπημένο της παιδί, να την κατηγορεί για την στάση που κράτησε απέναντι στον πιο μισητό εχθρό της.

Στο Munich, ο Spielberg γυρνά τον κινηματογραφικό χρόνο τρεις δεκαετίες πίσω, στο τρομοκρατικό χτύπημα του Μαύρου Σεπτέμβρη το ’72, και την αλυσίδα γεγονότων που πυροδότησε. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου, μια ομάδα Παλαιστίνιων τρομοκρατών της οργάνωσης Μαύρος Σεπτέμβρης, απήγαγε και στη συνέχεια δολοφόνησε έντεκα Ισραηλινούς αθλητές, προπονητές και ακολούθους, και ως αντίποινα, η Ισραηλινή κυβέρνηση έστειλε μια ομάδα πρακτόρων της Μοσάντ να βρουν και να εκτελέσουν τους σχεδιαστές του χτυπήματος. Το Munich, είναι η ιστορία της ομάδας αυτής.

Η αλήθεια είναι πως, ο Spielberg δεν παίρνει θέση κατά των Ισραηλινών. Απλά, αυτή τη φορά, δεν παίρνει θέση υπέρ τους. Παραμένοντας πολιτικά ουδέτερος (που είναι το νέο hot thing στο Hollywood –βλ. Interpreter και Constant Gardener), ο Spielberg κρατά μια οπτική καθαρή και ασυμβίβαστη, που είναι πολύ προτιμότερη από τον ενδεχόμενο διδακτισμό μιας καθαρά πολιτικής ταινίας, και θέτει μερικά προφανή όσο και θαρραλέα ερωτήματα.

Το ότι κανένα καλό δε μπορεί να προκύψει από την «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» αντιμετώπιση της τρομοκρατίας –ή εν γένει οποιασδήποτε μορφής βίας- είναι ένα συμπέρασμα τόσο παλιό όσο και η Καινή Διαθήκη. Όμως είναι καλό ταινίες σαν το Μόναχο, να μας θυμίζουν –και να θυμίζουν κυρίως στους Αμερικανούς- ότι αυτό το τόσο προφανές συμπέρασμα, αγνοείται τόσο σήμερα όσο και στην εποχή της Καινής Διαθήκης, και όσο στην δεκαετία του ’70.

Οι παραλληλισμοί και οι ομοιότητες της καταδικαστέας αντεπίθεσης της Μοσάντ τότε, με τον συνεχιζόμενο σήμερα «Πόλεμο ενάντια στον Τρόμο» που προκάλεσε το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντες, όταν συνοδεύονται απ’ αυτούς της επιβεβλημένης άγνοιας. Ο Clooney με το Good Night and Good Luck έκανε ένα βήμα φέτος στην κατεύθυνση του σχολιασμού των σύγχρονων media και του τρόπου που συσκοτίζουν την πραγματικότητα αντί να προσπαθούν να την αποκαλύψουν στους θεατές τους, όμως ο Spielberg κάνει την σύγκριση ακόμη πιο εφιαλτική χωρίς καν να την προσπαθεί.

Οι εκτελεστές του δουν υπό άνωθεν εντολές και υπηρετούν υψηλά ιδανικά, που δεν δέχονται αμφισβήτηση, απλά και μόνο γιατί δεν είναι κανείς εκεί να τα αμφισβητήσει. Ένας ανώνυμος ανώτερος αξιωματούχος τους δίνει μια λίστα ενόχων, και χρησιμοποιώντας τη φρίκη που υποτίθεται ότι οι άνθρωποι αυτοί προκάλεσαν, ποτίζει τους στρατιώτες του με οργή και μίσος και τους στέλνει σε φονικές περιοδείες. Οι στρατιώτες εκτελούν τυφλά, χωρίς να έχουν την ευχέρεια να διασταυρώσουν πληροφορίες.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η αμφιβολία δεν διαβρώνει τον προγραμματισμό τους, ότι ο φόβος δεν ελλοχεύει πίσω από κάθε τους απόφαση, και ότι η παράνοια δεν εισβάλει σιγά-σιγά στο αυστηρό, κλειστοφοβικό σύμπαν τους, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στις πράξεις και τα πιστεύω τους.

