Copie Conforme (2010): Sélection officielle extraits

Δες/Κρύψε το teaser

Για τη μόνη ταινία που έφαγε γιούχα στις φετινές Κάνες (έστω κι αν ήταν από 3-4 άτομα μονάχα, στη χθεσινή απογευματινή δημοσιογραφική της), έχει απόψε ρεζερβέ τα κόκκινα σκαλιά του το Grand Théâtre Lumière, που υποδέχεται καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, το πρώτο δυτικόφωνο φιλμ του τρεις φορές υποψήφιου και μια απ’ αυτές βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα, Abbas Kiarostami. Ο Kiarostami εκπροσωπεί εδώ το Ιράν, που έχει γίνει επίκεντρο φωνών και ψιθύρων του Φεστιβάλ και της γενικότερης κινηματογραφικής πραγματικότητας, από την εποχή που οι αρχές της χώρας απαγόρευσαν την έξοδο απ’ τα σύνορα στον φυλακισμένο απ’ το Μάρτη Jafar Panahi, για να παραστεί στη διοργάνωση ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Θέμα που δεν έχει σταματήσει να ανασύρεται όλες αυτές τις μέρες, χάρη και στην κενή ρεζερβέ θέση που του έχουν φυλάξει οι διοργανωτές ανάμεσα στην επιτροπή, αλλά κι ακόμη περισσότερο χθες και σήμερα, που έγινε γνωστό ότι την Κυριακή η αστυνομία εισέβαλε εκ νέου στο σπίτι της οικογένειας του Panahi, για να τους προειδοποιήσει για σοβαρές συνέπειες, αν δεν σταματήσουν να ανταποκρίνονται στο ενδιαφέρον του Τύπου για το θέμα.

Στο δικό μας θέμα πάντως, ο Abbas Kiarostami, αφήνοντας τα φαρσί έξω απ’ το σενάριό του, κι αντικαθιστώντας τα με γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά --τις τρεις γλώσσες που κυριαρχούν, άλλωστε, και στην Croisette αυτές τις μέρες, με αυτήν την συγκεκριμένη σειρά συμπτωματικά--, υιοθετεί παράλληλα κι ένα εντελώς δυτικό θεματικό πυρήνα, γυρίζοντας αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει κλασικό rom-com, αν δεν ήταν ποτισμένο απ’ τις πολιτικοκοινωνικοφιλοσοφικές ευαισθησίες του δημιουργού του. Φορτώνοντας την ταινία στις ερμηνευτικές πλάτες της Juliette Binnoche σχεδόν αποκλειστικά (κάνοντάς την και ισχυρό φαβορί για το βραβείο ερμηνείας), και με τον (Βρετανό βαρίτονο) William Shimel ως βοηθητική παρουσία (για να έχει κάποιον να της επιστρέφει τις ατάκες) ο Kiarostami γυρίζει πρακτικά ένα απιστοποίητο αντίγραφο της διλογίας του Richard Linklater, Before Sunrise (1995) και Before Sunset (2004), βάζοντας τους δυο ήρωές του να περπατάνε και να μιλάνε ακατάπαυστα και επί παντώς, δίχως όμως να έχει ανάγκη την εφετζίδικη φωτογραφία, κι αφήνοντας το αστικό τοπίο της Τοσκάνης να ομορφύνει με το δικό του χρώμα τα σχεδόν απεριποίητα καδραρίσματά του.

