Masses@Salonica.05

Episode VI: Οικογενειακή Γιορτή

Με οικογενειακή γιορτή έμοιαζε περισσότερο η φιέστα που διοργανώθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Ολύμπιον, παρά με εντυπωσιακή τελετή λήξης διεθνούς κινηματογραφικού φεστιβάλ. Στην ασφυκτικά μικρή για να χωρέσει ένα τέτοιο event αίθουσα του Ολύμπιον, το πρωτόκολλο παραβιάστηκε για μια ακόμη φορά, και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Δέσποινα Μουζάκη, δεν κατάφερε ούτε την ύστατη αυτή στιγμή να ανατρέψει την αύρα εγωπάθειας που είχε αφήσει πίσω της. Κλήθηκε πρώτη, και δίχως τον Πρόεδρο του Φεστιβάλ, Γιώργο Χωραφά, να ανέβει στη σκηνή για να ανακοινώσει το τέλος της φετινής διοργάνωσης. Friendly reminder: η ισχυρή κυρία πίσω απο τον άνδρα, καλό είναι που και που να μένει και πίσω απο τον άνδρα.

Το πένθιμο κλίμα εδραίωσαν οι μαυροφορεμένοι Γωγώ Μπρέμπου και Γιώργος Καραμίχος, ο μεν με την αηδιαστική συγκαταβατικότητα του ύφους του, η δε με την ερμηνεία της είμαι - τόσο - σοκαρισμένη - που - πρέπει - να - διαβάσω - όλες - μου - τις - ατάκες - απ’ τα - χαρτάκια - μου. Σε ανάλογους τόνους, και παλεύοντας με ένα ατίθασο μικρόφωνο που έκανε απελπισμένες προσπάθειες να την αποφύγει, η κα Μουζάκη αναμάσησε όλα τα κλισέ του βιβλίου «Πώς να Κλείσετε Ένα Φεστιβάλ» και υποσχέθηκε μια ακόμη καλύτερη 47η διοργάνωση, οι προετοιμασίες για την οποία ξεκινούν από την επόμενη κιόλας μέρα. Και καλά θα κάνουν, γιατί τουλάχιστον όσον αφορά στις οργανώσεις των τελετών, έχουν πολύ δουλειά να κάνουν ακόμη.

Στα θετικά, το ότι τουλάχιστον βρέθηκαν φέτος δυο αξιοπρεπή podium και ένας συμπαθητικός μινιμάλ, καμπυλωτός πάγκος να αντικαταστήσει τις περσινές σπαστές καρέκλες και να προσφέρει λίγη ξεκούραση στα μέλη της Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής, τα οποία για κάποιο λόγο έπρεπε να είναι επί της σκηνής για όλη σχεδόν τη διάρκεια της τελετής. Λες και υπήρχε άπλετος χώρος για να στήσουν κι αντίσκηνα.

Πριν τις ανακοινώσεις των βραβείων του Φεστιβάλ, απονεμήθη ένας (ακόμη) τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος στον Vittorio Storaro, «ως ελάχιστη ένδειξη της εκτίμησής μας στο έργο του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη», όπως άκουσα δημοσιογράφο να λέει στην τηλεφωνική της ανταπόκριση έξω απ’ τις τουαλέτες. Η βράβευση του Storaro έγινε δεκτή με παταγώδες χειροκρότημα, και ακολουθήθηκε από την εμφάνιση δύο παιδικών χορωδιών που ακούγονταν υπέροχα, αλλά δε φαίνονταν καθόλου, μιας και όποιος εμπνεύστηκε να φέρει δύο χορωδίες δεν σταμάτησε να σκεφτεί ότι στη σκηνή του Ολύμπιον μετά βίας θα χωρούσε και μία μόνη της. Είδαμε πάντως τους μουσικούς, βλέπαμε και τα κεφαλάκια από τα παιδάκια που ήταν στριμωγμένα από κάτω, κατέβηκε και μια κοπέλα από το ταβάνι, που προφανώς είχε ξεμείνει από την τελετή έναρξης μαζί με μερικά ξέμπαρκα κομφετί, ακολούθησαν και κάτι νταούλια που συνοδεύονταν από τραγούδια σε μια γλώσσα η προέλευση της οποίας μέχρι ώρας παραμένει άγνωστη, κι ύστερα πιάσαμε δουλειά.

Γρηγόρης Καραντινάκης Στα βραβεία κοινού (χορηγία του Jameson) δεν παρουσιάστηκε καμία ανατροπή, με την Καρδιά του Κτήνους, του Ρένου Χαραλαμπίδη, να περιορίζεται τελικά στη δεύτερη θέση, και τον Γιώργο Καραντινάκη να παίρνει το ογκώδες –και υπερβολικά βαρύ απ’ ότι φάνηκε— δημιούργημα του γνωστού γλύπτη Βαρώτσου, για τη Χορωδία του Χαρίτων, και να ζητά απ’ τον Υφυπουργό Πολιτισμού «να ενημερώσει τον Υπουργό Πολιτισμού ότι η Ολυμπιάδα τελείωσε και έχουμε προβλήματα». Το αντίστοιχο βραβείο για το διεθνές διαγωνιστικό πήγε στην ταινία Man Push Cart, ενώ από τις Ματιές στα Βαλκάνια, αγαπημένη του κοινού αναδείχθηκε η ταινία Go West.

Στη συνέχεια, η Ένωση Τεχνικών Ελλάδος Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (γιατί, στην Ελλάδα, όλοι όσοι ασχολούνται με το σινεμά και δεν είναι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ή ηθοποιοί, δεν είναι καλλιτέχνες, αλλά τεχνικοί), έδωσαν το βραβείο τεχνικής αρτιότητας στην ταινία Γαλάζιο Φόρεμα, και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Ανδρέας Τύρος, ανέβηκε στο μικρόφωνο για να δώσει το βραβείο της Ένωσης στο ντοκιμαντέρ Buzz του Σπύρου Ταραβήρα, και να εκφράσει όλη τη μιζέρια του επαγγέλματος, αρπάζοντας το μικρόφωνο για να βγάλει το διάγγελμά του. Ευτυχώς ο κος Ταραβήρας έδειξε κατανόηση.

Σειρά είχε το βραβείο Ανθρώπινες Αξίες, το οποίο θεσπίστηκε φέτος και απονέμεται από τη Βουλή των Ελλήνων. Δεν έχω καταφέρει να εξακριβώσω ακόμη ποιος, ή ποιοι επιλέγουν το που θα απονεμηθεί το βραβείο, αλλά ελπίζω ότι υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια, και δεν θεσπίζει βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο οποιοσδήποτε έχει €15.000 πρόχειρα να διαθέσει. Θα το κοιτάξω πάντως, αν είναι να κάνουμε έναν έρανο και να δώσουμε κι ένα βραβείο Movies for the Masses του χρόνου. Όπως και να ‘χει, η πρώτη ταινία που βραβεύθηκε για τον τρόπο που αναδεικνύει «τις αρχές της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού και ιδίως τη θεμελιώδη αξία της ανθρώπινης ζωής», είναι το Τσότσι, μια συμπαραγωγή Αγγλίας και Ν. Αφρικής.

Ο Vittorio Storaro, ο βραβευμένος με τρία Όσκαρ διευθυντής φωτογραφίας ταινιών όπως το Apocalypse Now!, The Last Emperor και Dick Tracey (ναι, οκ, και Exorcist The Beginning), αφού παρακάλεσε το Φεστιβάλ να θεσπίσει βραβεία για τη διεύθυνση φωτογραφίας και τη σκηνογραφία, κάλεσε στη σκηνή τον Chin Ting-chang, για να του απονείμει το βραβείο Καλλιτεχνικού Επιτεύγματος, για τη φωτογραφία του Falling in Love.

Τα βραβεία ερμηνειών μοιράστηκαν στις ταινίες Man Push Cart (για τον Ahmad Razvi) και Η Ευτυχία του Άλλου και Στα Παρασκήνια (εξ ημισείας στις Ina Geerts και Isild Le Besco αντίστοιχα). Το βραβείο σκηνοθεσίας απένειμε η Maria Gracia Cucinotta, εξ ημισείας στους Roland Vranik (Μαύρη Βούρτσα / Fekete Kefe, Ουγγαρία) και Emmanuelle Bercot (Στα Παρασκήνια / Backstage, Γαλλία), ενώ τον Αργυρό Αλέξανδρο κέρδισε το Μεξικάνικο Sangre του Amat Escalante.

