Proof - Review

Proof
2.5/5(2.5/5)

Σκηνοθεσία: John Madden
Σενάριο: Rebecca Miller, David Auburn (διασκευή στο βραβευμένο με Pulitzer θεατρικό του τελευταίου)
Παίζουν: Gwyneth Paltrow, Anthony Hopkins, Jake Gylenhaal, Hope Davis

Το άνοιγμα της ταινίας, που προστέθηκε στο σενάριο για να χρησιμοποιηθεί σ’ αυτήν την κινηματογραφική μεταφορά, μαρτυρά πολλά για τι πρόκειται να ακολουθήσει. Μια νεαρή κοπέλα, η Catherine, κουβεντιάζει στο σαλόνι με τον πατέρα της, τον Robert, θαυμάζοντας την ικανότητά του να μιλά τόσο νηφάλια για την ταραχώδη διανοητική του κατάσταση, όντας την ίδια στιγμή παράφρων. Ο ίδιος συμφωνεί, και χαμογελώντας προσθέτει κάτι του στυλ «επίσης, είμαι νεκρός».

Σε λίγα λεπτά έχουμε μάθει ότι ο Robert, ο κάποτε φοβερός και τρομερός επιστήμονας που άνοιξε νέους δρόμους στη μαθηματική σκέψη, έχει πεθάνει πλήρης ημερών, αλλά στερημένος των λογικών του. Και ότι η κόρη του, κάποτε ένα πολλά υποσχόμενο μαθηματικό μυαλό, μιας και κάνει συζητήσεις με τον νεκρό της πατέρα, ίσως να έχει κληρονομήσει και κάτι ακόμη εκτός από την ευχέρειά του στη μαθηματική σκέψη.

Η ξαφνική εμφάνιση του Hal μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, προδίδει και τις θεατρικές καταβολές της ταινίας, που ο John Madden δεν κατάφερε να αποβάλλει, ή να καμουφλάρει με τις σπάνιες και σύντομες βόλτες της κάμεράς του έξω από το σπίτι της ηρωίδας. Ο Hal είναι ένας νεαρός μαθηματικός, μαθητής του Robert, που ψάχνει στις σημειώσεις του δασκάλου του για μια τελευταία έκλαμψη του λαμπρού του μυαλού. Και τη βρίσκει. Με τη βοήθεια της Catherine βρίσκει μια απόδειξη που ξανά θα αλλάξει την πορεία της μαθηματικής σκέψης, με κάποιον τρόπο που δεν πολυκατάλαβα και δεν με πολυενδιαφέρει.

Γιατί το Proof δεν είναι μια ταινία για τα μαθηματικά, απλά χρησιμοποιεί την μαθηματική απόδειξη σαν όχημα για να ερευνήσει το όριο ανάμεσα στην έξαψη της δημιουργικότητας και το σάλεμα του νου, το φόβο και το τραύμα του να βλέπεις τον άνθρωπό σου να απομακρύνεται από τον κόσμο, την αναπόφευκτη στιγμή που καλείς τον άλλον να αποδείξει την πίστη του σ’ εσένα και αντιστρόφως, και πάνω απ’ όλα την ανάγκη να αποδεικνύεις την αξία σου σ’ εσένα, μέσα από τον να αποδεικνύεις την αξία σου στην πατρική φιγούρα.

Βέβαια υπάρχουν κάποιες στιγμές που οι σεναριογράφοι μπερδεύονται μέσα στα επικαμπύλια ολοκληρώματα και τα θεωρήματα του διαφορικού λογισμού, και λογικό είναι, αλλά σε γενικές γραμμές κρατάνε τα πράγματα απλά και κινηματογραφικά.

Ο Madden, σκηνοθέτης και της πρόσφατης θεατρικής εκδοχής που ανέβηκε στο Λονδίνο με την Gwyneth Paltrow πάλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο και πολύ θερμές κριτικές στις εφημερίδες, καταφέρνει να οδηγήσει τους ηθοποιούς του σε υψηλές αποδόσεις, με τον Gylenhaal στον πιο ενήλικο ρόλο του να φέρνει μια απαραίτητη γλύκα στο πέπλο ανασφάλειας και φόβου που καλύπτει την ταινία και τον sir Anthony να ισορροπεί ανάμεσα στο κλισέ και την υπερβολή, αφήνοντας ωστόσο την αύρα του μεγάλου ηθοποιού να παρεμβάλλεται μαζί με τα flashbacks του. Η δε Davis, που κρατά τον επικίνδυνα τυποποιημένο ρόλο της μεγάλης αδερφής, παίρνει το χαρακτήρα και του δίνει ένα σωρό φρέσκες όψεις και πλευρές, κλέβοντας μερικές σκηνές από την Gwyneth, η οποία βρίσκεται στο κέντρο της ταινίας και παραδίδει ένα εξαιρετικό εύθραυστου ψυχισμού και φόβου που δύσκολα σβήνει από την οθόνη, αφήνοντάς μας να ελπίζουμε ότι ίσως ανοίξει ένα καινούριο, πιο παραγωγικό κεφάλαιο στην καριέρα της.

The Exorcism of Emily Rose - Review

The Exorcism of Emily Rose – Ο Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ
3/5 (3/5)

Σκηνοθεσία: Scott Derickson
Σενάριο: Scott Derickson, Paul Harris Boardman (βασισμένο σε αληθινή ιστορία)
Παίζουν: Laura Linney, Tom Wilkinson, Jennifer Carpenter

Ο συντάκτης μιας ξένης κριτικής, αναρωτιέται γιατί ο διάβολος ασχολήθηκε με τη μίζερη ύπαρξη της Emily Rose και δεν καταλαμβάνει το κορμί της Lindsey Lohan. Ένα έχω να του πω: το έχει ήδη καταλάβει. Απλώς δεν την έχουν εξορκίσει ακόμη, για να την κάνουν και ταινία.

Ο Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ βασίζεται στην «αληθινή ιστορία» της Anneliese Michel, που καταλήφθηκε από δαιμόνια και πέθανε κατά τη διάρκεια εξορκισμού, στέλνοντας τον παπά που τον έκανε, στο εδώλιο για ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας. Δίπλα του και αντιμετωπίζοντας τις ίδιες κατηγορίες, κάθισαν και η γονείς της κοπέλας, όμως, προφανώς για δραματουργικούς λόγους, ο σκηνοθέτης και συνσεναριογράφος της ταινίας, Scott Derickson –που μέχρι τώρα είχε στο βιογραφικό του μόνο βιντεοταινίες β’ διαλογής όπως το Urban Legends: The Final Cut και Hellraiser: Inferno-, προτίμησε να επικεντρωθεί μόνο στον παπά, τον οποίο ερμηνεύει ο Tim Wilkinson με σαφώς περισσότερες δόσεις φόβου απ’ αυτούς που είχε βάλει ο Max von Sydow στον πατήρ Merrin.

