Junebug - Review


Junebug - Μια ξένη ανάμεσά μας
4/5 (4/5)

Σκηνοθεσία: Phil Morrison
Σενάριο: Angus MacLachlan
Παίζουν: Amy Adams, Embeth Davitz, Alessandro Nivola

Δείτε/Κρύφτε το trailer v



(όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Ο αμερικάνικος ανεξάρτητος κινηματογράφος, έχει μια βασική ομοιότητα με τον εμπορικό: για κάθε 10 φόλες υπάρχει και μια ταινία που είναι στ’ αλήθεια υπέροχη. Απόδειξη αυτού και ένδειξη ότι αυτού του είδους το σινεμά δεν έχει πεθάνει ακόμη, το Junebug.

Μέσα σε 10 μόλις λεπτά, έχουμε δει νεαρό ζευγάρι να γνωρίζεται, να ερωτεύεται, να παντρεύεται, και να ξεκινάει για ένα επαγγελματικό ταξίδι στην αμερικανική ύπαιθρο, συμπτωματικά κοντά στο χωριό που μεγάλωσε ο άντρας. Η επίσκεψη είναι επιβεβλημένη, ιδίως αφού οι γονείς δεν έχουν γνωρίσει ποτέ τη νύφη, η οποία γνωρίζει έναν γενναίο, νέο κόσμο και μια ολότελα αθέατη πλευρά του άντρα της.

Γλυκές ιστορίες με φρέσκια ματιά και ασυνήθιστους κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μπορείς να βρεις κι αλλού –αν ψάξεις αρκετά. Αυτό που πραγματικά κάνει το Junebug να ξεχωρίζει, είναι η σκηνοθεσία και το μοντάζ του, που θα ήταν ο ορισμός της πρακτικής αφαιρετικότητας, αν υπήρχε τέτοιος όρος.

Ο έμπειρος βιντεοκλιπάς Phil Morrison –του οποίου η μικρού μήκους πτυχιακή Tater Tomater έχει εξασφαλίσει μια θέση στο MoMA της Νέας Υόρκης— στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, σκέφτεται σαν θεατής και κόβει από την ταινία όλες τις σκηνές που θα έβαζαν στην πρίζα το λαμπάκι “been there, seen that”. Δεν σπαταλάει χρόνο να μας πει «τώρα θα αναλύσουμε τη γυναίκα, τώρα τον άντρα και τώρα θα σας πω ότι αποφάσισαν να πάνε στους γονείς του, οι οποίοι είναι έτσι κι έτσι», αλλά αντίθετα προσφέρει μια ολοκαίνουρια αφηγηματική άποψη ικανή να σε ενθουσιάσει και μόνο με τη σύλληψή της –πόσο μάλλον με την εκπληκτική της εκτέλεση. Τίποτε απ’ αυτά δε μένει μετέωρο, κι όλα εξηγούνται με αναζωογονητική αίσθηση μινιμαλισμού και εντυπωσιακή σκηνοθετική ακρίβεια, που αφήνει χώρο στο σενάριο και τους χαρακτήρες να ανασάνουν και να γεμίσουν την αίθουσα με ρεαλιστικά συναισθήματα και cliché-free καταστάσεις.

Ειδικής μνείας αξίζει η Αmy Adams, που με την φευγάτη ερμηνεία της κατάφερε να εξασφαλίσει στην ταινία μια θέση στα φετινά Όσκαρ, αλλά και στις ελληνικές αίθουσες, που έτσι όπως τα πήγαινε η εταιρεία διανομής, μάλλον δε θα ευτυχούσαν να δουν αυτήν την ταινία.

Cult.Film.Festival.06

Day Two: Το Κιτς Μες Στην Ψυχή Τους

Οι προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν, και το ίδιο και η αίγλη μιας μεγάλης προσωπικότητας της ελληνικής cult υποκουλτούρας, στη χτεσινή βραδιά του Cult Film Festival του Gagarin. Μπορεί να άργησε, αλλά ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής της διοργάνωσης, βρήκε την ευκαιρία να ξεσπαθώσει κατά όλων των «δήθεν» που επιβάλλουν τι είναι τέχνη και τι όχι, και περιθωριοποιούν την κουλτούρα που άξια υπερασπίζεται, θυμίζει και προωθεί η συγκεκριμένη διοργάνωση τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Αλλά πριν φτάσουμε στο μποτιλιάρισμα της Λιοσίων, να πούμε ότι νωρίτερα χτες είδαμε και την δεύτερη ταινία πρόσφατης παραγωγής που είχε στο πρόγραμμά του 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Cult Κινηματογράφου. Στις 16.00 το απόγευμα, ο νεαρός Στέφανος Πρόκος, είδε την αίθουσα του Gagarin να γεμίζει σχεδόν κατά το ήμισυ, από τολμηρούς νέους, πρόθυμους να επενδύσουν 5 ευρώ σε μια ταινία που τους πρότεινε η διοργάνωση. Είμαι βέβαιος ότι όσοι ακούμπησαν το γαλανό χαρτονόμισμά τους στην είσοδο, δυόμισι ώρες αργότερα δεν ένιωσαν ότι πήγε χαμένο. Όχι ολόκληρο τουλάχιστον.

Το Κλισέ, μια επαγγελματική δουλειά από ερασιτέχνες κινηματογραφιστές, είναι μια απολαυστική σάτιρα των… κλισέ του κινηματογράφου, που όμως διαπνέεται πλήρως από το πάθος των δημιουργών της για τη σκοτεινή αίθουσα και τη λατρεία τους για τις εικόνες που αντανακλούνται στην οθόνη της. Αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από την αγανάκτηση και την εφηβική οργή που φαίνεται να κινητοποίησε τους δημιουργούς της χτεσινής Τυφλής Φυγής, και αυτό είναι που την κάνει απείρως απολαυστικότερη σε movie freaks, απ’ ό,τι σε έναν τυχαίο περαστικό. Αν μη τι άλλο, γιατί οι movie freaks θα έχουν το κουράγιο και την υπομονή να διανύσουν τις δυόμισι ώρες ταξιδιού που τους προτείνει ο Πρόκος.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η ταινία δεν έχει εκπλήξεις και για τους ανυποψίαστους. Γιατί εύκολα βλέπει κανείς ότι το Κλισέ υποστηρίζεται από το δικό του, ελεύθερο κωμικό υπόβαθρο, που αν και μερικές φορές φλερτάρει με την βλαχομπαρόκ αναρχία των σκετς των ΑΜΑΝ, στη μεγαλύτερη διάρκειά του είναι απροσδόκητα και απολαυστικά αυτάρκες και απολαυστικό. Στους νεαρούς πρωταγωνιστές του, υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα ταλέντα, των οποίων τα ονόματα φυσικά δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή –και τα cocktail αργότερα εκείνη τη νύχτα μάλλον είχαν στόχο ακριβώς εκείνα τα εγκεφαλικά κύτταρα που τους είχαν καταγράψει--, αλλά υποθέτω ότι μπορούν να μου στείλουν μερικά οργισμένα mail για να τα επαναλάβουμε. Απ’ το συνολικό cast, εύκολα ξεχωρίζει ο μαυροφορεμένος ληστής με τις Jedi ικανότητες και το προσωνύμιο Κούκος (όπως το πουλί που κλέβει τα ξένα αυγά), η κοπελιά που παίζει την ημίτρελη επιστήμονα Βερόνικα, ο ίδιος ο Πρόκος, που θυμίζει κάτι απο Σπύρο Παπαδόπουλο στον κεντρικό πρωταγωνιστικό ρόλο, και φυσικά, ο κομπάρσος-πασπαρτού, Μπάμπης, τον οποίο υποδύεται ο Στάμος Δημητρόπουλος, σε ένα ανεναπανάληπτο ρεσιτάλ μούτας και διακριτικού screwball.

Το βασικό πρόβλημα του Κλισέ, το οποίο θα αναφέρω για τρίτη φορά, είναι η εξουθενωτική του διάρκεια. Στις δυόμισι ώρες του, ο Πρόκος ξεδιπλώνει ένα μεγάλο δίχτυ από αλληλοσυνδεόμενες ιστορίες, που περιλαμβάνουν έναν «μπάτσο με πρόβλημα συμπεριφοράς,» έναν κλέφτη με μυθικές ικανότητες, και έναν παρανοϊκό τρομοκράτη με σχέδια παγκόσμιας καταστροφής. Και διάφορες υποπλοκές τριγύρω. Η ταινία είναι εμφανώς βασισμένη σε στερεοτυπικές δομές πλοκής και χαρακτήρων της αμερικανικής φιλμογραφίας, αλλά και της ελληνικής (ασπρόμαυρης) παράδοσης του μελοδράματος, στερεότυπα τα οποία οι δημιουργοί σαρκάζουν ανελέητα, αλλά με γούστο. Όμως τόσο οι ερμηνείες, όσο και τα μεμονωμένα set pieces είναι άνισα, και σε ορισμένες περιπτώσεις επαναλαμβανόμενα, προκαλώντας ιλιγγιώδη σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό. Υπάρχουν κομμάτια στο Κλισέ που κραυγάζουν την βαθύτερη επιθυμία τους να βρεθούν στο γνωστό «πάτωμα του δωματίου μοντάζ» (κλισέ), όμως ο Πρόκος κι ο Δημητρόπουλος, που έβαλε το χεράκι του στη μονταζιέρα, δεν άκουσαν αυτές τις φωνές -–προφανώς γιατί είχαν κουφαθεί απ’ τις κραυγές που ήδη είχαν μαχαιρώσει—και εκεί έχασαν ένα μεγάλο κομμάτι του παιχνιδιού.

Εν γένει πάντως, μετά την προβολή δεν νομίζω να ζήτησε κανείς τα λεφτά του πίσω, όπως επίσης δεν νομίζω να ήταν πολλοί αυτοί που δεν έμειναν στις θέσεις τους για να παρακολουθήσουν την επόμενη ταινία, το Κορίτσι του Μπαρ, μια to the core Σαλονικιώτικη παραγωγή με πρωταγωνιστή τον Γιάννη Φλωρινιώτη, τις ‘80s φορεσιές του και τα εκφραστικά τραγούδια του. Εγώ δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς.