Η ταινία διαφοροποιείται, και γίνεται αυθεντική μέσα στις ομοιότητές της, χάρη στο εύρημα των δυο χαρακτήρων, που ξεκινούν ως άγνωστοι (αυτός της Binnoche παραμένει κι ανώνυμος μέχρι τους τίτλους τέλους, αλλά κι οι δυο τους δεν είναι παρά κενά δοχεία που μπορείς ανά πάσα στιγμή να γεμίσεις με οποιανού την ύπαρξη θέλεις), κι απ’ την περιπατιτική παρλαπίπα περνούν στο επίπεδο της σουρεαλιτέ (αλλά, παρλαπίπας ωστόσο), όταν αρχίζουν να ενδύονται σταδιακά, ρόλους ζευγαριού με εντελώς διαφορετικούς δεσμούς από κομμάτι σε κομμάτι. Ρόλοι που τους μεταμορφώνουν σε φωτοκόπιες των εαυτών τους, με διαφορετικές δόσεις γκριζαρίσματος, δείχνοντας πρακτικά τα στάδια ζωής που περνά ο άνθρωπος στη σχέση του με τον άνθρωπό του, και τους ρόλους που αυτά επιβάλουν, κάνοντάς τον ταυτόχρονα ίδιο, μα και διαφορετικό, με τον ίδιο μα και με τον διπλανό του. Οι χωρίς προειδοποίηση αλλαγές, απλώνουν και διάφορα είδη αμηχανίας στον θεατή που δεν πιάνει απαραίτητα το τί συμβαίνει όταν το βλέπει, αλλά εδώ που τα λέμε, ποιος σου είπε ότι θα ενημερωθείς για το πότε αλλάζεις κι εσύ ο ίδιος;


Previously on Movies for the Masses: Tamara Drewe (2010): Hors compétition extraits

Tamara Drewe (2010): Hors compétition extraits


Ένα υπέροχο objet du désir εδραιώνεται φέτος, σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, κι έχει μακριά μελαχρινά μαλλιά, σκοτεινά καστανά μάτια, δελεαστικές φακίδες, σαγηνευτικά γεμάτα χείλη και αναλογίες που δίνουν εντελώς ποθητή σάρκα στον ζωγραφιστό χαρακτήρα της Tamara Drewe, που μεταφέρει στην οθόνη ο Stephen Frears, από το θρυλικό comic strip που τρέχει στις σελίδες κριτικής του Guardian απ’ το 2005. Το όνομά της είναι Gemma Arterton κι αφού η πρώτη της μεγάλη εμφάνιση στο πλευρό του Daniel Craig στο Quantum of Solace (2008), δεν την άφησε να μείνει στο μυαλό σου ως τίποτε περισσότερο από ένα ακόμη bond girl με ημερομηνία λήξης το τέλος της ταινίας, η 24χρονη Βρετανίδα φέτος έκανε δυναμικό come-back, καθοδηγώντας τον Περσέα στο θρίαμβο στο Clash of the Titans ως Ιω, ενώ δίνει έμπνευση ως πριγκίπισσα εν κινδύνω στον καλοχτενισμένο πρίγκιπα του Prince of Persia: The Sands of Time (2010) που βγαίνει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη. Η καλύτερή της στιγμή όμως, ερμηνευτικά και... υπαρξιακά, είναι στο ρόλο της υπερφιλόδοξης και υπεργεμάτης αυτοπεποίθηση, δημοσιογράφου Tamara Drewe, που γυρίζει απ’ το Λονδίνο στο πατρικό της στην εξοχή, για να το ανακαινίσει και να το πουλήσει, αλλά όχι προτού αναστατώσει με τα επαναστατικά της καμώματα και τα καυτά της σορτσάκια, το παραδίπλα ησυχαστήριο φερέλπιδων συγγραφέων, διαλέγοντας υποψήφιους να δοκιμάσουν μαζί της τις αντοχές της κρεβατοκάμαράς της.

