L'Illusionniste (2010): Tatiesque extraits

Δες/Κρύψε το trailer

Εκτός από το αμερικάνικο κινούμενο που είχε τη τιμητική του τη προηγούμενη βδομάδα λόγω Shrek του Παντοτινού, υπάρχει και το ευρωπαϊκό που εκπροσωπεί ο Illusionniste (2010) και που είχε μια κάποια online παρουσία από μια βδομάδα νωρίτερα, αρχικά με trailer και στη συνέχεια με αποσπάσματα από το φιλμ, με αφορμή την αρχή και τη λήξη των φετινών Κανών, στην αγορά των οποίων έκανε κάποιες προβολές η παραγωγή.

Το φιλμ είχε κάνει πρεμιέρα σε ειδική προβολή στο Βερολίνο όπου και μάζεψε μάλλον υπερθετικές κριτικές, πρεμιέρα κάπως περίεργη αν σκεφτείς ότι ανοίγει στη Γαλλία στα μέσα Ιούνη και θα του πήγαινε πιο πολύ ένα gala στη χώρα του, περιέργεια που πιθανά οφείλεται στις καθυστερήσεις στη παραγωγή (που στόχευε το περσινό φεστιβάλ της Κυανής Ακτής, και τη Βενετία μετά, καθώς και έξοδο κάπου Απρίλη-Μάη). Περίεργη είναι και η ιστορία του σεναρίου, γραμμένο από τον Jacques Tati στα 50s σαν ένα είδος απολογίας στη νόθα κόρη του την οποία.. εξόρισε στα 40s για να γλιτώσει (χωρίς να το πολυκαταφέρει) τα παριζιάνικα σκάνδαλα, και ακόμα πιο περίεργη είναι η ιστορία της διασκευής του από τον Sylvain Chomet που απέφυγε οποιοδήποτε credit στη Helga Marie-Jeanne Schiel, προτιμώντας να χρεώσει τη νεκρή πια Sophie Tatischeff (τη πιο.. επίσημη απόγονο του πατέρα της προφανώς). Ο Chomet δεν είναι και ξένος με τη περιέργεια από την εποχή ακόμα που ο Nicolas de Crécy τον κατηγορούσε για τυποκλοπία, πιο χαρακτηριστικά ήδη έκλεισε το στούντιό του στο Εδιμβούργο όπως είχε κάνει και με αυτό του Montreal μετά τις Triplettes de Belleville (2003), ενώ έφαγε και ένα ηχηρό σουτ από τη Universal στη διάρκεια της παραγωγής του Tale of Despereaux (2008) μέσα σε κατηγορίες ότι έτρωγε τον προϋπολογισμό για να χρηματοδοτεί τον Illusionniste.

Πέρα από τις μάλλον αρνητικές ιδιοτροπίες, η ταινία φαίνεται και αρκετά εποικοδομητικά ιδιοσυγκρασιακή όπως βλέπεις, με αρκετά από τα tati-κά στοιχεία να έχουν περάσει επιμελημένα και στη σκηνοθεσία, με μακρινά πλάνα και πολλές, σημαντικές, λεπτομέρειες στα κάδρα. Συνεχίζοντας μια μελέτη των προφανών, τα £10-13 εκατομμύρια του προϋπολογισμού ξοδεύτηκαν σχεδόν όλα στην Ευρώπη και ο Chomet έβγαλε όλους τους νεαρούς δημιουργούς του στη σκηνή στο Βερολίνο (ακόμα και με σκωτσέζικες φούστες) για να το τονίσει, και παραπέρα όλα τα εφέ είναι σχεδιασμένα στο χέρι, παρολαυτά το στιλ του σκίτσου δε χρειάζεται και πολλά βιντεο-δείγματα για να το πεις περισσότερο γιαπωνέζικο και λιγότερο καρικατουρίστικο σε σχέση με τις Triplettes, ειδικά στο φόντο. Οι συγκρίσεις με τη δουλειά του Hayao Miyazaki και του Satoshi Kon δεν είναι βέβαια ακριβώς ντροπή, και οι lead animators του Tatischeff - κεντρικού ήρωα (Thierry Tores και Laurent Kircher, σύμφωνα με όσους δούλεψαν στη παραγωγή) του έχουν δώσει μια καθαρά ευρωπαϊκή και πολύ ρέουσα κίνηση, πιστή επιπλέον στο real-world πρότυπό της σύμφωνα με όλες τις αναφορές, και αρκετά πιστή υποθέτεις για να ισορροπεί την όχι και τόσο (πιστή) έμφαση στη νοσταλγία με χιλιοπαιγμένες υποκρούσεις της γαλλικής προώθησης. Στην Αμερική τη διανομή έχει κλείσει η Sony (πράγμα που μάλλον σημαίνει κι ένα οσκαρικό σμπρώξιμο), στην Ελλάδα η Nutopia.


