Written by
verbal
in
no category
Memoirs of a Geisha - Review
Memoirs of a Geisha – Αναμνήσεις μιας Γκέισας
(1.5/5)
Σκηνοθεσία: Rob Marshall
Σενάριο: Robin Swicord (από τη νουβέλα του Arthur Golden)
Παίζουν: Zhang Ziyi, Gong Li, Michelle Yeoh, Ken Watanabe
Δείτε το trailer
Οι Αναμνήσεις μιας Γκέισας, είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες που, χάρη στη δύναμη της παραγωγής τους, μαζεύουν Όσκαρ συγκεκριμένων κατηγοριών, αδικώντας άλλες, καλύτερες και πιο ολοκληρωμένες ταινίες. Όμως όλα επιτρέπονται στον πόλεμο και το Hollywood, και δεν μπορεί να κρατήσει κανείς κακία στον Rob Marshall, που θέλει με τη δεύτερη ταινία του να επαναλάβει το θρίαμβο του Chicago.
Για την εννιάχρονη Τσίγιο, με τα μάτια από θάλασσα, το ταξίδι της ενηλικίωσης είναι απροσδόκητα σκληρό. Ο οικτρή οικονομική κατάσταση του πατέρα της, την μετατρέπει σε ιδιοκτησία μιας οκιγιά (βλ. εξευγενισμένο μπορντέλο) στην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, Κιότο, όπου θα πρέπει να αποδείξει την αξία της και να ζήσει σύμφωνα με τις αυστηρές αρχές μιας εκκολαπτόμενης γκέισας. Μέσα από τις κακουχίες και τις συγκρούσεις τις με την ντίβα του οίκου, ο Τσίγιο θα βρει ένα νόημα και έναν και μοναδικό σκοπό στη ζωή της: να γίνει η καλύτερη γκέισα της πόλης, ώστε να μπορέσει να μαγέψει τον Πρόεδρο, τον μοναδικό άνθρωπο σ’ ολόκληρη την παιδική της ζωή, που της έδειξε λίγη καλοσύνη. Όμως, όταν τελικά, πολλά χρόνια μετά, θα καταφέρει να φτάσει κοντά στο στόχο της, θα πρέπει να ξεπεράσει τα τραύματα που άνοιξε στη χώρα της ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Όταν ανέλαβε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το best seller μυθιστόρημα του Arthur Golden -–ένα project που πέρασε αρκετά χρόνια στο ψυγείο του pre-production περιμένοντας να βρεθεί ένα κενό στην ατζέντα του αρχικά προορισμένου για τη σκηνοθεσία Steven Spielberg— φαίνεται πως η πρώτη και σημαντικότερη έγνοια του, ήταν η ταινία του να δείχνει σωστή. Και πράγματι, τα κουστούμια, τα σκηνικά, το μακιγιάζ και μαζί μ’ αυτά και η φωτογραφία, είναι απολύτως αψεγάδιαστα. Απ’ τη μεριά τους, αποδίδουν στην εντέλεια το πνεύμα της γκέισάς του: ένα κινούμενο έργο τέχνης.
Ένα έργο τέχνης όμως, δεν είναι μόνο η εικόνα. Είναι κι αυτά που κρύβει πίσω της. Η ουσία, το βάθος, το συναίσθημα, το στόρι. Όλα αυτά που λείπουν από την κινηματογραφική γκέισα. Όλα αυτά που αδυνατεί να προσεγγίσει ο Marshall, ο οποίος υπεραπλουστεύει τη φιλοσοφία που θα έπρεπε να αναλύει και να υπηρετεί η ταινία του, ούτως ώστε να την κάνει να ταιριάζει καλύτερα με τις μπουρμπουλήθρες των αναψυκτικών για τα οποία προορίζεται. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα με την απροθυμία του να προσεγγίσει το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο στο οποίο θα έπρεπε να εντάσσεται το πολύχρωμο πανηγύρι του, κι έτσι οι πρωταγωνίστριές του περιφέρονται πανέμορφες, αλλά άψυχες, σ’ ένα ψυχρό πορσελάνινο κουκλοθέατρο, που προσπαθεί να αντλήσει ενέργεια απ’ το λειψό κι ανεξερεύνητο love story, και την ίδια στιγμή σκαλώνει στην εκφορά του αμερικάνικου λόγου, κλιμακώνοντας αδυσώπητα τον εκνευρισμό του θεατή για δυόμισι αναπάντεχα κουραστικές ώρες.
(1.5/5)Σκηνοθεσία: Rob Marshall
Σενάριο: Robin Swicord (από τη νουβέλα του Arthur Golden)
Παίζουν: Zhang Ziyi, Gong Li, Michelle Yeoh, Ken Watanabe
Δείτε το trailer
Οι Αναμνήσεις μιας Γκέισας, είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες που, χάρη στη δύναμη της παραγωγής τους, μαζεύουν Όσκαρ συγκεκριμένων κατηγοριών, αδικώντας άλλες, καλύτερες και πιο ολοκληρωμένες ταινίες. Όμως όλα επιτρέπονται στον πόλεμο και το Hollywood, και δεν μπορεί να κρατήσει κανείς κακία στον Rob Marshall, που θέλει με τη δεύτερη ταινία του να επαναλάβει το θρίαμβο του Chicago.
Για την εννιάχρονη Τσίγιο, με τα μάτια από θάλασσα, το ταξίδι της ενηλικίωσης είναι απροσδόκητα σκληρό. Ο οικτρή οικονομική κατάσταση του πατέρα της, την μετατρέπει σε ιδιοκτησία μιας οκιγιά (βλ. εξευγενισμένο μπορντέλο) στην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, Κιότο, όπου θα πρέπει να αποδείξει την αξία της και να ζήσει σύμφωνα με τις αυστηρές αρχές μιας εκκολαπτόμενης γκέισας. Μέσα από τις κακουχίες και τις συγκρούσεις τις με την ντίβα του οίκου, ο Τσίγιο θα βρει ένα νόημα και έναν και μοναδικό σκοπό στη ζωή της: να γίνει η καλύτερη γκέισα της πόλης, ώστε να μπορέσει να μαγέψει τον Πρόεδρο, τον μοναδικό άνθρωπο σ’ ολόκληρη την παιδική της ζωή, που της έδειξε λίγη καλοσύνη. Όμως, όταν τελικά, πολλά χρόνια μετά, θα καταφέρει να φτάσει κοντά στο στόχο της, θα πρέπει να ξεπεράσει τα τραύματα που άνοιξε στη χώρα της ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Όταν ανέλαβε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το best seller μυθιστόρημα του Arthur Golden -–ένα project που πέρασε αρκετά χρόνια στο ψυγείο του pre-production περιμένοντας να βρεθεί ένα κενό στην ατζέντα του αρχικά προορισμένου για τη σκηνοθεσία Steven Spielberg— φαίνεται πως η πρώτη και σημαντικότερη έγνοια του, ήταν η ταινία του να δείχνει σωστή. Και πράγματι, τα κουστούμια, τα σκηνικά, το μακιγιάζ και μαζί μ’ αυτά και η φωτογραφία, είναι απολύτως αψεγάδιαστα. Απ’ τη μεριά τους, αποδίδουν στην εντέλεια το πνεύμα της γκέισάς του: ένα κινούμενο έργο τέχνης.
Ένα έργο τέχνης όμως, δεν είναι μόνο η εικόνα. Είναι κι αυτά που κρύβει πίσω της. Η ουσία, το βάθος, το συναίσθημα, το στόρι. Όλα αυτά που λείπουν από την κινηματογραφική γκέισα. Όλα αυτά που αδυνατεί να προσεγγίσει ο Marshall, ο οποίος υπεραπλουστεύει τη φιλοσοφία που θα έπρεπε να αναλύει και να υπηρετεί η ταινία του, ούτως ώστε να την κάνει να ταιριάζει καλύτερα με τις μπουρμπουλήθρες των αναψυκτικών για τα οποία προορίζεται. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα με την απροθυμία του να προσεγγίσει το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο στο οποίο θα έπρεπε να εντάσσεται το πολύχρωμο πανηγύρι του, κι έτσι οι πρωταγωνίστριές του περιφέρονται πανέμορφες, αλλά άψυχες, σ’ ένα ψυχρό πορσελάνινο κουκλοθέατρο, που προσπαθεί να αντλήσει ενέργεια απ’ το λειψό κι ανεξερεύνητο love story, και την ίδια στιγμή σκαλώνει στην εκφορά του αμερικάνικου λόγου, κλιμακώνοντας αδυσώπητα τον εκνευρισμό του θεατή για δυόμισι αναπάντεχα κουραστικές ώρες.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
A ...blogue idea

Movies for the masses - Fashion for the elite ?
Οι μεγάλοι σχεδιαστές παρουσίασαν ήδη σε εξαντλητικά ντεφιλέ τις προτάσεις τους για την άνοιξη – καλοκαίρι 2006. Το mftm δεν ήταν ούτε στο Μιλάνο, ούτε στη ΝΥ, ούτε καν στην εβδομάδα μόδας στο Ζάππειο. Γιατί απλούστατα δε χρειάστηκε - παρακολούθησε όλες τις ταινίες από την αρχή της κινηματογραφικής σεζόν και με άνεση αποκρυπτογράφησε τις τάσεις στη μόδα.