Η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς (για τον γράφοντα τουλάχιστον), ήταν η απονομή του βραβείου της Κριτικής Επιτροπής της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (αποτελούμενη από τους: Κίριλ Ραζλόγκοφ, Ρωσία, Πρόεδρος, Μάγκντα Μιχαϊλέσκου, Ρουμανία, Τζον Χάρκνες, Καναδάς, Ανίκα Γκούσταφσον , Σουηδία, Λουκάς Κατσίκας, Ελλάδα) στο Τσίου… του Μάκη Παπαδημητράτου, βράβευση την οποία μπορώ να κάνω δεκτή μόνο όπως ετέθη από τον πρόεδρο της επιτροπής, ως δηλαδή μια ταινία που «παρουσιάζει ένα νέο κύμα στην ελληνική κινηματογραφία, αυτό των φτηνών ταινιών». Στο ξενόγλωσσο τμήμα της διοργάνωσης, το αντίστοιχο βραβείο πήρε η ταινία Como Pasan Las Horas.

Η δε μεγάλη νικήτρια της βραδιάς, ήταν η Βελγίδα Fien Troch, που άκουσε τον τίτλο της ταινίας της να ανακοινώνεται ακόμη τρεις φορές: το Η Ευτυχία Του Άλλου, χάρισε μια ειδική μνεία στην πρωταγωνίστριά της Natali Broods, και τα βραβεία Καλύτερου Σεναρίου και Χρυσό Αλέξανδρο Καλύτερης Ταινίας, κάνοντας την νεαρή Troch να παραδεχθεί έντονα συγκινημένη, ότι ζει την καλύτερη βραδιά της ζωής της. Εντάξει. Κι εμείς καλά περάσαμε. Ελπίζουμε του χρόνου να είμαστε και κάπου πιο άνετα για να χωράνε οι γκλαμουράτες φιλοδοξίες των διοργανωτών, να υπάρχει ένα πλάνο στις θέσεις και μερικοί απ' αυτούς που μάζεψαν τις χιλιάδες των ευρώ, να επενδύσουν τουλάχιστον ένα μερίδιο σ' ένα καλό σακάκι. Κατά προτίμηση βραδινό, αλλά είμαστε ελαστικοί.

Masses@Salonica.05

Episode V: Μετρούν Ανάποδα

Το 46ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οδεύει προς την ολοκλήρωση, με τον Χρυσό και τον Αργυρό Αλέξανδρο (και από μια επιταγή των 37 και των 22 χιλιάδων ευρώ αντίστοιχα) να περιμένουν πλάι στα βραβεία Καλλιτεχνικής Επίτευξης, Α’ Γυναικείου Ρολου, Α’ Αντρικού Ρόλου, Σεναρίου, και Σκηνοθεσίας για να απονεμηθούν στις καλύτερες ταινίες του Διεθνούς Διαγωνιστικού από τη Διεθνή Κριτική Επιτροπή.

Βραβεία επίσης θα απονείμουν η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών σε μια ξένη και μια ελληνική ταινία, όπως θα κάνει και η Ένωση Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, ενώ φέτος εγκαινιάζεται και το βραβείο με τον εύγλωττο τίτλο Ανθρώπινες Αξίες, που θα απονήμει εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων, ο συντονιστής του τηλεοπτικού σταθμού της Βουλής, Κωνσταντίνος Αλαβάνος, μαζί με 15.000 ευρώ.

Χορωδία του Χαρίτωνα Ιδιαίτερη αξία έχει πάντα το Βραβείο Κοινού, που σπονσοράρεται απο το Jameson και αποδίδεται σε μία ταινία του Διεθνους Διαγωνιστικού (μαζί με 3.000 ευρώ), μια του ελληνικού προγράμματος (με άλλα 3 χιλιάρικα) και για πρώτη φορά φέτος, σε μία ταινία του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια (σετ με 2.000 ευρώ). Για την ώρα, το προβάδισμα στις προτιμήσεις του κοινού έχει η Χορωδία του Χαρίτωνα, του Γρηγόρη Καραντινάκη, μια κωμωδία καταστάσεων και χαρακτήρων που με επικεφαλής τον Γιώργο Χωραφά, προσφέρει στο κοινό ένα ταξίδι στη νοσταλγία των αθώων εποχών της επαρχίας. Η Χορωδία έχει συγκεντρώσει βαθμολογία 4,595, με το Τσιου... να ακολουθεί στα 4,387, ενώ εκκρεμεί η ανακοίνωση της βαθμολογίας της δεύτερης προβολής της Καρδιάς του Κτήνους, που είχε πιάσει τα 4,305 στην πρώτη της. Αλλά είναι μάλλον υπερβολικά φιλόδοξο για τον Ρένο Χαραλαμπίδη να περιμένει να ξεπεράσει τις αποδόσεις του Χαρίτωνα. Εμείς βέβαια, μαζί του. Αξίζει βέβαια να αναφερθεί, ότι ουραγός στις προτιμήσεις του κοινού είναι η Κινέττα, η σκληροπυρηνική άσκηση φόρμας του Γιώργου Λάνθιμου, με 2,525, την ώρα που καμία άλλη ελληνική ταινία δεν έχει συγκεντρώσει βαθμολογία χαμηλότερη απο 2,9.

Man Push Cart Όσο για το Διεθνές, το Man Push Cart του Ramin Bahrani, μια ματιά στη ζωή ενός πρωην σταρ που τα έχασε όλα και πουλάει φαβέλες σε καρότσι-καντίνα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, προηγείται με 4,027, αλλά είναι πολύ πιθανό το Een Ander Zijn Geluk (Η Ευτυχία του Άλλου) του Βέλγου Fien Troch, που μιλάνα καταφέρει την ανατροπή, αφού το κοινό της έδωσε την υψηλότερη βαθμολογία πρώτης προβολής, με 3,907. Για τις Ματιές Στα Βαλκάνια, τα πράγματα είναι μάλλον πιο ξεκάθαρα, με το Go West, την συμπαραγωγή Βοσνίας Ερζεγοβίνης και Κροατίας, να προηγείται με 4,557 και μεγάλη διαφορά απο το δεύτερο Τί Είναι Ένας Άντρας Χωρίς Μουστάκι, όμως αυτή την ώρα δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη οι βαθμολογίες του μουσικού ντοκιμαντέρ του Fatih Akin, Ο Ήχος της Πόλης, για τις δύο προβολές του οποίου ο κόσμος ήταν "κυριολεκτικά" παστωμένος χθες και σήμερα στις αίθουσες του Λιμανιού.

Οι αλά Μαζωνάκη εμπνεύσεις του Ρήγου προκαλούν ρίγοι Και ενόσω περιμένουμε τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας αύριο το βράδυ –την ίδια ώρα που ο Ρουβάς θα τραγουδά στην πλατεία Αριστοτέλους για την αναγγελία της Χριστουγεννιάτικης σαιζόν- απόψε η υπερπληθώρα των βραβείων του φεστιβάλ θα γεμίσει την τελετή λήξης που ξεκινά στις 8μιση. Το event θα παρουσιάσουν ο Γιώργος Καραμίχος και η Γωγώ Μπρέμπου, το dynamic duo που είχε αφήσει τους παριστάμενους στην τελετή έναρξης με το στόμα ανοιχτό, χάρη στην αμηχανία, την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό τους. Βέβαια η ευθύνη δεν ήταν αποκλειστικά δική τους, αλλά τη μοιράζονταν με τον σκηνοθέτη Κωσταντίνο Ρήγο, ο οποίος έχει στήσει και τις εκπλήξης της αποψινής εκδήλωσης, που διαφημίζεται ως εντυπωσιακή. Ελπίζουμε όλοι να μην αισθανόμαστε σαν τον κύριο της φωτογραφίας πάλι.

Παίρνω βαθιά ανάσα και ξεκινώ για το Ολύμπιον. Άντε και του χρόνου.

Masses@Salonica.05

Episode IV: Tkts R’ Us

Τα 20.000 εισιτήρια θα είναι το φράγμα που θα σπάσει φέτος το 46ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αν βέβαια δεν γίνει κάτι δραματικό που να σταματήσει όλες τις προβολές –να ξαναπροβληθεί η Κινέττα ας πούμε.