Η ταινία, που κάνει την εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα της σήμερα στις Κάνες, μοιάζει περισσότερο με δουλειά του Περάκη, παρά του Frears, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αφού δίνει στον σκηνοθέτη του My Beautiful Laundrette (1985) και του The Queen (2006), την ευκαιρία να επιστρέψει πιο κοντά στα λημέρια του The Grifters (1990) και του High Fidelity (2000), για να φτιάξει μια ανάλαφρη, κωμωδία με δροσερή πλοκή, μπόλικο πιπεράκι για γεύση και εξαιρετικό, απογειωτικό ρυθμό. Φλερτάρει με τη μπαλαφάρα, αλλά καταφέρνει να βγει στεγνός απ’ τον κίνδυνο πνιγμού στη σεξοκωμωδία, και ντύνει την ταινία του με αύρα μυστηρίου αλά Agatha Christie, στις υποπλοκές που φέρνουν το σενάριο να περιπλέκεται γύρω απ’ τις εξωσυζυγικές περιπέτειες ενός απ’ τα παράπλευρα ζευγάρια των υποβοηθητικών χαρακτήρων. Δεν είναι μια απ’ τις καλύτερες στιγμές του δις υποψήφιου για Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτη (με τα Pick Up Your Ears (1986) και The Van (1996)) και ευτυχώς που δεν κατέληξε κι αυτός στο διαγωνιστικό μόνο και μόνο χάρη στο όνομά του, όμως το φιλμάκι του είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται ο λαός της Croisette, για να συνέλθει για 110 φρεσκαριστικά λεπτά, απ’ τη βαριά κουλτούρα που τρώει στη μάπα απ’ το πρωί ως το βράδυ.
Tamara Drewe, Graphic Novel Page


Previously on Movies for the Masses: Outrage (2010): Sélection officielle extraits

Outrage (2010): Sélection officielle extraits

Δες/Κρύψε το trailer

Επιτέλους λίγη ένταση, θα φέρει σε λίγα λεπτά, στο διαγωνιστικό των Κανών, ο (Takeshi, που υπογράφει πάλι ως) Beat Kitano, με το Outrage. Την επιστροφή του στα ματοβαμμένα γανγκστερικά yakuza, με την οποία φούλαρε χθες βράδυ την πρώτη δημοσιογραφική προβολή στην βαρβάτη αίθουσα Debussy κι έκανε το ίδιο στην επανάληψη δυο ώρες αργότερα, με την μικρομεσαία Bazin. Γυρίζοντας πίσω στο genre που τον βοήθησε να βρει την προσωπική του υπογραφή, ο Kitano φοράει την ανανεωτική ματιά του, και φρεσκάρει όχι μόνο τα πρόσωπα που επιλέγει να επανδρώσουν, αλλά και τις προσδοκίες σου σε μερικά απ’ τα στοιχεία που θα περίμενες ως χαρακτηριστικά του Kitano να δεις, στο στόρι για τις δυο οικογένειες του εγκλήματος, που με μια κάποια βοήθεια απ’ τον αρχινονό της περιοχής, και με μια αστεία αφορμή, έρχονται αντιμέτωπες μέχρι τελικής πτώσεως, γεμίζοντας αίμα τους δρόμους που ελέγχουν.

Σ’ αυτήν την αστεία αφορμή πάντως, αρκείται κι ο Kitano για να απλώσει στην οθόνη του έναν ύμνο στον κυνισμό των αδίστακτων αντιηρώων του, χωρίς να τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα ζωώδη ένστικτα και οι κτηνώδεις πράξεις που τους βοηθούν να εκτελέσουν, ή τουλάχιστον όχι τόσο όσο οι ίδιες οι πράξεις. Που όπως έλεγε και στη συνέντευξη Τύπου, αποτέλεσαν το έναυσμα και για την ταινία την ίδια, αφού, πρώτα κάθισε και σκέφτηκε τί φόνους θέλει να στήσει, και μετά βρήκε και μερικές σκηνές και μια πλοκή για να γεμίσει το σενάριό του. Βία για χάρη της βίας δηλαδή, κι εκεί που μπορείς να δεις μια χαμένη ευκαιρία ένας σκηνοθέτης τόσο οξυδερκής και ψημένος όσο ο Kitano, να τη μελετήσει λιγάκι περισσότερο και να διαπλουτίσει την προδοσία, την εκδικητικότητα και την καχυποψία, με καμιά ψυχοπαθολογία, ας πούμε, εκεί μπορείς να δεις και μια εξαιρετική ευκαιρία να τσεκαριστούν οι αντοχές τόσο οι δικές σου, όσο κι αυτές των καλοντυμένων στομαχιών του Grand Théâtre Lumière απόψε, και των ακριβών τους υφασμάτων που θα υποδεχτούν τις μπόλικες πιτσιλιές αίματος, απ’ τις ευφάνταστες μεθόδους ανατριχιαστικών επιδείξεων μακελειού. Έχει, όμως, κάτι να πει και για το φεστιβάλ, το γεγονός ότι μια τόσο ξεκάθαρα καφρίλικη ταινία, δίχως ιδιαίτερες σκηνοθετικές αρετές πέρα απ’ τα γκάζια και την εμπειρία του σκηνοθέτη στο συγκεκριμένο είδος, κατέληξε σε κοτζαμάν διαγωνιστικό, να διεκδικεί το μεγαλύτερο βραβείο του παγκόσμιου κινηματογραφικού φεστιβαλικού κυκλώματος.