Η χρονιά ξεκίνησε με τους Dukes, αυτή την εβδομάδα κυκλοφόρησε το Don’t Come Knocking, ενώ παρεμβλήθηκε και το Down in the Valley, ανακηρύσσοντας με τις ευλογίες των Dsquared το cowboy look το επικρατέστερο της σεζόν και του αγρού. Hot pants στο στυλ της Jessica –λέγε με Νταίζη- Simpson και φορεματάκια που εμπνέουν το άρμεγα της αγελάδας θα κάνουν απόσβεση στις cowboy boots του χειμώνα, ενώ το look συμ
πληρώνεται με ανέμελα άχυρα στα μαλλιά.Broderie anglaise, σιφόν και να... οι βικτωριανοί γιακάδες ξεπήδησαν κατευθείαν από το Pride And Prejudice στη πασαρέλα του YSL – Rive Gauche
Τα 50’s παραμένουν ίσως η αξεπέραστα σικ δεκαετία που δεν παύει να εμπνέει τους σχεδιαστές. Ο οίκος Chanel συνδύασε για μία ακόμη φορά με επιτυχία το άσπρο με το μαύρο, όπως ακριβώς είδ
αμε να συμβαίνει στο Goodnight, And Good Luck.Το μέγεθος μετράει. Με πρώτο διδάξαντα τον King Kong, οι oversized τσάντες κατέκλυσαν τις πασαρέλες, με καλύτερη...δηλαδή μεγαλύτερη αυτή εδώ από την Prada.

Στο φουτουριστικό The Island, η αγαπημένη των σχεδιαστών Scarlett Johansson ντύθηκε σε ένα απόλυτα clean look με λευκά από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτό πέραν του ότι αποδεικνύει ότι στο μέλλον τα ρούχα θα αυτοκαθαρίζονται, επιβεβαιώνει την κυριαρχία του total white, αγαπημένο μεταξύ άλλων και των Dolce & Gabbana.
Το σαρκαστικό look του δανδή Johnny Depp από το

Charlie and the Chocolate Factory
υιοθέτησε και ο Yohji Yamamoto.

Η μόδα αντιγράφει τον κινηματογράφο ή ο κινηματογράφος τη μόδα; Η Corpse Bride στη πασαρέλα του Galliano.
Η Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο

κάνει διεθνή καριέρα μέσα από τις
military προτάσεις του Michael Korrs.

Αυστηρή εμφάνιση, μονοχρωμία και κάπα. Το είδαμε από τον Alexander McQueen αλλά και από την ...Fleur Delacour του Harry Potter and the Goblet of Fire.

Σκληρή άποψη από την Keira Knightley
του Domino.
Την επικροτεί και ο Louis Vuitton
γι΄ αυτό behave yourself και αποφασίστε:
Θα ξεχυθείτε στα μαγαζιά ή στις κινηματογραφικές αίθουσες;
(υγ. ευχαριστούμε τον verbal για την ανοχή και τη φιλοξενία)
Written by
verbal
in
no category
Don’t Come Knocking - Review
Don’t Come Knocking – Μη Γυρίσεις
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Wim Wenders
Σενάριο: Wim Wenders, Sam Shepard
Παίζουν: Sam Shepard, Jessica Lange, Tim Roth, Gabriel Mann, Sarah Polley
Δείτε το trailer
Αν κρίνει κανείς απ’ τις δυο ταινίες, τα 20 χρόνια που έχουν παρεμβληθεί του Paris, Texas, και του Don’t Come Knocking, δεν έχουν φερθεί καθόλου ευγενικά ούτε στον Wenders, ούτε στον Shepard. Οι δυο τους, που είχαν γράψει μαζί το σενάριο της ταινίας που χάρισε στον Γερμανό σκηνοθέτη τον Χρυσό Φοίνικα, συνεργάζονται ξανά για το Παρίσι, Τέξας νούμερο δύο.
Ο Wenders υποστηρίζει ότι αφιέρωσαν 5 χρόνια στο σενάριο και δεν έχω κανένα λόγο να τον αμφισβητήσω, όμως η αλήθεια πως, ή το έκρυψαν καλά, στα 5 αυτά χρόνια δούλεψαν σε 5 διαφορετικά σενάρια, τα οποία προσπάθησαν να χωρέσουν σε μια ταινία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.
Το Don’t Come Knocking είναι ένα ξέφρενο homage στην παλιά Άγρια Δύση (που όλοι αγαπήσαμε), τα κλασικά αμερικάνικα westerns, τη μοναξιά των ηρώων τους και την μεταφυσική ομορφιά των τοπίων τους. Ένα νοσταλγικό τριπάκι, διανθισμένο από τη νωχελική αγωνία σκηνοθέτη και σεναριογράφου για μια από τις κλασικότερες αμερικάνικες (και παγκόσμιες) κοινωνικές αξίες: της οικογένειας.
Ένας ξεφτισμένος cowboy ξαφνικά αποκτά την ακατανίκητη επιθυμία να γυρίσει στη μάνα του, με την οποία έχει να ειδωθεί και να μιλήσει σχεδόν 30 χρόνια, και απ’ αυτήν μαθαίνει ότι κάπου στη διαδρομή των ακολασιών του έσπειρε ένα μούλικο. Σκεφτείτε το: έχει να δει τη μάνα του 30 χρόνια. Η μάνα του μαθαίνει ότι ο γιος της τής έχει χαρίσει εγγόνι. Κι αυτός δεν το μαθαίνει. Για 30 χρόνια. Ακόμη και στην αληθινή Άγρια Δύση, εκείνος ο ξανθούλης πάντα κατάφερνε να βρει τον Λούκι Λουκ και να του παραδώσει τα τηλεγραφήματά του. Μάλλον πέθανε…
Παραδόξως, αυτό το σύμπαν αναληθοφάνειας καμουφλάρεται με καλοδουλεμένα πλάνα από έναν βετεράνο σκηνοθέτη κι έναν διευθυντή φωτογραφίες που κάνει παπάδες και όλα αυτά συνδέονται με την πραγματικότητα του 21ου αιώνα χάρη στην ερμηνεία του Tim Roth που παίζει το ρόλο του ντετέκτιβ, ο οποίος έχει αναλάβει να συνδέσει την ταινία και τον ήρωά της με την πραγματικότητα.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Wim Wenders
Σενάριο: Wim Wenders, Sam Shepard
Παίζουν: Sam Shepard, Jessica Lange, Tim Roth, Gabriel Mann, Sarah Polley
Δείτε το trailer
Αν κρίνει κανείς απ’ τις δυο ταινίες, τα 20 χρόνια που έχουν παρεμβληθεί του Paris, Texas, και του Don’t Come Knocking, δεν έχουν φερθεί καθόλου ευγενικά ούτε στον Wenders, ούτε στον Shepard. Οι δυο τους, που είχαν γράψει μαζί το σενάριο της ταινίας που χάρισε στον Γερμανό σκηνοθέτη τον Χρυσό Φοίνικα, συνεργάζονται ξανά για το Παρίσι, Τέξας νούμερο δύο.
Ο Wenders υποστηρίζει ότι αφιέρωσαν 5 χρόνια στο σενάριο και δεν έχω κανένα λόγο να τον αμφισβητήσω, όμως η αλήθεια πως, ή το έκρυψαν καλά, στα 5 αυτά χρόνια δούλεψαν σε 5 διαφορετικά σενάρια, τα οποία προσπάθησαν να χωρέσουν σε μια ταινία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.Το Don’t Come Knocking είναι ένα ξέφρενο homage στην παλιά Άγρια Δύση (που όλοι αγαπήσαμε), τα κλασικά αμερικάνικα westerns, τη μοναξιά των ηρώων τους και την μεταφυσική ομορφιά των τοπίων τους. Ένα νοσταλγικό τριπάκι, διανθισμένο από τη νωχελική αγωνία σκηνοθέτη και σεναριογράφου για μια από τις κλασικότερες αμερικάνικες (και παγκόσμιες) κοινωνικές αξίες: της οικογένειας.
Ένας ξεφτισμένος cowboy ξαφνικά αποκτά την ακατανίκητη επιθυμία να γυρίσει στη μάνα του, με την οποία έχει να ειδωθεί και να μιλήσει σχεδόν 30 χρόνια, και απ’ αυτήν μαθαίνει ότι κάπου στη διαδρομή των ακολασιών του έσπειρε ένα μούλικο. Σκεφτείτε το: έχει να δει τη μάνα του 30 χρόνια. Η μάνα του μαθαίνει ότι ο γιος της τής έχει χαρίσει εγγόνι. Κι αυτός δεν το μαθαίνει. Για 30 χρόνια. Ακόμη και στην αληθινή Άγρια Δύση, εκείνος ο ξανθούλης πάντα κατάφερνε να βρει τον Λούκι Λουκ και να του παραδώσει τα τηλεγραφήματά του. Μάλλον πέθανε…Παραδόξως, αυτό το σύμπαν αναληθοφάνειας καμουφλάρεται με καλοδουλεμένα πλάνα από έναν βετεράνο σκηνοθέτη κι έναν διευθυντή φωτογραφίες που κάνει παπάδες και όλα αυτά συνδέονται με την πραγματικότητα του 21ου αιώνα χάρη στην ερμηνεία του Tim Roth που παίζει το ρόλο του ντετέκτιβ, ο οποίος έχει αναλάβει να συνδέσει την ταινία και τον ήρωά της με την πραγματικότητα.