Με έναν σταθερό ρυθμό που αγγίζει και συνήθως ξεπερνά τα 2.000 εισιτήρια ημερησίως, η φετινή διοργάνωση μετρά ήδη 16.848 χαρτάκια (τελευταία ενημέρωση μέχρι 24/11) -τουτέστιν κάτι λιγότερο απο 3.500 εισιτήρια περισσότερα απο πέρυσι- χωρίς να μετράμε βέβαια τα (μηδενικά) εισιτήρια που καλούνται να κόβουν οι διαπιεστευμένοι και οι κάτοχοι της κάρτας διαρκείας. Γιατί αν τους βάλουμε όλους μαζί, μιλάμε για έναν αριθμό που ξεπερνά τις 44.000, αν και τα εισιτήρια των διαπιστευμένων και των καρτούχων, έχουν μειωθεί απ’τις 10.140 στις 7.593.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι δεν πάνε στις προβολές, ούτε ότι ελαττώθηκαν τα διαρκείας: φέτος όσοι έχουν κορδελίτσες κρεμμασμένες στο λαιμό, μπαίνουν στην αίθουσα χωρίς να χρειάζεται να κόψουν απο πριν εισιτήριο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά τα νούμερα; Ότι προφανώς οι διοργανωτές δεν είναι... νούμερα. Με ένα ευρύτατο φάσμα ταινιών, δυνατά αφιερώματα και άκρως ενδιαφέροντες προσκεκλημένους δημιουργούς, οι οποίοι αφιέρωσαν πολύ χρόνο στο κοινό των ταινιών τους δεχόμενοι ερωτήσεις μετά από την προβολή κάθε ταινίας τους (και όχι μιας ή δυο), κατάφεραν να βγάλουν απ’ το καβούκι τους όλους τους κινηματογραφόφιλους μιας πόλης κατ’ εξοχήν καλλιτεχνικής, και να τους μαζέψουν στις αίθουσες.

Και ο σινεφίλ, είναι σκληρό μικρόβιο. Δεν τον σταματά ούτε η βροχή, ούτε το ομαδικό σαλάγιασμα στους διαδρόμους, ούτε το στρίμωγμα στις αίθουσες, ούτε οι σχιζοφρενικές αυξομειώσεις της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της προβολής, ούτε οι άθλιοι αρκετές φορές υποτιτλισμοί, ούτε καν οι ταινίες-φόλες. Το ’χε πει (κι αυτό) ο Goddard, οι σινεφίλ είναι άρρωστοι άνθρωποι. Ή, σκληρό καρύδι, όπως θα ‘λεγε κι ο κος Καρύδας, αποσπάσματα απο τη νέα ταινία του οποίου, είχαμε την ευτυχή ευκαιρία να δούμε. Τίτλος, Στα Όρια, και του χρόνου θα δοκιμάσει ακόμη περισσότερο τα όρια του κοινού. Αν την έχει τελειώσει ως τότε.

Masses@Salonica.05

Episode III: Γαμημένη πόλη... - Αιματοβαμμένη συνέντευξη απ' τους δημιουργούς του Κακού

Ο Γιώργος Νούσιας κλείνει το μάτι στο νέο genre του ελληνικού κινηματογράφου Τα αδέρφια Νούσια, ένα ωραίο απόγευμα, κάθισαν να γράψουν για τα ζόμπι. Δυο βδομάδες αργότερα, ήταν στους δρόμους της Αθήνας με μια ψηφιακή, και έψαχναν άδειους δρόμους για να ξαμολύσουν τα πρώτα ελληνικά ζόμπι, και μερικούς μήνες μετά γέμισαν την αίθουσα του Απόλλωνα με αυτό που αποδείχθηκε να είναι η προβολή-event των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας. Το Κακό, η πρώτη ελληνική ταινία που ζωντανεύει τους νεκρούς και τους φέρνει στην οθόνη, έφτασε μέχρι το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το team του Cine.gr τους εντόπισε μαζί με τη στρατιά των ζόμπι τους, και τους ξεμονάχιασε στην Αποθήκη Γ’.

Ρωτούν οι Γιάννης Δηράκης, Ιωσήφ Πρωιμάκης και Στάμος Δημητρόπουλος.

Cine.gr: Εμπρός λοιπόν, ρωτήστε μας ό,τι θέλετε.
Γιώργος Νούσιας: Ok, πώς σας φάνηκε η ταινία μας;

Cine: Ηταν μια από τις κορυφαίες στιγμές των Νυχτών Πρεμιέρας. Πώς το καταφέρατε; Γιατί δεν έχει γίνει ακόμη κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;
Γ.Ν.: Ξέρω γω; Γιατί κανείς δεν το σκέφτηκε; Το κακό είναι ότι τώρα θα βγει κάποιος άλλος και θα το κάνει καλύτερα απο ’μας. Εμείς θα μείνουμε στην ιστορία ως πρωτοπόροι, αλλά ίσως όχι σαν τόσο καλοί, αν βγουν άλλοι καλύτεροι.
Π.Ν.: Απο την άλλη, είναι κι αυτό που ποντάρουμε, να μπορέσει να δημιουργηθεί χώρος για μια καινούρια κινηματογραφία, χώρος για τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα. Μια το χρόνο, δύο το χρόνο, δεν έχει σημασία, αρκεί να γυρίζονται.

Masses@Salonica.05

Episode II: Francis Ford Godfather

«Όταν κάνεις μια ταινία, είναι σα να θέτεις ένα ερώτημα. Κι όταν τελειώνεις την ταινία, θα πρέπει να έχεις βρει την απάντηση» - Francis Ford Coppola, Θεσσαλονίκη 2005

Πολλοί οι προσκεκλημένοι που τίμησαν φέτος το φεστιβάλ, όλοι τους αξιότιμοι κι αξιόλογοι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι και άνθρωποι του κινηματογράφου γενικότερα, απ’ τον Winterbottom και τον Hou Hsiao Hsien μέχρι τον Chan Wook Park και... τα αδέρφια Νούσια. Κανείς όμως με το βάρος και το εκτόπισμα ενός ιερού τέρατος του αμερικάνικου κινηματογράφου, ενός Νονού του μοντέρνου φιλμ νουάρ και της πολεμικής ταινίας.

Το σούσουρο γύρω απο την ενδεχόμενη παρουσία του Francis Ford Coppola στο Φεστιβάλ, και συγκεκριμμένα στην τιμητική εκδήλωση (ή διαδήλωση, όπως θα έλεγε ο κος Χωραφάς), είχε ξεκινήσει πρωτού καν κλείσουμε τα εισιτήρια για να ανέβουμε στη συμπρωτεύουσα, και είχε παραμείνει ανεπιβεβαίωτος ψίθυρος μέχρι χθες, οπότε και ανακοινώθηκε επισήμως η άφιξη του μεγάλου σκηνοθέτη, συν γυναιξί και τέκνοις.

Ξεκούραστος κι ευδιάθετος με μια γραβάτα με εφτάρια (υποθέτω αναφερόμενη στην έβδομη τέχνη), ο F.F. Coppola ήρθε το πρωί απο τη γειτονική Βουλγαρία (ένα χοπ απόσταση άλλωστε), για συνέντευξη τύπου και ένα mini MasterClass στο Μακεδονικό Μουσείο Τέχνης, όπου εκτίθεται η δουλειά του Dean Tavoularis, του ιδιοφυούς production designer που υπέγραψε αριστουργήματα όπως η τριλογία του Νονού και το Αποκάλυψη Τώρα!.

Το μέχρι σήμερα άδειο μουσείο, γέμισε το πρωί κάμερες, μαγνητοφωνάκια, φωτογραφικές και κοστούμια, για την by far πιο μουράτη συνέντευξη της διοργάνωσης, την οποία άνοιξε ο Γιάννης Ζουμπουλάκης δίνοντας πάσα στον Coppola με ένα γνωμικό του Godard. Παραφράζοντας το «πρέπει να είσαι πολύ νέος ή πολύ ανόητος για να ξεκινήσεις να γυρίζεις μια ταινία», ο Coppola είπε ότι πρέπει να είσαι πολύ νέος και πολύ ανόητος για να ζήσεις τη ζωή σου, κι ο Tavoularis προσέθεσε ότι πρέπει να είσαι και πολύ γέρος και πολύ ανόητος για να επιμένεις να κάνεις σινεμά.

Ωστόσο ο Coppola αισθάνεται νεότατος, πράγμα που μάλλον οφείλεται στο ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχει αποτραβηχτεί απο το άθλημα της σκηνοθεσίας, για να αφιερώσει το χρόνο του στην οινοποιΐα, απο την οποία είπε ότι ελπίζει να εξασφαλίσει τα κεφάλαια για να χρηματοδοτεί ο ίδιος τις ταινίες του. Γιατί, αν και το μέλλον του κινηματογράφου είναι δίχως αμφιβολία ψηφιακό, και πάλι για να επεξεργαστεί κανείς το υλικό του και να το φτάσει σε ένα επίπεδο άξιο προβολής στη μεγάλη οθόνη, τα χρήματα που χρειάζονται εξακολουθούν να είναι πολλά. Τόνισε όμως ότι «η τεχνολογία δεν παίζει μεγάλο ρόλο, αυτό που μετράει είναι το όραμα, το σενάριο και οι ηθοποιοί».