Previously on Movies for the Masses: Biutiful (2010): Sélection officielle featurette

Biutiful (2010): Sélection officielle featurette


Αν το φετινό φεστιβάλ των Κανών, φαινόταν απ’ τις επιλογές του να είναι το πιο βαρύ στην κουλτούρα του, απ’ όλες τις διοργανώσεις των τελευταίων χρόνων του, πού να δεις και το πρόγραμμα της σημερινής του ημέρας. Η Δευτέρα των auter, έχει μέσα της Abbas Kiarostami, Stephen Frears, Christopher Boe και Jean-Luc Godard, αλλά η αρχή έγινε με την κατάμεστη πρωινή προβολή της νέας ταινίας του Alejandro González Iñárritu, το Biutiful (2010), που γέμισε πρώτα την τεράστια αίθουσα του Grand Théâtre Lumière και μετά την επίσης άνετη Soixantième, με δημοσιογράφους ανυπόμονους να βυθίσουν τα δοντάκια της στην ιστορία φουκαριάρη πατέρα δυο παιδιών, που βγάζει τα προς το ζειν κάνοντας τα logistics για Κινέζο με φάμπρικα απομιμήσεων (κανονίζει, δηλαδή, πού θα στηθούν οι πάγκοι, και πόσα θα πάρουν οι μπάτσοι για να μην τους μαζέψουν), ενώ παράλληλα βοηθά το αφεντικό του να περάσει και στις κατασκευές, νοικιάζοντας παράνομους Κινέζους εργάτες σε μεγαλοεργολάβο της Μεξικάνικης πόλης που φιλοξενεί τη δράση. Παράλληλα, εκτός από το μεταφυσικού τύπου χάρισμα να διαβάζει τα παράπονα παγιδευμένων ψυχών προσφάτως τεθνηκότων, έχει και προχωρημένο καρκίνο, με μετάσταση απ’ τον προστάτη, στα οστά και τα νεφρά του.