Written by
verbal
in
no category
Ιππότης Πενέλοπε

Ιππότης του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών, ανακηρύχθηκε χθες στο Παρίσι η Penelope Cruz. Η Ισπανίδα ηθοποιός, βρέθηκε στην Πόλη του Φωτός προωθώντας τη νέα της ταινία, Bandidas, και παρέλαβε το βραβείο από τα χέρια του Γάλλου υπουργού Πολιτισμού. Ο υπουργός, δήλωσε «χαρούμενος» που τιμά «αυτήν την σπουδαία Ευρωπαία ηθοποιό».
Το Τάγμα των Γραμμάτων και των Τεχνών, που θεσπίστηκε το 1957, τιμά δυο φορές το χρόνο μερικές εκατοντάδες προσωπικότητες που συμβάλλουν στη διάδοση του πολιτισμού ανά την υφήλιο. Η Penelope δέχθηκε το μετάλλιο του τάγματος λέγοντας «δεν είμαι σίγουρη για το αν αξίζω την τιμή, αλλά θα βάλω τα δυνατά μου για να μην το μετανιώσετε.» Με αυτά τα λόγια πέρασε στη συντροφιά προσωπικοτήτων όπως ο James Joyce, ο Jackson Pollock, κι ο William Faulkner, αλλά και ο Leonardo DiCaprio, ο Bruce Willis και η Diana Ross. Προσμονούμε την προσθήκη του Steven Seagal, ως Lancelot των Γραμμάτων και Αττίλα των Τεχνών.
Written by
verbal
in
no category
Oscar.Watch.06:TechnicalNodsPartOne
Ανακοινώθηκαν σήμερα οι φιναλίστ για το Όσκαρ Μιξάζ (Sound Editting), μια κατηγορία που συνήθως καπαρώνεται απο τα blockbusters της χρονιάς, για να πάρουν κάτι και οι μεγάλες εταιρείες.
Οι φετινοί τίτλοι είναι:
"The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe"
"Harry Potter and the Goblet of Fire"
"King Kong"
"Memoirs of a Geisha"
"Star Wars: Episode III Revenge of the Sith"
"Walk the Line"
"War of the Worlds"
Από τους επτά τίτλους, θα προβληθούν 10λεπτα κλιπάκια για την επιτροπή της Ακαδημίας επικεφαλής του τομέα του ήχου, και θα προκριθούν τρεις, οι οποίες θα είναι υποψήφιες για το βραβείο την μεγάλη βραδιά. Δε νομίζω όμως ότι τίθεται καν θέμα για τον νικητή, αφού τo War of the Worlds ήταν by far η πιο συναρπαστική ηχητική εμπειρία της σαιζόν.
To αυτό και με τις φιναλίστ για το Όσκαρ Μακιγιάζ (Makeup), με τις ταινίες που θα παλέψουν σε δεκάλεπτα κλιπάκια για μια θέση στην τελική τριάδα να είναι οι:
"The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe"
"Cinderella Man"
"A History of Violence"
"The Libertine"
"Mrs. Henderson Presents"
"The New World"
"Star Wars: Episode III Revenge of the Sith"
Αν και εδώ δε νομίζω ότι είναι και πολύ ασφαλές να κάνει κανείς πρόβλεψη, υποθέτω ότι οι επικρατέστερες για την υποψηφιότητα είναι οι το The New World, το Mrs Henderson Presents, το The Libertine και η Narnia. Αλλά πάλι, δε βάζω και πληκτρολόγιο στη φωτιά.
Οι φετινοί τίτλοι είναι:
"The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe"
"Harry Potter and the Goblet of Fire"
"King Kong"
"Memoirs of a Geisha"
"Star Wars: Episode III Revenge of the Sith"
"Walk the Line"
"War of the Worlds"
Από τους επτά τίτλους, θα προβληθούν 10λεπτα κλιπάκια για την επιτροπή της Ακαδημίας επικεφαλής του τομέα του ήχου, και θα προκριθούν τρεις, οι οποίες θα είναι υποψήφιες για το βραβείο την μεγάλη βραδιά. Δε νομίζω όμως ότι τίθεται καν θέμα για τον νικητή, αφού τo War of the Worlds ήταν by far η πιο συναρπαστική ηχητική εμπειρία της σαιζόν.
To αυτό και με τις φιναλίστ για το Όσκαρ Μακιγιάζ (Makeup), με τις ταινίες που θα παλέψουν σε δεκάλεπτα κλιπάκια για μια θέση στην τελική τριάδα να είναι οι:
"The Chronicles of Narnia: The Lion, the Witch and the Wardrobe"
"Cinderella Man"
"A History of Violence"
"The Libertine"
"Mrs. Henderson Presents"
"The New World"
"Star Wars: Episode III Revenge of the Sith"
Αν και εδώ δε νομίζω ότι είναι και πολύ ασφαλές να κάνει κανείς πρόβλεψη, υποθέτω ότι οι επικρατέστερες για την υποψηφιότητα είναι οι το The New World, το Mrs Henderson Presents, το The Libertine και η Narnia. Αλλά πάλι, δε βάζω και πληκτρολόγιο στη φωτιά.
Written by
verbal
in
no category
Jon Stewart, Oscar Host
Τέλειωσαν οι μέρες με γεύση καραμέλα κανέλα, που ο Άρχοντας σάρωνε τα ταμεία κάθε Χριστούγεννα κι ο Billy Crystal στόλιζε τους συναδέλφους του με σαρκασμό και ειρωνεία στα Όσκαρ, σε περίπτωση που δεν το καταλάβατε από την περσινή απουσία Νεοζηλανδικού έπους και υπερήλικου λευκού παρουσιαστή.
Απ΄ την περσινή τελετή των Όσκαρ οι διοργανωτές έδειξαν ότι θέλουν να φέρουν τα νιάτα στη σκηνή και να τους δώσουν την καυτή πατάτα της παρουσίασης, και μετά το αναπάντεχο (και αποτυχημένο) πέρασμα του Chris Rock από το κοστούμι του οικοδεσπότη, η Ακαδημία φέτος κάνει άλλη μια ανορθόδοξη επιλογή.
Ο Jon Stewart, έταιρος κωμικός-καμάρι του αμερικανικού τηλεοπτικού Comedy Central, θα είναι ο άνθρωπος που θα προσπαθήσει, με εξυπνάδα και χιούμορ, να δώσει σπιρτάδα και ρυθμό στην τελετή και να κρατήσει τους θεατές μακριά απ' το τηλεκοντρόλ. Ο Stewart έχει μεγάλο σουξέ στην Αμερική ως anchorman της σατιρικής εκπομπής The Daily Show, την οποία ενδεχομένως να έχετε πετύχει κανένα απόγευμα στο CNN, ενώ μετρά και μια-δυο κινηματογραφικές εμφανίσεις. Ίσως τον θυμάστε από το The Faculty (1998), όπου έπαιζε τον καθηγητή που έφαγε το στυλό στο μάτι, ίσως πάλι και όχι.
Το buzz στο internet για την επιλογή του Stewart δεν είναι πολύ θετικό, ιδίως από τους Αμερικανούς, μιας και δεν εκτιμούν όλοι το τολμηρό και αρκετά βιτριολικό του humour, πιστεύουν όμως πως, μετά το φιάσκο του Rock, δεν υπάρχει και μεγάλο περιθώριο αποτυχίας. Προφανώς ξεχνούν τη χρονιά που χρέη οικοδεσπότη τέλεσε ο David Letterman, anchorman αντίστοιχης εξαιρετικά πετυχημένης σατιρικής εκπομπής, ο οποίος χάρισε στο θείο Όσκαρ μια από τις χειρότερες τελετές της ιστορίας του.
Ο Stewart μίλησε για την τιμή που του έκανε η Ακαδημία, στην τελευταία του εκπομπή, λέγοντας ότι "δεν ξέρω πολλά για τις ταινίες, πέρα από το ότι είμαι πολύ κακός σ' αυτές, αλλά ναι, θα παρουσιάσω τα Όσκαρ," λίγο πριν αρχίσει να μιλά για την νοσηλεία του Sharon. Το σχετικό απόσπασμα μπορείτε να βρείτε εδώ για κάποιο διάστημα. Μετά προφανώς θα μετακινηθεί, οπότε θα πρέπει να το ψάξετε με τον τίτλο Sharon Hospitalized.
Απ΄ την περσινή τελετή των Όσκαρ οι διοργανωτές έδειξαν ότι θέλουν να φέρουν τα νιάτα στη σκηνή και να τους δώσουν την καυτή πατάτα της παρουσίασης, και μετά το αναπάντεχο (και αποτυχημένο) πέρασμα του Chris Rock από το κοστούμι του οικοδεσπότη, η Ακαδημία φέτος κάνει άλλη μια ανορθόδοξη επιλογή.