Το μοτίβο της κατάρας του διαταραγμένου νου που πέφτει σε κάθε απρόθυμο εκτελεστή, εναλλάσσεται με εκείνο της πολιτικής αλληγορίας, κάνοντας το Μόναχο την πιο ώριμη, σκοτεινή και αν μη τι άλλο διαφορετική δουλειά του Spielberg, που καταφέρνει να ευχαριστήσει και το thrill junky, και τον σκεπτόμενο θεατή που ζητά κάτι παραπάνω από το κατασκοπικό του θρίλερ. Βέβαια η τρεις-ώρες-παρά-τέταρτο διάρκεια της ταινίας απαιτεί υπομονετικά βλέμματα απέναντί της, και η –δεδομένη- αναποφασιστικότητα του Spielberg στο φινάλε, αφήνει μια στυφή γεύση όταν τελικά κατευθύνεσαι προς την έξοδο, όμως σε γενικές γραμμές το Μόναχο καταφέρνει να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στο showmanship του Spielberg και την ανάγκη του να γυρίσει μια ταινία που να ταιριάζει περισσότερο στα γκρίζα πια γένια του.

Αλλά το σημαντικότερο που πρέπει να κρατήσει κανείς απ’ αυτήν την ταινία, είναι πως αφορά πολύ λιγότερο το Ισραήλ των ‘70s, απ’ ότι την Αμερική –και τον κόσμο- των ‘00s. Και μάλλον αυτό είναι που δεν κατάλαβαν οι πολέμιοι του Spielberg. Ή μήπως το κατάλαβαν;

Brokeback Mountain ψήφισε η Ένωση Σκηνοθετών

Ανάμεσα στους Steven Spielberg (Munich), George Clooney (Good Night and Good Luck), Paul Haggis (Crash) και Bennett Miller (Capote) αναδείχθηκε νικητής ο Ang Lee, κερδίζοντας το βραβείο της Ένωσης Σκηνοθετών της Αμερικής (DGA), για το Brokeback Mountain.

Το Brokeback Mountain, είναι απο καιρό το φαβορί για τις μεγάλες κατηγορίες των φετινών Όσκαρ, έχοντας ήδη κερδίσει την υψηλότερη διάκριση της Ένωσης Παραγωγών (PGA), και τέσσερις Χρυσές Σφαίρες (δραματικής ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και μουσικής).

Απόψε απονέμονται τα βραβεία του Σωματείου των Ηθοποιών, όπου ο Heathe Ledger ελπίζει να πάρει αυτό που του στέρησε ο Philip Seymour Hoffman του Capote μερικά βράδια πριν, στις Χρυσές Σφαίρες.

Οι υποψηφιότητες των Όσκαρ, ανακοινώνονται στις 31 Γενάρη.

In her Shoes - Review

In her Shoes – Έλα στη θέση μου
(3/5)

Σκηνοθεσία: Curtis Hanson
Σενάριο: Susanah Grant (από τη νουβέλα της Jennifer Winer)
Παίζουν: Cameron Diaz, Toni Collette, Mark Feuerstein

Δείτε το trailer

Μια τυπική αμερικάνικη κομεντί, δεν είναι ακριβώς η ταινία που θα περίμενε κανείς απ’ την σκηνοθέτη του L.A. Confidential και του Wonder Boys, και μια τυπική αμερικανική κομεντί δεν είναι ακριβώς ο όρος που ταιριάζει στην νέα ταινία του, όσο κι αν το θέμα που προσεγγίζει την παρακαλάει να στραφεί προς αυτήν την κατεύθυνση.

H Rose (Toni Collette), μια συνεσταλμένη βιβλιοφάγος που η μόνη της χαρά στη ζωή είναι να ξυπνά το πρωί και να πηγαίνει στη δουλειά της σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο, έχει μια και μόνο παθολογική αδυναμία: τα παπούτσια. Ή μάλλον δύο. Τα παπούτσια και την αδερφή της, την Maggie (Cameron Diaz). Όταν πιάνει την αδερφή της να κοιμάται με τον άντρα που η Rose νόμιζε ότι θα της έφερνε το μαργαριταρένιο γοβάκι και θα την έκανε πριγκίπισσα, της μένει μόνο μια αδυναμία και μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε σταθερή αξία. Η Maggie από την άλλη, όταν βλέπει πως ο ανεύθυνος, καλοπερασάκιας εαυτός της τη στερεί από τον μόνο άνθρωπο που νοιαζόταν γι’ αυτήν, φεύγει για την ηλιόλουστη Florida, ψάχνοντας μια χαμένη συγγενή, που θα της αλλάξει τη ζωή και θα την ξαναφέρει κοντά στην αδερφή της.