Ξαναπήγα πάντως, όταν ο άνθρωπος με το πρόσωπο από στόκο, ο τραγουδιστής με το σφυριχτό σίγμα, ο καλλιτέχνης που φορά τα άστρα στα σακάκια του, όταν ο Γιάννης Φλωρινιώτης παρουσίασε το πολυαναμενόμενο live show του. Δεν ξέρω πόσο live ήταν βέβαια, μιας και κάθε φορά που η μεγάλη προσωπικότητα απ’ τον Πόντο ευχαριστούσε το κοινό που τον αποθέωνε, για κάποιο λόγο το μικρόφωνο σιωπούσε, ωστόσο ακόμη κι αν η φωνή ήταν ηχογραφημένη, η ζωντάνια που ξεχείλιζε απ’ τα λικνίσματα του showman με τα χίλια κοστούμια (και τα εκατομμύρια στρας), ήταν αρκετή για να γεμίσει το Gagarin.

Το κοινό τον υποδέχτηκε με αλαλαγμούς εκστασιασμού, έστω κι αν χρειάστηκε να στηθεί για αρκετή ώρα στην ουρά της εισόδου, ακόμη κι αν δεν πρόλαβε να βρει να καθίσει, κι ακόμη κι αν χρειάστηκε να κάνει ένα μισάωρο υπομονή για να μπει όλος ο κόσμος μέσα, και να ξεκολλήσει το DVD player που θα έδειχνε τα αποσπάσματα-εισαγωγή σ’ αυτήν την lifetime achievement βράβευση. Άνθρωποι κρέμονταν σαν σταφύλια απ’ τον εξώστη του Gagarin όταν εμφανίστηκε ο Νικολάκης Φλωρινιώτης και το Γωγουλίνι σαν αντικαταστάτης της Αννούλας Φλωρινιώτη, και ο χώρος σείστηκε όταν ο padre famiglia της οικογένειας Φλωρινιώτη έκανε την είσοδο του στη σκηνή.

Τα λόγια (μου) δεν φτάνουν για να περιγράψουν το μεγαλείο των στιγμών που ζήσαμε χτες βράδυ, οι οποίες συμπληρώθηκαν από την απροσδόκητη εμφάνιση-έκπληξη ενός μαυροφορεμένου Θεσσαλονικιού «ράπερ», ο οποίος συνεργάστηκε με τον Γιάννη Φλωρινιώτη, και παρήγαγε το r’n’b-hip hop-whatever remix της αξέχαστης επιτυχίας «Πειράζει (που είμαι μεγάλη βεντέτα, πειράζει);» Ο γοριλλοειδής οργισμένος ράπερ, που λειτουργούσε ως άμεση αναφορά στην τελευταία ταινία του Peter Jackson, έβαλε το δικό του λιθαράκι στην βραδιά-υπερπαραγωγή, με απίστευτη σκηνική παρουσία, που κόντραρε στα ίσια τον Φλωρινιώτη όταν μοιράστηκαν την πίστα. Δεν θα αποτολμήσω να πω ότι υπήρξαν και στιγμές που έκλεψε την παράσταση με τις γκριμάτσες μίσους και τα νευρώδη χοροπηδητά του, θα σας δώσω όμως την ευκαιρία να αποφασίσετε μόνοι σας, βλέποντας το σχετικό βιντεάκι, το οποίο τράβηξα με την ψηφιακή φωτογραφική μου μηχανή. Προφανώς, περιμένω τα παιδιά απ’ την Τυφλή Φυγή να επικοινωνήσουν μαζί μου για να προσθέσουμε ψηφιακά εφέ.



Σήμερα Κυριακή, είπα να απέχω απ’ το άθλημα, αν και ξέρω ότι είναι κρίμα που δεν ξανάδα το Σεξ 13 Μποφόρ με τον παμμέγιστο Κώστα Γκουσγκούνη, ενώ κάτι μου λέει ότι και η one on one αναμέτρησή του με τον Απόστολο Σουγκλάκο –τον οποίο πρέπει από του χρόνου να ανακηρύξουν και επίσημο παρουσιαστή—θα είναι εξίσου απολαυστική με τα άλλα δυο live της φετινής διοργάνωσης. Αν τύχει να πάει κανείς, ας πει εντυπώσεις. Εγώ, του χρόνου πάλι.

*Παρακαλούνται οι υπέυθυνοι του Κλισέ, να μας στείλουν καμιά
φωτογραφία να στολίσουμε το σεντόνι. Ευχαριστώ.

**
Για το βιντεάκι, αν δεν παίζει embedded, μπορείτε να το βρείτε εδώ

Capote (2005)

(5/5)

Σκηνοθεσία: Bennett Miller
Σενάριο: Dan Futterman, Gerald Clarke (βιβλίο)
Παίζουν: Philip Seymour Hoffman, Catherine Keener, Clifton Collins Jr.

Δείτε/Κρύφτε το trailer v


Σε δυο επίπεδα, παρακολουθούμε, από το 1959 ως το 1965, τόσο την ιστορία συγγραφής του ιστορικού πλέον In Cold Blood από τον Truman Capote, αλλά και πως άλλαξε καταλυτικά τη προσωπική του ζωή (εκτός από τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία). "Όλα ξεκίνησαν όταν ο συγγραφέας διάβασε ένα άρθρο στους New York Times για την ανεξήγητη δολοφονία μιας τετραμελούς οικογένειας στο επαρχιακό Kansas"...

Η ταινία είναι ουσιαστικά υπεράνω κριτικής. Όσοι προσπάθησαν να της βρουν ψεγάδια, κατάφεραν μόνο να εκτεθούν. Γράφτηκε π.χ. ότι δε τονίστηκε η σεξουαλική έλξη του Capote για τον Perry Smith αλλά αυτή ποτέ δεν αποδείχτηκε ότι υφίστατο - αντίθετα τεκμηριώνεται ξεκάθαρα ότι ο πετυχημένος συγγραφέας έβλεπε στο πρόσωπο του καταδικασμένου εγκληματία κάποιον "που μεγάλωσαν μαζί στο ίδιο σπίτι αλλά ο ένας βγήκε από την είσοδο και ο άλλος από τη πίσω πόρτα". Όσοι θεώρησαν ότι δε παρουσιάζεται αυτό που χαρακτήριζε τον Capote περισσότερο απ' όλα, η γραφή του, αποστομώνονται από τη παρουσίαση της.. παρουσίασης αποσπασμάτων του In Cold Blood από τον ίδιο, αλλά και από τις αρκετές φορές που ο Capote παρουσιάζεται να αφηγείται ιστορίες (ή.. ιστορίες) - πρώτα τον ακούμε και μετά τον βλέπουμε, στη πραγματικότητα.

Αψεγάδιαστη είναι επίσης η ερμηνεία του Philip Seymour Hoffman, ως συνήθως θα 'λεγα. Πολλά βήματα πέρα από "οσκαρικές ερμηνείες" που είχαν εύκολη δουλειά με στερεότυπες δημόσιες εικόνες (για να παίξεις π.χ. τον Stevie Wonder δε χρειάζεται παρά να σε βάψουν μαύρο και να κουτουλάς στους τοίχους), ο Hoffman κατάφερε να τον υποδεχτεί με διθυράμβους το εύκολα δηκτικό και σαρκοβόρο αρτ κύκλωμα, εξέχον μέλος του οποίου αποτέλεσε ο Capote. Τέλεια είναι τέλος και η σκηνοθεσία του Bennett Miller. Σκοτεινή, αργή, με προσεχτικά επιλεγμένες και περιορισμένες χρωματικές παλέτες, εξομαλύνει το σε κάποια σημεία λεκτικά υπερβολικό (αλλά κατά τα άλλα πάντα δεμένο, δουλεμένο, σαφές και αλλού ιδιαίτερα εμπνευσμένο) σενάριο, όπως και τη φυσική παρουσία του Hoffman (που είναι πιο μεγαλόσωμος από το χαρακτήρα του). Και ξεκουράζει χωρίς να κουράζει.

Υπόδειγμα βιογραφικής δημιουργίας, το Capote (2005) σίγουρα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς σε πολύ περισσότερα επίπεδα από το πολυσυζητημένο Brokeback Mountain (2005), όταν καταλαγιάσει η σκόνη.

Neve Campbell και Denise Richards ξανά μαζί!



Σύμφωνα με το contactmusic.com, η Denise Richards και η Neve Campbell έχουν ήδη συμφωνήσει να.. ξαναβρεθούν μαζί! Και προτού να πενηνταρήσουν!

Η νέα ταινία θα λέγεται Backstabbers και φιλοδοξεί να ενώσει όλο το καστ του Wild Things (1998) που απουσίαζε σύσσωμο από το straight- to- video Wild Things 2 (2004). Τώρα βέβαια ποιος ενδιαφέρεται για το υπόλοιπο καστ δε μπορω να σας πω με σιγουριά. Ελπίζω μόνο να μη κάνει (όπως συνηθίζει τελευταία) ο Bill Murray τον.. ακαταμάχητο. Άμα δε, κάνει και τρίο θα κάψω τη συλλογή μου από tentacle hentai.

Cult.Film.Festival.06

Day One: Τυφλή Απουσία

Αυτό το dj Blackman vs Valentine pre-festival party της περασμένης Τρίτης δε νομίζω ότι μετράει στις μέρες του φετινού φεστιβάλ, και απ’ ό,τι άκουσα ακόμη κι οι διοργανωτές θέλουν να το ξεχάσουν –σίγουρα δε θέλουν να το θυμούνται τα 15-20 άτομα που τελικά μαζεύτηκαν εκεί να γιορτάσουν τον (μη) Βαλεντίνο τους.