Ο Jon Stewart, έταιρος κωμικός-καμάρι του αμερικανικού τηλεοπτικού Comedy Central, θα είναι ο άνθρωπος που θα προσπαθήσει, με εξυπνάδα και χιούμορ, να δώσει σπιρτάδα και ρυθμό στην τελετή και να κρατήσει τους θεατές μακριά απ' το τηλεκοντρόλ. Ο Stewart έχει μεγάλο σουξέ στην Αμερική ως anchorman της σατιρικής εκπομπής The Daily Show, την οποία ενδεχομένως να έχετε πετύχει κανένα απόγευμα στο CNN, ενώ μετρά και μια-δυο κινηματογραφικές εμφανίσεις. Ίσως τον θυμάστε από το The Faculty (1998), όπου έπαιζε τον καθηγητή που έφαγε το στυλό στο μάτι, ίσως πάλι και όχι.
Το buzz στο internet για την επιλογή του Stewart δεν είναι πολύ θετικό, ιδίως από τους Αμερικανούς, μιας και δεν εκτιμούν όλοι το τολμηρό και αρκετά βιτριολικό του humour, πιστεύουν όμως πως, μετά το φιάσκο του Rock, δεν υπάρχει και μεγάλο περιθώριο αποτυχίας. Προφανώς ξεχνούν τη χρονιά που χρέη οικοδεσπότη τέλεσε ο David Letterman, anchorman αντίστοιχης εξαιρετικά πετυχημένης σατιρικής εκπομπής, ο οποίος χάρισε στο θείο Όσκαρ μια από τις χειρότερες τελετές της ιστορίας του.Ο Stewart μίλησε για την τιμή που του έκανε η Ακαδημία, στην τελευταία του εκπομπή, λέγοντας ότι "δεν ξέρω πολλά για τις ταινίες, πέρα από το ότι είμαι πολύ κακός σ' αυτές, αλλά ναι, θα παρουσιάσω τα Όσκαρ," λίγο πριν αρχίσει να μιλά για την νοσηλεία του Sharon. Το σχετικό απόσπασμα μπορείτε να βρείτε εδώ για κάποιο διάστημα. Μετά προφανώς θα μετακινηθεί, οπότε θα πρέπει να το ψάξετε με τον τίτλο Sharon Hospitalized.
Written by
ShoppingTherapy
in
no category
Good Night, And Good Luck – Review
Good Night, And Good Luck - Καληνύχτα, Και Καλή Τύχη
(2/5)
Σκηνοθεσία: George Clooney
Σενάριο: George Clooney, Grant Heslov
Παίζουν: David Strathairn, George Clooney, Patricia Clarkson, Robert Downey Jr.
Δείτε το trailer
Ψυχρός πόλεμος, ανακρίσεις και ανυπόστατες κατηγορίες, κυνήγι μαγισσών, ένα όνομα που έμεινε στην ιστορία για τους λάθος λόγους: Joseph McCarthy. Εκτός από αυτούς που συμμετείχαν στη φρενίτιδα εκείνων των ημερών (αμαυρώνοντας την μετέπειτα φήμη τους),
υπήρξαν και πολλοί που αντιστάθηκαν, υπερασπιζόμενοι αξίες όπως η ελευθερία του λόγου, τα ατομικά δικαιώματα και η αυτοδιάθεση. Μεταξύ αυτών ο Edward R. Murrow, ο Χατζηνικολάου του τότε CBS. Και το «Good Night, and Good Luck» (βραβείο σεναρίου και ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας και 4 υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες) είναι η ιστορία του.
Δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα για τον Cary Grant των 00’s, τον George Clooney, ένας από τους δηλωμένα πολιτικοποιημένους ηθοποιούς τους Hollywood, που συμπρωταγωνιστεί στην ταινία, στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού και συνεργάτη του Murrow . Τα παραπάνω και μόνο ίσως να φαίνονται αρκετά, και θα ήταν αν επρόκειτο για μεταμεσονύχτιο ντοκιμαντέρ στη ΝΕΤ, αλλά δεν είναι όταν μιλάμε για φιλμ που διανέμεται κανονικά στις (λίγες η αλήθεια) αίθουσες.
Αντιλαμβάνομαι την επιλογή του ασπρόμαυρου, μιας και οι τηλεοπτικές αναμνήσεις της εποχής δεν έχουν χρώμα. Αλλά οι original ομιλίες του McCarthy (που θυμίζουν λίγο Παπαδόπουλο στο "θα πατάξωμεν την αναρχία") , η... «αναπαράσταση» των εκπομπών του Murrow και οι ενδιάμεσοι διάλογοι των πρωταγωνιστών που καπνίζοντας ακατάπαυστα προσπαθούν αλλά αποτυγχάνουν να αναβιώσουν το κλίμα της Αμερικής του ’50, (το πολιτικό παρασκήνιο, το κλίμα τρομοκρατίας και την αδρεναλίνη πίσω από τις κάμερες), με έκανε να νιώθω σα μαθήτρια σε σχολική εορτή: σε εκείνους τους μακροσκελείς λόγους για τον αγώνα για την ελευθερία, τόσο «ξύλινους» και τυπικούς, που προτιμούσα να παίζω τρίλιζα.
Πετυχημένο το timing που ο Clooney επέλεξε να παραδώσει αυτό το απλό και συνοπτικό (αλλά καθόλου εμπνευσμένο) μάθημα ιστορίας στους συμπατριώτες του και στους δημοσιογράφους του κόσμου, αλλά εκ των υστέρων, είναι εύκολο να εξυμνήσει κανείς τους ήρωες και να εξευτελίσει τους δυνάστες - να είναι πραγματικά ήρωες όμως όταν χρειάζεται, πόσοι έχουν τα κότσια;
Αυτό το ήξερες; Ο πατέρας του George Clooney ήταν newscaster!
Σκηνοθεσία: George Clooney
Σενάριο: George Clooney, Grant Heslov
Παίζουν: David Strathairn, George Clooney, Patricia Clarkson, Robert Downey Jr.
Δείτε το trailer
Ψυχρός πόλεμος, ανακρίσεις και ανυπόστατες κατηγορίες, κυνήγι μαγισσών, ένα όνομα που έμεινε στην ιστορία για τους λάθος λόγους: Joseph McCarthy. Εκτός από αυτούς που συμμετείχαν στη φρενίτιδα εκείνων των ημερών (αμαυρώνοντας την μετέπειτα φήμη τους),
υπήρξαν και πολλοί που αντιστάθηκαν, υπερασπιζόμενοι αξίες όπως η ελευθερία του λόγου, τα ατομικά δικαιώματα και η αυτοδιάθεση. Μεταξύ αυτών ο Edward R. Murrow, ο Χατζηνικολάου του τότε CBS. Και το «Good Night, and Good Luck» (βραβείο σεναρίου και ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας και 4 υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες) είναι η ιστορία του.Δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα για τον Cary Grant των 00’s, τον George Clooney, ένας από τους δηλωμένα πολιτικοποιημένους ηθοποιούς τους Hollywood, που συμπρωταγωνιστεί στην ταινία, στο ρόλο του τηλεοπτικού παραγωγού και συνεργάτη του Murrow . Τα παραπάνω και μόνο ίσως να φαίνονται αρκετά, και θα ήταν αν επρόκειτο για μεταμεσονύχτιο ντοκιμαντέρ στη ΝΕΤ, αλλά δεν είναι όταν μιλάμε για φιλμ που διανέμεται κανονικά στις (λίγες η αλήθεια) αίθουσες.
Αντιλαμβάνομαι την επιλογή του ασπρόμαυρου, μιας και οι τηλεοπτικές αναμνήσεις της εποχής δεν έχουν χρώμα. Αλλά οι original ομιλίες του McCarthy (που θυμίζουν λίγο Παπαδόπουλο στο "θα πατάξωμεν την αναρχία") , η... «αναπαράσταση» των εκπομπών του Murrow και οι ενδιάμεσοι διάλογοι των πρωταγωνιστών που καπνίζοντας ακατάπαυστα προσπαθούν αλλά αποτυγχάνουν να αναβιώσουν το κλίμα της Αμερικής του ’50, (το πολιτικό παρασκήνιο, το κλίμα τρομοκρατίας και την αδρεναλίνη πίσω από τις κάμερες), με έκανε να νιώθω σα μαθήτρια σε σχολική εορτή: σε εκείνους τους μακροσκελείς λόγους για τον αγώνα για την ελευθερία, τόσο «ξύλινους» και τυπικούς, που προτιμούσα να παίζω τρίλιζα.
Πετυχημένο το timing που ο Clooney επέλεξε να παραδώσει αυτό το απλό και συνοπτικό (αλλά καθόλου εμπνευσμένο) μάθημα ιστορίας στους συμπατριώτες του και στους δημοσιογράφους του κόσμου, αλλά εκ των υστέρων, είναι εύκολο να εξυμνήσει κανείς τους ήρωες και να εξευτελίσει τους δυνάστες - να είναι πραγματικά ήρωες όμως όταν χρειάζεται, πόσοι έχουν τα κότσια;
Αυτό το ήξερες; Ο πατέρας του George Clooney ήταν newscaster!