Μ’ ένα μάτσο συμφορές φορτωμένες στο κεφάλι του, ο φουκαράς που ερμηνεύει με ανατριχιαστική ακρίβεια κι ικανότητα ο αξιοβράβευτος Javier Bardem, περιφέρεται μέσα στο σαπουνοπερετικά μελοδραματικό σύμπαν που τον έχει φυλακίσει ο Iñárritu, ο οποίος κάνει εδώ την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση χωρίς σενάριο απ’ τον Guillermo Arriaga από πίσω, κι αν νόμιζες ότι αυτό θα τον απελευθέρωνε, μάλλον πρέπει να το ξανασκεφτείς. Παίζοντας πάλι με τη μονταζιέρα του, ο Iñárritu επιμένει στο μοτίβο των κομμένων timelines, μόνο που εδώ έχει στην πραγματικότητα μονάχα μία ιστορία να κόψει και να ράψει (αν εξαιρέσεις μια άσχετη υποπλοκή του Κινέζου αφεντικού και του εραστή του, που δεν πάει πουθενά) κι αυτό του βγαίνει μάλλον σε καλό, με τον συμπυκνωτικό συγχρονισμό, να δίνει ρυθμό δυναμικό στην ιστορία του, κι αν μη το άλλο να κρατάει τη διάρκεια κάτω απ’ τις δυόμιση ώρες, γιατί δεν θες ούτε να φανταστείς πόσο θα έφτανε, αν δεν την έκοβε έτσι. Πίσω από την κάμερα ο Iñárritu κάνει εξαιρετική δουλειά, αφήνοντας τις δυνατότητές του να φανούν χωρίς να κουράζουν, και το εύρος του να απλώνεται τόσο στη δράση όσο και στο θρίλερ, με εξαιρετικά δειγματάκια κι απ’ τα δύο, να κρύβονται διάσπαρτα μέσα στην ταινία. Το δράμα του είναι αυτό που υστερεί, γιατί όσο καλά κι αν το υπηρετεί στους περιορισμούς που θέτει, δεν παύει στην ουσία του να είναι μια μπούρδα για έναν καλό (καθολικό) χριστιανό που σ’ όλη του τη ζωή προσπαθεί να είναι τίμιος και ηθικός στα πλαίσια των επαγγελματικών του περιστάσεων, κι όταν μαθαίνει πως πεθαίνει και πρέπει να κάτσει να υπολογίσει τι τον περιμένει στην άλλη άκρη του τούνελ κι αν θα καταλήξει στην κόλαση, στον παράδεισο, ή θα νοικιάσει καζάνι στο καθαρτήριο, αρχίζει να τα κάνει όλα στραβά, "σα τη διαστρέβλωση του beautiful στον τίτλο", όπως σημείωσε κι ο Άκης Καπράνος, senior reviewer του νεότευκτου sevenart.gr, το οποίο, με την ευκαιρία, καλοδεχόμαστε στα δίχτυα.


Masses v5: Στη φωτεινή εποχή του διχτύου

Journal στα Αγγλικά, από τα Γαλλικά με λατινική ρίζα, σημαίνει daily record, ημερήσιο αρχείο. Blog είναι web journal, διχτυακό ημερήσιο αρχείο. Η ερώτηση της δεκαετίας στα naughties, αν είναι οι bloggers journalists, είναι λοιπόν εξ ορισμού πανηλίθια, ένα αποτέλεσμα-συνδυασμός της αναλυτικότητας (ή πραγματικής κινεζικότητας) της αγγλικής γλώσσας και της αγωνίας των παλιών media να διατηρήσουν το καθεστώς τους σε ένα κόσμο που τα ξεπέρναγε. Journal από τη πιο συνηθισμένη χρήση έγινε (στη σημασία) σταδιακά η εφημερίδα, journalist ο δημοσιογράφος, και χωρίς να πιάνεις και τις ελληνικές ρίζες των λέξεων για να μη πάθεις καμιά ημικρανία, όταν καταργήθηκαν τα μονοπώλια της ενημέρωσης (από τη χρήση της λέξης με τέτοια έννοια στα παραδοσιακά μέσα) journalist έγινε ο.. Joseph Pulitzer, ο υπερπρότυπος και υπερπροικισμένος δημοσιογράφος. Ξεκινώντας τα 10s και με τους εκδοτικούς οργανισμούς να έχουν μεταφερθεί μέχρι και αποκλειστικά στο δίχτυο, ο διαχωρισμός μεταξύ (ουσιαστικά) ημερησιοαρχειάκια και ημερησιοαρχειάκια έγινε ακόμα πιο μπερδεμένος για τον μέσο Αμερικάνο και κατ' επέκταση για τον μέσο πολίτη του διχτύου και του κόσμου, όπως διαπίστωσα συζητώντας κάτι μέρες την υπόθεση του Jason Chen με το κινητό της Apple. Ξεκάθαρα όμως, από τη πολλή πιπίλα των παλιών εκδοτικών οργανισμών, journalist είναι απλά όποιος δουλεύει σε αυτούς και είναι αυτόματα και ο Pulitzer φυσικά. Ενώ blogger είναι όποιος δημοσιογραφεί ανεξάρτητα, και αυτός είναι αυτόματα η κυρά Κατίνα φυσικά.