Στο In Her Shoes, ο Hanson ακολουθεί μια πιο ανάλαφρη προσέγγιση στην τσακισμένη και ψιλοϋστερική ψυχοσύνθεση του νεοαμερικάνου απ’ αυτή που προτίμησε στα Wild Boys και 8 mile, ξεκινώντας με την προοπτική και την προδιάθεση ενός συνηθισμένου chick flick, που πολύ σύντομα μετατρέπεται σε μια πολύ ιδιαίτερη ταινία. Παίρνει περίπου ένα μισάωρο στον σκηνοθέτη να τα καταφέρει, όμως στα επόμενα 100 λεπτά, οι απροσδόκητες ανατροπές των αναμενόμενων κλισέ και στερεοτύπων, μετατρέπουν την ταινία του σε ένα αναζωογονητικό κινηματογραφικό παιχνίδι.

Ο Hanson κερδίζει την προσοχή του θεατή προτείνοντάς του πραγματικά ασυνήθιστες διαδρομές της πλοκής, και τον ανταμείβει με αληθοφανείς διαλόγους, απολαυστική κωμωδία και ειλικρινείς δραματικές σκηνές. Οι δυο πρωταγωνίστριες συντονίζονται στην εντέλεια με τους τόνους των ρόλων τους, με την παρουσία της Diaz να είναι σημαντικότερη όχι μόνο για τις μινιμαλιστικές ενδυματολογικά εμφανίσεις της (if you catch my drift), αλλά και για τη χάρη με την οποία συγκρατείται απέναντι σε μια κάμερα που την παρακαλά ασταμάτητα να παρεκτραπεί στη σαχλαμάρα. Μια τραβηγμένη ερμηνεία απ’ την πανέμορφη ξανθιά θα μπορούσε να είναι η καταστροφή της ταινίας, όμως και αυτή όπως και η Collette, επιτρέπουν στον Hanson να αγκαλιάσει με μια μεταδοτική λατρεία τις πρωταγωνίστριές του και να ανανεώσει το είδος της ταινίας του, αποφεύγοντας τις παγίδες που θα το καθιστούσαν απαγορευτικό για μια δροσερή και χαλαρωτική βόλτα απ’ το ποπ-κορν-ο-πωλείο της γειτονιάς σας.

Το σκάνδαλο της ημέρας for the ladies



Όπως πρωτοσχολίασε, για το καλό του χρόνου, ο Lloyd Groves στη NY Post, ο Brad Pitt έχει μια τάση να υιοθετεί το στυλάκι της εκάστοτε συντρόφου του. Και όχι μόνο αυτό, θα πρόσθετα εγώ, αλλά και παιδιά, σκυλιά και καναρίνια.

* Φήμες ότι έχει υιοθετήσει και τα τατουάζ που χτύπαγε η Αντζελίνα για τον Μπίλυ Μπομπ ελέγχονται ως ανακριβείς - τα 'χει σβήσει η κοπέλα είπαμε

Cache - Review


Cache – Κρυμμένος
(4/5)

Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Σενάριο: Michael Haneke
Παίζουν: Daniel Auteuil, Juliette Binoche

Δείτε το trailer

(Όπως προβλήθηκε στο 46ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
Με τις πληγές του Παρισιού να τρέχουν ακόμη ζεστή ντροπή για την εγκληματική αμέλεια και την απομόνωση που επέβαλαν στις πιο άτυχες κοινωνικές μειονότητές τους οι Γάλλοι, το νέο πόνημα του Haneke αποκτά περισσότερη αμεσότητα απ’ όση πιθανώς να περίμενε κανείς όταν η ταινία ακόμη γυριζόταν.

Η φαινομενική ευτυχία μεσοαστικού ζευγαριού, έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα που κρύβει πίσω από τις ατέλειωτες βιβλιοθήκες του, όταν αρχίζουν να λαμβάνουν βιντεοκασέτες από άγνωστο παραλλήπτη, που προφανώς παρακολουθεί το σπίτι τους. Η άλωση του οικιακού τους ασύλου, ξυπνά στο σύζυγο δυσάρεστες αναμνήσεις και μια ανακλαστική ξενοφοβία βαθιά ξεχασμένα, που βασανιστικά θα φέρουν την οικογένεια σε μια μη αναστρέψιμη πορεία προς την καταστροφή.