Write the Future: Μπάλα σε πρώτο πλάνο


Έκανε τηλεοπτική πρεμιέρα μόλις το βράδυ του Σαββάτου στο ημίχρονο του τελικού του Champions League, και ήδη χαρακτηρίζεται από τα internets κι από τον απλό κοσμάκη (i.e. τους πατεράδες μας που βλέπανε τον τελικό και μας έλεγαν μετά κατενθουσιασμένοι πόσο διασκέδασαν το κλιπάκι) ως πιθανώς μια από τις καλύτερες διαφημίσεις ever.

Το 3λεπτο σποτάκι της Nike με τίτλο Write the Future έχει γυρίσει ο Alejandro González Iñárritu σε αυτήν που ένας κακεντρεχής θα μπορούσε και να πει πως αποτελεί την κορυφαία στιγμή της φιλμικής καριέρας του (όχι, σας προκαλώ να καθίσετε να ξαναδείτε τη Βαβέλ (2006) και να μου πείτε πως ήταν καλύτερο από το Write the Future), και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στο σύνολο της δουλειάς του. Αν δηλαδή απορούσατε πώς θα έμοιαζε μια σπονδυλωτής αφήγησης διαφήμιση με ποδοσφαιριστές που στοχάζονται την ώρα της αγωνίας τους, για τη μοίρα και για τη θέση τους στον κόσμο, τώρα έχετε την απάντησή σας. Και παραβλέποντας το γεγονός πως ο Iñárritu έχασε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να οπτικοποιήσει ως μέρος της διαφήμισης το θρυλικό φιλοσοφικό ερώτημα περί αγωνίας του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, το αποτέλεσμα είναι φιλόδοξο, στιλιζαρισμένο ως εκεί που δεν πάει, και φοβερά διασκεδαστικό. Θυμίζει πως ένα σώσιμο (του Fabio Cannavaro, εν προκειμένω) ενός βέβαιου γκολ πάνω στη γραμμή μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό και ηρωικό με ένα εντυπωσιακό σκοράρισμα, βάζει το πιο συμπαθές κωλόπαιδο του παγκόσμιου football, Wayne Rooney, να αντιμετωπίσει (α λα Lola Rennt (1998)) στο μυαλό του δύο διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντός του, αναλόγως της έκβασης μιας φάσης (στην άτυχη διαδρομή θα σπάσετε πλάκα στην εικόνα ενός Rooney ερημίτη με μούσια που θα ζήλευε και μέλος των ZZ Top, ενώ στην επιτυχημένη θα τον δείτε να κερδίζει χωρίς καν να προσπαθεί τον... Roger Federer, σαν άλλος Forrest Gump), και αφήνει το κρίσιμο πέναλτι φάουλ στα πόδια του αχώνευτου Cristiano Ronaldo που με χαρακτηριστική υπερβολή (που περιλαμβάνει ένα ιδιοφυές cameo του Homer Simpson) είναι έτοιμος να χριστεί βασιλιάς του κόσμου. Ή μήπως όχι;

Ελέγχονται ως ανακριβείς οι πληροφορίες που θέλουν τον Iñárritu να παρουσίασε το final cut της διαφήμισης με την χαρακτηριστική του κατακερματισμένη αφήγηση πριν η Nike του την βάλει εκεί που δεν φέγγει ο ήλιος, αλλά κατά τα άλλα μια χαρά τα κατάφερε. Και τώρα κάποιος να εξηγήσει στην Adidas ποιος είναι ο Guillermo Arriaga.