Απέναντί του βάζει την Laura Linney, η οποία ως δικηγόρος υπεράσπισης και ακλόνητη ρασιοναλίστρια, αναλαμβάνει το δύσκολο ρόλο του να είναι το μόνο άτομο με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί ο μέσος θεατής. Γιατί, ok, καλοί είναι οι εξορκισμοί όταν τους βλέπουμε στην οθόνη, αλλά το να πιστεύουμε ότι και στην πραγματικότητα τα δαιμόνια μπορούν να κάνουν κατάληψη στο κορμί μας, είναι μια άλλη ιστορία.

Αυτήν ακριβώς την προκατάληψη βάζει στο στόχαστρό του ο Derickson και κάνει τον θεατή να αναρωτιέται: ποιοι είναι πιο παρανοϊκοί, αυτοί που πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι η Έμιλυ Ρόουζ μοιράζεται τις καμπύλες της με τον Βελζεβούλη, ή αυτοί που προσπαθούν να προσεγγίσουν το ενδεχόμενο και να το αποκλείσουν από νομική σκοπιά; Όμως καθώς η ταινία εξελίσσεται και το υπερφυσικό παρεισφρέει στο ρασιοναλιστικό, η δικηγόρος της Linney μας παρασύρει από την άρνηση στον αγνωστικισμό και από εκεί σε ένα σύμπαν όπου τα γεγονότα που μπορούν να σταθούν σε ένα δικαστήριο (και άρα στον πραγματικό κόσμο) αμφισβητούνται απ’ αυτά που μόνο στο πανί μπορεί να συμβαίνουν (και στη σφαίρα του μεταφυσικού).

Έτσι η ταινία αποκτά έναν πολύ ιδιαίτερο σχιζοφρενικό χαρακτήρα, καθώς παντρεύει δυο ολότελα αταίριαστα είδη με σχεδόν μεγάλη επιτυχία. Και λέω σχεδόν, γιατί από το δεύτερο μισό και μετά, φαίνεται ότι ο Derickson έχει μπει στο δικαστήριο προκατειλημμένος για την έκβαση της υπόθεσης, ασχέτως απ’ το τι θα αποφασίσουν οι ένορκοι. Οι τελειωτικές και πιο συγκλονιστικές αποκαλύψεις της άλλης πλευράς στην Linney, φαίνονται υπερβολικές και εύκολες, ακυρώνοντας έτσι στη στιγμή την αξιοπιστία της ταινίας.

Φυσικά, αντίστροφη πορεία ακολουθεί η σκηνοθετική σχιζοφρένεια του Derickson, που ενώ στην αρχή αφήνει εξαιρετικές υποσχέσεις με την οπτική του στο σκληροπυρηνικό μεταφυσικό θρίλερ, με σκηνές που συναγωνίζονται ακόμη και τον ίδιο τον Εξορκιστή και την σωματική και φωνητική ερμηνεία της Jennifer Carpenter να απογειώνει την ατμοσφαιρικότητα του φιλμ, σύντομα πέφτει σε κλισεδιάρικα και διαδικαστικά set pieces, ενώ βρίσκει καλύτερο ρυθμό στα νουάρ έδρανα του δικαστηρίου.

Πάντως το πείραμα δεν είναι απόλυτα αποτυχημένο. Λίγο άνισο μεν, ίσως και άδικο στον τρόπο που καταλήγει να χειρίζεται το θέμα του, αλλά παραμένει ενδιαφέρον, και αν μη τι άλλο αξιέπαινο για την τόλμη του στη διαφορετικότητα, μέσα σε έναν συρφετό νερόβραστων horror remakes.

News - Το Hollywood πάει Ελλάδα; Πάλι;

Ο Billy Zane και η εταιρεία διανομής του, η Romar, ήρθαν σε συμφωνία με την Safe Company, την ελληνική εταιρεία παραγωγής που κρύβεται πίσω από πρόσφατες ελληνικές επιτυχίες όπως το Safe Sex, το Κλάμα Βγήκε από τον Παράδεισο και το Οξυγόνο, για προώθηση των ελληνικών ταινιών στις αμερικανικές αίθουσες, αλλά και την διαφήμιση της Ελλάδας ως προορισμό για μεγάλες αμερικανικές παραγωγές.

Η εταιρεία Romar, που συνεργάζεται με ένα δίκτυο 2.500 αιθουσών στις ΗΠΑ, ενδιαφέρεται αρχικά για την προβολή της νέας ταινίας του Γρηγόρη Καραντινάκη, Η Χορωδία του Χαρίτωνα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η ανακοίνωση της συμφωνίας δε θα μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή για την κωμωδία με πρωταγωνιστή τον νέο διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Γιώργο Χωραφά, που βγαίνει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη.

Θυμίζουμε ότι ο χορός των ελληνικών ταινιών στις αίθουσες για την καινούρια και μάλλον υποτονική μέχρι ώρας σαιζόν, ξεκίνησε μόλις πριν δύο εβδομάδες, με την νέα κωμωδία του Αντώνη Καφετζόπουλου, Η Γυναίκα Είναι… Σκληρός Άνθρωπος, την οποία το κοινό υποδέχτηκα σχετικά θερμά, χαρίζοντάς του γύρω στις 10.000 εισιτήρια, που δεν είναι άσχημο, αλλά ούτε και καλό το λες.

The Constant Gardener - Review

The Constant Gardener – Ο Επίμονος Κηπουρός
4.5/5(4,5/5)

Σκηνοθεσία: Fernando Meirelles
Σενάριο: Jeffrey Caine (από τη νουβέλα του John Le Carre)
Παίζουν: Ralph Fiennes, Rachel Weisz, Dany Huston

Μαζί με το The Interpreter, το Hotel Rwanda και το επερχόμενο Syriana, το The Constant Gardener επιδεικνύει την τάση του Hollywood να υιοθετήσει ένα πιο παγκοσμιο(ποιημένο) πρόσωπο, βγάζοντας τα συνομοσιολατρικά-πολιτικά θρίλερ έξω από τα σύνορα της Αμερικής. Αν όλες αυτές οι ταινίες πρόκειται να είναι τόσο καλές όσο το Constant Gardener, τότε καλώς να έρθουν.

Μεταφέροντας στην οθόνη μια από τις καλύτερες νουβέλες του John Le Carre, του μυθιστοριογράφου-ειδήμονα στα κατασκοπικά θρίλερ με λευκούς ανθρώπους σε εξωτικό περιβάλλον, ο Meirelles και ο σεναριογράφος του, Jeffrey Caine (Goldeneye) στήνουν ένα εξαιρετικό θρίλερ που μοιράζεται το χρόνο του με ένα υπέροχο love-story, και εξυψώνεται από τους καλογραμμένους του χαρακτήρες.