Ο Haneke, στρατολογεί με μαεστρία τις τεχνικές του αγνού suspense thriller, για να δημιουργήσει το σωστό κλίμα στο οποίο θα ξεδιπλώσει με αφοπλιστική σκηνοθετική ευκρίνεια την αλληγορία του για την απειλητικά έκρυθμη ισσοροπία ανάμεσα στις περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της υφηλίου. Με κλειστά, σταθερά πλάνα εξαιρετική φωτογραφία και αριστοτεχνικές ερμηνείες για πολλά βραβεία από τους δυο πρωταγωνιστές του, το Cache κινείται σε ένα περιβάλλον υφέρποντος τρόμου, που δημιουργείται και από την ίδια την ιδέα ότι αυτός που τους παρακολουθεί μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε –αρκεί να πληροί στο μυαλό των πρωταγωνιστών τα φυλετικά χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τους Γάλλους--, αλλά και από την κλινική αποστασιοποίηση του σκηνοθέτη.

Το Cache παραμένει το πιο προσιτό και ανοιχτό στο κοινό έργο του Haneke, για να κλείσει έτσι τον θεατή στο σύμπαν του και να τον κάνει να νιώσει την εγγύτητα της απειλής και του φόβου. Φόβου που τον προκαλεί να ανοίξει τη σκονισμένη ντουλάπα με τους σκελετούς του παρελθόντος, και να αντιμετωπίσει τη φρίκη που θα αντικρίσει, ελπίζοντας μόνο ότι θα το κάνει πιο αποτελεσματικά και ψύχραιμα απ’ ότι ο χαρακτήρας του Auteuil.

Με ιδιοφυή διακριτικότητα, ο Haneke μετατρέπει την ταινία σε μια αποθαρρυντική πρόβλεψη για το μέλλον σε δύο μόνο σκηνές, και με το αμφιλεγόμενο και απελπιστικά ανοιχτό φινάλε, θυμίζει πως, ό,τι κι αν έχουμε ζήσει, όποια φρίκη κι αν έχουμε δει, το πιο πιθανό είναι πως, έχουμε να δούμε κι ακόμη χειρότερα.

Match Point - Review

Match Point
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: Woody Allen
Σενάριο: Woody Allen
Παίζουν: Jonathan Rhys-Meyers, Emily Mortimer, Scarlet Johansson

Δείτε το trailer

Διάβαζα σε ένα blog ότι σε κάποια προβολή της ταινίας, το κοινό ξεσπούσε σε γέλια σε άσχετες στιγμές, προφανώς από κεκτημένη ταχύτητα. Αυτή η παβλοφική αντίδραση είναι μάλλον ανησυχητική για τους Έλληνες θεατές, ιδίως από τη στιγμή που το trailer και μόνο απαλείφει κάθε δυνατή συγγένεια της καινούριας ταινίας του Woody Allen με το πρόσφατο κωμικό μπαγκράου (βλέπε backgound) του.

Αν είχε δει κανείς το trailer, θα ήξερε πως το Match Point είναι ένα ερωτικό τρίγωνο στην καρδιά του Λονδίνου, που πολύ σύντομα καταλήγει σε θρίλερ. Ένας νεαρός επαρχιώτης τενίστας, ανακαλύπτει τον αριβίστα που κρύβει μέσα του, όταν μέσω της δουλειάς του σε ακαδημία τένις, βρίσκει την ευκαιρία να συγχρωτιστεί και να γίνει μέλος της υψηλής κοινωνίας, μέσω του μόνου τρόπου που ένας νεαρός αριβίστας μπορεί να κατορθώσει κάτι τέτοιο: έναν καλό γάμο. Συνήθως όμως, πίσω από κάθε τέτοιο καλό γάμο, κρύβεται μια καλή ερωμένη, που όσο περνά ο καιρός, πιέζει τον αριβίστα και απαιτεί αυτό που δικαιωματικά της ανήκει: στεφάνι. Η πίεση στην προκειμένη περίπτωση γίνεται αφόρητη, κι ο (αντι)ήρωάς μας αντιδρά, με τρόπο καθόλου ευχάριστο για την ερωμένη.