Μάλιστα, εμπιστεύεται τυφλά τους ηθοποιούς, ως απόλυτους ειδικούς στους χαρακτήρες που υποδύονται, και τους ενθαρρύνει να εκφράζουν νέες ιδέες, ακριβώς όπως εμπιστεύεται τις εμπνεύσεις του σχεδιαστή παραγωγής και όλων των συνεργατών του, γιατί τελικά, ο κινηματογράφος είναι μια συλλογική δουλειά και το καλό αποτέλεσμα προκύπτει μέσα απο την καλή συνεργασία. «Ο σκηνοθέτης δεν είναι παρά ο διευθυντής αυτού του τσίρκου.»

Η συζήτηση δεν άργησε να φτάσει σε ελληνικά θέματα. Ο Coppola είπε ότι λόγω της καταγωγής του απο την Ιταλία, δηλαδή τη Μεγάλη Ελλάδα, είναι στην πραγματικότητα Νεοέλληνας, κι όταν ανάφερε πως αν καταπιανόταν ποτέ με ταινία ελληνικής θεματολογίας, θα εμπνεόταν απο την Ελένη του Ευριπίδη, ο κος Κακογιάννης τον προκάλεσε να το ανεβάσουν στο θέατρο.

Σε ερώτηση για το αν η κινηματογραφική εμπειρία πνέει τα λοίσθια, δεδομένου ότι ο τελικός τζίρος μιας ταινίας αποτελείται κυρίως απο τις πωλήσεις των DVD και τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ο Coppola παραδέχτηκε ότι σήμερα η κινηματογραφική πορεία μιας ταινίας χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά ως καμπάνια για την πορεία της στο home cinema. Ελπίζει και πιστεύει όμως ότι η αίθουσα δε θα πάψει ποτέ να είναι μια ξεχωριστή εμπειρία που ενώνει τους ανθρώπους, αρκεί οι αιθουσάρχες να καταλάβουν ότι ο κόσμος που τους πληρώνει το εισιτήριο απαιτεί να περνά το δίωρό του σε μια προσεγμένη αίθουσα, με άνετα και ευρύχωρα καθίσματα, και εξαιρετική ποιότητα στον ήχο και την εικόνα.

Μαντεύω πως θα του καλαρέσει η αίθουσα του Ολύμπιον, όπου θα παρευρεθεί αργότερα για να παραλάβει τον Χρυσό του Αλέξανδρο, μαζί με τον Tavoulari και τη γυναίκα του, Aurore Clement, πριν την προβολή του Αποκάλυψη Τώρα! Redux. Αλλά πάω στοίχημα ότι θα φύγει πριν αρχίσει να ιδρώνει απο την υπερβολική θέρμανση που μας σιγοβράζει σε κάθε προβολή.

Masses@Salonica.05

Episode I: A New Hope
TIFF poster
«Στηρίζουμε ανεπιφύλακτα τη νέα προσπάθεια». Μ’ αυτές τις πέντε λεξούλες ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης άνοιξε το βράδυ της περασμένης Παρασκευής το 46ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και μ’ αυτές τις πέντε λεξούλες άνοιξε το άρθρο της την περασμένη Δευτέρα η κα Βένα Γεωργακοπούλου στην Ελευθεροτυπία, εγκαινιάζοντας κι επίσημα αυτήν την υπόκωφη μουρμούρα του Τύπου που υποτίθεται ότι μεταφέρει την υπόκωφη μουρμούρα του κοινού και των παροικούντων για τη νέα διοίκηση υπό την οποία τελεί φέτος ο θεσμός.

Η εκπαραθύρωση του Μισέλ Δημόπουλου με την έλευση της Νέας Κυβέρνησης και την ανάληψη των ηνίων του Πολιτισμού της Ελλάδος από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, είχε σίγουρα προκαλέσει βαβούρα ανησυχίας για τις προθέσεις του Υπουργού-Πρωθυπουργού, την μέλουσα πορεία του Φεστιβάλ, και τις ίδιες τις ικανότητες των νέων
υπευθύνων. Δικαίως, ή αδίκως, δεν το μάθαμε, αφού ο πρώτος άνθρωπος που ανέλαβε το τιμόνι του Φεστιβάλ, ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, δεν άντεξε τα ροκανίσματα από την «παλιά φρουρά» όπως είπε, και προτίμησε να τινάξει το παλτό του, να το ξαναφορέσει, και να βγει απ’ την πόρτα όπως ο Al Pacino στο τέλος του Insider.

Η Δέσποινα Μουζάκη ακούει τα σχόλια των εφημερίδων σε αφήγηση Jeams Earl Jones
Κι ύστερα ήρθε η Δέσποινα Μουζάκη, άνθρωπος με παρελθόν και ακτινοβολία που εμπνέει σεβασμό (κι έχει και κάτι απο Meryl Streep), κι ανέλαβε τα διευθυντικά, για να επιβεβαιώσει τις ικανότητές της στο σκάκι, κάνοντας ματ απ’ την πρώτη κίνηση. Η ανακοίνωση ότι τη θέση του Προέδρου του Φεστιβάλ θα αναλάβει ο γαλομαθής ηθοποιός με ευρεία αναγνώριση στας Ευρώπας, Γιώργος Χωραφάς, προκάλεσε σύγχιση κι αμηχανία στους περισσότερους και μιδιάματα αποδοχής του αντιπάλου στους ψυχραιμότερους. Γιατί αυτός προφανώς ήταν κι ο σκοπός της συγκεκριμένης ανάθεσης: να προκαλέσει σύγχιση κι αμηχανία.

Ο προβληματισμένος κύριος Χωραφάς
Μιλώ για αντιπάλους, γιατί δεν είναι λίγες οι μάχες που έχουν δοθεί τις τελευταίες μέρες στους χώρους του λιμανιού και την πλατεία Αριστοτέλους, που το Φεστιβάλ έχει φροντίσει να γεμίζουν ασφυκτικά τις τελευταίες μέρες. Σύσσωμος σχεδόν ο Τύπος, ανάμεσα στις ανταποκρίσεις του απο τις σκοτεινές αίθουσες, δεν ξεχνά να αφήσει τα ειρωνικά του υποννοούμενα για το πώς το σαλονικιώτικο φεστιβάλ δεν αντέχει τη σύγκριση με τα ευρωπαϊκά του αντίστοιχα, το πώς προσπαθεί να καλύψει τα κενά του γκλάμουρ του με τις βλαχομπαρόκ εξάρσεις σε καθημερινά πάρτυ και το ότι το Φεστιβάλ δε θα μπορούσε να στηρίξει τον διεθνή του χαρακτήρα, δίχως τα δεκανίκια των Κρατικών Βραβείων, που παρ’ ότι απονέμονται εκτός του ΔΦΘ και δεν αποτελούν τμήμα του, γίνονται μόλις μια μέρα μετά τη λήξη του, για να απαιτήσουν την προβολή του συνόλου της ελληνικής παραγωγής μέσα στη διάρκεια του Φεστιβάλ. Μεταξύ μας, δεν έχουν κι άδικο. Εκτός απ' αυτό για τα πάρτυ δηλαδή.

Press Room
Στο άλλο μέτωπο, οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ έχουν βρει το δικό τους τρόπο να μας ξεκάνουν. Απ’ τη μια, έχουμε τις δημοσιογραφικές προβολές που ξεκινούν απ’ τις 9 το πρωι και τελειώνουν στις 9 το βράδυ –μια ώρα δηλαδή αφού κλείσει το Press Room, οπότε αν υποθέσουμε ότι θέλει κανείς δημοσιογράφος να το χρησιμοποιήσει για να γράψει αυτά που είδε, θα πρέπει να κάνει ριφιφί και να φέρει μαζί του χάκερ για να του ανοίξει τον υπολογιστή. Απ’ την άλλη, έχουμε τις ίδιες τις ταινίες, που πιστέψτε με, μπορούν να στείλουν στον τάφο και τον πιο σκληροπυρηνικό ταινοφάγο. Μέχρι στιγμής, το ελληνικό τμήμα κινείται απο τον mainstream τηλεκινηματογράφο (Η Γυναίκα Είναι...), την αναμάσηση κλισέ (Λιούμπη) και την καλοστημένη νοσταγλία (Χορωδία του Χαρίτωνα) στον αυτισμό (Θυμάμαι), τη σκληροπυρηνική άσκηση φόρμας (Κινέττα) και την προχειρότητα του home-video (Τσίου...). Ευτυχώς υπάρχει το Όνειρο του Σκύλου, ο Όμηρος, και το Γαλάζιο Φόρεμα, να μας θυμίζουν ότι υπάρχουν σκηνοθέτες που όντως μπορούν να εντάξουν τη δάθεσή του να δοκιμάσουν τα όριά τους, σε κάτι που να ενδιαφέρει και τους θεατές που θα τους ακουμπήσουν τα 7 ευρώ τους.