Οπότε ας πούμε πως το φεστιβάλ ξεκίνησε χτες, κι αν και δεν είχε την επιτυχία των περασμένων χρονιών, μπορεί να πει κανείς ότι δεν τα πήγε καθόλου άσχημα. Δεν ξέρω αν έφταιγε που το πρόγραμμα μυρίζει επανάληψη, αν ήταν λόγω της ψύχρας, ή λόγω της… παραπλάνησης του Σουγκλάκου στο κοινό του, ο οποίος σε ραδιοφωνική εκπομπή κάλεσε τους ακροατές του στη Λιοσίων 206 (αν ξέρετε τη Λιοσιών, το 206 πρέπει είναι περίπου μισό χιλιόμετρο πιο κάτω απ’ το 205, όπου γίνεται το φεστιβάλ), αλλά η προσέλευση ήταν πεσμένη γύρω στο μισό απ’ την περσινή. Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εμένα.

Όσοι έχετε αποτολμήσει να χαθείτε στα άγρια νοσταλγικά τριπάκια του συγκεκριμένου φεστιβάλ τις περασμένες χρονιές, θα έχετε διαπιστώσει ότι θέλει μεγάλες αντοχές για να παρακολουθήσει κανείς από κοντά όλο του το πρόγραμμα –αυτά του Τσαγκαρουσιάνου για τα ιδρωμένα σεντόνια και τα αρώματα της αυνανιστικής του εφηβείας, είναι το παραλλήρημα που πιάνει τον καθένα, αφού έχει παρακολουθήσει ένα 30ωρο αμάγαλμα της ελληνικής βιντεοπαραγωγής του ‘80. Γιατί τα λέω όλα αυτά, θα μου πείτε. Για να μην κατηγορηθώ για ανανδρεία, που έχω σκοπό να πάω σε ελάχιστες μόνο προβολές του φετινού προγράμματος φυσικά. Κι άμα έχει κανείς αντίρρηση, ας έρθει να του βρω μια διαρκείας, να δούμε πόσο θ’ αντέξει…

Μια απ’ αυτές τις προβολές πάντως, ήταν το Καράτε: Τυφλή Φυγή, για το οποίο υποθέτω θα έχετε ξανακούσει, και ενδεχομένως να έχετε διαβάσει στο Έθνος και την Ελευθεροτυπία τα πολύ καλά λόγια που γράφουν άνθρωποι οι οποίοι δεν αποκλείεται να μην την έχουν δει. Δεν υποννοώ τίποτα, απλώς τα δύο κείμενα έχουν τρομερές ομοιότητες με αυτά που γράφουν οι δημιουργοί της ταινίας στο site τους.

Σ’ αυτό το site μπορείτε να κατεβάσετε και την ίδια την ταινία, η οποία είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, με αυτή τη δυνατότητα βιντεοσκόπησης των 15 δευτερολέπτων που προσφέρει, ή κάτι τέτοιο. Αυτό που προέκυψε είναι ένα συνονθύλευμα σάτιρας των αμερικάνικων και ασιατικών ‘80s, με τη μυθολογία του μοναχικού κομάντο ο οποίος παίρνει εκδίκηση από μυστήρια οργάνωση με σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας που του σκότωσε τη γυναίκα/μάνα/κόρη/αδερφή/καφετζή/ελαιοχρωματιστή. Όπως το περίμενα, η ταινία δίνει ρέστα στο μοντάζ, και κρατιέται στην επιφάνεια χάρη στο κέφι-κέφι-κέφι των παιδιών που την σούταραν και την έκοψαν, αλλά υστερεί σε πρωτοτυπία στις σκηνές μάχες, οι οποίες πιάνουν και το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς της. Η επιλογή τους να τη γυρίσουν με την φωτογραφική, έχει το χαβαλέ της και κερδίζει πόντους αυθορμητισμού, αλλά όταν η εικόνα απλώνεται σε πανί, τα ευμεγέθη pixel ρίχνουν απειλητικές σκιές το όλο project και τη βιωσιμότητά του σε οποιαδήποτε οθόνη μεγαλύτερη απ’ αυτή ενός PSP. Δε λέω, low budget και τα ρέστα, αλλά αν δεν κάνω λάθος, μια μέτρια ψηφιακή βιντεοκάμερα είναι πιο φτηνή από μια καλή ψηφιακή φωτογραφική. Όπως και να ’χει, αξίζει τον κόπο να κατεβάσετε την ταινία απ’ το site και να τη δείτε στο PC σας.

Εγώ πάντως τους μιμήθηκα και τράβηξα το παρακάτω βιντεάκι με την κάμερα του κινητού μου.



Όλο το χαρτί, το μάζεψε το show του Σουγκλάκου, ένα «ποικίλης πρόγραμμα» όπως το χαρακτήρισε, και για το οποίο κατάφερε να αναστήσει προσωπικότητες του μακρινού παρελθόντος αυτού του τόπου, όπως τον χορογράφο Μιχάλη Μεταξά, τον άνθρωπο πασπαρτού Κώστα Βενετσάνο, και τον μάγο Λουιτζέλο, ενώ μας έφερε και ένα show επίδειξης τεχνικών kick boxing από σχετική σχολή. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί δεν ήξερα όταν τους διάβαζα στο Δελτίο Τύπου της βραδιάς, αλλά τους έμαθα εκεί. Μόνο τον Ταμπάκη αναγνώρισα στο χαρτί, αλλά δυστυχώς τελικά δεν μας τίμησε με την παρουσία του. Φοβήθηκε τον ανταγωνισμό; Ίσως. Γιατί ο Σουγκλάκος δε φοβάται, δεν είναι δειλός ο Σουγκλάκος! Το avopolis πέρυσι είχε δει το show του Σουγκλάκου σαν ένα «μάθημα της ελληνικής cult ιστορίας», όπου «το κίνητρο να παρακολουθήσουν αυτό το ζωντανό πρόγραμμα ήταν ο χαβαλές και το γέλιο, στο τέλος φύγαμε όλοι με μια υποψία συγκίνησης για κάποιους ανθρώπους που επιμένουν να κυνηγούν το δικό τους περίεργο όνειρο». Το περσινό το είχα χάσει, αλλά για το φετινό, μια λέξη βρίσκω μόνο: λυπηρό… Αλλά κι αυτό έχει μια συγκινητική μαγεία, ε; Κάτι απο Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών, πολύ ωραία περάσαμε.

Πάντως μετά την εξτραβαγκάντσα του πρωτοπαλαιστή, ήταν προγραμματισμένη η προβολή Αυστηρώς Ακατάλληλο, ένα ποτ-πουρί μεγάλων στιγμών ελληνικής βιντεοτσόντας, το οποίο δυστυχώς δεν κατάφερε να προσελκύσει το προσδοκούμενο κοινό. Όταν ήρθε η ώρα του, στα ταμεία του Gagarin δεν υπήρχε ψυχή, μάλλον γιατί το είχαν δει όλοι πέρυσι, οπότε όσοι ήταν ήδη εκεί μπορούσαν να το δουν δωρεάν. Τώρα, αν τους βγήκε σε καλό, ή όχι, αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Όπως και να ’χει, ο μεγάλος χαμός θα γίνει μάλλον απόψε, με τη βράβευση και το show του φετινού τιμώμενου προσώπου. Αν κι ο Φλωρινιώτης δεν καταφέρει να προκαλέσει το –παραδοσιακό μέχρι φέτος- μποτιλιάρισμα στη Λιοσίων, τότε ίσως του χρόνου να χρειαστεί να βραβεύσουν την Καλομοίρα, τι να πω.


*Άμα δε σας παίζει το embedded βιντεάκι του Σουγκλάκου σε perfomance Eye of the Rapper, δοκιμάστε ετούτο 'δω το link

**Διαβάστε και συνέντευξη Σουγκλάκου στους
Στάμο Δημητρόπουλο και Γιάννη Δηράκη, εδώ. Φαίνεται πολύ επίπονη διαδικασία.

Storytelling (2001) και Γυναικείες Φαντασιώσεις - Fiction? (3ο Μέρος)

V. Ο Σκηνοθέτης
Ο Todd Solondz είναι μέρος μιας γενιάς σκηνοθετών (Larry Clark, Neil LaBute, Farrelly bros.) που στα μέσα των 90s όρισαν αυτό που ο ίδιος αποκαλεί sad comedy κι εγώ απλά (μοντέρνα) ηθογραφία. Mε εξαίρεση τους Farrelly του Rhode Island που είναι μια κατηγορία μόνοι τους, οι υπόλοιποι, "παιδιά" κι αυτοί της δυτικής ακτής και ειδικότερα της Νέας Υόρκης βρέθηκαν στη κορφή ενός κύματος που αγκαλιάστηκε από τους "αρτ" κύκλους, μισήθηκε από την.. άλλη ακτή (LA, Hollywood, πουριτανούς), άλλαξε πραγματικά τον αμερικάνικο ανεξάρτητο και τιμήθηκε τελικά από την αμερικάνικη ακαδημία στο πρόσωπο ενός.. άσχετου (Sam Mendes) που ανέλαβε να το ζαχαρώσει με το American Beauty (1999).

Συνεχίζοντας στο πολύ αμερικάνικο, μη ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε στη "χρυσή" εποχή Clinton, με δημοφιλή πρόεδρο, δημοκρατικό προφίλ, καλπάζουσα οικονομία και.. αναίμακτους βομβαρδισμούς ανά την υφήλιο. Άρα, σύμφωνα με μια απλή (ή απλοϊκή) εξήγηση, η μόνη διέξοδος για άσκηση κριτικής είναι η μαύρη κωμωδία. Και αυτό ισχυρίστηκαν πολλοί.. κριτικοί προσπαθώντας να αναλύσουν το φαινόμενο. Όπως αποδείχτηκε όμως εκ των υστέρων, με τη τεράστια απήχηση του nu metal, τα προβλήματα της (λευκής νεανικής) αμερικάνικης suburbia ήταν υπαρκτά παρόλο που φάνταζαν.. ειρωνικά στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες.