Previously on Movies for the Masses: Street Fighter: Legacy σε νέες τέχνες

Το κείμενο είναι του Dark Tyler του US TV

Κάνες 2010: Τα βραβεία


Μετά από ένα δεκαήμερο αλλόκοτων γούστων του καιρού (και των ηφαιστείων), μαγκωμένης οικονομικής ρευστότητας, μειωμένων ακολασιών (βλέπε party), αγχωμένης βιομηχανικής απόκρισης, χαμηλωμένης γενικότερης προσέλευσης, κι όλα αυτά ως αποτέλεσμα του, αλλά και με αποτέλεσμα το πεσμένο glam --που οφειλόταν, μεταξύ άλλων, και σε ένα πρόγραμμα που, εκτός από στέρηση βροντερών τίτλων, προκάλεσε και ληθαργικές αντιδράσεις στο κοινό του-- το 63ο Φεστιβάλ των Κανών, έριξε απόψε την αυλαία του, για να δώσει με τα βραβεία του, τους τίτλους που θα κλείσουν τη φετινή σειρά ανταποκρίσεων απ’ το Palais des Festivals. Σειρά, με highlights την επιθετική αντίδραση του κινηματογραφικού χώρου στην φυλάκιση του Jafar Panahi (μέσω και του συμβολισμού της κενής ρεζερβέ καρέκλας στη σειρά των θέσεων της κριτικής επιτροπής), τις φήμες για συλλογή υπογραφών προς απελευθέρωση του Roman Polanski, τα πολιτικά σκανδαλάκια με τις επικρίσεις πολιτικών αξιωματούχων για την εικόνα που παρουσιάζουν για τις χώρες τους, τόσο η ταινία της Ιταλίδας Sabina Guzzanti, Draquila – L’ Italia che Trema (παρεμπιπτόντως, η καλύτερη ταινία που πέρασε απ’ τα μάτια μου), όσο και το γαλλικό Hors-la-loi του Rachid Bouchareb (που προκάλεσε διαδηλώσεις έξω απ’ το Palais το πρωί της Παρασκευής, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των τριγύρω δρόμων από αστυνομικές δυνάμεις), αλλά και με τον Jean Luc Godard που, όπως μαθαίναμε στις Κάνες, έγινε ήρωας του 24ωρου στην Ελλάδα με την άρνησή του να παραστεί σε φιέστες, εν μέσω κρίσεων ελληνικού τύπου.