Written by
verbal
in
no category
A Very Scary Christmas
Written by
verbal
in
no category
Pride and Prejudice - Review
Pride and Prejudice – Περηφάνια και Προκατάληψη
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Joe Wright
Σενάριο: Deborah Moggach (από τη νουβέλα της Jane Austen)
Παίζουν: Keira Knightley, Matthew MacFadyen, Rosamund Pike, Donald Sutherland, Brenda Blethyn
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Joe Wright
Σενάριο: Deborah Moggach (από τη νουβέλα της Jane Austen)
Παίζουν: Keira Knightley, Matthew MacFadyen, Rosamund Pike, Donald Sutherland, Brenda Blethyn
Δείτε το trailer
Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ αν πω πως δεν έχω διαβάσει το πασίγνωστο (και υπέρογκο) βιβλίο της Jane Austen, διότι και που να προλάβω με τόσες κινηματογραφικές εκδοχές (πιστές και ελεύθερες) που έχει γνωρίσει; Επίσης, δεν έχω δει την τηλεοπτική μεταφορά, που θεωρείται μέχρι ώρας η πιστότερη και τελειότερη βερσιόν, οπότε μπορεί να πει κανείς ότι προσεγγίζω την ταινία όσο πιο αγνά και παρθένα γίνεται, έχοντας ως μόνα σημεία σύγκρισης τις υπόλοιπες ταινίες εποχής που έχουν περάσει απ’ τα μάτια μου.
Για όσους επίσης δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, να τους θυμίσω ότι πρόκειται για εκείνη την ιστορία στη γεωργιανή Αγγλία, όπου μια μάνα με πέντε κόρες (η δύσμοιρη), έχει κάνει σκοπό της ζωής της να της αποκαταστήσει τη μια μετά την άλλη (ή και δυο-δυο αν μπορέσει), και μέσα σε αυτήν την τρέλα, η δευτερότοκη, η πιο πεισματάρα και ανεξάρτητη, μπλέκει σε μια κλιμακούμενη σχέση αγάπης-μίσους με έναν εύπορο ευγενή, που λίγο πριν την οδηγήσει στην κατάθλιψη και παράνοια, της αποκαλύπτει τη δύναμη του αληθινού έρωτα. Ωραία δεν το μάζεψα;
Σαν ταινία εποχής λοιπόν, το φετινό Pride and Prejudice είναι εντυπωσιακά ρεαλιστικό. Ο ποδόγυρος των κοριτσιών γεμίζει λάσπη όταν βγαίνουν βόλτα στην εξοχή, όταν πηγαίνουν στο χορό τα καλά τους ρούχα δεν είναι και τόσο καλά, στο αγρόκτημα της οικογένειας Bennet τα γουρούνια περνάνε πιο συχνά το κατώφλι απ’ ό,τι οι επισκέπτες, και η φτωχική ζωή δεν αφήνει περιθώρια για λουσμένα και χτενισμένα μαλλιά. Είναι εξαιρετική η δουλειά των συνεργατών του Wright στις λεπτομέρειες της φτωχικής ζωής, που έχει μετατρέψει τη μητέρα Bennet σε προξενήτρα μεταφυσικών ικανοτήτων, και η οποία με τη σειρά της έχει σπρώξει τις κόρες της στην υστερία του κυνηγιού γαμπρού. Η οποία υστερία βέβαια, έτσι όπως απεικονίζεται, επιβεβαιώνει και τη διαχρονικότητα του έργου της Austen.
Βέβαια, δεν είναι όλες οι κόρες έτσι. Υπάρχει η ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Jane, και η επιθετική, περήφανη και ξεροκέφαλη, αλλά ενδόμυχα ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Lizy. Η Rosamund Pike, την οποία ενδεχομένως να θυμάστε με ξίφος στο Die Another Day, είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο της Jane, όμως η πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Keira Knightley, που με το πλακουτσωτό της προσωπάκι και το φαρδύ χαμόγελο, τα μακριά φορέματα, την αγγλική προφορά και τη γρήγορη, τσαχπίνικη εκφορά, είναι εδώ σχεδόν ερωτεύσιμη. Προσδίδει με το νευρικό της παίξιμο, τη γλυκούτσικη ομορφιά του στο χαρακτήρα της, όμως αδυνατεί να τον ακολουθήσει στα πιο τσαμπουκαλεμένα του, ενδεχομένως γιατί την ίδια περίοδο ξεκινούσε και τα γυρίσματα του Domino, οπότε ήθελε να κρατήσει την αγριάδα για εκεί. Όσο για τις εσωτερικές συγκρούσεις των δυο πτυχών, όταν η ταινία προσπαθεί να χτυπήσει δραματικές φλέβες, αφήστε το καλύτερα…
Καθρεφτίζει όμως με τον τρόπο της και τον γενικότερο τόνο της ταινίας, που τα πάει υπέροχα στους χορούς και τις δεξιώσεις και στις οικογενειακές στιγμές των Bennet, όμως δεν μπορεί να τρυπήσει την επιφάνεια στα πιο σοβαρά σημεία. Η δραματουργική αδυναμία της ταινίας, επιβαρύνεται και από την ανεπαρκή εμβάθυνση του σεναρίου στο πιο καίριο σημείο του στόρι, που δεν είναι άλλο από τη μεταστροφή των κεντρικών χαρακτήρων, τη συναισθηματική διεργασία που αναγκάζει τον κύριο Darcy να ξεπεράσει την προκατάληψή του και να αποκαλύψει τα πραγματικά του αισθήματα για την νεαρή Lizzy, και την δεσποινίδα Bennet να τσαλακώσει την περηφάνια της και να αποδεχτεί την αμοιβαιότητά τους. Αν θέλετε την άποψή μου, αντί Περηφάνιας και Προκατάληψης, προτιμήστε Λογική κι Ευαισθησία.
Written by
verbal
in
no category
Zathura - Review

Zathura
(2.5/5)
Σκηνοθεσία: Jon Favreau
Σενάριο: David Koepp, John Kamps (από το βιβλίο του Chris Van Allsburg)
Παίζουν: Jonah Bobo, John Hutcherson, Dax Shepard, Kristen Stewart
Δείτε το trailer
Όταν είχε βγει το Jumanji, ήμουν γύρω στα 12, οπότε μια ταινία που μεταμορφώνει ένα απλό (και σε άλλες περιστάσεις, βαρετό) επιτραπέζιο παιχνίδι, σε αληθινή περιπέτεια, όπου πραγματικά ζώα κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου, το οποίο έχει μετατραπεί σε τροπική ζούγκλα με εξωτικά –και ανθρωποφάγα—φυτά, ήταν μοιραίο να με ενθουσιάσει. Και εδώ που τα λέμε, είχε και μια πρωτοτυπία στο concept, είχε και φοβερά εφέ για την εποχή της, είχε και τον Robin Williams, είχε και την Kirsten Dunst, ήτανε καλή ταινία για δέκα χρόνια πριν.
Φέτος, στο γενικότερο κλίμα αναμασήματος, βγαίνει και η Zathura, που είναι ένα από τα ίδια, αλλά δεν είναι remake. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Van Allsburg, ο οποίος εκτός από το Polar Express, είχε γράψει και το Jumanji. Εδώ, το επιτραπέζιο έχει θέμα το διάστημα αντί για τη ζούγκλα, και δυο αδερφάκια μόνα στο σπίτι, που ανάμεσα σε τσακωμούς και βρισίδια, βρίσκονται --μαζί με το σπίτι-- σε μια διαγαλαξιακή περιπέτεια, που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την αξία της οικογένειας.
Λόγω διαστήματος, η δράση περιορίζεται σε ένα και μοναδικό set piece, με την κάμερα να ζορίζεται να βρει διαφορετικές γωνίες λήψης μέσα στο σπίτι που λειτουργεί ως διαστημόπλοιο. Τα εφέ διατηρούν τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που μας επέδειξε ο Favreau στο Elf, και οι διάλογοι είναι ασυνήθιστα ρεαλιστικοί, όπως και οι χαρακτήρες, όμως οι επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης και η στατικότητα δε βοηθούν τη Zathura να απογειωθεί. Βέβαια, εγώ μεγάλωσα και παραξένεψα, οπότε μη με ακούτε. Τα σημερινά 12χρονα, σίγουρα θα βρουν τρόπο να το διασκεδάσουν.