Έτσι προέκυψε κι ένας φαύλος κύκλος, με τους δημιουργούς να προσπαθούν να απαντήσουν στους κριτικούς, υποπίπτοντας σε λάθη και ακρότητες που αποξενώναν περισσότερους και φέρναν νέα κακοπροαίρετα σχόλια.

Ο Solondz θεωρήθηκε ο πιο ακραίος από όλους, κυρίως γιατί.. μίλαγε περισσότερο. Στη πραγματικότητα, ήταν ο πιο ήπιος, διεισδυτικός και.. ηθοκεντρικός (σε ντοστογεφσκικό βαθμό). Από τη πρώτη του κιόλας σημαντική ταινία (και μια από τις σημαντικότερες του '90) το Welcome To The Dollhouse (1995). Την ίδια χρονιά που ο Clark στο Kids (1995) βάζει ένα πιτσιρικά με AIDS να ξεπαρθενιάζει όσο περισσότερα κοριτσάκια μπορεί, o Solondz παρουσιάζει τους έρωτες και την απόγνωση μιας ασχημούλας πιτσιρίκας. Χωρίς να την αγιογραφεί.

Τρία χρόνια αργότερα, οι Korn έχουν κάνει την οργή ενάντια στη μηχανή (βλ. τη πολιτική "εξέγερση" των Rage Against The Machine) οργή ενάντια στη νιρβάνα, την υποκρισία και τη.. ρόδινη ζωή (Life is peachy), πρωτοπορούν στο δίκτυο με το KornTV και ετοιμάζονται να βγάλουν το Follow the Leader που θα καθορίσει το nu metal. Στο ίδιο μεσοδιάστημα, η Marvel έχει αποτύχει παταγωδώς αναθέτοντας στην Image (βλ. τους καλλιτέχνες που την είχαν εγκαταλείψει) να της αλλάξει το.. image των χαρακτήρων της, με έμφαση στο στυλ χωρίς ουσία. Και ψήνει τους Marvel Knights με σκοτεινές και τραχιές ιστορίες, που τελικά θα αναζωογονήσουν και την εταιρεία και τα κόμικ.

Στο "αρτ σίνεμα" ο LaBute έχει πάρει τη θέση του Solondz στα στόματα όλων (σαρώνοντας κι αυτός το Sundance και φτάνοντας μέχρι τη.. Θεσσαλονίκη), ασκώντας κριτική.. εκ των έσω στο σεξισμό με το (αριστουργηματικό) In The Company Of Men (1997). Και πρόκειται να συνεχίσει, διευρύνοντας τους στόχους του αλλά επιμένοντας πιο ενήλικα, στο Your Friends And Neighbors (1998) που.. ερμμμ.. δε το 'χω δει. Και στο box office οι Farrelly δε πιάνονται, τρέχοντας με τη Μαίρη.

Μέσα σ'όλα λοιπόν, ο Solondz εμπλέκεται, μπλέκεται και πάει στις Κάνες, με το Happiness (1998). Και δε μπορείς να πεις αν συμμορφώνεται με τις (κριτικές) υποδείξεις ή ειρωνεύεται το αλτμανοκοενικό "ιν" (στους indie κύκλους) στιλάκι (των παράλληλων ιστοριών και της αποστασιοποιημένης σάτιρας). Και δε μπορείς να πεις αν υιοθετεί ή ειρωνεύεται τη σκηνοθετική.. αδιαφορία του LaBute. Και δε μπορείς να πεις αν επιχειρεί να προσγειώσει ή να δώσει βαρύτητα στο χοντρό χιούμορ των Farrelly και τους σεξοκεντρικά βίαιους χαρακτήρες του Clark.

Μπορείς να πεις με σιγουριά ότι κάνει μια άνιση ταινία όπου ξεχωρίζει μόνο η εκπληκτική σκηνή (ανθολογίας πια) της αρχής και η ιστορία του παιδεραστή ψυχιάτρου. Μπορείς να πεις με σιγουριά ότι κάνει μια ταινία όπου λέει τόσα πολλά ώστε να καταλήξει να συμφωνούν και να διαφωνούν απόλυτα μαζί του μόνο αυτοί που δε τον καταλαβαίνουν (και νομίζουν ότι τον καταλαβαίνουν, see?). Μπορείς όμως να πεις με σιγουριά και ότι εξακολουθεί να νοιάζεται για όλους τους χαρακτήρες του και να αρνείται να τους κρίνει.

Στη συνέχεια.. εγώ πάω φαντάρος, η ακαδημία, όπως είπαμε, επιχειρεί να βάλει ταφόπλακα στο όλο θέμα με το κάτι- σαν- lifetime- achievement- award όσκαρ στον.. πρωτοεμφανιζόμενο Sam Mendes, o Nasdaq σκάει σα τη φούσκα των νέων τεχνολογιών, ο Bill Clinton ολοκληρώνει τη.. θητεία του και στη προεδρική εκλογή που ακολουθεί οι αμερικάνικες πολιτείες χωρίζονται για πρώτη φορά σε δυο.. ακτές (αν και θα περάσουν άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του χάσματος). Και ο Solondz ετοιμάζεται να προσπαθήσει να μείνει σχετικός, να επανέλθει σε φόρμα και να απαντήσει στους κριτικούς του με το Storytelling (2001).

Στο επόμενο μέρος: Storytelling - Fiction και Nonfiction.

(Ο Solondz έλεγε ότι δε μπορεί να κρίνει το Storytelling όποιος δεν έχει επαφή με το προηγούμενο έργο του. Και είχε δίκιο. Στο παραπάνω κειμενάκι προσπάθησα μόνο να ξύσω τα σημαντικότερα ώστε να είμαι κατανοητός στη συνέχεια. Μη μείνετε με κανένα τρόπο σε αυτά - i.e. ψάξτε το περισσότερο - αν θέλετε να 'χετε σφαιρικότερη αντίληψη).

The Fog (2005)

(0.5/5)

Σκηνοθεσία: Rupert Wainwright
Σενάριο: Cooper Layne, John Carpenter (1980)
Παίζουν: Tom Welling, Maggie Grace, Selma Blair

Δείτε/Κρύφτε το trailer v (αν επιμένετε)


Όπως θα 'χετε ακούσει, η ταινία είναι remake της αντίστοιχης τρόμου του '80 του John Carpenter. Που δε την έχω δει και δε ξέρω αν πρέπει να πω ευτυχώς ή δυστυχώς. Πόσο δηλαδή τρομαχτική μπορεί να 'ναι μια.. ομίχλη?

Επιπλέον, με όλα τα λεπτομερή making of και τα 3D παιχνίδια, το κοινό μπορεί να μη ξέρει πως μοιάζει μια.. ανθρωποφάγα ομίχλη, ξέρει όμως πολύ καλά πως δε μοιάζει. Και για να το εξηγήσω καλύτερα, πάω σε κάτι πιο απλό και χαρακτηριστικό από το Brokeback Mountain (2005): Όλοι ξέρουμε πια ότι πολλές "νυχτερινές" σκηνές, γυρίζονται καταμεσήμερο και.. σκοταδίζονται. Και αφήνουμε το σκηνοθέτη να μας εξαπατάει, κατά σύμβαση, με τη προϋπόθεση ότι τα καταφέρνει. Όταν όμως ο Jake Gyllenhaal ρουφάει (το τσιγαράκι του) και η κάφτρα δεν ανάβει, ενώ μετά φυσάει τον καπνό, ε τότε ξέρεις ότι η κάφτρα σκοτείνιασε μαζί με το ντάλα ήλιο του μεσημεριού και ο Ang Lee βαρέθηκε να κάτσει να κάνει μια νυχτερινή σκηνή της προκοπής.

Έτσι ακριβώς και ο Rupert Wainwright - έχοντας είναι η αλήθεια ένα ηλίθιο σενάριο και μικρό προϋπολογισμό για πολλά πολλά εφέ - βαριέται να προσπαθήσει να κάνει πιστευτούς τους χαρακτήρες του και οποιαδήποτε σκηνή. Και η βαρεμάρα περνάει και σε όλους τους υπόλοιπους συντελεστές. Για παράδειγμα, η Selma Blair δε κάθεται λίγο να να χτενιστεί και να φτιαχτεί (και ειδικά σε σκηνή που πάει να βρει εξεπίτηδες τυχαία, τον άλλον που τη μπιπαγε, ενώ έχει επιστρέψει η γκόμενά του). Και τη βάλαν και δυο μέρες να γυρνάει τις σκηνές που πνίγεται, χωρίς αντικαταστάτη, λέει. Και μάλλον γύρισαν και τις υπόλοιπες σκηνές όσο ήταν ξεμαλλιασμένη από τα τσαλαβουτήματα, λέω.

Βάλτε τώρα ότι η ξανθιά πρωταγωνίστρια, Maggie Grace, έχει στιλ αλεξανδραπαλαιολόγου ένα πράμα - σου 'ρχεται, χωρίς λόγο, να τη πνίξεις μόνο που τη βλέπεις και μοιάζει σαραντάρα ενώ δεν έχει κλείσει καλά καλά τα είκοσι. Βάλτε και ότι και οι άλλες ξανθιές κάνουν μόνο ένα φευγαλέο πέρασμα με μπικίνι, στην απόλυτα (σπαστικά) κλισέ σκηνή τα- πρώτα- θύματα- είναι- οι- ανυποψίαστες- που- κάνουν- πάρτι. Και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος πια να ξοδέψετε οτιδήποτε, οπουδήποτε, για έναν αέρα κοπανιστό, για μια ομίχλη.