Όλα είναι στο σενάριο, το οποίο, ανακοινώνοντας από τα πρώτα λεπτά ότι η Tessa (Weisz) είναι νεκρή, δίνει στα flashbacks που εν είδη αναμνήσεων εδραιώνουν στη RAM μας τη σχέση της με τον Justin (Fiennes), έναν μακάβριο και γλυκόπικρο χαρακτήρα. Έτσι ανοίγει η πόρτα για το state of mind του πρωταγωνιστή: δεν είναι ο εκδικητής-τιμωρός που ξεκινά κυνήγι για δικαιοσύνη οφθαλμόν-αντί-οφθαλμού, αλλά ένας πικραμένος άντρας, ένας πράος φλώρος που προτιμά να ασχολείται με τον κήπο του παρά με τον πραγματικό κόσμο, όμως τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, νιώθει περιέργεια. Μια περιέργεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με την παθολογική ευγένεια και την απάθεια της κουλτούρας του, και του αποκαλύπτει το μαρτύριο της ζωής της γυναίκας του. Μέσα από το σοκ του θανάτου της, ο Justin έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη νοσηρότητα της πραγματικής τραγωδίας που η Tessa προσπαθούσε να εξαλείψει, αυτήν που μέχρι τότε δεν ήταν παρά το background της αυξανόμενης μεταξύ τους απόστασης. Η οργή και η αηδία που θα νιώσει, θα γίνει ακόμη πιο δυνατή χάρη στη συνειδητοποίηση ότι αυτός είναι που τόσα χρόνια ήταν πραγματικά νεκρός.

Ο Ralph Fienes, στο μοναδικό καλό ρόλο που έχει σταυρώσει εδώ και τρία χρόνια, παίζει με χαρακτηριστική, βρετανική ευστοχία τον συνεσταλμένο Άγγλο που βλέπει το επιβεβλημένο κέρινο προσωπείο του να λιώνει όταν βγαίνει στον καυτό ήλιο της αφρικανικής πραγματικότητας, ενώ η Rachel Weisz στοιχειώνει με το φάντασμα της Tessa όλη την ταινία, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά πραγματικά μεγάλο υποκριτικό δυναμικό. Ο Meirelles αποσπά δυνατές ερμηνείες από όλο το cast, βγάζει την κάμερα από το στούντιο για να γεμίσει την οθόνη με εικόνες τις εξαθλιωμένης Αφρικής και να κάνει ξεκάθαρο το μήνυμα της ταινίας του, ενώ στα νευρικά πλάνα και τα ασταθή καδραρίσματά του φυλακίζει άψογα την ψυχολογία του ήρωά του, επιδεικνύοντας –αν και με μια δόση ανασφάλειας—την σκηνοθετική του μοναδικότητα.

Όμως τα πραγματικά εύσημα αξίζει ο Cesar Charlone, που σε ξεπλυμμένα σέπια χρώματα ζωγραφίζει τη ζοφερή αμεσότητα της φρίκης, κάνοντας την πραγματικότητα τον τρίτο πρωταγωνιστή. Φαρμακευτικές εταιρείες που δοκιμάζουν τα προϊόντα τους σε ανθρώπινα πειραματόζωα από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, αδιαφορώντας για τις απώλειες. Άλλωστε, αυτοί οι άνθρωποι δε μετράνε για αληθινοί. Ή τουλάχιστον, δεν είναι κανείς εκεί να τους μετρήσει.

A History of Violence - Review

A History of Violence – Το Τέλος της Βίας
3/5 (3/5)

Σκηνοθεσία: David Cronenberg
Σενάριο: Josh Olson (από το graphic novel των John Wagner και Vince Locke)
Παίζουν: Viggo Mortensen, Maria Bello, Ed Harris

Η φιλμογραφία του David Cronenberg χαρακτηρίζεται σχεδόν στο σύνολό της από την σαδιστική προσέγγιση του σκηνοθέτη στο ανθρώπινo σώμα και τον τρόπο που το παραμορφώνει για να εκφράσει την ψυχολογική ή/και τη διανοητική κατάσταση των ηρώων του.

Στο Spider έδειξε να αλλάζει πορεία και να σπρώχνει την κάμερά του πιο κοντά στην ανθρώπινη ψυχή και τις ανάποδες διαδρομές του μυαλού. Αυτήν την διαφορετική πορεία ακολουθεί –με πολύ πιο ομαλό και ανοιχτό στο θεατή τρόπο- και στο History of Violence, που κάνει τη μακρά φιλμογραφία του Καναδού να μοιάζει με πολύχρονη προσπάθεια να κάνει τη σωστή τομή στο σώμα που θα ανοίξει στους θεατές το δρόμο για την ψυχή. Απ’ ότι φαίνεται, μάλλον τα κατάφερε.

Η art-house θεματική, η mainstream αφήγηση και τα εικαστικά κρεσέντο που θα περίμενε κανείς από έναν σκηνοθέτη με το παρατσούκλι Βαρόνος του Αίματος, αναμειγνύονται στο History of Violence που εικονογραφεί την τρομακτική απόσταση ανάμεσα στις ακραίες εκφράσεις της ανθρώπινης φύσης. Ο Tom Stall, φιλήσυχος ιδιοκτήτης του diner μιας επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, πατέρας δύο παιδιών και σύζυγος μιας πανέμορφης δικηγόρου (Maria Bello) που φαίνεται φουλ ερωτευμένη μαζί του, έρχεται ένα βράδυ αντιμέτωπος με δυο περαστικούς εγκληματίες που σταματούν στην πόλη του για μια γρήγορη ληστεία. Με μερικές γρήγορες κινήσεις που φαίνεται να έχει ξεσηκώσει από το Bourne Identity, ο Tom εξουδετερώνει του ληστές και γίνεται ο ήρωας της πόλης. Το περιστατικό αλλάζει τη ζωή του και με έναν άλλον τρόπο όμως, αφού μερικές μέρες μετά εμφανίζεται ένας μυστήριος τύπος που ισχυρίζεται ότι ο Tom δεν είναι αυτός που όλοι νομίζουν, αλλά ένας φυγάς μαφιόζος.