Σημείωσε σαν παρένθεση ότι η αμερικάνικη δικαιοσύνη έχει καταργήσει ουσιαστικά κάθε διάκριση στην αντίληψη περί "τύπου" στα Ελληνικά ή "journalism" στα Αγγλικά εδώ και δεκαετίες˙ κάθε "person that disseminates information" προστατεύεται χωρίς χρήση λέξεων βαρυφορτωμένων με σημασίες. Παρολαυτά, χρησιμοποιήθηκε (η αμερικάνικη δικαιοσύνη) τερατολογικά και κατά κόρο στην ενίσχυση των διακρίσεων από αμέτρητα διαστρεβλωτικά δημοσιεύματα. Η πιο χαρακτηριστική υπόθεση είναι αυτή του καλιφορνέζικου ανώτατου δικαστηρίου (O'Grady v. Superior Court) που "αποφάσισε" ότι "οι bloggers είναι journalists" όταν ρητά η απόφαση (επαναξαναματα)αρνήθηκε να κάνει διακρίσεις στο τι είναι "legitimate journalis[m]". Για χρόνια μέχρι τον Απρίλη, έπαιζε και η υπόθεση του New Jersey (Too Much Media v. Hale) που "κοντρα-αποφάσισε" πως "οι bloggers δεν είναι journalists", όταν το καημένο το δικαστήριο έγραψε ολόκληρα υπέροχα κατεβατά για να δικαιολογήσει ιστορικά την άρνησή του να αναγνωρίσει πως είναι δημοσιογράφος κάποια που, ανάμεσα σε άλλα λαμπρά, ισχυρίζονταν ότι θα ξεκίναγε blog.

Οι Μάζες πέρασαν τόσα χρόνια από αυτά τα παλιρροϊκά κύματα παπάρας σα ναυαγοί ανάμεσα σε καρχαρίες. Είμαστε bloggers και όχι σοβαροί για τους παραδοσιακούς πουλιτζεράδες, δεν είμαστε bloggers είμαστε αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι για το κάποτε ελληνικό μπλογκοχώρι που ευτυχώς πια μεγάλωσε και πολη-τίστηκε. Έτσι, ψάχνοντας καμιά καλή ιδέα να φρεσκάρω το σχεδιασμό στις μαζοσελίδες, είπα να παίξω με τα καλύτερα και τα χειρότερα όλων, μπας και φανεί ότι διαφορά δεν υπάρχει, η διαφορά είναι στο περιεχόμενο, στις πράξεις και όχι στις δηλώσεις.

Το περιεχόμενο ήταν πάντα και το θέμα στις Μάσες, στο προηγούμενο template, το πρώτο για 1024+ πλάτος, πολύ συνειδητά φάρδυνε το κάδρο των θεμάτων αντί να πλατύνουν καθόλου οι επιλογές δεξιά και αριστερά. Το περιεχόμενο ήταν όμως και πονοκέφαλος στη σχεδίαση τώρα, γράφουμε σταδιακά όλο και περισσότερα, κυρίως γιατί υπάρχει μια ανάγκη να αναλύουμε όσα λέμε ώστε να φαίνεται περισσότερο η λογική και η έρευνα από πίσω όσο περισσότεροι γράφουν αέρα κοπανιστό και ανακρίβειες με το ίδιο ύφος. Οπότε, αφού μεγάλωσε το περιεχόμενο.. μίκρυνε η γραμματοσειρά, προσωπικά έτσι κι αλλιώς αντιπαθώ όλες τις τάσεις να απλώνονται το chrome (που λέει και η Google) και το κείμενο όσο μεγαλώνουν τα monitor, δεν είμαι γκαβός, έχω 24άρι εδώ και χρόονια για να βλέπω πιο πολλά και όχι για να μεγενθύνω το κινητό μου. Για να φαίνεται το περιεχόμενο έγιναν minimal οι επιλογές, και καλύτερα νομίζω, πια το μόνο που χρειάζεται και ο τελευταίος στο δίχτυο είναι τα labels και το κουτάκι με το search, τη ροή της πληροφορίας του έχει μάθει να τη καθορίζει ο καθένας ακόμα κι αν δε ξέρει από feeds και λοιπά τεχνικά.