The Matador - Review

The Matador
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Richard Shepard
Σενάριο: Richard Shepard
Παίζουν: Pierce Brosnan, Greg Kinnear, Hope Davis

Δείτε/Κρύφτε το trailer v



Αν ζούσαμε σ’ έναν ιδανικό κόσμο, το Matador θα ήταν το είδος της ταινίας που θα πήγαινε κανείς να δει το απόγευμα της Παρασκευής μετά τη δουλειά, για ν’ αρχίσει να χαλαρώνει για το Σαββατοκύριακο. Δεν κρατάει πάνω από δύο ώρες, δεν έχει πολιτικό υπόβαθρο ή αλληγορικές προεκτάσεις, δεν βασίζεται σε βιβλίο, δεν είναι μεταφορά τηλεοπτικής σειράς, δεν αφηγείται τη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας, δεν είναι sequel, αλλά ούτε και prequel. Είναι αυτό που προκύπτει, όταν ένας τύπος έχει μια ιδέα για μια ιστορία που θέλει να πει, κάθεται και την γράφει σε σενάριο, κάποιος του δίνει λεφτά κι αυτός την κάνει ταινία. Μια απλή ιστορία.

Απλή και φρέσκια. Ο Julian Noble (Pierce Brosnan) είναι ένας εκτελεστής στο λυκόφως της καριέρας του, ο οποίος πλησιάζει στην παγίδα που του έχουν στήσει οι αμέτρητοι φόνοι, οι ακόλαστες κραιπάλες, και τα αμείλικτα χρόνια: την αναγκαστική συνταξιοδότηση. Ο Julian, σε ένα από τα τελευταία ταξίδια του, γνωρίζει τον Danny (Greg Kinnear), έναν regular τύπο, φιλόδοξο επιχειρηματία, που προσπαθεί να κλείσει τη μπίζνα της ζωής του. Οι λίγες ώρες που θα περάσουν μαζί αυτοί οι δυο ολότελα διαφορετικοί τύποι στο Μεξικό, θα τους φέρουν πιο κοντά απ’ όσο θα μπορούσαν να έρθουν δυο single-serving friends (θυμήσου το Fight Club) –αλλά όχι τόσο κοντά όσο έφερε η άγρια φύση τους δυο γκεημπόηδες του Brokeback Mountain.

Ο τύπος που σκέφτηκε να ενώσει έναν απρόσμενο χαρακτήρα μ’ έναν εντελώς συνηθισμένο, είναι ο Richard Shepard. Ένας τύπος που προσπαθεί εδώ και μια εικοσαετία να πετύχει κάτι πίσω από την κάμερα, και τώρα, ξαφνικά, κατάφερε να αποσπάσει ένα σωρό ‘μπράβο’ στο Sundance, ακριβώς επειδή το πέτυχε. Το Matador του, είναι μια κωμωδία χωρίς χοντροκομμένα gags, και σεξιστικά υπονοούμενα, και χωρίς προαπαιτούμενο υψηλού IQ, ή διεστραμμένου χιούμορ για να πιάσεις τα αστεία του.

Το σενάριό του, κερδίζει με το σπαθί του επίθετα όπως αναζωογονητικό, δροσερό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό και σχεδόν ιδιοφυές, ενώ η ανάλαφρη σκηνοθεσία του πίσω από την κάμερα, καταφέρνει αφήνει χώρο στους ερμηνευτές του να αναδείξουν τις φινετσάτες νότες του. Ο εξαιρετικός ρυθμός το κρατά πάντα σπιρτόζικο, ενώ οι δύο εξαιρετικοί πρωταγωνιστές ξεδιπλώνουν στην οθόνη ευπρόσδεκτες ποσότητες κωμικής ευρηματικότητας, αριστοτεχνικό συγχρονισμό, και φοβερή χημεία.

Ο Brosnan, στην πιο τολμηρή παραλλαγή του ρόλου που τον έκανε star πρώτου μεγέθους, απέχει έτη φωτός από τον Bond και τους συναδέλφους του, και την ίδια στιγμή τους κρατά κοντά του, με έναν τρόπο γήινο, αποκρουστικό και διαβολεμένα συμπαθή συγχρόνως –σαν να τους κλείνει το μάτι και να τους προετοιμάζει, με το στραβωμένο χαμόγελο και το κενό του βλέμμα, για τα γηρατειά τους. Μαζί με τον Greg Kinnear, ιδανικό στο ρόλο του καθημερινού nobody που ζει μια larger than life εμπειρία, οι δυο τους είναι οι ψυχή αυτού του απολαυστικού buddy movie, που ρίχνει οξυγόνο στα βαλτωμένα νερά της ανάλαφρης, διασκεδαστικής πλευράς του κινηματογράφου.

Storytelling (2001) και Γυναικείες Φαντασιώσεις - Fiction? (2ο Μέρος)

IV. Fiction
Η ιστορία μας ξεκινάει με τη Vi να.. ιππεύει το φίλο της. Και γρήγορα γίνεται αντιληπτό ότι ιππεύει πολιτικά ορθά - ένα θύμα εγκεφαλικού. Όταν τελειώσει (η Vi φυσικά), το θύμα θέλει να της διαβάσει την ιστορία του. Η Vi δε φαίνεται να 'χει όρεξη για πολλές συμπόνιες και φεύγει. Το θύμα όμως διαπιστώνει ότι δε τον.. θέλει πια ("You hardly even sweat anymore when we have sex") και μένει μαζί του από οίκτο.

Cut! και βρισκόμαστε στη τάξη να ακούμε την (πραγματική) ιστορία (αγάπης μεταξύ μιας πολιτικά ορθής κι ενός εγκεφαλικού θύματος είπαμε). Οι συμφοιτήτριες, στον ίδιο ορθό δρόμο, κατασυγκινούνται. Μια μόνο κακίστρω του κάνει διστακτικά σχόλια ότι ντροπιάζεται μόνος του. Cue για τον απειλητικό αράπη καθηγητή, να θάψει αλύπητα την ιστορία και έμμεσα το θύμα. "The story is a piece of shit."

Cut! και το θύμα κάτι ψυλλιάζεται. Η ορθή δικαιολογείται. Δεν ακολούθησε τις συμφοιτήτριες (του δρόμου) γιατί φοβήθηκε τον κακό αυστηρό καθηγητή. Αλλά είναι μόνος στις απόψεις του, τα βιβλία του χάλια και τόσο (αχ τόσο) επιθετικά, και σιγά επειδή πήρε το Πούλιτζερ. "You just wanna fuck him! Like Catherine and every other white cunt on campus." Ξανά cut! και τα υποχρεωτικά κλάματα με συμπαράσταση φίλης. Ακολουθεί οριστικός χωρισμός από το τηλέφωνο.

-You did the right thing.
-I know that. Fucking cripple.

Cut! και η Vi Rightthing πνίγει το πόνο της στο ποτό. Στο μπαρ, όλως τυχαίως, που συχνάζει ο καθηγητής. Τον πλησιάζει, τον χαιρετάει, τον ρωτάει άμα είναι μόνος. Δε της λέει τίποτα. "Can I join you?" Καμία απάντηση. "Gee, thanks." Και αρχίζει να του λέει, πόσο της αρέσει η τάξη και πόσο τον θαυμάζει και της αρέσουν τα βιβλία του. Και πόσο κακή ήταν η τελευταία ιστορία της. Και πόσο σκατά ήταν η ιστορία του (πρώην) φίλου της.

-Do you think I have potential as a writer?
-No.
-Thank you for being honest. I have so much respect for you.

Cut! και το ζευγαράκι μας προχωράει στο δρόμο. Ο αράπης προχωράει δηλαδή, αγνοώντας την και η Vi ακολουθεί σα χαμένη. Ξαναμανα cut! και είμαστε στο σκοτεινό διαμέρισμα του σκοτεινού καθηγητή. Η Vi πάει στη τουαλέτα για το απαραίτητο φρεσκάρισμα. Και ανακαλύπτει ένα πάκο με φωτογραφίες. Οι συμφοιτήτριες του ορθού δρόμου και μη. Γυμνές. Δεμένες. Δυο δυο ενίοτε. Αρχίζει να μιλάει μόνη της. "Don΄t be a racist. Don΄t be a racist. Don΄t be a racist..."

Cut! Και βγαίνει από την τουαλέτα για να αρχίσουν τα προκαταρκτικά (υποθέτει). "It΄s a really nice place you have. Is the rent high?". Ο αράπης παραμένει αραχτός στο κρεβάτι. "Take off your top." "Now... take off the rest." "Turn around." "Bend over." Στήνεται στον τοίχο, πάει πίσω της, κατεβάζει το παντελόνι και αρχίζει.. τις γλύκες, μέσα έξω (γι' αυτό και οι διακοπές παρακάτω)

-Say... 'nigger, fuck me'.
-Oh... bu...uh... I can΄t say that.
-Say... 'nigger.'
-...
-Say, 'nigger!'
-Nigger.
-'Fuck me hard!'
-Fuck... Me... Hard!
-Say, 'Nigger, fuck me hard!'
-Nigger... Fuck... Me... Hard!
-Again!
-Nigger... Fuck... Me... Hard!
(συνεχίζεται το ίδιο μοτίβο με αυξανόμενο ρυθμό και ουρλιαχτά)

Cut! και το πρώην θύμα λυπάται τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χτυπάει η πόρτα, εμφανίζεται η Vi κλαμένη, ως νέο θύμα πλέον.

-Can I come in?
-You΄re all... sweaty.

Cut! και ακούμε την ιστορία του (νέου) θύματος. "So John flipped her around and slammed her against the wall." Αυτή δεν ήθελε αλλά τι να κάνει? Σκέφτονταν τα αγαπημένα της πρόσωπα, όσο.. τη βίαζε. "She had entered college with hope, with dignity... but she would graduate as a whore." Cue για τις συμφοιτήτριες να αρχίσουν να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους (όσα δε τους έχει ξεσκίσει ήδη ο αράπης δηλαδή). "I was brought up in a certain way. And this is... mean-spirited." "It was completely racist... and beyond that I felt deeply offended as a woman." "Totally phallocentric. And so weirdly misogynistic."

Το τέλος, το ιστορικό, το σκεπτικό και τα συμπεράσματα στο επόμενο μέρος. Μη πυροβολείτε το σκηνοθέτη (ούτε τον υπογράφοντα) μέχρι τότε.