Ο Viggo Mortensen, που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, παραδίδει ερμηνεία καριέρας πιάνοντας όλες τις σωστές αποχρώσεις του σχιζοειδούς χαρακτήρα του και με τον πιο αδιόρατο τρόπο κάνει ξεκάθαρη την μια ερμηνεία του τίτλου της ταινίας. Ο Cronenberg με άριστα make up, σκηνοθετική ευελιξία και ακρίβεια, μας κάνει να αναρωτιόμαστε σε ποιον θεό πρέπει να κάνουμε επίκληση για να τον δούμε να σκηνοθετεί σκληροπυρηνική περιπέτεια, ενώ παράλληλα φροντίζει να δώσει μια πιο διαχρονική, δαρβινική ερμηνεία στον τίτλο –ένα χρονικό βίας σε όλη την ιστορία του πλανήτη, όπου επιβιώνει ο ισχυρότερος. Το τρίτο ταμπλό στο οποίο προσπαθεί να κινηθεί, η κληρονομικότητα της βίας, που εμφανίζεται μέσα από το ξύπνημα άγριων ενστίκτων στο γιο του Stall, τον Jack (Ashton Holmes) μάλλον δεν έχει αρκετό χώρο να αναπνεύσει, όμως κι αυτό εντάσσεται στο γενικότερο, υπόγεια ηλεκτρισμένο κλίμα της ταινίας που χάρη στην εξαιρετική της ατμόσφαιρα συνήθως κατορθώνει να υπερκεράσει τα προβλήματα στο ρυθμό.

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ιστορίας να είναι η απλότητα της γραμμικής αφήγησης, που μάλλον θα δούλευε καλύτερα αν ο Cronenberg έστρεφε το φακό του στο χρονικό της προσπάθειας του ανθρώπου να καταπνίξει τη βιαιότητα, παρά στην ξαφνική της επανεμφάνιση, όμως όπως και να ‘χει το History of Violence (τίτλος που μεταφράστηκε με τρόπο που διαστρεβλώνει ολοκληρωτικά την αρχική σημασία του) είναι μια ταινία που έχει πολύ ψωμί για κουβέντα και μερικές επί μέρους σκηνές πολύ συναρπαστικές.

Πρώτη φωτό του νέου Bond

The Name is Blond, James Blond

Αποκαλύφθηκε πριν από μερικές μέρες το πιο καλά φυλασσόμενο μυστικό των Μυστικών Υπηρεσιών της Αυτού Μεγαλειότητας. Ο νέος James Bond, στην επίσημη και σοβαρή εκτέλεση του Casino Royale, της νέας του περιπέτειας, θα φέρει τη φάσα του Daniel Craig.

Ο ηθοποιός που κατέκτησε τη δόξα στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της Lara Croft, κρατώντας το ρόλο του Alex West, πρώην εραστή-νυν νέμεση της Λαίδης Λάρα, και στη συνέχεια βρέθηκε ανάμεσα σε ταλέντα όπως αυτά του Tom Hanks, Paul Newman και Jude Law στο οικογενειακό γκαγκστερικό έπος του Sam Mendes, Road to Perdition, έδειξε πέρυσι ότι είναι ικανός να κουβαλήσει ταινία, με το ρόλο του ΧΧΧΧ στο Layer Cake, πλάι στη Sienna Miller. Και στις τρεις περιστάσεις έχει αποδείξει ότι μπορεί να είναι φονικά βίαιος αν χρειαστεί, όμως το περιστατικό με την δεσποινίδα Miller μάλλον θέτει εν αμφιβόλλω τις ικανότητες του να εκμεταλλευτεί νεαρές κορασίδες, δυνατότητα που είναι εκ των προαπαιτούμενων για έναν καλό Bond και αφήνει υπόνοιες για το αντίστροφο.

Κάποιοι πάντως μετρούν στα θετικά του James Blond ότι είναι αρκετά αγριόφατσα ώστε να μπορεί να σκοτώσει κάποιον με τα γυμνά του χέρια εν ριπεί οφθαλμού, όμως για την ώρα το mftm επιμένει στη θέση του πως ο Bond πρέπει πρωτίστως να είναι αρκετά well groomed και βουτυρομούρης για να κερδίζει τη fashion police του κάθε cocktail party. Και η πρώτη φωτογραφία του Craig με το tuxedo, έχει υπερβολικά πολλές σκιες για να μας δώσει αυτήν την εντύπωση…

Cinderella Man – Review

Cinderella Man
3.5/5(3.5/5)


Σκηνοθεσία: Ron Howard
Σενάριο: Cliff Holingsworth, Akiva Goldsman
Παίζουν: Russel Crowe, Renee Zellweger, Paul Giamatti

Δεν ξέρω αν έφτασε η εποχή που κάθε χρόνο θα έχουμε από μια ταινία για μποξ, με το outsider να περνάει τα μύρια όσα, να ανατρέπει όλα τα προγνωστικά, να αγκαλιάζει τον τίτλο και στο τέλος να σηκώνει και το Όσκαρ, ξέρω όμως πως σίγουρα ο Stallone δεν το είχε φανταστεί όταν έγραφε το σενάριο του Rocky ότι θα έδειχνε έναν από τους αγαπημένους δρόμους των παραγωγών για τα χρυσά βραβεία. Πάντως αν τα πράματα συνεχίσουν έτσι, αυτός μπορεί να γίνει και ο σοβαρότερος λόγος να τον μισούμε για ό,τι έκανε στον κινηματογράφο.

Ο Ron Howard, με το γνωστό, καλοδουλεμένο, και όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένο στυλ, σκηνοθετεί την ιστορία του Jimmy Braddock, ενός μποξέρ που μετατράπηκε σε θρύλο, όταν ξεπήδησε από την πεινασμένη εργατική τάξη του αμερικανικού κραχ για να τσακίσει όποιον συναντούσε στα ρινγκς και στο τέλος να αρπάξει τον τίτλο από τον αλαζονικό defender του, τον Max Baer.

Το σενάριο, που προσωποποιεί στον χαρακτήρα του Braddock και την άνοδό του από τα σακιά των αποβάθρων στα σαλόνια των πολυτελών εστιατορίων τους πόθους αλλά και τη… λεβεντιά του άσπρου κολάρου, αφήνει χώρο για μερικές ενδιαφέρουσες ματιές στην Αμερική της μεγάλης πείνας, πριν συνεχίσει την φορμουλαϊκή του εξέλιξη. Η συγκινήσεις εναλλάσσονται με τους θριάμβους με τον ίδιο ρυθμό που το σκληρό, macho παρουσιαστικό του Russel Crowe αντιπαρατίθεται στην εύθραυστη, στρουμπουλή φατσούλα της Zelwegger, οι γροθιές πέφτουν βροχή, κάπου εκεί στη γωνία των αποβάθρων αχνοφαίνεται ο Brando να φωνάζει “I could ’ve been a contender” αλλά ο Russell είναι αυτός που ακολουθεί την πορεία στην κορυφή χωρίς να ξεχνά ποτέ την καταγωγή του.