Αυτό που επίσης απαλείφει το trailer, με την απελπιστική διάρκειά του, είναι κάθε πιθανότητα έκπληξης από το σενάριο. Ο Allen, έχοντας μεταφερθεί, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, μακριά από την (μέχρι πρότινος) αγαπημένη του Νέα Υόρκη, σκηνοθετεί ένα καθαρόαιμο θρίλερ χαρακτήρων. To Match Point, εντυπωσιάζει με την άνεση που o Allen κινείται σ’ αυτά τα άγνωστα γι’ αυτόν λημέρια, με την υπέροχη film noir ατμόσφαιρα που δημιουργεί χάρη στην μαγευτική φωτογραφία και τον εξαιρετικό ρυθμό, με την ερμηνεία – αποκάλυψη του Jonathan Rhys Meyers και την αποκαλυπτική ερμηνεία της Scarlet Johansson (όχι, δεν είναι το ίδιο), και πάνω απ’ όλα, με την ολοκληρωτική απουσία των νευρωτικών trademarks του δημιουργού. Ο ίδιος δεν εμφανίζεται μπροστά απ’ την κάμερα, ούτε υπάρχει κανείς να τον μιμείται. Η Νέα Υόρκη έχει γίνει Λονδίνο, και η τζαζ έχει αντικατασταθεί απ’ την όπερα. Η εβραϊκή κοινότητα δεν είναι στόχος σαρκασμού, ούτε υπάρχουν αθεϊστικά ανέκδοτα (παρά μόνο μια διάχυτη ατμόσφαιρα νιχιλισμού, που προσθέτει στον ρεαλισμό της ταινίας). Όμως η απουσία γουντυαλενισμού, κάνει την ταινία καλύτερη; Να σου πω, δεν είναι και απαραίτητο.

Το Match Point είναι σίγουρα η πρώτη ώριμη ταινία του Allen εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ίσως και η πιο ώριμη ever, αλλά δεν έχω δει το Crimes and Misdemeanors με το οποίο όλοι το συγκρίνουν, για να ’μαι και σίγουρος. Όπως και να ’χει, ο τρόπος που διαχειρίζεται το ζήτημα της τύχης, το ρόλο της στη ζωή και το πόσο η δύναμη της θέλησης επηρεάζει το αν το μπαλάκι θα πέσει στην από ‘δω, ή την από ‘κει μεριά του φιλέ, είναι αριστοτεχνικά διακριτικός. Το ίδιο είναι και η θεματολογία της ύβρεως και της θείας νέμεσης, που υποφώσκει στις τελευταίες πράξεις του δράματος. O Allen φέρνει τον αντιήρωά του επικίνδυνα κοντά μας και τον κάνει ακαταμάχητο, πράγμα διόλου εύκολο όταν ο χαρακτήρας που διαχειρίζεσαι καλείται συνεχώς να διαλέξει ανάμεσα στην απληστία και τη λαγνεία, και συνεχώς θέλει να διαλέξει και τα δύο, ή να βρει έναν εύκολο -έστω κι αν είναι ανήθικος- τρόπο να το αποφύγει.

Το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, είναι ο αδιαπραγμάτευτος κυνισμός της. Αυτός της δίνει την ικανότητα να συγκινήσει τον σκεπτόμενο θεατή, προσφέροντάς του έναν φιλοσοφημένο σεναριακό πυρήνα. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα, είναι η φορμουλαϊκή πλοκή που τον περιβάλει. Όχι ότι τα πράγματα πάνε απαραίτητα όπως τα περιμένεις εξ αρχής, ή ότι η ταινία δεν έχει δόντια να δείξει, αλλά όταν μπεις στο κλίμα, μπορείς με μεγάλη ακρίβεια, να δεις την πορεία που θα ακολουθήσουν τα πράγματα και να προβλέψεις κάθε στροφή κι αναποδοτιμονιά που θα προσπαθήσει να σου κάνει ο Allen. Τώρα πάλι, ίσως να μην έπρεπε να έχω δει και το trailer. Ατύχησα.

Το Brokeback Mountain κέρδισε και τους Παραγωγούς

Με αμείωτη ταχύτητα συνεχίζει το κάλπασμα του Brokeback Mountain, που βραβεύθηκε ως καλύτερη ταινία απο το Αμερικάνικο Σωματείο Παραγωγών (PGA) χθες, κερδίζοντας τα Capote, Crash, Good Night and Good Luck και Walk the Line.