Storytelling (2001) και Γυναικείες Φαντασιώσεις - Fiction? (1ο Μέρος)

Ι. Ο Βιασμός
Ο βιασμός, το ""πάρσιμο" με τη βία, είναι ίσως η κορυφαία γυναικεία φαντασίωση. Σίγουρα πάντως η πιο δύσκολα αποδεκτή, δημόσια. Ανομολόγητη (και ακόμα πιο έντονη) στην ιστορία.

Τα πράγματα φυσικά αλλάζουν. Έχει μπει σιγά σιγά σε όλες τις λίστες των αγαπημένων γυναικείων φαντασιώσεων (είτε τις συντάσσουν άντρες είτε, κυρίως, γυναίκες - και κυριότερα, ψυχολόγοι). Είναι αποδεκτή από το φεμινιστικό κίνημα. Και ακόμα και στα κέντρα πρόληψης/υποστήριξης θυμάτων βιασμού έχει πια εξέχουσα θέση.

Η δικαιολόγηση είναι, συνήθως, ότι ναι μεν οι γυναίκες έχουν την έντονη επιθυμία να παραδώσουν τον έλεγχο (και την ηθική ευθύνη) αλλά το κάνουν μόνο στις φαντασιώσεις τους όπου.. έχουν τον έλεγχο.

II. Ο Αράπης
Πάρσιμο με τη βία χωρίς ενοχές, δε γίνεται προφανώς από ιππότες με άσπρα άλογα. Όσο πιο ζώο με πρωτόγονα ένστικτα τόσο μεγαλύτερη η απόλαυση. Ενισχυόμενη και από τη γνώση-φαντασίωση ότι είναι η συγκεκριμένη γυναίκα που ξυπνάει τα ένστικτα και τη βάρβαρη απώλεια ελέγχου (του.. ζώου).

Κατά συνέπεια όσοι κατά καιρούς δαιμονοποιούνται από τη κοινωνία, γίνονται πρωταγωνιστές σε κάθε θηλυκό υγρό όνειρο. Την ακόμα συντηρητική εποχή των αρχών του '80 (όταν.. βασιλιάς ήταν ακόμα ο μπετατζής στην απέναντι οικοδομή) ο Παπαχρόνης, που αποδεδειγμένα βίαζε και σκότωνε όποια έβρισκε μπροστά του, έπαιρνε ένα σωρό γράμματα λατρείας, καθημερινά, στη φυλακή, καταδικασμένος σε θάνατο.

Ο εγχώριος αράπης είναι πια ο αλβανός. Όσο πληθαίνουν οι φωνές για χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, αδικαιολόγητα βίαιες συμπεριφορές και (σεξουαλική) πείνα, τόσο λυσσάνε όλες. Και όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνει η γκετοποίηση τόσο θα μεγαλώνει και ο μύθος (και η.. λατρεία).

III. Οι Ενοχές
Οι στατιστικές (και η συλλογική εμπειρία) λένε ότι οι γυναίκες, σε πολλαπλάσιο βαθμό από τους άντρες, προχωράνε στο να υλοποιούν τις φαντασιώσεις τους. Και με αντίστοιχα πολλαπλάσια ψυχρότητα και μεθοδικότητα.

Στην αντιμετώπιση της.. υλοποίησης είναι και ο διαχωρισμός.

  • Κάποιες, επιμένοντας ψυχρά λογικά, δε περιμένουν εν θερμώ πάρσιμο εν μέσω.. λουλουδιών. Ξέρουν τι κάνουν, το απολαμβάνουν, και δεν έχουν και μεγάλα προβλήματα μετά.


  • Η μεγάλη πλειοψηφία έχει τυπικά ακόλαστα.. ένοχη συμπεριφορά. Πείθει τον εαυτό της να προχωρήσει, με γελοίες αλλά.. πολιτικά ορθές και κοντά στη ψυχολογία της δικαιολογίες - "δεν είμαι ρατσίστρια", "το κάνω από συμπόνια", "δε θα τον αφήσω να μου φερθεί άσχημα", "θα μου δείξει τη κρυμμένη του στοργή και καλοσύνη", "εγώ θα τον εκμεταλλευτώ" κτλ. Και όλα αυτά βέβαια όσο στη πράξη χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να φτάσει στο.. πήδημα χωρίς έλεος.

    Αφού.. τελειώσει (το προχώρημα), ακολουθεί νέος γύρος (απ)ενοχοποίησης. Από τη μια ολοκληρώνεται η φαντασίωση με την αποποίηση των ευθυνών ("το ζώο", "ο λιγούρης", "που να το φανταστώ", "δε μπορούσα να κάνω τίποτα", "με βίασε") ενώ ταυτόχρονα αναβιώνει κρυφοφανερά ("δε κρατιόταν", "δε τελείωνε", "του ξύπνησα τα ένστικτα", "μα κι εγώ να μη το υποψιαστώ", "είμαι κακό κορίτσι τι να κάνω").

    Ο κύκλος κλείνει με τη συνειδητοποίηση και αποδοχή της πουτανιάς, ως στίγμα και παράσημο. Συνήθως, ανοίγει νέος άμεσα.


  • Κάποιες τέλος μετανιώνουν ειλικρινά. Η συμπεριφορά τους δε διαφέρει σε τίποτα απολύτως από τις παραπάνω. Ούτε στο νέο.. άνοιγμα.
Στο επόμενο μέρος: Το ζουμερό ρομάντσο (με φωτό παρακαλώ)

Transamerica (2005) - Review

Transamerica

(3,5/5)


Σκηνοθεσία: Duncan Tucker
Σενάριο: Duncan Tucker
Παίζουν: Felicity Huffman, Kevin Zegers, Fionnula Flanagan

Δείτε/Κρύφτε το trailer v

(Όπως προβλήθηκε στις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας)
Η Bree λίγο πριν την προγραμματισμένη εγχείριση αλλαγής φύλου, προκειμένου να γίνει και επίσημως transexual, μαθαίνει ότι έχει ...έναν γιο! Καθώς τον συναντά διαπιστώνει ότι είναι ένας προβληματικός νεαρός, που παίρνει ναρκωτικά και πηγαίνει με άντρες για χρήματα. Μαζί ξεκινούν ένα ταξίδι και η Bree προσπαθεί να έρθει κοντά του και να τον κάνει σωστό άνθρωπο στην κοινωνία, αλλά ούτε λόγος να του αποκαλύψει τη σεξουαλική της ταυτότητα, πόσο μάλλον ότι είναι ο πατέρας του!

Το «Transamerica» είναι ένα road movie, όπου πράγματα συμβαίνουν και αλλάζουν την Bree μέσα της, παρόλο που η επιθυμία της είναι να αλλάξει το... απ’ έξω της. Μην περιμένετε μια καρικατούρα με φτερά και πούπουλα. Η Bree είναι ένας αληθινά δυστυχισμένος άνθρωπος, αλλιώς δε θα ντρεπόταν να μιλάει ανοιχτά για τις προτιμήσεις της. Και ο γιος της, τελικά όταν το μαθαίνει, δεν έχει πρόβλημα με το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά με το ψέμα και την υποκρισία!

Η ταινία έχει χιούμορ, χωρίς να γίνεται φτηνή και πολλές έξυπνες σκηνές, με μακράν αυτή του πάρτι, όπου οι καλεσμένοι αποδεικνύουν περίτρανα ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, από εδώ οι άντρες, από εκεί οι γυναίκες, αλλά υπάρχουν άνδρες που νιώθουν γυναίκες, γυναίκες που νιώθουν άνδρες, γυναίκες που δε μοιάζουν με γυναίκες και πάει λέγοντας (κατά το γνωστό τραγούδι των Blur)! Με ρεαλισμό παρουσιάζεται η αντιμετώπιση της Bree από τους γονείς της, που επιμένουν να τη φωνάζουν... Stanley! «Μου λείπει ο γιος μου», δηλώνει η μητέρα της για να πάρει ως απάντηση το πικρό, αλλά αληθινό «δεν είχες ποτέ γιο».

Η Felicity Huffman (γνωστή από το «Desperate Housewifes» βραβεύτηκε στο φεστιβάλ της Tribeca για την ερμηνεία της και είναι υποψήφια για Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου -όχι άδικα αφού υποδύεται με επιτυχία τη γυναίκα που είναι παγιδευμένη στο σώμα ενός άνδρα.

Συμπέρασμα; Straight, gay, bi, trans ή asexual, δεν έχει σημασία ο σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά ο κινηματογραφικός! Η Ακαδημία θα έχει άραγε την ίδια άποψη;

Walk The Line - Review

Walk The Line

(2/5)


Σκηνοθεσία: James Mangold
Σενάριο: Gill Dennis, James Mangold
Παίζουν: Joaquin Phoenix, Reese Witherspoon, Robert Patrick, Ginnifer Goodwin

Δείτε/Κρύφτε το trailer v

Ποιος ήταν ο Johnny Cash; Δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρω. Θα με ενδιέφερε να μάθω; Εχμ, αμφίβολο. Αν όμως ήθελα να μάθω, τι θα μπορούσα να κάνω; Να δω την ταινία Walk The Line (υποψήφια για 5 συνολικά Όσκαρ), τη βιογραφία του διάσημου στην Αμερική (ίσως και αλλού) μουσικού, που απεβίωσε το 2003. Και τι θα μάθαινα; Ότι όλοι οι σταρ έχουν προβλέψιμες και παρόμοιες πορείες, και ακόμα χειρότερα τα biopics τους, δηλαδή οι ταινίες με θέμα τη ζωή τους επίσης. Ακολουθεί απλός οδηγός σκηνοθεσίας βιογραφικών ταινιών.