Το no logo (που για την ακρίβεια είναι ένα άσπρο κουτάκι 2x2) προέκυψε όσο περίμενα τον rotweiler να φτιάξει logo που να λέει ότι είμαστε οι μεγαλύτεροι και καλύτεροι αλήτες ρουφιάνοι bloggers. Είπε και ο Citizen Mac ότι του φαίνονταν πολύ generic entertainment blog το όλο στιλ, μια καλή αφορμή για μένα για να το κάνω ακόμα genericότερο.


Les Amours Imaginaires (2010): Un certain regard trailer


Ίσως το πιο άξιο σχολιασμού στην περίπτωση της δεύτερης ταινίας του 21χρονου Xavier Dolan, που είναι και η δεύτερη που φτάνει στην Croisette (μετά το περσινό J'ai Tué ma Mère (2009)), είναι το πόσο χρήσιμο για το ίδιο, και ωραίο για το κοινό του, είναι να μπορεί ένα φεστιβάλ να έχει τη δύναμη να δημιουργεί αστέρια, να τα αγκαλιάζει ως τέτοια και να τα πλασάρει ως τέτοια, δηλαδή όχι μόνο ως αστέρια, αλλά ως αστέρια δημιουργημένα απ’ το ίδιο το φεστιβάλ. O Xavier Dolan έλαμπε χθες το βράδι στα αποκαλυπτήρια της ταινίας του, που διαγωνίζεται στο Un Certain Regard (μια πόρτα δίπλα από τους μεγάλους δηλαδή), όπως έλαμπε κι όλη τη μέρα που κυλοφορούσε από terrace σε balcon κι απ’ το ξενοδοχείο στην Croisette, έχοντας λάχει υποδοχής που δεν επιφύλαξαν οι (γαλλόφωνοι) δημοσιογράφοι ούτε για τον Russell Crowe σχεδόν, πόσο μάλλον για τη Naomi Watts και τον Josh Brolin, που επίσης χθες, συνόδευαν τον Woody Allen στην εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα του You Will Meet a Tall Dark Stranger (2010).

Βέβαια το ότι ο Dolan περπατάει στην Croisette με τον αέρα του νέου François Ozon και λίγα λες, δεν είναι και τυχαίο, ούτε αβάσιμο. Το Les Amours Imaginaires, εκτός από μια εξαιρετικά κολακευτική ερωτική εξομολόγηση προς την παράδοση του γαλλικού κινηματογράφου και της nouvelle vague, είναι και μια βροντερή επίδειξη εξαιρετικού ταλέντου και ικανοτήτων. Φρεσκάροντας το στόρι του Jules et Jim (1962) για να το μεταμορφώσει σε μια πιο σεξουλιάρικη και μοντέρνα εκδοχή για την bisexual εποχή και παράλληλα να δημιουργήσει το homme fatale, ο Dolan βγάζει παρέλαση την φρεσκάδα, την αναπολογητικότητα, την ανατρεπτική διάθεση και την παιχνιδιάρικη τσαχπινιά που οφείλει να κουβαλά η νιότη των ιδεών του, και αφήνει ξεκάθαρα να φανεί, ότι μπορεί με μεγάλη ευκολία πολύ σύντομα να αναδειχθεί σε Tarantino του cinema d’ auteur, έτσι άνετα που ελίσσεται ανάμεσα σε αναφορές, αναδιαμορφώσεις και αναπροσαρμογές ειδών, τεχνικών και στιλιστικών επιλογών. Αρκεί, για να τα καταφέρει όλα αυτά, να μπορέσει σύντομα να ξεπεράσει τον εαυτό του, να περιορίσει την ανάγκη του να βαυκαλίζεται με τις εικόνες του, να συγκρατήσει τα σενάριά του και να μην αφήσει τα κολλήματά του να ξεχαρβαλώνουν τις πλοκές του, ξεπερνώντας κατά το εν τρίτο της συνολικής ώρας, την αληθινή διάρκεια των ταινιών του. Όλα αυτά δηλαδή που του συγχωρούσες στην πρώτη του ταινία επειδή ήταν η πρώτη του, και επανέρχονται ανησυχητικά στη δεύτερη, αν και, ακόμα κι έτσι, την αποθέωση απ' το κοινό στο τέλος, την πήρε και την ευχαριστήθηκε.