Το Brokeback Mountain, το gay western δράμα του Ang Lee που μιλά για τον έρωτα ανάμεσα στους καουμπόηδες Jake Gylenhaal και Heathe Ledger, προσθέτει το βραβείο του PGA στις τέσσερις Χρυσές Σφαίρες που είχε κερδίσει την περασμένη εβδομάδα. Τώρα, αναμένει να δράξει τους καρπούς των υποψηφιοτήτων της στα βραβεία των Σωματείων Σκηνοθετών, Σεναριογράφων και Ηθοποιών, μέσα στο μήνα, ενώ στις 31 του Γενάρη, οι δημιουργοί και συντελεστές, περιμένουν να δουν τα ονόματά τους στη λίστα των υποψηφιοτήτων για τα Όσκαρ.

Στις Κάννες θα σπάσει ο Κώδικας DaVinci

Ο Thierry Fermaux, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ των Καννών, αφού είδε μια κόπια εργασίας του νέου θρίλερ του Ron Howard την περασμένη βδομάδα στο hollywood, έκλεισε τον Κώδικα Da Vinci για το μη διαγωνιστικό πρόγραμμα της κινηματογραφικής φιέστας της γαλλικής Ριβιέρα.

Η κινηματογραφική μεταφορά του uber best seller του Dan Brown, που θέλει τον Τom Hanks στο ρόλο Αμερικανού μελετητή αρχαϊστικών και μυστικιστικών συμβόλων, να αποκαλύπτει την ανάμιξη της χριστιανικής εκκλησίας στη μεγαλύτερη απάτη στην Ιστορία της ανθρωπότητας, θα προβληθεί για πρώτη φορά στις 17 Μαΐου, ανοίγοντας το φεστιβάλ. Την ίδια μέρα θα παιχτεί και στις αίθουσες της υπόλοιπης Γαλλίας, ενώ η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έχει προγραμματιστεί για τις 19 Μαΐου.

Αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά που ο Κώδικας Da Vinci επισκέπτεται τη Γαλλία, αφού πριν από μερικούς μήνες, ο Ron Howard κατάφερε να είναι ο πρώτος σκηνοθέτης παγκοσμίως, που πήρε άδεια από το Μουσείο του Λούβρου, για να στήσει το συνεργείο του μέσα στην πιο περίβλεπτη αίθουσά του. Ελπίζοντας να προσελκύσει ακόμη περισσότερες υπερατλαντικές παραγωγές στην ακριβή για κινηματογραφικά γυρίσματα χώρα του, ο Γάλλος υπουργός πολιτισμού χρειάστηκε να παρέμβει προσωπικά, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημα του αμερικάνικου studio και η παραγωγή της Columbia να απαθανατίσει αληθινά πλάνα της Τζοκόντα. Έτσι, εκτός απο την έντονη γαλλική παρουσία στο film (με την Audrey Tautou και τον Jean Renο να κρατούν βασικούς ρόλους), το ντόπιο σκηνικό θα αποτελέσει έναν ακόμη λόγο για τους Γάλλους να γεμίσουν τις αίθουσες.

To Σκάνδαλο της Σφαίρας, vol. II



Καθόλου καλή χρονιά για τη Chanell...

Με σειρά εμφάνισης απο αριστερά, Natalie Portman, Debra Messing, Kirsten Dunst

*στο φωτορεπορτάζ, ο vkap
φήμες ότι η Scarlett Johansson πήγε με φόρεμα της Pamela Anderson, ελέγχονται ως αναληθείς.

Το άνοιγμα της Sharon

Αν και πλησιάζει τα 48 (αν δεν έχει χακέψει το imdb και υποθέτοντας ότι τους είχε πει την αλήθεια εξ αρχής), η Sharon Stone εξακολουθεί να έχει τον τρόπο της με τις καρέκλες.

Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύουν οι φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν απ' το επερχόμενο Basic Instict 2, στο οποίο ο σκηνοθέτης Michael Caton-Jones (ο άνθρωπος πίσω απ' τα Τhe Jackal και City by the Sea) κάνει ό,τι περνάει απ' το χέρι του, για να μας θυμίζει συνεχώς τη μια απ' τις δυο αξέχαστες σκηνές της πρώτης ταινίας.

Η ταινία αναμένεται στις αίθουσες στα τέλη του Μάρτη.
Τρεις σελίδες με φωτογραφίες, εδώ

*στο φωτορεπορτάζ, ο vkap

Το Σκάνδαλο της Σφαίρας



the horror...