Για την ώρα μένουμε με την αναμονή του νέου σαδομαζοχιστικού έπους του Νίκου Νικολαΐδη, The Zero Years, και την ελπίδα ότι θα έχουμε κι αύριο λίγο κουράγιο να γράψουμε περισσότερα.

Harry Potter and the Goblet of Fire - Review

Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς

(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Mike Newell
Σενάριο: Steve Kloves (από το μυθιστόρημα της J. K. Rowling)
Παίζουν: Daniel Radcliffe, Emma Watson, Rupert Grinn, Ralph Fiennes

Δείτε/Κρύφτε το trailer v


Τέρμα τα παιδιαρίσματα στο Hogwarts. Στο τέταρτο επεισόδιο της σειράς, τα πράγματα γίνονται πολύ επικίνδυνα, και ο Harry Potter πρέπει να πάρει χειροπιαστά μαθήματα και να προσαρμοστεί γρήγορα αν θέλει να επιβιώσει. Γιατί η νέα πραγματικότητα, τον φέρνει αντιμέτωπο με τον χειρότερο εφιάλτη του: τον Άρχοντα Βόλντεμορτ αυτοπροσώπως.


Στο τέταρτο έτος σπουδών του σχεδόν εφήβου μάγου, το Hogwarts φιλοξενεί το Τρίαθλο Μαγείας, ένα event που κάθε τρία χρόνια φέρνει αντιμέτωπους τους τρεις εκπροσώπους των ισάριθμων πιο μουράτων σχολών μαγείας της Ευρώπης. Βεβαία επειδή το τουρνουά δεν είναι για τους λιπόψυχους, ο εκπρόσωπος της κάθε σχολής δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη: αφήνεται στη μαγεία. Όσοι μαθητές είναι άνω των 17 και ενδιαφέρονται να λάβουν μέρος, ρίχνουν χαρτάκια με τα ονόματά τους μέσα του, κι αυτό φτύνει τον υπερτυχερό. Ο Harry δεν είναι άνω των 17. Άρα δεν μπορεί να ρίξει το όνομά του μέσα. Όμως και πάλι το Κύπελλο φτύνει έξω το όνομά του. Οπότε το Hogwarts παίζει με δύο εκπροσώπους και ο μικρός Potter πρέπει να ξεπεράσει δύσκολες δοκιμασίες, και εντός, αλλά κυρίως εκτός του τεραίν, όπου όλα δείχνουν πως ο Βόλντεμορτ σχεδιάζει αποφασιστική επάνοδο.

Για τον τρίτο σκηνοθέτη της σειράς, και τον πρώτο Βρετανό, η τέταρτη ταινία του franchise είναι στην ουσία της θρίλερ, όπου κινητήριος μηχανισμός είναι η προσμονή για την τελική αναμέτρηση με την ενσάρκωση του κακού. Με τη βοήθεια του σχεδιαστή παραγωγής Stuart Craig και του κινηματογραφιστή Roger Pratt, απλώνει μια δυσοίωνη ομίχλη πάνω από την πορεία του Harry ως εκεί, και στήνει μερικά εξαιρετικά set pieces δράσης, που διευρύνουν τις ικανότητες του μικρού μάγου και του δίνουν το πιο πολύτιμο μάθημα της χρονιάς: έφτασε η στιγμή που θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί και να μάθει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, γιατί οι μεγαλύτεροι δε θα είναι πάντα κοντά να τον ξελασπώσουν.

Σκηνοθετικά το βλέμμα του Newell είναι σαφώς πιο κοινότοπο απ’ αυτό του Cuaron, ωστόσο ο Βρετανός εκτός απ’ την ατμοσφαιρικότητα και τα άριστα επίπεδα παραγωγής, διατηρεί και τη διάθεση του προκατόχου του για εμβάθυνση στους δραματουργικούς ιστούς που συνδέουν τους χαρακτήρες του, και αφήνει αρκετό χρόνο στα παιδιά να μάθουν ένα εντελώς καινούριο και διαφορετικό είδος μαγείας: τη σχέση τους με το αντίθετο φύλο. Οι σπόροι για τα δυο επερχόμενα ρομάντζα έχουν σπαρθεί από τον σκηνοθέτη του Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία, και μαζί με το πιο αντικλιμακτικό φινάλε των μέχρι τώρα ταινιών, απλά κορυφώνουν την προσμονή για το επόμενο επεισόδιο.

Domino - Review

Domino
2/5 (2/5)

Σκηνοθεσία: Tony Scott
Σενάριο: Richard Kelly
Παίζουν: Keira Knightley, Mickey Rourke, Edgar Ramirez, Christopher Walken, Mena Suvari

Κορώνα ζεις, γράμματα πεθαίνεις. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα στο Hollywood για τους σκηνοθέτες δράσης, όμως το πεπρωμένο του Tony Scott για πολλά χρόνια ήταν να ζήσει. Ο μικρός αδερφός του Ridley, έχει μέχρι σήμερα υπογράψει μερικές σπουδαίες ταινίες για την αμερικάνικη (και την ελληνική λίγο) pop κουλτούρα, όπως το top Gun, το Beverly Hills Cop 2 και το True Romance, και δυο από τις αγαπημένες μου περιπέτειες, το The Last Boy Scout και το Enemy of the State. Το Spy Game ήταν η τελευταία του μεγάλη στιγμή, όμως το περσινό Man on Fire προμήνυε το φετινό φιάσκο του Domino.

Εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία της Domino Harvey, Αμερικανίδας που εγκατέλειψε το modeling για να γίνει κυνηγός επικηρυγμένων, το νέο πόνημα του Scott ξεδιπλώνει σε 15 περίπου λεπτά την ταραχώδη εφηβεία της κόρης του Laurence Harvey (συμπρωταγωνιστή του Frank Sinatra στο παλιό Manchurian Candidate, στο ρόλο του νεαρού υποψήφιου προέδρου), που μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της αναγκάστηκε να ακολουθεί την τσαχπίνα μητέρα της στις προσπάθειές της να διατηρήσει το χλιδάτο της lifestyle. Δε γίνεται βέβαια καμία σύνδεση ανάμεσα στις απότομες αλλαγές στη ζωή της, με την απόφασή της να πιάσει ένα τόσο επικίνδυνο επάγγελμα, αλλά αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του θεατή. Όπως και πολλά άλλα πράγματα.

Ο Tony Scott έχει χάσει τις αφηγηματικές του ικανότητες, και είναι διατεθειμένος να μας κάνει όλους να το πληρώσουμε. Κάπου στην ταινία αναφέρεται ότι ένας από τους χαρακτήρες του έχει το attention span ενός μαστουρωμένου κουναβιού, και προφανώς την ίδια άποψη έχει ο Scott για το κοινό του. Το Domino βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο MTV και στο LSD, μια εξτραβαγκάνζα ασταμάτητων zoom, αμφεταμινικού μοντάζ και non-stop φιλτραρίσματος των καρέ, που σακατεύει όποια πλοκή είχε ψεκάσει στο σενάριό του ο Richard Kelly, ακρωτηριάζει την απόδοση της -ούτως ή άλλως περιορισμένων δυνατοτήτων- Knightley και είναι ικανή να προκαλέσει πολλαπλές ημικρανίες σε όποιον θεατή δεν είναι σωματικά προετοιμασμένος να παρακολουθήσει ένα δίωρο βιντεοκλίπ με ακατάληπτο στιχουργικό μπαγκράου (sic).

Προφανώς το πρόβλημα του Domino βρίσκεται στο σενάριο, και πιο συγκεκριμένα μαντεύω ότι βρίσκεται στο πάντρεμα του συγκεκριμένου σεναριογράφου με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Χωρίς να θέλω να φανώ ασεβής, δε μου φαίνεται διόλου απίθανο ένας άνθρωπος με πατημένα τα 60 να μην κατάλαβε τι ήταν αυτά που του έδωσε ο γραφιάς που έγινε underground θρύλος με το Donnie Darko, οπότε για να τα βάλει σε μια σειρά αναγκάστηκε να αφηγηθεί την ιστορία του σε μια συνεχή κατάσταση μαστούρας, αφού στο κάτω-κάτω, αυτό που φαίνεται να τον ενδιαφέρει σχεδόν αποκλειστικά σ’ αυτήν την ταινία, είναι να δοκιμάσει τα όρια της επεξεργασίας του φιλμ.