(2.5/5)Σκηνοθεσία: Jon Favreau
Σενάριο: David Koepp, John Kamps (από το βιβλίο του Chris Van Allsburg)
Παίζουν: Jonah Bobo, John Hutcherson, Dax Shepard, Kristen Stewart
Δείτε το trailer
Όταν είχε βγει το Jumanji, ήμουν γύρω στα 12, οπότε μια ταινία που μεταμορφώνει ένα απλό (και σε άλλες περιστάσεις, βαρετό) επιτραπέζιο παιχνίδι, σε αληθινή περιπέτεια, όπου πραγματικά ζώα κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου, το οποίο έχει μετατραπεί σε τροπική ζούγκλα με εξωτικά –και ανθρωποφάγα—φυτά, ήταν μοιραίο να με ενθουσιάσει. Και εδώ που τα λέμε, είχε και μια πρωτοτυπία στο concept, είχε και φοβερά εφέ για την εποχή της, είχε και τον Robin Williams, είχε και την Kirsten Dunst, ήτανε καλή ταινία για δέκα χρόνια πριν.Φέτος, στο γενικότερο κλίμα αναμασήματος, βγαίνει και η Zathura, που είναι ένα από τα ίδια, αλλά δεν είναι remake. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Van Allsburg, ο οποίος εκτός από το Polar Express, είχε γράψει και το Jumanji. Εδώ, το επιτραπέζιο έχει θέμα το διάστημα αντί για τη ζούγκλα, και δυο αδερφάκια μόνα στο σπίτι, που ανάμεσα σε τσακωμούς και βρισίδια, βρίσκονται --μαζί με το σπίτι-- σε μια διαγαλαξιακή περιπέτεια, που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την αξία της οικογένειας.
Λόγω διαστήματος, η δράση περιορίζεται σε ένα και μοναδικό set piece, με την κάμερα να ζορίζεται να βρει διαφορετικές γωνίες λήψης μέσα στο σπίτι που λειτουργεί ως διαστημόπλοιο. Τα εφέ διατηρούν τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που μας επέδειξε ο Favreau στο Elf, και οι διάλογοι είναι ασυνήθιστα ρεαλιστικοί, όπως και οι χαρακτήρες, όμως οι επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης και η στατικότητα δε βοηθούν τη Zathura να απογειωθεί. Βέβαια, εγώ μεγάλωσα και παραξένεψα, οπότε μη με ακούτε. Τα σημερινά 12χρονα, σίγουρα θα βρουν τρόπο να το διασκεδάσουν.
Written by
verbal
in
no category
Lemming - Review
Lemming
(2/5)
Σκηνοθεσία: Dominik Moll
Σενάριο: Dominik Moll, Gilles Marchand
Παίζουν: Laurent Lucas, Andre Dussollier, Charlotte Gainsbourg, Charlotte Rampling
Δείτε το trailer
Η εμμονή των Γάλλων στα κοινωνικά δράματα με οικογένειες σε κρίση λόγω ερωτικών τριγώνων, αποκτά νέα διάσταση χάρη στο Lemming, Ο Dominik Moll παίρνει τη νόρμα και την παντρεύει με το μεταφυσικό θρίλερ και μια ιδέα από καυστική σάτιρα του μεσοαστικού ονείρου, δημιουργώντας μια πιο οικεία εκδοχή του Tale of Two Sisters με άρωμα από Le Couperet.
Η οικογένεια Getty έχει μόλις μετακομίσει στο νέο της ντιζαϊνάτο σπίτι στα προάστια, χάρη στην προαγωγή του συζύγου, Alain. Η τέλεια ζωή του ερωτευμένου ζευγαριού όμως, ετοιμάζεται να έρθει τούμπα. Όλα ξεκινούν όταν η Benedicte βρίσκει στο σωλήνα του νεροχύτη ένα ημιθανές lemming, ένα μικρό τρωκτικό που θα έπρεπε να βρίσκεται με την οικογένειά του στη Σκανδιναβία, σχεδιάζοντας την ομαδική τους αυτοκτονία –γιατί έτσι είναι η ζωή των lemmings. Το περίεργο περιστατικό συμβαίνει τη βραδιά που οι Getty θα δεξιωθούν τους Pollock, το αφεντικό και τη σύζυγο του Alain, και είναι προφανώς κακός οιωνός, αφού από εκείνο το βράδυ κι έπειτα, η ζωή τους μετατρέπεται σε εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις.
Η κυρία Pollock κάνει σκηνή στον άντρα της καταστρέφοντας το δείπνο, την άλλη μέρα την πέφτει στον Alain, και αργότερα επιστρέφει στον οίκο των Getty για να αυτοκτονήσει στον ξενώνα του. O Alain χτυπά σε αυτοκινητιστικό, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για τον κύριο Pollock, και η κυρία Pollock –ή μάλλον το πνεύμα της—του κρατάει συντροφιά στο σαλόνι τα μοναχικά βράδια, λέγοντάς του πως ο μόνος τρόπος να ενωθεί ξανά με την Benedicte, είναι να κάνει κάτι ώστε κι αυτή να ενωθεί με τον δικό της σύζυγο.
Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος Dominik Moll, δημιουργός του Χάρυ, ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου, θεωρείται στη χώρα του το γαλλικό αντίστοιχο του Hitchcock. Και κρίνοντας απ’ το Lemming, με την ηλεκτρισμένη του ατμοσφαιρικότητα, τους αργούς ρυθμούς, την εξαντλητική ανάλυση των χαρακτήρων και το εκπληκτικό ensemble acting που αποσπά από τους τέσσερις πρωταγωνιστές του, καταλαβαίνει κανείς το γιατί.
Το γενικότερο κλίμα σύγχυσης πραγματικότητας και εφιάλτη που δημιουργεί ο Moll, τον βοηθά να εισάγει το κοινό σε έναν κόσμο όπου η λογική (θεατή/πρωταγωνιστή) δεν μπορεί να επιβιώσει, οι χαρακτήρες μετατρέπονται σε βελζεβουλικές οντότητες, τα φαντάσματα κάνουν κατάληψη στο σαλόνι σου και στα σώματα των αγαπημένων σου. Τα ζητήματα συζυγικής απιστίας μετατρέπονται σε φαινόμενα δαιμονισμού και όταν έρχεται η ώρα να βγεις απ’ αυτό το μπέρδεμα, ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις την άκρη, ο σεναριογράφος, εμφανίζεται σε χειρότερη σύγχυση κι από ‘σένα.
Και εκεί εμφανίζεται και η διαφορά του Hitchcock απ’ τον Moll. Ενώ ο πρώτος φρόντιζε πάντα για ένα εκρηκτικό φινάλε, το φινάλε του Γάλλου σκάει στα μούτρα του, και –το χειρότερο- είναι και τζούφιο.
(2/5)Σκηνοθεσία: Dominik Moll
Σενάριο: Dominik Moll, Gilles Marchand
Παίζουν: Laurent Lucas, Andre Dussollier, Charlotte Gainsbourg, Charlotte Rampling
Δείτε το trailer
Η εμμονή των Γάλλων στα κοινωνικά δράματα με οικογένειες σε κρίση λόγω ερωτικών τριγώνων, αποκτά νέα διάσταση χάρη στο Lemming, Ο Dominik Moll παίρνει τη νόρμα και την παντρεύει με το μεταφυσικό θρίλερ και μια ιδέα από καυστική σάτιρα του μεσοαστικού ονείρου, δημιουργώντας μια πιο οικεία εκδοχή του Tale of Two Sisters με άρωμα από Le Couperet.
Η οικογένεια Getty έχει μόλις μετακομίσει στο νέο της ντιζαϊνάτο σπίτι στα προάστια, χάρη στην προαγωγή του συζύγου, Alain. Η τέλεια ζωή του ερωτευμένου ζευγαριού όμως, ετοιμάζεται να έρθει τούμπα. Όλα ξεκινούν όταν η Benedicte βρίσκει στο σωλήνα του νεροχύτη ένα ημιθανές lemming, ένα μικρό τρωκτικό που θα έπρεπε να βρίσκεται με την οικογένειά του στη Σκανδιναβία, σχεδιάζοντας την ομαδική τους αυτοκτονία –γιατί έτσι είναι η ζωή των lemmings. Το περίεργο περιστατικό συμβαίνει τη βραδιά που οι Getty θα δεξιωθούν τους Pollock, το αφεντικό και τη σύζυγο του Alain, και είναι προφανώς κακός οιωνός, αφού από εκείνο το βράδυ κι έπειτα, η ζωή τους μετατρέπεται σε εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις.
Η κυρία Pollock κάνει σκηνή στον άντρα της καταστρέφοντας το δείπνο, την άλλη μέρα την πέφτει στον Alain, και αργότερα επιστρέφει στον οίκο των Getty για να αυτοκτονήσει στον ξενώνα του. O Alain χτυπά σε αυτοκινητιστικό, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για τον κύριο Pollock, και η κυρία Pollock –ή μάλλον το πνεύμα της—του κρατάει συντροφιά στο σαλόνι τα μοναχικά βράδια, λέγοντάς του πως ο μόνος τρόπος να ενωθεί ξανά με την Benedicte, είναι να κάνει κάτι ώστε κι αυτή να ενωθεί με τον δικό της σύζυγο.Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος Dominik Moll, δημιουργός του Χάρυ, ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου, θεωρείται στη χώρα του το γαλλικό αντίστοιχο του Hitchcock. Και κρίνοντας απ’ το Lemming, με την ηλεκτρισμένη του ατμοσφαιρικότητα, τους αργούς ρυθμούς, την εξαντλητική ανάλυση των χαρακτήρων και το εκπληκτικό ensemble acting που αποσπά από τους τέσσερις πρωταγωνιστές του, καταλαβαίνει κανείς το γιατί.