Είναι ίσως ο μόνος σύγχρονος ηθοποιός (άντε να’ ναι και ο Clive Owen) που μπορεί να παίξει χαρακτήρες με αρ*ίδια και αυτό φαίνεται για άλλη μια φορά, στον τρόπο που γεμίζει την οθόνη με τις σκληρές του γωνίες, χωρίς μεγάλη ανάγκη να καταφεύγει σε συναισθηματισμούς. Η ντόμπρα, βαρβατιλέ ειλικρίνεια είναι η μόνη ευαίσθητη πλευρά του και αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές. Δεν ξέρω αν φέτος θα πάει πάλι για Όσκαρ, αλλά κι αν δεν φιγουράρει στην πεντάδα, δε θα ’ναι δικό του φταίξιμο αλλά του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, που υπερτονίζει τις αρετές του, εκβιάζοντας το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια του θεατή. Όσο για το «προϊόν» του Howard, που είναι εξαιρετικής ποιότητας σε όλους τους τομείς, δεν είναι τίποτα που δεν έχετε ξαναδεί, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα το ‘φχαριστηθείτε.

Howl's Moving Castle - Review

Howl's Moving Castle - Κινούμενο Κάστρο

(2.5/5)

Σκηνοθεσία: Hayao Miyazaki
Σενάριο: Diana Wynne Jones (νουβέλα), Hayao Miyazaki
Με τις φωνές των: Takuya Kimura, Chieko Baisho, Tatsuya Gashuin

(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Το «Spirited Away» το θυμάστε? Εγώ κάθε φορά που ο verbal οργανώνει βραδιά sushi σπίτι του. Βλέπετε έχει την αφίσα φάτσα – κάρτα. Ο δημιουργός του και βραβευμένος με Όσκαρ για αυτή τη δουλειά, ο Hayao Miyazaki, προσπαθεί να επαναλάβει την επιτυχία στο είδος που γνωρίζει τόσο καλά, το anime. Στο «Κινούμενο Κάστρο» (“Hauru no ugoku shiro”) η Σόφι μετατρέπεται σε γιαγιάκα όταν την καταριέται μια χοντρή μάγισσα. Οι περιπέτειες μόλις άρχισαν!

Το αποτέλεσμα άρτιο αισθητικά, με πολύχρωμες εικόνες, εντυπωσιακές λεπτομέρειες και πραγματικά ευφάνταστους ήρωες, αλλά η ιστορία αυτή καθ’ αυτή (από νουβέλα της Diana Wynne Jones) χάνεται τελικά μέσα σε αυτό το γαϊτανάκι εικόνων.
Ο πόλεμος είναι ανόητος και τα γηρατειά δύσκολα, είναι τα μόνα μηνύματα που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, και είναι προφανές ποιο απευθύνεται στα παιδιά και ποιο στους γονείς τους.
Αν σκοπεύετε να την παρακολουθήσετε παρέα με παιδάκι (δικό σας, ανηψάκι, βαφτηστήρι, ή οποιοδήποτε άλλο παιδάκι-αξεσουάρ), να περιμένετε στο τέλος ένα κατσουφιασμένο λόγω κούρασης κινηματογραφόφιλο κεφαλάκι (2 φουλ ώρες δεν περνάνε γρήγορα, παρά τις συχνές κωμικές πινελιές), ενώ εσείς οι ίδιοι μπορεί και να νοσταλγήσετε την εποχή της θρυλικής Κάντυ Κάντυ! (αυτός εδώ δίπλα δε σας θυμίζει τον Τέρυ?)

Dealer - Review

Dealer

(2/5)

Σκηνοθεσία: Benedek Fliegauf
Σενάριο: Benedek Fliegauf
Παίζουν: Felician Keresztes, Barbara Thurzo

Το «Dealer» ξεκίνησε το ταξίδι του από τη Βουδαπέστη (στην Ουγγαρία είναι αυτή), πέρασε από διάφορα φεστιβάλ, Βερολίνο, Λέτσε, ήρθε στην Αθήνα πέρυσι στις Νύχτες Πρεμιέρας και έφυγε με τη Χρυσή Αθηνά και ένα αναμνηστικό τσολιαδάκι στις βαλίτσες του (ελπίζουμε να μην χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά ναρκωτικών ραμμένα κάτω από τη φουστανέλα).
Σοβαρά τώρα, η ταινία κρατάει σχεδόν 2.5 ώρες και να φανταστείτε ότι στην πατρίδα της παίχτηκε στη long version (γρήγορο μάθημα πολιτισμικής κουλτούρας: οι Ούγγροι είναι άνθρωποι με μεγάλη υπομονή).

Και τι βλέπεις τόση ώρα; Τον ίδιο τον dealer να τρέχει με το ποδήλατό του σε μια ψυχρή industrial πόλη, να πουλάει ναρκωτικά υπό επαναλαμβανόμενους electronica ήχους που αναπαριστούν από ήχους της φύσης μέχρι φυσικούς ήχους του ανθρώπινου σώματος (sound design από το σκηνοθέτη), να εμφανίζεται σαν σωτήρας, να μη μιλάει πολύ, να έρχεται σε επαφή με τόσους διαφορετικούς πελάτες και όπως ο Χάροντας να τους παρέχει το μέσο για να περάσουν απέναντι. Ο ίδιος πάλι, μάλλον δε βρίσκει νόημα σε τίποτα από αυτά.

Η ταινία είναι αργή. Αυτό σημαίνει υπνωτιστική, αν είσαι στο mood για υπαρξιακό τριπάκι ή βαρετή αν μεγάλωσες με MTV και προσκυνάς στο Trainspotting. Θυμίζει λέει Tarkovski, ειδικά το Stalker. Πρώτον δεν έχω δει Tarkovski, και δεύτερον ο ίδιος ο σκηνοθέτης* δε βλέπει Tarkovski. Τι βλέπει; Όλους αυτούς τους Ούγγρους (ρωτήστε τον verbal για τον Bela Tarr), που κάνουν το δικό τους σινεμά και καλά κάνουν. Απλώς εμένα δε μου λέει πολλά.

Να σημειώσουμε ότι η ταινία εκτός από την πατρίδα της, η πρώτη χώρα στην οποία βρήκε διανομή είναι η Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι αν τη δείτε, μπορείτε να τηλεφωνήσετε στον κολλητό σας που σπουδάζει Λονδίνο και να τον κάνετε να νιώσει μειονεκτικά που δε μπορεί να τη πετύχει. Μπορεί ωστόσο να ξέρει τη διαφορά μεταξύ ουγγαρέζας και ζαμπονοσαλάτας.

*ποιος είναι ο Benedek Fliegauf; Μόλις 31 ετών, και με 2 ταινίες μεγάλου μήκους στο ενεργητικό του έχει ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ και όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ένα όνομα που θα ξανακούσουμε στο μέλλον. Γράφει, σκηνοθετεί και επενδύει μουσικά τις ταινίες του, λατρεύει τον David Lynch, ακούει Portishead, διαβάζει Bret Easton Ellis και είναι άθεος. Ενδιαφέρον τύπος, αλλά πολύ νέος για να είναι καταθλιπτικός.