*στο φωτορεπορτάζ η stella

Σειρά Υ Θέση… Εισερχόμενη κλήση ΜΑΜΑ

Προφανώς η αναμονή στην ουρά των ταμείων είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο σημερινός σινεφίλ, γι’ αυτό άλλωστε και δύο μεγάλες αλυσίδες multiprex, τα Village και τα Ster, άρχισαν προσφάτως να προσφέρουν την ευκολία του ιδιωτικού box office σε όσους επισκέπτες δώσουν κάτι παραπάνω για να παρακολουθήσουν ταινία στις VIP αίθουσές τους.

Όμως όλα αυτά ξεχάστε τα, γιατί από την Αμερική (που αλλού;) έρχεται το σύστημα που θα ακυρώσει αυτήν την απλή, αλλά απαρχαιωμένη λύση στο πρόβλημα: το Mobile Box Office. Το MBO, είναι ένα σύστημα που επιτρέπει στους χρήστες κινητής τηλεφωνίας, να συνδέονται μέσω του κινητού τους με το site, και όχι μόνο να αγοράζουν τα εισιτήριά τους μέσω πιστωτικής κάρτας, αλλά και να κατεβάζουν το barcode τους, το οποίο ο άνθρωπος για τα εισιτήρια θα σκανάρει από την οθόνη του κινητού τους και θα τους επιτρέπει την είσοδο.

Βέβαια το σύστημα λειτουργεί –για την ώρα- μόνο σε κινητά με πρόσβαση στο internet (προφανώς) και έγχρωμη οθόνη, αλλά ποιος στις μέρες μας δεν έχει κινητό με πρόσβαση στο internet και έγχρωμη οθόνη; Όποιος απάντησε ‘εγώ’, καλά θα κάνει να βρει κάποιον να πηγαίνουν μαζί σινεμά.

Προς το παρόν, μόνο ένα multiplex είναι συμβατό με αυτό το σύστημα, και δυστυχώς δεν είναι απ’ τις αλυσίδες με ελληνική εκπροσώπηση. Πρόκειται για το Emagine Entertainment Theatre, στα προάστια του Detroit. Όσοι θέλουν να δοκιμάσουν τη νέα τεχνολογία, ας κλείσουν ένα αεροπορικό για τη μαγική Αμερική, αλλά καλά θα κάνουν να μην ξεχάσουν το φορτιστή τους. Γιατί θα είναι εξαιρετικά άβολο να μείνουν από μπαταρία πάνω στην ώρα που θα πρέπει να συνδεθούν στο internet για να κατεβάσουν το εισιτήριό τους, όπως επίσης θα είναι και το να μην έχουν σήμα, ή το να τους παίρνουν τηλέφωνο στη μέση του σκαναρίσματος. Όμως αυτά λύνονται με λίγη προνοητικότητα, έναν καλό παροχέα και φυσικά, φραγή των εισερχομένων. Κι έτσι, οι αίθουσες θα γεμίσουν ξανά.

Jarhead - Review

Jarhead – Σύρριζα

Image hosted by Photobucket.com(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Sam Mendes
Σενάριο: William D. Boyles Jr. (από το βιβλίο του Anthony Swofford)
Παίζουν: Jake Gylenhaal, Peter Sarsgaard, Jamie Foxx

Δείτε το trailer

Μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του American Beauty, ο Sam Mendes αφιέρωσε τρία χρόνια στην προετοιμασία του οπτικά αποχαυνωτικού, αλλά εντυπωσιακά κενού σεναριακά, Road to Perdition. Φέτος, τρία χρόνια μετά και το έπος του για το οργανωμένο έγκλημα στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης επιστρέφει με μια ταινία που θα προκαλέσει μάλλον σύγχυση και διχογνωμία στο κοινό, παρά καθαρά απογοήτευση, ή ενθουσιασμό.

Το Jarhead, είναι μια πολεμική ταινία χωρίς μάχες, και μ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια πολεμική ταινία για τον τρόπο διεξαγωγής του σύγχρονου πολέμου: με μηδαμινή ανθρώπινη συμμετοχή. Βασιζόμενος στο ομότιτλο βιβλίο των απομνημονευμάτων του βετεράνου Anthony Swofford, ο Mendes εικονογραφεί (με εντυπωσιακή, για άλλη μια φορά, ματιά) την απανθρωποποίηση μιας ομάδας πεζοναυτών, απ’ τις “Full Metal Jacket” μέρες τις εκπαίδευσής τους, ως τους μήνες που περνούν άπραγοι στην έρημο της Σ. Αραβίας, περιμένοντας έναν πόλεμο που αργεί βασανιστικά να τους υποδεχτεί. Και αυτό λίγο-πολύ είναι και το στόρι. Μόνο που στο τέλος έχει και μια μάχη, που κράτησε «τέσσερις μέρες, τέσσερις ώρες και ένα λεπτό.» Αυτός είναι ο πόλεμος του πεζοναύτη Anthony Swofford.