Δεν αμφισβητεί κανείς την ικανότητα του Scott να δίνει στις ταινίες του ένα ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο και προσωπικό οπτικό στυλ, ζωντανό και δυναμικό, όμως εδώ καταλήγει πια να πνίγεται σε έναν αυνανιστικό ναρκισσισμό που αφορά μόνο τον εαυτό του και ελάχιστους καυλωμένους με την εικόνα και την τεχνολογία αλλοίωσής της. Εγώ καλά πέρασα δηλαδή, αλλά δε θα με πάρουμε και σα μέτρο σύγκρισης τώρα...

Flightplan - Review

Flightplan
1.5/5 (1.5/5)

Σκηνοθεσία: Robert Schwenkte
Σενάριο: Peter A. Dowling, Billy Ray
Παίζουν: Jodie Foster, Peter Sarsgaard, Sean Bean, Kate Beahan, Erika Christensen

O σκηνοθέτης Robert Schwenkte, που είχε γυρίσει τη συμπαθητικούλα αντιγραφή του Se7en με τίτλο Tattoo, ξεκίνησε για το Hollywood με σκοπό να φτιάξει ένα θρίλερ στην παράδοση του Hitchcock. Προφανώς αυτό που είχε κατά νου, ήταν αυτό που ο Hitchcock θα αποκαλούσε refrigerator thriller, δηλαδή μια ταινία με ανατροπές που αψηφούν τη λογική και τρύπες που αντιλαμβάνεσαι μόνο αρκετές ώρες αφού έχεις φύγει από την αίθουσα προβολής, και βρίσκεσαι στο σπίτι, μπροστά στο ψυγείο να ψαχουλεύεις κάτι για τη λιγούρα. Και ξαφνικά σου έρχεται η θεία φώτιση και μένεις με το σάντουιτς στο χέρι το στόμα ανοιχτό. Το τι γύρισε ο Schwenkte τελικά, είναι, βέβαια, ένα άλλο ζήτημα.

Από το Tattoo έχουμε δει ότι ο γερμανός σκηνοθέτης δεν έχει ιδιαίτερα προβλήματα να δανείζεται σενάρια άλλων, κι έτσι δεν τον πειράζει που στο πρώτο μισάωρο οι σεναριογράφοι του χρησιμοποιούν σχεδόν αυτούσια την πλοκή του The Lady Vanishes του Hitchcock, για να θέσουν τις βάσεις ενός θρίλερ δωματίου, μόνο που το δωμάτιό τους βρίσκεται μερικές χιλιάδες πόδια πάνω από τη γη. Η Jodie Foster είναι μια σχεδιάστρια αεροπλάνων (για την ακρίβεια κάτι με προωθητικά συστήματα κάνει, δεν κατάλαβα καλά), που βρίσκεται σε μια υπερατλαντική πτήση με την κορούλα της δίπλα της και το πτώμα του συζύγου της σε ένα φέρετρο στο χώρο αποσκευών. Ο ξαφνικός του θάνατος τής έχει πέσει βαρύς και η ίδια έχει πέσει στα ηρεμιστικά, οπότε κάποια στιγμή πέφτει σε λήθαργο και όταν ξυπνά βλέπει ότι η κόρη της έχει εξαφανιστεί. Και κανείς στο αεροπλάνο δεν ξέρει που πήγε –μάλιστα, κανείς δεν την είδε να επιβιβάζεται.

Αλλά όλα αυτά τα έχετε μάθει κι από το trailer, ένα απ’ τα καλύτερα trailer της χρονιάς, συγκρινόμενο με την ταινία που διαφημίζει. Όσο ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι ανανεώνουν το Η Κυρία Εξαφανίζεται, στήνουν μια πολλά υποσχόμενη ατμόσφαιρα, ζωγραφισμένη με ψυχρά μπλε χρώματα, κλειστοφοβικά καδραρίσματα, διφορούμενη πρωταγωνίστρια και ύποπτους περιφερειακούς χαρακτήρες. Όμως όταν φτάνει η ώρα να οδηγήσουν την ταινία στον δικό τους προορισμό, οι τρύπες στην πλοκή, ο σπαταλημένος Sean Benn, οι εύκολες λύσεις απάτες, τα αφελή κοινωνιολογικά μηνύματα και οι κλισεδιάρικες σκηνές δράσης, αναγκάζουν πιλότο και πλήρωμα να φορέσουν τα μοναδικά αλεξίπτωτα και να πηδήξουν από την έξοδο κινδύνου, αφήνοντας επιβάτες και ταινία να οδηγηθούν στην αναπόφευκτη σύγκρουση.

Όπως διάβασα κάπου, το Flighplan σίγουρα προκαλεί φοβία για τις πτήσεις, αλλά μόνο λόγω των σκουπιδιών που αναγκαζόμαστε να παρακολουθήσουμε στις προβολές τους.

Η Καρδιά του Κτήνους - Review

Η Καρδιά του Κτήνους
3.5/5(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Ρένος Χαραλαμπίδης
Σενάριο: Ρένος Χαραλαμπίδης (από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Πέτρου Τατσόπουλου)
Παίζουν: Ρένος Χαραλαμπίδης, Γιώργος Βουλτάτζης, Μάνος Βακούσης, Τζίνα Θλιβέρη

Όπως όλοι ξέρουμε, τα μόνα πράγματα που παράγει σταθερά ο ελληνικός κινηματογράφος σήμερα, είναι ή κοινωνικά δράματα που πνίγονται στον μίζερο δήθεν νεορεαλισμό τους, ή ανέμπνευστες φαρσοκωμωδίες που νομίζουν ότι ο μόνος τρόπος να πετύχουν φυσικότητα στους διαλόγους, είναι να πετάνε ένα «μαλάκας» ανά πέντε λέξεις. Ό, τι παρεκκλίνει απ’ αυτό (όπως λόγου χάρη το CCTV, ο Όμηρος, η Αληθινή Ζωή, ή ακόμη και το Όνειρο του Σκύλου), το τρώει η μαρμάγκα.

Ευτυχώς, υπάρχει ο Χαραλαμπίδης, που έχει βρει αυτή τη μαγική φόρμουλα να μπερδεύει αρχετυπικές τραγικές ιστορίες με μια ποιητική μορφή κωμωδίας, που δεν έχει ανάγκη τη χυδαιότητα ή το κλισέ για να βγάλει γέλιο. Μ’ αυτή τη φόρμουλα έχτισε το No Budget Story και αυτή εξύψωσε τα Φτηνά Τσιγάρα του. Εντάξει, αυτή και λίγη βοήθεια απ' τον Πέτρο Τατσόπουλο, που τον έκλεψε από μια φορά για κάθε ταινία και έφτιαξε σκηνές-trademark.

Στην Καρδιά του Κτήνους, είπε να ξεχρεώσει, μεταφέροντας στην οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα, όπου ένας άρτι απολυθής απ’ το στρατό απόφοιτος της φιλοσοφικής, συναντά στην κηδεία της μητέρας του έναν παλιό συμμαθητή, και πριν το καταλάβει βρίσκεται μπλεγμένος σε μια ένοπλη ληστεία και αποκτά καινούρια φιλοσοφία ζωής.

Μόνο που, αυτή τη φορά, σε κάποια σημεία σα να μην έπιασε η συνταγή. Ο Χαραλαμπίδης δείχνει να πνίγεται από τη γλώσσα του βιβλίου στους διαλόγους, δεν έχει χώρο και χρόνο να απλώσει τα πλάνα του όπως μας έχει συνηθίσει, ενώ και η δυσκολία του αρκετές φορές να κατακτήσει το ρόλο δεν περνάει απαρατήρητη.

Πάντα πίστευα ότι ο μόνος άνθρωπος που είναι κατάλληλος για να ερμηνεύσει τους χαρακτήρες του Χαραλαμπίδη, δεν είναι άλλος από τον Ρένο Χαραλαμπίδη. Απλώς το πρόβλημα είναι πως αυτή τη φορά ο χαρακτήρας δεν είναι του Ρένου Χαραλαμπίδη. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι για κάποιο λόγο δεν θέλησε να κάνει δική του την ιστορία. Πάντως η ταινία δεν παύει να είναι μια εξαιρετική κωμωδία, με άριστες δόσεις χιούμορ, τρελούς supporting χαρακτήρες, δεύτερους ρόλους για Όσκαρ, και… μια ατμόσφαιρα… φιλμ-νουάρ.