Cronicas - Review

Cronicas
2.5/5 (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Sebastian Cordero
Σενάριο: Sebastian Cordero
Παίζουν: John Leguizamo, Leonor Watling, Damian Alcazar

(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
To Cronicas, έχει όλα τα φόντα να περάσει ως πετυχημένο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό-αστυνομικό θρίλερ, με την αυθεντική του σκηνοθετική ματιά, τον εξαιρετικό ρυθμό του, έναν διευθυντή φωτογραφίας που κάνει παπάδες και πολύ καλές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς –ιδίως τον βετεράνο Damian Alcazar. Μάλιστα τα θετικά του στοιχεία είναι τόσο καλά, που μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους μπορεί να σε ενθουσιάσουν σε βαθμό που να μην προσέξεις ότι στην ουσία η ταινία δεν έχει σενάριο.

Όχι κάποιο συγκεκριμένο τουλάχιστον. Γιατί ναι μεν ο Sebastian Cordero (που υπογράφει σκηνοθεσία και στόρι) δεν θέλει να αναπαράγει άλλο ένα κλισαρισμένο ανθρωποκυνηγητό, πράγμα θεμιτό και μαγκιά του, από την άλλη όμως, οι προσπάθειά του να δώσει στην ταινία μια χροιά κοινωνιολογικής προσέγγισης, αποβαίνει τελικά μάλλον άκαρπη. Οι χαρακτήρες είναι σε γενικές γραμμές καλογραμμένοι, αν και λίγο δισδιάστατοι, και έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που οι λιγότερο ανεπτυγμένες μάζες του Μεξικό (και κατ’ επέκταση όλων των «τρίτων» χωρών) αντιμετωπίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία σαν να έχουν θεϊκές δυνάμεις, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι τελικά όντως της έχουν. Και έχει ενδιαφέρον να βλέπεις μια τέτοια εκδοχή του θρίλερ ενταγμένη στην φορμουλαϊκή πλοκή του genre, αλλά τελικά, δεν θέλεις να κάνει και την υπέρβαση και να την ξεπεράσει; Ε, δεν την κάνει και καταλήγει με ένα αντικλιμακτικό φινάλε, που κερδίζει τα σημεία του ρεαλισμού, αλλά χάνει στη δραματουργία και βγαίνεις από την αίθουσα με την αίσθηση του ότι, ok, τελικά δεν έγινε και τίποτα.

Charlie and the Chocolate Factory - Review

Charlie and the Chocolate Factory – Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας
3/5 (3/5)

Σκηνοθεσία: Tim Burton
Σενάριο: John August (από το βιβλίο του Roald Dahl)
Παίζουν: Johnny Depp, Freddie Highmore, David Kelly

Δε θυμάμαι και πολλά από το βιβλίο του Dahl, αφού πρέπει να ’χει περάσει καμιά δεκαετία από τότε που το είχα διαβάσει, θυμάμαι όμως πως το είχα καταναλώσει απνευστί, σχεδόν σα σοκολάτα γάλακτος. Ακόμη, θυμάμαι πως ο Τσάρλι είναι μάλλον το πιο χαρακτηριστικό βιβλίο του Dahl, με το μακάβριο χιούμορ του να στήνει από μια καινούρια φονική παγίδα στους ήρωές του πίσω από κάθε σελίδα. Ή σχεδόν.

Πάντως οι παγίδες ήταν σίγουρα αρκετές, και όλες διάσπαρτες στο τεράστιο εργοστάσιο σοκολάτας του Willy Wonka, του διάσημου σοκολατοβιομήχανου και αποκλειστικού εφευρέτη των πιο απίθανων λιχουδιών. Ο Wonka αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στο εργοστάσιό του και να κλειδώσει τις πύλες για πάντα, λόγω των αμείλικτων κατασκόπων που του έκλεβαν τις συνταγές του. Όμως ο κόσμος ριγεί όταν μαθαίνει ότι οι πύλες του εργοστασίου θα ανοίξουν για άλλη μια φορά, για να υποδεχτούν τους πέντε τυχερούς που θα πετύχουν τις ισάριθμες χρυσές προσκλήσεις, κρυμμένες στις εκατομμύρια σοκολάτες Wonka που κυκλοφορούν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Γίνεται σαφές από την αρχή ότι οι τέσσερις πρώτοι νικητές δεν άξιζαν την τύχη. Και είναι επίσης σαφές ότι ο πέμπτος, ο Τσάρλι, είναι ο μόνος στ’ αλήθεια τυχερός. Το ερώτημα είναι πόσο άτυχοι θα είναι οι υπόλοιποι.

Η ιερόσυλη πένα του Dahl, που ευχαριστιέται απίστευτα να κάνει κακά πράγματα σε κακούς ανθρώπους –ιδίως όταν αυτοί είναι παιδιά-, δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη κάμερα να την κινηματογραφήσει απ’ αυτήν του Burton. Οι δυο τους βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο: η χαριτωμένη, πολύχρωμη και παραμυθένια επιφάνειά τους, κρύβει από κάτω τρομαχτικά σκοτάδια που μέσα τους φωσφορίζουν μοχθηρά βλέμματα.

Ο Burton παίρνει με χαρακτηριστική άνεση το μαύρο χιούμορ του Dahl και το πασπαλίζει πάνω από τα ονειρικά σκηνικά-trademark του. Αυτά που μοιάζουν με πανέμορφες ζωγραφιές νεκρής φύσης, αλλά στις γωνίες τους κρύβουν αράχνες και στα ρυάκια τους πιράνχας. Εκεί μέσα αμολάει τον Johnny Depp και τον αφήνει να βγάλει στην κάμερα τον πιο θεόμουρλο χαρακτήρα του, που ξεπερνάει τον Jack Sparrow και τον Hunter Thompson μαζί, κι έχει και μια μυρωδιά από Ψαλιδοχέρη. Για την ακρίβεια, ο Willy Wonka θα μπορούσε να είναι και μακρινός ξάδερφος του Edward Scissorhands.

Δεν έχουν μόνο την ίδια χλομάδα και εξίσου εκκεντρικά κουρέματα, αλλά κουβαλούν και αντίστοιχα παιδικά τραύματα από τη σχέση τους με την πατρική φιγούρα, τα οποία και καθορίζουν τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Όπως ο Ψαλιδοχέρης αγαπούσε την ανθρώπινη επαφή χάρη στη λατρεία που του έδειχνε ο πατέρας του, έτσι κι ο Wonka αισθάνεται μια ακατανίκητη αγοραφοβία –που μερικές φορές ανακατεύεται με τον μισανθρωπισμό- κυρίως χάρη στη σκληρή συμπεριφορά του πατέρα του, που πρώτα τον έκανε να αισθάνεται (και να μοιάζει λίγο) σα φρικιό, και μετά τον ανάγκασε να φύγει κι από το σπίτι.