Previously on Movies for the Masses: Another Year (2010): Sélection officielle extraits

Another Year (2010): Sélection officielle extraits


Ο πρώτος απ’ τους τρεις μεγάλους της Βρετανικής επέλασης, έκανε σήμερα πρωί-πρωί το πέρασμά του από ένα κατάμεστο Grand Théâtre Lumière για την πρώτη εμφάνιση της ταινίας στους δημοσιογράφους, πριν κάνει το επίσημο άνοιγμά του το βράδι, μπας κι αλλάξει λίγο τις προφορές που ακούγονται στα κόκκινα χαλιά των Κανών.

Another Year ο τίτλος της ταινίας, άλλη μια χρονιά στο φεστιβάλ της Croisette για τον Mike Leigh, που την έχει περπατήσει ήδη τρεις φορές, κι επιστρέφει εδώ τρίτη φορά, διαγωνιζόμενος σχεδόν μια δεκαετία μετά το All or Nothing (2002), για τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα που είχε κερδίσει με το Secrets & Lies (1996), ή έστω τα τριγύρω του βραβεία, με την 10η ταινία του. Ταινία χωρισμένη στα τέσσερα κεφάλαια των εποχών που χωρίζουν κι όλες τις χρονιές κανονικά, και η οποία ανοίγει με την παραπλανητική cameo εμφάνιση της Imelda Staunton, για να αρχίσει να βολτάρει ανάμεσα στους τριγύρω χαρακτήρες, με γοητευτική όσο και χαρακτηριστική άνεση, προτού τους δέσει όλους μαζί απάνω στην πλοκή του, την οποία μπορείς να συνοψίσεις και ως «μεσήλικες Εγγλέζοι πίνουν», κινδυνεύοντας όμως ν’ αδικήσεις και τους μεσήλικες φίλους τους που τους κοιτάζουν, τους ακούν και τους αντέχουν.

Μια χρονιά απ’ τη ζωή ενός ζευγαριού χρόνια παντρεμένου, επαγγελματικά εξασφαλισμένου, οικογενειακά πετυχημένου και ως εκ τούτου, γενικά ευτυχισμένου, είναι η κεντρικός κορμός της ταινίας, γύρω απ’ τον οποίο περιφέρονται ζαλισμένες οι ιστορίες φίλων τους και συγγενών, όχι όλων κι όχι των κανονικών, αλλά αυτωνών που έχουν ζωές αρκετά διαλυμένες για να έχουν χρόνο και ανάγκη να βρουν ένα αποκούμπι στη ζεστασιά του σπιτικού των ανοιχτόκαρδων πρωταγωνιστών. Μια ιστορία για την συντροφικότητα όπως αυτή αναδεικνύεται από την έλλειψή της, για την απελπισία του σκοτεινού κενού της μοναξιάς, όπως αυτό φωτίζεται από το αντίθετό του, μια ιστορία για το πώς η ζωή μπορεί καμιά φορά να είναι άδικη, αλλά και το πώς οι άνθρωποι που τη ζουν αφήνονται να πνιγούν στη μοιρολατρία τους, το Another Year είναι κλασικός Mike Leigh στο δόγμα του «ζωή και τίποτε άλλο», όπως το θέτει, χωρίς υστερίες και φωνές, αλλά και χωρίς αξιώσεις εξαιρετικές, στο τεατράλε σενάριο που υπηρετούν με περισσή κομψότητα ο Jim Broadbent, η Ruth Sheen και η Lesley Manville στους τρεις κεντρικούς ρόλους.


Previously on Movies for the Masses: Draquila (2010): Séances spéciales trailer
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.