Proof - Review

Proof
2.5/5(2.5/5)

Σκηνοθεσία: John Madden
Σενάριο: Rebecca Miller, David Auburn (διασκευή στο βραβευμένο με Pulitzer θεατρικό του τελευταίου)
Παίζουν: Gwyneth Paltrow, Anthony Hopkins, Jake Gylenhaal, Hope Davis

Το άνοιγμα της ταινίας, που προστέθηκε στο σενάριο για να χρησιμοποιηθεί σ’ αυτήν την κινηματογραφική μεταφορά, μαρτυρά πολλά για τι πρόκειται να ακολουθήσει. Μια νεαρή κοπέλα, η Catherine, κουβεντιάζει στο σαλόνι με τον πατέρα της, τον Robert, θαυμάζοντας την ικανότητά του να μιλά τόσο νηφάλια για την ταραχώδη διανοητική του κατάσταση, όντας την ίδια στιγμή παράφρων. Ο ίδιος συμφωνεί, και χαμογελώντας προσθέτει κάτι του στυλ «επίσης, είμαι νεκρός».

Σε λίγα λεπτά έχουμε μάθει ότι ο Robert, ο κάποτε φοβερός και τρομερός επιστήμονας που άνοιξε νέους δρόμους στη μαθηματική σκέψη, έχει πεθάνει πλήρης ημερών, αλλά στερημένος των λογικών του. Και ότι η κόρη του, κάποτε ένα πολλά υποσχόμενο μαθηματικό μυαλό, μιας και κάνει συζητήσεις με τον νεκρό της πατέρα, ίσως να έχει κληρονομήσει και κάτι ακόμη εκτός από την ευχέρειά του στη μαθηματική σκέψη.

Η ξαφνική εμφάνιση του Hal μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, προδίδει και τις θεατρικές καταβολές της ταινίας, που ο John Madden δεν κατάφερε να αποβάλλει, ή να καμουφλάρει με τις σπάνιες και σύντομες βόλτες της κάμεράς του έξω από το σπίτι της ηρωίδας. Ο Hal είναι ένας νεαρός μαθηματικός, μαθητής του Robert, που ψάχνει στις σημειώσεις του δασκάλου του για μια τελευταία έκλαμψη του λαμπρού του μυαλού. Και τη βρίσκει. Με τη βοήθεια της Catherine βρίσκει μια απόδειξη που ξανά θα αλλάξει την πορεία της μαθηματικής σκέψης, με κάποιον τρόπο που δεν πολυκατάλαβα και δεν με πολυενδιαφέρει.

Γιατί το Proof δεν είναι μια ταινία για τα μαθηματικά, απλά χρησιμοποιεί την μαθηματική απόδειξη σαν όχημα για να ερευνήσει το όριο ανάμεσα στην έξαψη της δημιουργικότητας και το σάλεμα του νου, το φόβο και το τραύμα του να βλέπεις τον άνθρωπό σου να απομακρύνεται από τον κόσμο, την αναπόφευκτη στιγμή που καλείς τον άλλον να αποδείξει την πίστη του σ’ εσένα και αντιστρόφως, και πάνω απ’ όλα την ανάγκη να αποδεικνύεις την αξία σου σ’ εσένα, μέσα από τον να αποδεικνύεις την αξία σου στην πατρική φιγούρα.

Βέβαια υπάρχουν κάποιες στιγμές που οι σεναριογράφοι μπερδεύονται μέσα στα επικαμπύλια ολοκληρώματα και τα θεωρήματα του διαφορικού λογισμού, και λογικό είναι, αλλά σε γενικές γραμμές κρατάνε τα πράγματα απλά και κινηματογραφικά.

Ο Madden, σκηνοθέτης και της πρόσφατης θεατρικής εκδοχής που ανέβηκε στο Λονδίνο με την Gwyneth Paltrow πάλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο και πολύ θερμές κριτικές στις εφημερίδες, καταφέρνει να οδηγήσει τους ηθοποιούς του σε υψηλές αποδόσεις, με τον Gylenhaal στον πιο ενήλικο ρόλο του να φέρνει μια απαραίτητη γλύκα στο πέπλο ανασφάλειας και φόβου που καλύπτει την ταινία και τον sir Anthony να ισορροπεί ανάμεσα στο κλισέ και την υπερβολή, αφήνοντας ωστόσο την αύρα του μεγάλου ηθοποιού να παρεμβάλλεται μαζί με τα flashbacks του. Η δε Davis, που κρατά τον επικίνδυνα τυποποιημένο ρόλο της μεγάλης αδερφής, παίρνει το χαρακτήρα και του δίνει ένα σωρό φρέσκες όψεις και πλευρές, κλέβοντας μερικές σκηνές από την Gwyneth, η οποία βρίσκεται στο κέντρο της ταινίας και παραδίδει ένα εξαιρετικό εύθραυστου ψυχισμού και φόβου που δύσκολα σβήνει από την οθόνη, αφήνοντάς μας να ελπίζουμε ότι ίσως ανοίξει ένα καινούριο, πιο παραγωγικό κεφάλαιο στην καριέρα της.

The Exorcism of Emily Rose - Review

The Exorcism of Emily Rose – Ο Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ
3/5 (3/5)

Σκηνοθεσία: Scott Derickson
Σενάριο: Scott Derickson, Paul Harris Boardman (βασισμένο σε αληθινή ιστορία)
Παίζουν: Laura Linney, Tom Wilkinson, Jennifer Carpenter

Ο συντάκτης μιας ξένης κριτικής, αναρωτιέται γιατί ο διάβολος ασχολήθηκε με τη μίζερη ύπαρξη της Emily Rose και δεν καταλαμβάνει το κορμί της Lindsey Lohan. Ένα έχω να του πω: το έχει ήδη καταλάβει. Απλώς δεν την έχουν εξορκίσει ακόμη, για να την κάνουν και ταινία.

Ο Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ βασίζεται στην «αληθινή ιστορία» της Anneliese Michel, που καταλήφθηκε από δαιμόνια και πέθανε κατά τη διάρκεια εξορκισμού, στέλνοντας τον παπά που τον έκανε, στο εδώλιο για ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας. Δίπλα του και αντιμετωπίζοντας τις ίδιες κατηγορίες, κάθισαν και η γονείς της κοπέλας, όμως, προφανώς για δραματουργικούς λόγους, ο σκηνοθέτης και συνσεναριογράφος της ταινίας, Scott Derickson –που μέχρι τώρα είχε στο βιογραφικό του μόνο βιντεοταινίες β’ διαλογής όπως το Urban Legends: The Final Cut και Hellraiser: Inferno-, προτίμησε να επικεντρωθεί μόνο στον παπά, τον οποίο ερμηνεύει ο Tim Wilkinson με σαφώς περισσότερες δόσεις φόβου απ’ αυτούς που είχε βάλει ο Max von Sydow στον πατήρ Merrin.

Απέναντί του βάζει την Laura Linney, η οποία ως δικηγόρος υπεράσπισης και ακλόνητη ρασιοναλίστρια, αναλαμβάνει το δύσκολο ρόλο του να είναι το μόνο άτομο με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί ο μέσος θεατής. Γιατί, ok, καλοί είναι οι εξορκισμοί όταν τους βλέπουμε στην οθόνη, αλλά το να πιστεύουμε ότι και στην πραγματικότητα τα δαιμόνια μπορούν να κάνουν κατάληψη στο κορμί μας, είναι μια άλλη ιστορία.

Αυτήν ακριβώς την προκατάληψη βάζει στο στόχαστρό του ο Derickson και κάνει τον θεατή να αναρωτιέται: ποιοι είναι πιο παρανοϊκοί, αυτοί που πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι η Έμιλυ Ρόουζ μοιράζεται τις καμπύλες της με τον Βελζεβούλη, ή αυτοί που προσπαθούν να προσεγγίσουν το ενδεχόμενο και να το αποκλείσουν από νομική σκοπιά; Όμως καθώς η ταινία εξελίσσεται και το υπερφυσικό παρεισφρέει στο ρασιοναλιστικό, η δικηγόρος της Linney μας παρασύρει από την άρνηση στον αγνωστικισμό και από εκεί σε ένα σύμπαν όπου τα γεγονότα που μπορούν να σταθούν σε ένα δικαστήριο (και άρα στον πραγματικό κόσμο) αμφισβητούνται απ’ αυτά που μόνο στο πανί μπορεί να συμβαίνουν (και στη σφαίρα του μεταφυσικού).