Ο Wonka, σχιζοφρενής και διασκεδαστικός μ’ αυτόν τον χαριτωμένο τρόπο του Depp, αλλά και αρκετά τρομακτικός ώστε να μη θες να μείνεις πολύ ώρα μόνος μαζί του, αποκτά κεντρικότερο ρόλο στην ταινία απ’ ότι είχε στο βιβλίο κυρίως χάρη στα flashbacks που προσθέτει στην ιστορία ο Burton. Μέσω μικρών κομματιών του παρελθόντος του ήρωά του, ο Burton τον οδηγεί στην πλήρη απαξίωση της έννοιας της οικογένειας, για να στρώσει το δρόμο της αναζήτησης του πατρικού προτύπου –ένα ταξίδι που είχε πρωτοξεκινήσει με τον Ψαλιδοχέρη, αλλά μετά το άφησε στην άκρη για να το ανασύρει πάλι πρόπερσι στο όχι και τόσο πετυχημένο εμπορικά Big Fish.

Η διαφορά του Dahl από τον Burton, είναι ότι ο πρώτος, παρά τα μακάβρια «καλαμπουράκια» του, στ’ αλήθεια έγραφε παραμύθια για παιδιά, ενώ τα παραμύθια του δεύτερου μοιάζουν περισσότερο νοθευμένα από ανησυχητικούς εφιάλτες μεγάλων. Ίσως γι’ αυτό να με ξένισε λίγο η γενικότερη ευδαιμονία που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα –ιδίως στο φινάλε- και η άρνηση του Burton να ακολουθήσει μέχρι τέλους τις σκούρες αποχρώσεις του σεναρίου του. Ίσως πάλι απλά να έχω μεγαλώσει και γι’ αυτό να με ενόχλησε που σχεδόν όλα τα set pieces κρατούσαν παραπάνω απ’ όσο άντεχαν, τα τραγούδια των Oompa Loompas ήταν ατέλειωτα και κουραστικά, και ο ρυθμός έπεφτε πολύ γρήγορα πολύ χαμηλά. Ή που ο Depp έπαιζε τον Wonka υπερβολικά over the top, σε αντίθεση με τον Highmore που για άλλη μια φορά στάθηκε αξιοπρεπώς απέναντί του στο ρόλο του Τσάρλι, και τον David Kelly που έκλεβε την παράσταση κάθε φορά που εμφανιζόταν στο ρόλο του παππού.

Ίσως πάλι απλά να μην είναι μια απο τις καλύτερες στιγμές του Burton, αν και τα θετικά κι ευχάριστα μηνύματα κατά της λαιμαργίας και υπέρ της σημασίας της οικογένειας, την κάνουν παραπάνω από κατάλληλη για τα μικροπαίδια, ενώ τα σκηνικά από μόνα τους κρατούν τους μεγαλύτερους θεατές απασχολημένους για αρκετή ώρα.

Le Couperet - Review

Le Couperet - Το τσεκούρι

(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Κώστας Γαβράς
Σενάριο: Κώστας Γαβράς, Donald E. Westlake (νουβέλα)
Παίζουν: Jose Garcia, Karin Viard, Geordy Monfils

(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Η τελευταία ταινία του Κώστα Γαβρά τιτλοφορείται «Το τσεκούρι» (Le couperet για τους γαλλομαθείς) και πραγματεύεται το πρόβλημα που ταλαιπωρεί κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία, την ανεργία.
Το ενδιαφέρον κομμάτι; Ο Γαβράς κατάφερε να το παρουσιάσει σε όλη του τη τραγική διάσταση, με ένα ειρωνικό τρόπο και πολλές πινελιές μαύρου κατάμαυρου χιούμορ: ο ήρωας μας ο Μπρούνο, έπειτα από δυόμισι χρόνια ανεργίας, σκέφτεται πρακτικά: να τα βάλει με τα αφεντικά δε του προσφέρει κανένα κέρδος. Να εξοντώσει, όμως, όλους τους ανταγωνιστές του, του δίνει την ελπίδα να βρει επιτέλους δουλειά. Κι έτσι ο καθημερινός απλός οικογενειάρχης, μετατρέπεται σε οργανωμένο δολοφόνο, σε μια ιστορία που μας κάνει να αναρωτηθούμε: είμαστε τελικά η δουλειά μας;

Ο Γαβράς κατάφερε με αριστοτεχνικό τρόπο να εξισορροπήσει διαφορετικά υλικά, να θίξει ένα τόσο σοβαρό θέμα, να προβληματίσει, αλλά να μην ψυχοπλακώσει και να μην προδώσει το θεατή, υιοθετώντας ένα φινάλε τόσο ειρωνικό όσο όλη η ιστορία που προηγήθηκε. Πολύ δύσκολα θα φύγει κανείς απογοητευμένος από την αίθουσα... κάτι τέτοιες στιγμές δικαιώνουν τον όρο «πολιτικοποιημένο σινεμά» (με την καλή έννοια!)

3-Iron - Review

3-Iron - Ολομόναχοι Μαζί
3.5/5 (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Kim Ki-Duk
Σενάριο: Kim Ki-Duk
Παίζουν: Lee Seung-Yeon, Jae Hee, Ju Jin-Mo

(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Προλογίζοντας την ταινία του, ο αγαπημένος του ελληνικού art-house κοινού Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης, μας προειδοποίησε ότι μόλις αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους θα θέλουμε γρήγορα να φύγουμε από την αίθουσα και να πάμε σπίτι μας. Για να αυτοκτονήσουμε, υπέθεσα, αλλά δεν ήταν έτσι. Το κάθε άλλο.

Η νέα του (σχετικά) ταινία, απλώνει τις εκκωφαντικές σιωπές της γύρω από την ιστορία ενός πιτσιρικά που περνάει τις μέρες του μπαίνοντας στα σπίτια αγνώστων που λείπουν για διακοπές, και γίνεται για μια μέρα μέρος της οικογένειάς τους. Ερήμην τους βέβαια, και προφανώς γι’ αυτό ο Ki-Duk υπέθεσε ότι θα θέλουμε να σπεύσουμε σπίτι, να δούμε ποιον θα βρούμε μέσα. Αλλά ο 44χρονος σκηνοθέτης, όσο κι αν έχει γυρίσει τον κόσμο για να δείξει τις ταινίες του σε φεστιβάλ, την ελληνική κουλτούρα δεν την έχει κατακτήσει ακόμη. Γιατί ξέχασε ότι ο ήρωάς του ξεπληρώνει τη φιλοξενία βάζοντας μπουγάδα και κάνοντας επιδιορθώσεις σε ό,τι βρει χαλασμένο στα σπίτια που επισκέπτεται. Εγώ ας πούμε, αν ήξερα ότι είναι κάποιος σπίτι μου και θέλει να μείνει μόνος του για να μου βάλει σίδερο, δε θα είχα καμία πρεμούρα να γυρίσω.