Το γενικότερο κλίμα σύγχυσης πραγματικότητας και εφιάλτη που δημιουργεί ο Moll, τον βοηθά να εισάγει το κοινό σε έναν κόσμο όπου η λογική (θεατή/πρωταγωνιστή) δεν μπορεί να επιβιώσει, οι χαρακτήρες μετατρέπονται σε βελζεβουλικές οντότητες, τα φαντάσματα κάνουν κατάληψη στο σαλόνι σου και στα σώματα των αγαπημένων σου. Τα ζητήματα συζυγικής απιστίας μετατρέπονται σε φαινόμενα δαιμονισμού και όταν έρχεται η ώρα να βγεις απ’ αυτό το μπέρδεμα, ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις την άκρη, ο σεναριογράφος, εμφανίζεται σε χειρότερη σύγχυση κι από ‘σένα.
Και εκεί εμφανίζεται και η διαφορά του Hitchcock απ’ τον Moll. Ενώ ο πρώτος φρόντιζε πάντα για ένα εκρηκτικό φινάλε, το φινάλε του Γάλλου σκάει στα μούτρα του, και –το χειρότερο- είναι και τζούφιο.
Written by
verbal
in
no category
Real, la pelicula – Review
Real, la pelicula – Ρεάλ, η Ταινία
(1/5)
(1/5)Σκηνοθεσία: Borja Manso
Σενάριο: Borja Manso, Andres M. Koppel
Παίζουν: Javier Albala, Jessica Bohl, Maguette Coly
Εμφανίζονται: David Beckham, Raul Bravo, Roberto Carlos, Zinedine Zidane, κ. ά.
Δείτε το trailer
Εκτός από μερικά κύπελλα και πρωταθλήματα παραπάνω, τώρα η Real έχει ένα ακόμη μετάλλιο να περηφανεύεται έναντι της Barcelona: την ολόδική της ταινία!
Σε μια κακή χρονιά για τη βασίλισσα με τα άσπρα, οι ποδοσφαιρόφιλοι θεατές είναι πιθανό να δουν στην ταινία μια προσπάθεια προπαγάνδας, αλλά εντάξει, καλή η συνομωσιολογία, μην τρελαθούμε όμως κιόλας. Οι πιο ψύχραιμοι φαντάζομαι θα την αντιμετωπίσουν σαν περίπτωση αρπαχτής, όμως και πάλι, πόσα εισιτήρια μπορεί πια να κόψει αυτή η ταινία;
Κατ’ αρχάς, οι οπαδοί της Barcelona και της Atletico προφανώς θα τη μποϋκοτάρουν. Μετά, υπάρχει και το Goal!, πάλι ποδοσφαιροταινία, που απευθύνεται σε σαφώς ευρύτερο ποδοσφαιρόφιλο κοινό, αλλά με τα εισιτήρια που έκοψε, ούτε φισούνα δε γεμίζει, πόσο μάλλον γήπεδο!
Όπως και να ’χει πάντως, η ταινία της Real, που δομείται εν είδει σπονδυλωτού ιστοριών ανθρώπων με πάθος για την ομάδα απ’ τη Μαδρίτη, ακόμη κι αν καταφέρει να μαζέψει στην αίθουσα τους ποδοσφαιρόφιλους, θα δυσκολευτεί να τους ικανοποιήσει, αφού αφ’ ενός προσφέρει μηδαμινό ποδοσφαιρικό θέαμα, αφ’ ετέρου πάσχει κινηματογραφικά. Η δυσκολία του σκηνοθέτη να πιάσει ικανοποιητικό ρυθμό και να τον κρατήσει -–πρόβλημα εγγενές στις ταινίες-lego—περνά απαρατήρητη λόγω των αδιάφορων ιστοριών, των σχηματικών και των αναξιοποίητων χαρακτήρων, των δευτεροκλασάτων ερμηνειών και της διαδικαστικής σκηνοθεσίας, που εν τέλει δεν καταφέρνει να εμφυσήσει το πιο αναγκαίο των χαρακτηριστικών στην ταινία: το πάθος.
Τώρα, γιατί οι διανομείς πιστεύουν πως μπορεί να προτιμήσει κανείς να πάει να κλειστεί στο σινεμά, αντί να πάει να βριστεί στο γήπεδο… it’s beyond me.
Σενάριο: Borja Manso, Andres M. Koppel
Παίζουν: Javier Albala, Jessica Bohl, Maguette Coly
Εμφανίζονται: David Beckham, Raul Bravo, Roberto Carlos, Zinedine Zidane, κ. ά.
Δείτε το trailer
Εκτός από μερικά κύπελλα και πρωταθλήματα παραπάνω, τώρα η Real έχει ένα ακόμη μετάλλιο να περηφανεύεται έναντι της Barcelona: την ολόδική της ταινία!
Σε μια κακή χρονιά για τη βασίλισσα με τα άσπρα, οι ποδοσφαιρόφιλοι θεατές είναι πιθανό να δουν στην ταινία μια προσπάθεια προπαγάνδας, αλλά εντάξει, καλή η συνομωσιολογία, μην τρελαθούμε όμως κιόλας. Οι πιο ψύχραιμοι φαντάζομαι θα την αντιμετωπίσουν σαν περίπτωση αρπαχτής, όμως και πάλι, πόσα εισιτήρια μπορεί πια να κόψει αυτή η ταινία;
Κατ’ αρχάς, οι οπαδοί της Barcelona και της Atletico προφανώς θα τη μποϋκοτάρουν. Μετά, υπάρχει και το Goal!, πάλι ποδοσφαιροταινία, που απευθύνεται σε σαφώς ευρύτερο ποδοσφαιρόφιλο κοινό, αλλά με τα εισιτήρια που έκοψε, ούτε φισούνα δε γεμίζει, πόσο μάλλον γήπεδο!
Όπως και να ’χει πάντως, η ταινία της Real, που δομείται εν είδει σπονδυλωτού ιστοριών ανθρώπων με πάθος για την ομάδα απ’ τη Μαδρίτη, ακόμη κι αν καταφέρει να μαζέψει στην αίθουσα τους ποδοσφαιρόφιλους, θα δυσκολευτεί να τους ικανοποιήσει, αφού αφ’ ενός προσφέρει μηδαμινό ποδοσφαιρικό θέαμα, αφ’ ετέρου πάσχει κινηματογραφικά. Η δυσκολία του σκηνοθέτη να πιάσει ικανοποιητικό ρυθμό και να τον κρατήσει -–πρόβλημα εγγενές στις ταινίες-lego—περνά απαρατήρητη λόγω των αδιάφορων ιστοριών, των σχηματικών και των αναξιοποίητων χαρακτήρων, των δευτεροκλασάτων ερμηνειών και της διαδικαστικής σκηνοθεσίας, που εν τέλει δεν καταφέρνει να εμφυσήσει το πιο αναγκαίο των χαρακτηριστικών στην ταινία: το πάθος.Τώρα, γιατί οι διανομείς πιστεύουν πως μπορεί να προτιμήσει κανείς να πάει να κλειστεί στο σινεμά, αντί να πάει να βριστεί στο γήπεδο… it’s beyond me.
Written by
verbal
in
no category
King Kong (2005) - Review
King Kong
(4/5)
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Σενάριο: Peter Jackson, Fran Walsh, Philippa Boyens
Παίζουν: Naomi Watts, Jack Black, Adrien Brody, Andy Serkis
Το ότι ο Kong θα αναβίωνε το προαιώνιο ζήτημα περί μεγέθους το ξέραμε, αλλά που να φανταστούμε ότι ο Jackson θα την είχε τελικά τόσο μεγάλη; Περί της διάρκειας της ταινίας ο λόγος, η οποία είναι και ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ψηλού, μελαχρινού και αντισυμβατικά γοητευτικού πρωταγωνιστή αυτού του τρίωρου έπους σε τρεις πράξεις.
Υποθέτω ότι δε νοείται να υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι γίνεται στο Skull Island, αλλά έτσι για να γεμίσει μια παράγραφος, θα το αναφέρω στα γρήγορα. Σ’ αυτό λοιπόν το χαμένο σε μια αιώνια ομίχλη νησί, καταφθάνει ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που χάρη στον κομματάκι μεγαλομανή, κομματάκι παρεξηγημένο οραματιστή σκηνοθέτη του, καταλήγει αντιμέτωπο αρχικά με μια ομάδα τρελαμένων ιθαγενών, και στη συνέχεια με έναν τεράστιο προϊστορικό γορίλα που αναπτύσσει τρυφερά αισθήματα για την πρωταγωνίστριά τους. Οπότε, όταν ο σεναριογράφος παίρνει τον γορίλα στο κατόπι για να σώσει την πρωταγωνίστρια –με την οποία είναι τσιμπημένος-, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φυλακίσει τον Kong, και να τον μεταφέρει στο Broadway. Αλλά, ούτε οι πιο γερές αλυσίδες χαλκοχάλυβα (ή κάτι τέτοιο…) δεν είναι αρκετά δυνατές για να κρατήσουν φυλακισμένο το Όγδοο Θαύμα του Κόσμου.