Έτσι η ταινία αποκτά έναν πολύ ιδιαίτερο σχιζοφρενικό χαρακτήρα, καθώς παντρεύει δυο ολότελα αταίριαστα είδη με σχεδόν μεγάλη επιτυχία. Και λέω σχεδόν, γιατί από το δεύτερο μισό και μετά, φαίνεται ότι ο Derickson έχει μπει στο δικαστήριο προκατειλημμένος για την έκβαση της υπόθεσης, ασχέτως απ’ το τι θα αποφασίσουν οι ένορκοι. Οι τελειωτικές και πιο συγκλονιστικές αποκαλύψεις της άλλης πλευράς στην Linney, φαίνονται υπερβολικές και εύκολες, ακυρώνοντας έτσι στη στιγμή την αξιοπιστία της ταινίας.

Φυσικά, αντίστροφη πορεία ακολουθεί η σκηνοθετική σχιζοφρένεια του Derickson, που ενώ στην αρχή αφήνει εξαιρετικές υποσχέσεις με την οπτική του στο σκληροπυρηνικό μεταφυσικό θρίλερ, με σκηνές που συναγωνίζονται ακόμη και τον ίδιο τον Εξορκιστή και την σωματική και φωνητική ερμηνεία της Jennifer Carpenter να απογειώνει την ατμοσφαιρικότητα του φιλμ, σύντομα πέφτει σε κλισεδιάρικα και διαδικαστικά set pieces, ενώ βρίσκει καλύτερο ρυθμό στα νουάρ έδρανα του δικαστηρίου.

Πάντως το πείραμα δεν είναι απόλυτα αποτυχημένο. Λίγο άνισο μεν, ίσως και άδικο στον τρόπο που καταλήγει να χειρίζεται το θέμα του, αλλά παραμένει ενδιαφέρον, και αν μη τι άλλο αξιέπαινο για την τόλμη του στη διαφορετικότητα, μέσα σε έναν συρφετό νερόβραστων horror remakes.

News - Το Hollywood πάει Ελλάδα; Πάλι;

Ο Billy Zane και η εταιρεία διανομής του, η Romar, ήρθαν σε συμφωνία με την Safe Company, την ελληνική εταιρεία παραγωγής που κρύβεται πίσω από πρόσφατες ελληνικές επιτυχίες όπως το Safe Sex, το Κλάμα Βγήκε από τον Παράδεισο και το Οξυγόνο, για προώθηση των ελληνικών ταινιών στις αμερικανικές αίθουσες, αλλά και την διαφήμιση της Ελλάδας ως προορισμό για μεγάλες αμερικανικές παραγωγές.

Η εταιρεία Romar, που συνεργάζεται με ένα δίκτυο 2.500 αιθουσών στις ΗΠΑ, ενδιαφέρεται αρχικά για την προβολή της νέας ταινίας του Γρηγόρη Καραντινάκη, Η Χορωδία του Χαρίτωνα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η ανακοίνωση της συμφωνίας δε θα μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή για την κωμωδία με πρωταγωνιστή τον νέο διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Γιώργο Χωραφά, που βγαίνει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη.

Θυμίζουμε ότι ο χορός των ελληνικών ταινιών στις αίθουσες για την καινούρια και μάλλον υποτονική μέχρι ώρας σαιζόν, ξεκίνησε μόλις πριν δύο εβδομάδες, με την νέα κωμωδία του Αντώνη Καφετζόπουλου, Η Γυναίκα Είναι… Σκληρός Άνθρωπος, την οποία το κοινό υποδέχτηκα σχετικά θερμά, χαρίζοντάς του γύρω στις 10.000 εισιτήρια, που δεν είναι άσχημο, αλλά ούτε και καλό το λες.

The Constant Gardener - Review

The Constant Gardener – Ο Επίμονος Κηπουρός
4.5/5(4,5/5)

Σκηνοθεσία: Fernando Meirelles
Σενάριο: Jeffrey Caine (από τη νουβέλα του John Le Carre)
Παίζουν: Ralph Fiennes, Rachel Weisz, Dany Huston

Μαζί με το The Interpreter, το Hotel Rwanda και το επερχόμενο Syriana, το The Constant Gardener επιδεικνύει την τάση του Hollywood να υιοθετήσει ένα πιο παγκοσμιο(ποιημένο) πρόσωπο, βγάζοντας τα συνομοσιολατρικά-πολιτικά θρίλερ έξω από τα σύνορα της Αμερικής. Αν όλες αυτές οι ταινίες πρόκειται να είναι τόσο καλές όσο το Constant Gardener, τότε καλώς να έρθουν.

Μεταφέροντας στην οθόνη μια από τις καλύτερες νουβέλες του John Le Carre, του μυθιστοριογράφου-ειδήμονα στα κατασκοπικά θρίλερ με λευκούς ανθρώπους σε εξωτικό περιβάλλον, ο Meirelles και ο σεναριογράφος του, Jeffrey Caine (Goldeneye) στήνουν ένα εξαιρετικό θρίλερ που μοιράζεται το χρόνο του με ένα υπέροχο love-story, και εξυψώνεται από τους καλογραμμένους του χαρακτήρες.

Όλα είναι στο σενάριο, το οποίο, ανακοινώνοντας από τα πρώτα λεπτά ότι η Tessa (Weisz) είναι νεκρή, δίνει στα flashbacks που εν είδη αναμνήσεων εδραιώνουν στη RAM μας τη σχέση της με τον Justin (Fiennes), έναν μακάβριο και γλυκόπικρο χαρακτήρα. Έτσι ανοίγει η πόρτα για το state of mind του πρωταγωνιστή: δεν είναι ο εκδικητής-τιμωρός που ξεκινά κυνήγι για δικαιοσύνη οφθαλμόν-αντί-οφθαλμού, αλλά ένας πικραμένος άντρας, ένας πράος φλώρος που προτιμά να ασχολείται με τον κήπο του παρά με τον πραγματικό κόσμο, όμως τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, νιώθει περιέργεια. Μια περιέργεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με την παθολογική ευγένεια και την απάθεια της κουλτούρας του, και του αποκαλύπτει το μαρτύριο της ζωής της γυναίκας του. Μέσα από το σοκ του θανάτου της, ο Justin έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη νοσηρότητα της πραγματικής τραγωδίας που η Tessa προσπαθούσε να εξαλείψει, αυτήν που μέχρι τότε δεν ήταν παρά το background της αυξανόμενης μεταξύ τους απόστασης. Η οργή και η αηδία που θα νιώσει, θα γίνει ακόμη πιο δυνατή χάρη στη συνειδητοποίηση ότι αυτός είναι που τόσα χρόνια ήταν πραγματικά νεκρός.

Ο Ralph Fienes, στο μοναδικό καλό ρόλο που έχει σταυρώσει εδώ και τρία χρόνια, παίζει με χαρακτηριστική, βρετανική ευστοχία τον συνεσταλμένο Άγγλο που βλέπει το επιβεβλημένο κέρινο προσωπείο του να λιώνει όταν βγαίνει στον καυτό ήλιο της αφρικανικής πραγματικότητας, ενώ η Rachel Weisz στοιχειώνει με το φάντασμα της Tessa όλη την ταινία, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά πραγματικά μεγάλο υποκριτικό δυναμικό. Ο Meirelles αποσπά δυνατές ερμηνείες από όλο το cast, βγάζει την κάμερα από το στούντιο για να γεμίσει την οθόνη με εικόνες τις εξαθλιωμένης Αφρικής και να κάνει ξεκάθαρο το μήνυμα της ταινίας του, ενώ στα νευρικά πλάνα και τα ασταθή καδραρίσματά του φυλακίζει άψογα την ψυχολογία του ήρωά του, επιδεικνύοντας –αν και με μια δόση ανασφάλειας—την σκηνοθετική του μοναδικότητα.

Όμως τα πραγματικά εύσημα αξίζει ο Cesar Charlone, που σε ξεπλυμμένα σέπια χρώματα ζωγραφίζει τη ζοφερή αμεσότητα της φρίκης, κάνοντας την πραγματικότητα τον τρίτο πρωταγωνιστή. Φαρμακευτικές εταιρείες που δοκιμάζουν τα προϊόντα τους σε ανθρώπινα πειραματόζωα από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, αδιαφορώντας για τις απώλειες. Άλλωστε, αυτοί οι άνθρωποι δε μετράνε για αληθινοί. Ή τουλάχιστον, δεν είναι κανείς εκεί να τους μετρήσει.

Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.