Στα βραβεία λοιπόν, η μεγάλη έκπληξη ήρθε από την ολοκληρωτική απουσία των Βρετανών, παρά την διπλή συμμετοχή της χώρας με τα βαριά κανόνια των Leigh και Loach. Η επικράτηση του γλωσσοδέτη Apichatpong Weerasethakul στην κούρσα του Χρυσού Φοίνικα, ήρθε να επιβεβαιώσει όσους προέβλεπαν ότι ο πρόεδρος της φετινής επιτροπής, Tim Burton, όλο και κάτι οικείο θα βρει στο γοητευτικά χρονοβόρο και ολότελα διαφορετικό δείγμα κουλτούρας του Lung Boonmee Raluek Chat / Uncle Boonmee Who Can Recall his Past Lives (το οποίο πιθανότατα θα δεις το Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ταινίες του Ταϊλανδού). Το Grand Prix (κάτι σαν Αργυρός Φοίνικας, ας πούμε) στο Des Hommes et de Dieux μοιάζει σωστή αναγνώριση της ευστοχίας και της νηφαλιότητας με την οποία ο Xavier Beauvois καταπιάνεται με το πάντα προσφιλές στους Γάλλους θέμα της θρησκείας και της θρησκευτικότητας. Το βραβείο σκηνοθεσίας στον Mathieu Almaric μπορείς μάλλον να το σημειώσεις ως θαύμα της φύσης μετά τις πικρές εντυπώσεις που είχε αποσπάσει το Tournée του, ενώ το βραβείο της επιτροπής στο Un Homme qui Crie ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να πάρει αυτό το μειλίχιο, μινιμαλιστικό δράμα απ’ το Τσαντ, για έναν πατέρα που, από αφέλεια και περηφάνια, υπογράφει τη θανατική καταδίκη του γιου του. Το βραβειο σεναρίου στο Poetry, είναι κι αυτό μάλλον ευπρόσδεκτο, αφού το παρουσίαζαν ως φαβορί για το μεγάλο βραβείο, όσοι έτυχε να το δουν. Η Juliette Binnoche ήταν μια ασφαλής επιλογή για το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, με τη σχεδόν σόλο δουλειά της στο Copie Conforme, ενώ ο Javier Bardem κέρδισε πανάξια το... μισό βραβείο ανδρικής ερμηνείας για την εξαιρετική του δουλειά στο Biutiful, με το άλλο μισό να πηγαίνει σκανδαλωδώς στον Ello Germano, προφανώς επειδή κατάφερε να κρατήσει τη σοβαρότητά του παίζοντας τον Ιταλάρα, στη νοοτροπίας τηλεοπτικής προπαγάνδας ανοησία του Daniele Luchetti, La Nostra Vita. Μια μέρα πριν, το μεγάλο βραβείο του Un Certain Regard είχε απονεμηθεί στον Sangsoo Hong για το νοσταλγικό HAHAHA, ενώ το βραβείο της επιτροπής είχε πάει στο δραματικό Octubre των Diego και Daniel Vega και το βραβείο ερμηνείας είχε μοιραστεί στις Adela Sanchez, Eva Bianco και Victoria Raposo του Los Labios. Οι τρεις ταινίες μου είχαν ξεφύγει, αλλά μάλλον δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν, κρίνοντας απ’ όσες πέτυχα απ’ τις συμμετοχές ενός εμφανώς αδύναμου φέτος τμήματος, που θα μπορούσε χωρίς δεύτερη σκέψη να έχει φιλοξενήσει και πάνω από μια ελληνικές ταινίες.

Έξω απ’ τα διαγωνιστικά και λοιπά ανοιχτά προγράμματα πάντως, για τον σκληρό πυρήνα της βιομηχανίας, αυτούς δηλαδή που φτιάχνουν και πουλάνε τις ταινίες, κι όχι αυτούς που τις βλέπουν κι αγκομαχάνε, η φετινή χρονιά στις Κάνες πιθανότατα θα σημαδευτεί ως η χρονιά που δοκιμάστηκε (και πέθανε, ή θέριεψε) το 3D, ως συνοδευτικό τίτλων οιασδήποτε υφής. Η αγοραπωλησία τρισδιάστατων ταινιών πήρε φωτιά, σε μια αγορά που ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την περσινή, αλλά σε τίτλους κυρίως δεύτερης και τρίτης διαλογής, κυρίως γιατί είχε επανέλθει το εργατικό δυναμικό, στη βιομηχανία τη χολιγουντιανή. Κι ενώ η ανακοίνωση του Dario Argento ότι θα ξεκινήσει τον Dracula του Bram Stoker σε 3D, την ίδια ώρα που ο Tinto Brass έλεγε δεξιά κι αριστερά ότι ετοιμάζει ξανά τον Calligula, μπορεί να προμηνύει μεγάλες στιγμές για την cult σκηνή της Ιταλίας, τα πιο mainstream ζευγάρια ματιών, κι αυτά προς τα ‘κει αρχίζουν να κοιτάζουν, αφού όλοι τώρα κρατούν την ανάσα τους για τις ανακοινώσεις της Βενετίας, που πιθανότατα θα γεμίσει το πρόγραμμά της με όλα εκείνα τα θεριά (Nolan, Arronofsky, Eastwood, Mallick, Sophia Coppola κλπ), που δεν ήταν έτοιμα για τα μαγιάτικα κόκκινα χαλιά.