Ξεκινάμε με ένα εκτενές flashback στις πιο έντονες –αν είναι και τραυματικές, χαράς ευαγγέλια για το σεναριογράφο- αναμνήσεις από την παιδική ηλικία –που παρά τη φτώχια και την ανέχεια, το άστρο του πρωταγωνιστή μας έλαμπε και η αποφασιστικότητα του, ήταν τόσο κοφτερή, σα να έμπαινε ο Κρόνος στο Δία, (όπως ακριβώς είδατε στο Ray ή σε ελληνικές ταινίες του 60). Κατόπιν ακολουθούν τα πρώτα βήματα, η ανακάλυψη από σπίρτο-παραγωγό και ο πρώτος και επιτυχημένος δίσκος. Αλλά αυτό φέρνει πολύ δουλειά, έρχονται και οι τουρνέ, οι θαυμάστριες, τα συμβόλαια, οι επιτυχίες στα charts, οι συναυλίες: fast forward με μονταρισμένα, χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, να ντύνονται μουσικά με #1 τραγούδι, γνωστό και ως το «βίντεο κλιπ της ανόδου» (ή της προπόνησης αν πρόκειται για τον Rocky). Ότι ανεβαίνει κατεβαίνει, όμως, και τότε έρχεται το αλκοόλ, να και οι τσακωμοί, η ρήξη με τη σύζυγο (με διάλογους που έχετε δει στο Ray, μπορεί και στη Βέρα Στο Δεξί), ώστε με συνοπτικές και συνάμα απλές διαδικασίες να έρθει το διαζύγιο, o εθισμός, η σύλληψη για ναρκωτικά, και τα δημοσιεύματα σε σκανδαλοθηρικά έντυπα, (όπως ακριβώς έχετε δει στο Ray ή στην Τατιάνα). Και μετά... επιστρέφουμε στην αρχική σκηνή.

Σήμερα πια, ως διά μαγείας, συνήθως χάρη στον έρωτα, καθώς πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα κρύβεται μια Θεοδώρα, ο πρωταγωνιστής, έχει λύσει όλα τα προβλήματα, και σε ένα δυνατό comeback κλείνει θεαματικά τη καριέρα του πάνω στη σκηνή... Στη συγκεκριμένη ταινία, τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει ο Joaquin Phoenix, που παίζει με ύφος μανιακού με γαστρεντερίτιδα, γεγονός που σε κάνει να θες να πέσεις στο κρεβάτι μαζί του και ταυτοχρόνως να τον ρίξεις στα λιοντάρια, μαζί με τη πάντα συμπαθητική Reese Witherspoon, (γνωστή και ως η μοναδική περίπτωση στο Hollywood, που ο σύζυγος έχει ωραιότερα οπίσθια από τη γυναίκα του) -οι οποίοι παρεμπιπτόντως ερμηνεύουν οι ίδιοι τα τραγούδια, πράγμα όχι απαραίτητα καλό, ενώ είναι και οι δύο υποψήφιοι στις κατηγορίες Καλύτερου α΄ανδρικού και γυναικείου ρόλου, αντίστοιχα, επίσης όχι απαραίτητα καλό.

Το Κακό - teaser

Αν και θυμίζει υπερβολικά το 28 Days Later, ωστόσο είναι πολύ καλοφτιαγμένο, εύγε.



Γαμάτο ε; Αυτό το zoom στις μουσότριχες να έλειπε...

Μπορείτε να το κατεβάσετε από το επίσημο site της ταινίας.

4o Ελληνικό Cult Film Festival

-Ένα ουίσκι… με λίγο πάγο… και κοκακόλα…
-Μάλιστα κύριε… τι θέλετε άλλο; Έχουμε απ’ όλα…

Το τριήμερο που όλοι περιμέναμε, είναι προ των πυλών. Το 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Καλτ Κινηματογράφου, θα γεμίσει το Gagarin 205 και την οθόνη του με τις πιο trashy στιγμές της ελληνικής βιντεοεποχής, που δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, και δε θέλουμε να θυμόμαστε.



Στις 17, 18 και 19 Φεβρουαρίου, ο πολυχώρος στο 205 της Λιοσίων και η Astra, θα προσφέρουν στο πιστό τους κοινό, πλαστικές καρέκλες, φτηνή μπύρα, κακή εικόνα, μπουκωμένο ήχο, trash, kitsch, cult και κέφι, κέφι, κέφι, σε μια διοργάνωση που χρόνο με το χρόνο αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Η πρώην αποθήκη προβλέπεται και φέτος ασφυκτικά γεμάτη, αφού τα sold out εισιτήρια είναι πια σύνηθες φαινόμενο για τους διοργανωτές, ιδίως στις βραβεύσεις του εκάστοτε τιμώμενου προσώπου.

Φέτος, ο Γιάννης Φλωρινιώτης είναι αυτός που θα δεχτεί την τιμητική πλακέτα από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ, Νίκο Τριανταφυλλίδη, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μια φιγούρα που δεν μπορεί να περιοριστεί στο βιντεο, αλλά υπερβαίνει, με την cult ακτινοβολία του, οποιοδήποτε μέσο επιλέγει κάθε φορά να υπηρετήσει. Στο αφιέρωμα στη μεγάλη αυτή προσωπικότητα, θα προβληθούν οι ταινίες Και Ξανά Προς τη Δόξα Τραβά (17/02 στις 18.00), ο Τραγουδιστής και το Κορίτσι του Μπαρ (18/02 στις 19.00) και το Κρίμαν (19/02 στις 13.30). Η απονομή της τιμητικής πλακέτας στο Γιάννη Φλωρινιώτη, θα γίνει το Σάββατο, 18/02 στις 22.00

Το παρόν θα δώσουν και τα δυο αγαπημένα ινδάλματα του φεστιβάλ, ο Απόστολος Σουγλάκος (τιμώμενο πρόσωπο στο 1ο Φεστιβάλ) και ο Κώστας Γκουσγκούνης (τιμώμενο πρόσωπο της 3ης διοργάνωσης), αφού ο πρώτος θα δώσει μια «live παράσταση-κάτι μεταξύ trash stand up comedy, υπερρεαλιστικού βαριετέ και σκυλάδικου ραπ», ενώ ο δεύτερος θα μοιραστεί τη σκηνή με τον Τριανταφυλλίδη, σε μια «εκ βαθέων εξομολόγηση για το σινεμά, τη ζωή και το σεξ.»

Ανάμεσα στις ταινίες που θα προβληθούν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν δύο καινούριες παραγωές. Το Καράτε: Τυφλή Φυγή (17/02 στις 20.00), του Ηλία Αραβαντινού, μια ελληνική παρωδία των ταινιών πολεμικών τεχνών, γυρισμένη με τις δυνατότητες βίντεο μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής και με ένα δημοσιογραφικό κασετόφωνο για τον ήχο, αλλά και το Κλισέ (18/02 στις 16.00), του Στέφανου Πρόκου, που κανιβαλίζει τα χολυγουντιανά κλισέ με το δροσερό χιούμορ του, και τις αντοχές του κοινού με την διάρκειά του. Στα highlights του φετινού προγράμματος, και η προφεστιβαλική, αγιοβαλεντίνικη βραδιά, με τον περιβόητο Μάριο Blackman (του aka ράδιο Blackman) σε live dj set, αλλά και το μεταμεσονύχτιο ποτ πουρί ερωτικών σκηνών από την πλούσια ελληνική βιντεογραφία, την Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου.

Το πλήρες πρόγραμμα, που όπως θα διαπιστώσετε, έχει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες με αυτό των περασμένων ετών, μπορείτε να το βρείτε εδώ.


Brokeback Mountain - Review

Brokeback Mountain - Το Μυστικό του Brokeback Mountain
(3,5/5)

Σκηνοθεσία: Ang Lee
Σενάριο: Diana Ossana, Larry McMurtry (από το διήγημα της Annie Ploux)
Παίζουν: Heath Ledger, Jake Gylenhaal, Anne Hathaway, Michelle Williams

Δείτε/Κρύφτε το trailer v


Πάντα υποψιαζόμουν, πως κάτι πρόστυχο συμβαίνει στην χώρα του Marlboro όταν πέφτουν τα φώτα στην αίθουσα. Το ξέρω βέβαια ότι δεν είμαι ο μόνος, και ότι πολύ μας έλειψαν οι επισκέψεις των καουμπόηδων όταν απαγορεύτηκαν οι διαφημίσεις τσιγάρων στις αίθουσες, και προφανώς ο Ang Lee ήταν ένας από μας. Οπότε θεώρησε σωστό να φέρει την χώρα του Marlboro και τα υπονοούμενα της, μέσα στο main feature της βραδιάς.

Το Brokeback Mountain είναι ένα βουνό στο Wyoming της Αμερικής, όπου ο Ennis (Heath Ledger) και ο Jack (Jake Gylenhaal) έχουν αναλάβει να προσέχουν ένα κοπάδι πρόβατα το καλοκαίρι του 1963. Από τις πρώτες τους μέρες εκεί, η σεξουαλική ένταση που υπάρχει ανάμεσά τους, αν και ήπια, είναι εμφανής. Μέχρι που ο Jack κάνει την κίνησή του, και ο Ennis μαθαίνει πώς να… καβαλάει τον ταύρο. Ανάμεσα στο σαλάγιασμα των προβάτων και τις επιθέσεις της φύσεις, οι δυο νεαροί σχηματίζουν μια σχέση που δε θέλουν να αποδεχτούν και έρχονται σε επαφή με ένα κομμάτι της σεξουαλικότητάς τους που φοβούνται να αναγνωρίσουν. Το καλοκαίρι τελειώνει σύντομα, όχι όμως και τα παιχνίδια τους. Μερικά χρόνια μετά ξανασυναντιούνται, και συνεχίζουν να συναντιούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κρατώντας αναμμένη μια φωτιά που τους καίει τα σωθικά.