Η ειρωνεία του Mendes, που χάρισε στην πρώτη του ταινία το απολαυστικό της ξεδίπλωμα, αυτή τη φορά στρέφεται προς αυτόν που κάθεται απέναντι από την οθόνη, καθώς ο Βρετανός σκηνοθέτης απογυμνώνει την ταινία του απ’ ό,τι θα περίμεναν θεατές και ήρωες να δουν και να ζήσουν σ’ έναν πόλεμο. Από την οπτική του πεζοναύτη σε έναν πόλεμο που πολέμησε η αεροπορία, ο Mendes προσφέρει την πιο αργή, βαρετή και κουραστική εκδοχή της ιστορίας, αλλά όχι απαραίτητα και την πιο αδιάφορη.

Οι ήρωές του, ένα μάτσο παιδιά με τρομπαρισμένη τεστοστερόνη, απομονωμένα στην κόλαση της ερήμου του Κουβέιτ, βλέπουν το Αποκάλυψη Τώρα, και διψούν για τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί. Έχουν στο μυαλό τους την εικόνα που η pop κουλτούρα τους έχει αντιστοιχίσει στη λέξη πόλεμος, και περιμένουν να τη ζήσουν. Απαιτούν να τη ζήσουν. Αλλά η πραγματικότητα τους κρατά μακριά. Θα περίμενε κανείς να είναι ευγνώμονες για κάθε μέρα που περνούν σώοι και ασφαλείς, όμως αυτά τα παιδιά δεν αυτό που θα περίμενε κανείς. Είναι πεζοναύτες, είναι εκπαιδευμένες φονικές μηχανές, που όσο περνάει ο καιρός και μένουν αχρησιμοποίητες, σκουριάζουν. Όσο περνάει ο καιρός και δεν εκπυρσοκροτεί το όπλο τους, το πιο σημαντικό κομμάτι του σώματός τους, η προέκταση του φαλλού τους, οι ορμόνες τους αρπάζουν φωτιά.

Όμως αυτός δεν είναι δικός τους πόλεμος. Και περιμένουν. Και μαζί τους κι εμείς. Και ιδρώνουν, και πίνουν νερό και περιμένουν κι άλλο. Οι μήνες περνούν και περιμένουν. Και μαζί τους κι εμείς, σε μια ταινία που φαίνεται να προχωρά όχι λόγω κάποιας πλοκής, αλλά λόγω των ασταμάτητων λεπτοδεικτών στα ρολόγια μας. Και καθώς οι ήρωες χάνουν την πειθαρχία τους, το ηθικό τους, τα τελευταία ψήγματα κοινωνικής συμπεριφοράς, εμείς χάνουμε την υπομονή μας, το κουράγιο μας, τη θέληση να συνεχίσουμε να περιμένουμε μαζί τους. Θέλουμε να αρχίσει ο πόλεμος, ή να γυρίσουν πίσω. Να τελειώνουμε επιτέλους μ’ αυτήν την αναμονή.

Οπότε, μπορεί να πει κανείς ότι από άποψη συναισθηματικής ταύτισης, η ταινία του Mendes είναι πετυχημένη. Τώρα, από άποψη κινηματογραφικής ψυχαγωγίας… ας πούμε απλώς ότι δεν είναι για τους απειθάρχητους. Το Jarhead είναι μια αυστηρά εγκεφαλική εκδοχή της πολεμικής ταινίας, που μάλιστα μοιάζει περισσότερο με ψυχολογικό δράμα παρά με πολεμική ταινία. Το πιθανότερο είναι να γοητεύσει όσους (σινεφίλ) θεατές θέλουν να δουν κάτι πραγματικά διαφορετικό, αλλά σίγουρα δεν είναι για τους ανθρώπους στους οποίους οι αφίσες και οι διαφημιστικές τακτικές την προωθούν.
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.