Despicable Me (2010): Trailer υπερκακούργου υπερμπαμπά

Δες/Κρύψε το trailer

Νέο animation studio on the block η Illumination, ξεκινάει μπλοκμπαστερικά αρχές Ιούλη με το Despicable Me (2010) σε συνεργασία με τη Universal, χολιγουντιανό studio που δεν έχει ακριβώς και ιστορία στο χώρο αλλά έχει σαφώς ανάγκη από επιτυχίες, μετά από ένα κακό 2009 που δε φαίνεται να καλυτέρεψε και ακριβώς φέτος, ούτε καν με τον Robin Hood (2010). Η παραγωγή θυμίζει με featurette, από προχτές στο σχετικό κανάλι του YouTube, πως φιλοδοξεί να μαζέψει τα οικογενειακά μποξοφικά σκήπτρα όταν τα αφήσει ο τέταρτος Shrek που άνοιξε με πάνω από $70 εκατομμύρια το σαββατοκύριακο.

Η Illumination δε κάνει βέβαια τυχαία τόσο μεγάλο άνοιγμα, την έστησε ο Chris Meledandri, πρόεδρος στη σχετική στέγη της Fox μέχρι τις αρχές του 2007, και κουβάλησε μαζί του και αρκετό χάρισμα, με πρώτους όλους τους Γάλλους που δούλεψαν σε Horton Hears a Who! (2008) και Ice Age: Dawn of the Dinosaurs (2009) έχοντας πάρει προαγωγή μέχρι σκηνοθέτες τώρα, και τελευταίο.. τον Tim Burton που ετοιμάζει Addams Family σε stop motion εκδοχή. Ο Meledandri έχει μάτι για κοφτερό ταλέντο όπως καταλαβαίνεις από τις συμμετοχές στο καστ και μόνο, και έχει και κοφτερότερο timing στην αναφορά συνεργατών του και των προηγούμενων project τους στη διάρκεια της προώθησης, παρολαυτά το πρώτο προϊόν του είναι μάλλον αναμενόμενα κάποια χρόνια πίσω όπως βλέπεις. Για παράδειγμα, ούτε οι ψευτοφωτισμοί ούτε η εξυπνάδα στα textures ούτε η συνέπεια στην αισθητική δε φτάνουν ούτε αυτά του Planet 51 (2009) που έψαξε παρόμοια στας Ευρώπας για πηγή ταλέντου. Παραπέρα, αυτό το στιλ του κακού σκοτώθηκε από την υπερβολική χρήση στα 60s (σε κόμικ, καρτούν και.. James Bond) και ανασκολοπίστηκε και το πτώμα του από τις παρωδίες τουλάχιστο από την εποχή του Austin Powers (1997), ενώ η ιδέα του απρόθυμου νταντέματος έχει μέχρι και σταρ με ειδίκευση και ντοκτορά (Dwayne Johnson) και την έχουν πάρει παρτούζα και όλοι οι υπόλοιποι. Σε αντίθεση στη τυπική συνταγή, ο Meledandri έχει να τονίσει το μη τονισμό της φωνής του Steve Carell στον κύριο ρόλο (έχει υιοθετήσει κάτι σε σκωτσέζικη προφορά), το θέμα (και το score) του Pharrell Williams για μια νότα από Disney, και το S3D που εξελίσσεται γρήγορα σε γιατρειά κάθε προβληματικής παραγωγής και αιθουσάρχη με πονεμένη τσέπη αλλά στο Despicable Me, αν πιστέψεις τον κύριο διευθυντή, o τρίτος διαστασιακός χώρος ήταν από την αρχή στη παλέτα των εξαρτημάτων των σχεδιαστών του. Αν πιστέψεις τις αναφορές από τις αποσπασματικές και τις δοκιμαστικές προβολές από την άλλη, δε θα χάσεις και πολλά αν αρκεστείς στο trailer.