Δε συμβαίνει συχνά όλα τα συστατικά μέρη μιας ταινίας (σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνείες, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική) να συνεργάζονται τόσο αρμονικά ώστε να προκύπτουν έργα τόσο ολοκληρωμένα, που να σου θυμίζουν μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές του παρελθόντος και να ανανεώνουν τις ελπίδες σου για το παρόν. Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι το Brokeback Mountain. Αυτό είναι που κάνει την ταινία τόσο σημαντική και σπουδαία, κι αυτό μένει όταν κατακάτσει ο σαματάς για την τόλμη του σκηνοθέτη και την τόλμη αυτών που τον βράβευσαν.

Το hype του Brokeback Mountain βασίζεται στο ότι ο Lee είπε την ιστορία δυο ομοφυλόφιλων εραστών, όπως θα έλεγε την ιστορία της Scarlet O’hara. Αυτό που καταφέρνει να κάνει, είναι να ξεπεράσει το θέμα του καταραμένου ομοφυλοφιλικού τους έρωτα ως μια σύγκρουση του gay με τον straight εαυτό τους, και το ανάγει στη σύγκρουση της αγάπης κόντρα στη μοναξιά. Οι δυο άντρες έχουν σχέσεις με γυναίκες, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, όμως η οικογενειακή ζωή τους, περικυκλωμένη από τους επίπεδους ορίζοντες των άχρωμων πόλεών τους, παράλληλων με την ευθεία γραμμή της καρδιάς και της ψυχής τους, υπάρχουν εκεί μόνο για να τους θυμίζουν τις άγριες πλαγιές του Brokeback Mountain, τα φορτωμένα σύννεφα και τις εκρήξεις της φύσης που σκέπαζαν το ταξίδι τους στην ανεξερεύνητη, σκοτεινή και μυστηριώδη πλευρά των κλειδωμένων πόθων και των απομονωμένων παρορμήσεών τους.

Η πρώτη φορά που βλέπουμε τον Ennis με τη γυναίκα του, είναι όταν στέκονται μπροστά στον ιερέα για να πουν το «δέχομαι», οπότε όποια σχέση υπάρχει μεταξύ τους, μας φαίνεται ήδη απόμακρη. Ο γάμος του Jack απ’ την άλλη, φαίνεται να γίνεται καθαρά για λόγους συμφέροντος. Τα χρόνια περνούν, κι ο Lee μας αφήνει να το καταλάβουμε μόνο μέσα απ’ την εξαιρετική, λιτή απεικόνισης των αλλαγών στη μόδα της εποχής, και τις χαρακιές στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, που κλέβοντας μερικά σαββατοκύριακα από ‘δω κι από ‘κει, προσπαθούν να αναπληρώσουν τη ζωή που χάνουν τους υπόλοιπους μήνες.

Ίσως κάποιοι ετεροφυλόφιλοι άρρενες (ή ακόμη και θήλεις) θεατές, θα νιώσουν άβολα παρακολουθώντας ένα επικό ρομάντζο στο οποίο δε μπορούν να ερωτευτούν κανέναν απ΄ τους δυο πόλους του καταραμένου έρωτα, πράγμα που δεν θα τους επιτρέψει να απορροφηθούν όσο θα ήθελαν από τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα της ταινίας. Τώρα αν η δύναμη της αγάπης είναι πιο εικονική εδώ, στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος, ή το Λογική κι Ευαισθησία, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, αλλά θα δίσταζα να ποντάρω στους καουμπόηδες. Το σίγουρο είναι πως οι ομοφοβικοί ανάμεσά μας μάλλον ούτε στο ταμείο θα καταφέρουν να φτάσουν, όμως αυτό που θα με ενδιέφερε περισσότερο να μάθω, είναι οι αντιδράσεις της gay κοινότητας στο γεγονός ότι πρωταγωνιστής είναι ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος που είναι πιο πρόθυμος να κρατήσει το σκελετό του στη ντουλάπα, απ’ τον πιο αλέγκρο παθητικό.

Όπως και να ’χει, ο Lee στο gay western του, δεν ανακαλύπτει τον τροχό. Ούτε τη φωτιά. Ανακαλύπτει όμως ότι είναι η κατάλληλη εποχή να φτιάξει ένα υποδειγματικό ρομάντζο with a twist, στο οποίο απογυμνώνει ένα εικονικό είδωλο straight ανδρισμού, για να δείξει ότι ακόμη κι οι καουμπόηδες τρέχουν στα λιβάδια κυνηγώντας ο ένας τον άλλον για να τον πλακώσουν στα φιλιά. Έστω κι αν παρεμβάλλουν και μερικές μπάτσες. Θα μπορούσε να ’ναι camp, αλλά είναι τόσο καλοφτιαγμένο, που είναι Oscar material.

*Ο vague tourist είχε κάνει έναν
διαγωνισμό για ελληνικό τίτλο της ταινίας.
Αν δεν σας καλύπτει το Μυστικό της Άγριας Στύσης,
πηγαίνετε να προτείνετε εναλλακτική.

OscarNominees2006

Ανακοινώθηκαν πριν λίγο οι υποψηφιότητες για τα φετινά Όσκαρ. Χορτάστε τίτλους και περνάμε στο σχολιασμό και τις προβλέψεις κάποια άλλη στιγμή.

Best Motion Picture of the Year
Nominees:

Best Performance by an Actor in a Leading Role
Nominees:

Best Performance by an Actress in a Leading Role
Nominees:
  • Judi Dench for Mrs. Henderson Presents (2005)
  • Felicity Huffman for Transamerica (2005)
  • Keira Knightley for Pride & Prejudice (2005)
  • Charlize Theron for North Country (2005)
  • Reese Witherspoon for Walk the Line (2005)

Best Performance by an Actor in a Supporting Role
Nominees:

Best Performance by an Actress in a Supporting Role
Nominees:
  • Amy Adams for Junebug (2005)
  • Catherine Keener for Capote (2005)
  • Frances McDormand for North Country (2005)
  • Rachel Weisz for The Constant Gardener (2005)
  • Michelle Williams for Brokeback Mountain (2005)

Best Achievement in Directing
Nominees:

Best Writing, Screenplay Written Directly for the Screen
Nominees:
  • Crash (2004) - Paul Haggis, Robert Moresco
  • Good Night, and Good Luck. (2005) - George Clooney, Grant Heslov
  • Match Point (2005) - Woody Allen
  • The Squid and the Whale (2005) - Noah Baumbach
  • Syriana (2005) - Stephen Gaghan

Best Writing, Screenplay Based on Material Previously Produced or Published
Nominees:

Best Achievement in Cinematography
Nominees:

Best Achievement in Editing
Nominees:

Best Achievement in Art Direction
Nominees:

Best Achievement in Costume Design
Nominees:

Best Achievement in Music Written for Motion Pictures, Original Score
Nominees:

Best Achievement in Music Written for Motion Pictures, Original Song
Nominees:
  • Hustle & Flow (2005) - Jordan Houston, Cedric Coleman, Paul Beauregard ("It's Hard Out Here For a Pimp")
  • Crash (2004) - Michael Becker, Kathleen York ("In the Deep")
  • Transamerica (2005) - Dolly Parton ("Travelin' Thru")

Best Achievement in Makeup
Nominees:

Best Achievement in Sound
Nominees:
  • The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe (2005) - Terry Porter, Dean A. Zupancic, Tony Johnson
  • King Kong (2005) - Christopher Boyes, Michael Semanick, Michael Hedges, Hammond Peek
  • Memoirs of a Geisha (2005) - Kevin O'Connell, Greg P. Russell, Rick Kline, John Pritchett
  • Walk the Line (2005) - Paul Massey, Doug Hemphill, Peter F. Kurland
  • War of the Worlds (2005) - Andy Nelson, Anna Behlmer, Ron Judkins

Best Achievement in Sound Editing
Nominees:

Best Achievement in Visual Effects
Nominees:
  • The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe (2005) - Dean Wright, Bill Westenhofer, Jim Berney, Scott Farrar
  • King Kong (2005) - Joe Letteri
  • War of the Worlds (2005) - Pablo Helman, Dennis Muren, Randy Dutra, Daniel Sudick

Best Animated Feature Film of the Year
Nominees:

Best Foreign Language Film of the Year
Nominees:
  • Bestia nel cuore, La (2005) - Cristina Comencini (Italy)
  • Joyeux Noël (2005) - Christian Carion (France)
  • Paradise Now (2005) - Hany Abu-Assad (Palestine)
  • Sophie Scholl - Die letzten Tage (2005) - Marc Rothemund (Germany)
  • Tsotsi (2005) - Gavin Hood (South Africa)

Best Documentary, Features
Nominees:
  • Darwin's Nightmare (2004) - Hubert Sauper
  • Enron: The Smartest Guys in the Room (2005) - Alex Gibney, Jason Kliot
  • Marche de l'empereur, La (2005) - Luc Jacquet, Yves Darondeau
  • Murderball (2005) - Henry Alex Rubin, Dana Adam Shapiro
  • Street Fight (2005) - Marshall Curry

Best Documentary, Short Subjects
Nominees:
  • God Sleeps in Rwanda (2005) - Kimberlee Acquaro, Stacy Sherman
  • A Note of Triumph: The Golden Age of Norman Corwin (2005) - Corinne Marrinan, Eric Simonson
  • The Life of Kevin Carter (2004) - Dan Krauss
  • Mushroom Club, The (2005) - Steven Okazaki

Best Short Film, Animated
Nominees:
  • Badgered (2005) - Sharon Colman
  • The Moon and the Son (2005) - John Canemaker, Peggy Stern
  • One Man Band (2005) - Mark Andrews, Andrew Jimenez
  • The Mysterious Geographic Explorations of Jasper Morello (2005) - Anthony Lucas
  • 9 (2005) - Shane Acker

Best Short Film, Live Action
Nominees:
  • Ausreißer (2004) - Ulrike Grote
  • Cashback (2004) - Sean Ellis, Lene Bausager
  • Síðasti bærinn í dalnum (2004) - Rúnar Rúnarsson, Þórir Snær Sigurjónsson
  • Our Time Is Up (2004) - Rob Pearlstein, Pia Clemente
  • Six Shooter (2005) - Martin McDonagh

Παγδαntino

Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.