Τρεις πράξεις, με την πρώτη, που θα προκαλέσει νευρικότητα ακόμη και στους πιο υπομονετικούς θεατές, να είναι ένα πανέμορφο δράμα εποχής που εισάγει τους χαρακτήρες της ταινίας και ζωντανεύει με εντυπωσιακή ακρίβεια στα κοστούμια και τα σκηνικά, την περίοδο της μεγάλης αμερικανικής οικονομικής κρίσης. Κουράζει όμως, όχι γιατί «δεν είναι η ταινία που ήρθαμε να δούμε», αλλά γιατί διαρκεί απελπιστικά πολύ –είναι σχεδόν η μισή ταινία.
Βέβαια, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Υπάρχει άλλη μιάμιση ώρα, στην οποία ο Jackson κατορθώνει να βάλει την… επομανία του σε καλή χρήση και να δημιουργήσει κινηματογραφική μαγεία: μια ρομαντική περιπέτεια που παντρεύει το αίσθημα με τη δράση και την ψηφιακή με την χειροπιαστή πραγματικότητα, με τέτοια πρωτοφανή μαεστρία που νιώθεις λες και ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο και ξαναζείς την πρώτη φορά που είδες σινεμά.
Η αγάπη του Jackson για το υλικό του φαίνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αφού δεν είναι λίγες οι σκηνές που είναι υπερβολικά μακρόσυρτες και έχουν τον αντίκτυπό τους στο ρυθμό, όμως πέρα από την άρνηση του σκηνοθέτη να καταλάβει τί πάει να πεί "αρκετά", ο Νεοζηλανδός στο δεύτερο μιαμισάωρο δημιουργεί έναν δικό του κόσμο. Ένα νησί ξεχασμένο απ’ το χρόνο και τις θεωρίες του Δαρβίνου, γεμάτο πλάσματα άλλων εποχών να κρατούν παρέα στους ανθρώπους. Δεινόσαυρους με μια ιμπρεσιονιστική πινελιά να τους ξεχωρίζει απ’ αυτούς του Spielberg, εμβληματικές σκηνές δράσεις και αηδιαστικές συμπλοκές με έντομα, που φέρνουν τον Jackson ξανά κοντά στους fans του Braindead και αποκαλύπτουν πόσο καταπιεσμένος πρέπει να ένιωθε όταν γυρνούσε την τριλογία του Άρχοντα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, βασιλιάς και κυβερνήτης, ένας μοναχικός χορτοφάγος καουμπόη, που επιβεβαιώνει τη θέση του στην κινηματογραφική Ιστορία. Μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ανθρώπων συμπρωταγωνιστών του (ιδίως της Watts που, με τον τρόπο που λιώνει από έρωτα κοιτάζοντας το κενό, θα σε κάνει να το σκεφτείς διπλά την επόμενη φορά που θα αποκαλύψεις αισθήματα σε γυναίκα, αλλά και του Andy Serkis που πίσω από το ψηφιακό τρίχωμα του Kong κάνει πάλι τα απίστευτα), αλλά και την επική δουλειά της WETA στα σχεδόν αψεγάδιαστα ψηφιακά εφέ (η οποία έτσι όπως πάει, σύντομα δε θα χρειάζεται καν σκηνοθέτη για να φτιάχνει ταινίες), κάνουν το δεύτερο μισό του καινούριου King Kong μια εμπειρία άξια να γεμίσει και την μεγαλύτερη των οθονών, και βάζουν το Υπέρ στο Υπερθέαμα. Όσο για το πρώτο... το King Kong παίζει να είναι η πρώτη ταινία στα χρονικά, που στη Director's Cut έκδοση, θα έχει κοπεί υλικό αντί να προστεθεί.
(4/5)Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Σενάριο: Peter Jackson, Fran Walsh, Philippa Boyens
Παίζουν: Naomi Watts, Jack Black, Adrien Brody, Andy Serkis
Το ότι ο Kong θα αναβίωνε το προαιώνιο ζήτημα περί μεγέθους το ξέραμε, αλλά που να φανταστούμε ότι ο Jackson θα την είχε τελικά τόσο μεγάλη; Περί της διάρκειας της ταινίας ο λόγος, η οποία είναι και ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ψηλού, μελαχρινού και αντισυμβατικά γοητευτικού πρωταγωνιστή αυτού του τρίωρου έπους σε τρεις πράξεις.
Υποθέτω ότι δε νοείται να υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι γίνεται στο Skull Island, αλλά έτσι για να γεμίσει μια παράγραφος, θα το αναφέρω στα γρήγορα. Σ’ αυτό λοιπόν το χαμένο σε μια αιώνια ομίχλη νησί, καταφθάνει ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που χάρη στον κομματάκι μεγαλομανή, κομματάκι παρεξηγημένο οραματιστή σκηνοθέτη του, καταλήγει αντιμέτωπο αρχικά με μια ομάδα τρελαμένων ιθαγενών, και στη συνέχεια με έναν τεράστιο προϊστορικό γορίλα που αναπτύσσει τρυφερά αισθήματα για την πρωταγωνίστριά τους. Οπότε, όταν ο σεναριογράφος παίρνει τον γορίλα στο κατόπι για να σώσει την πρωταγωνίστρια –με την οποία είναι τσιμπημένος-, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φυλακίσει τον Kong, και να τον μεταφέρει στο Broadway. Αλλά, ούτε οι πιο γερές αλυσίδες χαλκοχάλυβα (ή κάτι τέτοιο…) δεν είναι αρκετά δυνατές για να κρατήσουν φυλακισμένο το Όγδοο Θαύμα του Κόσμου.Τρεις πράξεις, με την πρώτη, που θα προκαλέσει νευρικότητα ακόμη και στους πιο υπομονετικούς θεατές, να είναι ένα πανέμορφο δράμα εποχής που εισάγει τους χαρακτήρες της ταινίας και ζωντανεύει με εντυπωσιακή ακρίβεια στα κοστούμια και τα σκηνικά, την περίοδο της μεγάλης αμερικανικής οικονομικής κρίσης. Κουράζει όμως, όχι γιατί «δεν είναι η ταινία που ήρθαμε να δούμε», αλλά γιατί διαρκεί απελπιστικά πολύ –είναι σχεδόν η μισή ταινία.
Βέβαια, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Υπάρχει άλλη μιάμιση ώρα, στην οποία ο Jackson κατορθώνει να βάλει την… επομανία του σε καλή χρήση και να δημιουργήσει κινηματογραφική μαγεία: μια ρομαντική περιπέτεια που παντρεύει το αίσθημα με τη δράση και την ψηφιακή με την χειροπιαστή πραγματικότητα, με τέτοια πρωτοφανή μαεστρία που νιώθεις λες και ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο και ξαναζείς την πρώτη φορά που είδες σινεμά.
Η αγάπη του Jackson για το υλικό του φαίνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αφού δεν είναι λίγες οι σκηνές που είναι υπερβολικά μακρόσυρτες και έχουν τον αντίκτυπό τους στο ρυθμό, όμως πέρα από την άρνηση του σκηνοθέτη να καταλάβει τί πάει να πεί "αρκετά", ο Νεοζηλανδός στο δεύτερο μιαμισάωρο δημιουργεί έναν δικό του κόσμο. Ένα νησί ξεχασμένο απ’ το χρόνο και τις θεωρίες του Δαρβίνου, γεμάτο πλάσματα άλλων εποχών να κρατούν παρέα στους ανθρώπους. Δεινόσαυρους με μια ιμπρεσιονιστική πινελιά να τους ξεχωρίζει απ’ αυτούς του Spielberg, εμβληματικές σκηνές δράσεις και αηδιαστικές συμπλοκές με έντομα, που φέρνουν τον Jackson ξανά κοντά στους fans του Braindead και αποκαλύπτουν πόσο καταπιεσμένος πρέπει να ένιωθε όταν γυρνούσε την τριλογία του Άρχοντα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, βασιλιάς και κυβερνήτης, ένας μοναχικός χορτοφάγος καουμπόη, που επιβεβαιώνει τη θέση του στην κινηματογραφική Ιστορία. Μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ανθρώπων συμπρωταγωνιστών του (ιδίως της Watts που, με τον τρόπο που λιώνει από έρωτα κοιτάζοντας το κενό, θα σε κάνει να το σκεφτείς διπλά την επόμενη φορά που θα αποκαλύψεις αισθήματα σε γυναίκα, αλλά και του Andy Serkis που πίσω από το ψηφιακό τρίχωμα του Kong κάνει πάλι τα απίστευτα), αλλά και την επική δουλειά της WETA στα σχεδόν αψεγάδιαστα ψηφιακά εφέ (η οποία έτσι όπως πάει, σύντομα δε θα χρειάζεται καν σκηνοθέτη για να φτιάχνει ταινίες), κάνουν το δεύτερο μισό του καινούριου King Kong μια εμπειρία άξια να γεμίσει και την μεγαλύτερη των οθονών, και βάζουν το Υπέρ στο Υπερθέαμα. Όσο για το πρώτο... το King Kong παίζει να είναι η πρώτη ταινία στα χρονικά, που στη Director's Cut έκδοση, θα έχει κοπεί υλικό αντί να προστεθεί.