Το κάρμα τα φέρνει έτσι ώστε ο νεαρός, μπαίνοντας σε μια πολυτελή έπαυλη, πετυχαίνει μια πανέμορφη κοπέλα την οποία κακομεταχειρίζεται ο σύζυγός της. Ο νεαρός, αφού εξουδετερώσει τον άντρα της με ένα σιδερένιο, νούμερο 3 μπαστούνι του γκολφ (εξ ου και ο τίτλος), γίνεται ο ιππότης της και προσφέρει την BMW μηχανή του για άσπρο άλογο. Η κοπέλα ενθουσιάζεται με την αλλόκοτη ζωή του τύπου και γίνεται συνεργός, όμως ο άντρας της έχει σκοπό να τη βρει και να την πάρει πίσω.

Ο απλούστατος σεναριακός πυρήνας του «αγόρι σώζει κορίτσι από τον κακό βασιλιά κι αυτός διψάει για εκδίκηση», γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο ο Ki-Duk ζωγραφίζει άλλη μια παράδοξη ερωτική ιστορία, διανθισμένη με ματιές στην καθημερινότητα των Νοτιοκορεατών, αργούς, μεθυστικούς ρυθμούς και φυσικά τις γνωστές του, εκκωφαντικές σιωπές που αποτελούν από την αρχή της καριέρας του έναν ξεχωριστό και αυτάρκη χαρακτήρα από μόνες τους.

Το γεγονός ότι οι ήρωές του μιλάνε ελάχιστα, είναι βέβαια το πιο αναγνωρίσιμο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη, όπως και το ότι τις χειρίζεται με τρόπο που δίνει στις ταινίες του μια υφή αλλόκοσμη και μεταφυσική. Δεν θα προσποιηθώ βέβαια ότι δεν είναι πιθανό να κουράσουν κάποιους θεατές, αλλά σίγουρα θα βρουν πολύ περισσότερους που θα τους μαγέψουν.

Ο ίδιος λέει ότι τις χρησιμοποιεί για να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις στιγμές που οι ήρωές του τις σπάνε, αλλά εγώ έχω την αίσθηση πως –μιας και πρόκειται άλλωστε για ερωτικές ιστορίες- οι σιωπές του λειτουργούν καλύτερα ως συμβολισμός-αντιπαράθεση στην ανυπόφορη βαβούρα των νεαρών εραστών που ψάχνουν ο ένας τον άλλον στην ακατάσχετη φλυαρία –όπως είχαν πει κάποιοι κάποτε, Words are Very Unnecessary. Όπως και να ’χει πάντως, έστω κι απ’ αυτήν την άποψη η ταινία και –όπως και όλες οι ταινίες του Ki-Duk- είναι ανοιχτή σε ερμηνείες, και αυτό είναι βασικό προαπαιτούμενο για μια καλή ταινία auteur.

Peter Jackson says 'Halo'

Βιντεογκέημερς αναθαρρέψτε. Το ντουέτο Peter Jackson-Fran Walsh της τριλογίας του Άρχοντα, και του King Kong, μπήκαν στη λίστα των νεοσύλλεκτων της Universal για την κινηματογραφική μεταφορά του Halo, του first person shooter με την επιδημική συμπεριφορά στα LAN arenas.

Ο Jackson και η γυναίκα του, Fran, ανέλαβαν χρέη executive producers για το Halo, ενώ τα στούντιό τους Weta Digital και Weta Workshop θα καλύψουν τις ανάγκες της ταινίας σε τέρατα, μινιατούρες και ψηφιακά εφέ. Η δουλειά τους στο Halo είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους εργάζονται σε παραγωγή την οποία δε σκηνοθετεί ο Jackson.

Το Halo, που αναμένεται στις αίθουσες κάποια στιγμή μέσα στο 2007, βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της συγγραφής του σεναρίου -το οποίο έχει αναλάβει ο Alex Garland, σεναριογράφος του 28 Days Later και συγγραφέας του The Beach-, αναζητείται ακόμη σκηνοθέτης, και δεν έχουν ανακοινωθεί ονόματα για το cast.

Broken Flowers - Review

Broken Flowers - Τσακισμένα Λουλούδια
3.5/5
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Σενάριο: Jim Jarmusch
Παίζουν: Bill Murray, Jeffrey Wright, Sharon Stone, Jessica Lange, Chloe Sevigny

(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Jim Jarmusch + Bill Murray + road movie = «Broken flowers» και Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Μια μελαγχολική και αστεία μαζί ταινία, καθώς ο Bill Murray, δον Ζουάν και γυναικοκατακτητής μεγάλος στα νιάτα του, λαμβάνει γράμμα σε ρομαντικό ροζ επιστολόχαρτο, που του ανακοινώνει ότι είναι πατέρας και δεν το ξέρει. Παραιτημένος από τη ζωή και πρόσφατα χωρισμένος, θα προτιμούσε να περάσει τις μέρες του σε πλήρη ακινησία πάνω σε ένα δερμάτινο καναπέ, αλλά έπειτα από τη φορτική πίεση ενός φίλου του, απρόθυμα αποφασίζει να αναζητήσει τη μητέρα του παιδιού του και ... το ταξίδι ξεκινά.

Ο Jarmusch (με ιδιαίτερο κοινό έπειτα από τα «Coffee and Cigarettes» και «Ghost Dog: The Way of the Samurai») ανακατεύει πίκρα, γλύκα και χιούμορ μαζί, και δηλώνει πως έγραψε τη ταινία αποκλειστικά για τον Bill Murray (και πολύ σοφά έπραξε). Ο τελευταίος παίζει για μία ακόμα φορά παίρνοντας τη «Φάτσα»*, την ίδια που παίρνει από την εποχή του «Groundhog Day» μέχρι το «Lost in Translation». Και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Μπορεί να παίξει άλλο ρόλο; Το μη-τέλος της ταινίας, σε αφήνει ανικανοποίητο, προτείνοντας ότι αξία έχει το ίδιο το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Διαφωνώ κάθετα -ειδικά αν ο προορισμός είναι η Casablanca.

[*Η «Φάτσα»: πρόκειται για την ίδια ακριβώς που παίρνει και ο Ισοβίτης, έπειτα από τρελές ατάκες δεσμοφυλάκων ή Μοντεχρίστου, στο τέλος από τα στριπάκια του ΑΡΚΑ. ]
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.