Previously on Movies for the Masses: Route Irish (2010): Sélection officielle extraits

Route Irish (2010): Sélection officielle extraits


Μπήκε στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή (η συμμετοχή του ανακοινώθηκε λίγα 24ωρα πριν ο Robin Hood (2010) σηκώσει την αυλαία) κι έφτασε στις αίθουσες του Palais κοντά στο τέλος της διοργάνωσης, για να ενθουσιάσει τους κριτικούς που χώρεσαν στην περιορισμένη πρώτη δημοσιογραφική του, και να αποσπάσει πιο νερωμένες αντιδράσεις στη δεύτερη προβολή, της Πέμπτης. Κάτι που ήταν λογικό, μετά τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει, όχι μόνο απ’ τις αντιδράσεις που είχε αποσπάσει, αλλά και απ’ το μύθο του δυνατού χαρτιού, που συνήθως πάει πακέτο με το πέπλο μυστηρίου των late entries.

Γυρισμένο με ένα κλάσμα των $100 εκατομμυρίων που είχε στη διάθεσή του ο Paul Greengrass για το Green Zone (2010), με το οποίο απ’ ότι φαίνεται το Route Irish (2010) θα κάνει εξαιρετικό double bill, το αντιπολεμικό θρίλερ που έφερε τον Ken Loach στα σκαλιά της Croisette για 12η φορά και 5 χρόνια μετά την βράβευσή του με το Χρυσό Φοίνικα για το The Wind that Shakes the Barley (2006), ακολουθεί την προσπάθεια βετεράνου Ιρλανδού μισθοφόρου που έχει γυρίσει απ’ το Ιράκ, να πάρει απόφαση το ότι και να καταλάβει το πώς, χάθηκε στις διαμάχες με τους αντάρτες στους δρόμους της Βαγδάτης, ο αδερφικός του κολλητός. Παίρνοντας το όνομά της από τα 12 χιλιόμετρα λεωφόρου γεμάτης περιστατικά επιθέσεων αυτοκτονίας και αυτοσχέδιων βομβών, που συνδέει την πράσινη ζώνη στο κέντρο της πόλης, με το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, το Route Irish είναι μια ταινία που προέκυψε απ’ το ερώτημα «όχι αν θα κάναμε, αλλά πώς θα κάναμε μια ταινία» γι’ αυτό το «τεράστιο έγκλημα εις βάρους του λαού του Ιράκ», όπως το έθεσε ο σκηνοθέτης του, στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας, το μεσημέρι της Παρασκευής. Την απάντηση στο ερώτημα, του την βρήκε ο σεναριογράφος Paul Laverty, που ξεκινώντας απ’ την παραδοχή ότι «αυτός ο πόλεμος είναι αδιάκριτη μαζική δολοφονία αθώων πολιτών», μίλησε με πατριώτες του που είχαν γυρίσει απ’ αυτή τη φρίκη «με το Ιράκ στο κεφάλι τους, ζητώντας πίσω τον παλιό τους εαυτό».

Άνθρωποι που, αν δεν έχασαν τη ζωή τους, τα άκρα τους, ή τα μυαλά τους, έχασαν την ανθρωπιά και τον εαυτό τους και σ’ αυτήν «την αποσύνθεση του χαρακτήρα» εντόπισε ο Loach την ένταση της ιστορίας που προσπάθησε να πει «με τον οικονομικότερο και τον αποτελεσματικότερο τρόπο». Ιστορία που έχει να κάνει τόσο με τον αντίκτυπο του πολέμου που φέρνουν πίσω στην πατρίδα οι φαντάροι που επιστρέφουν, όσο και με τον τρόμο που προκαλεί το εύρος της ιδιωτικοποίησης του πολέμου και το πόσο πιο αμείλικτο τον κάνει το καπιταλιστικό σύστημα που του φοράνε, οι εταιρίες που αναλαμβάνουν να τον διεξάγουν, για λογαριασμό των κρατών που τον προκαλούν. «Ιδιωτικοποιούμε τη βιομηχανία, τις μεταφορές, την υγεία, τις φυλακές, τα σχολεία, [...] λογική συνέπεια ήταν να ιδιωτικοποιήσουμε τη βία. Είναι πολύ φθηνότερο: δεν χρειάζεται να συντηρείς τακτικό στρατό. Προσλαμβάνεις κάποιον, πεθαίνει, τελειώνει η ευθύνη σου, ενώ αν πεθάνει στρατιώτης, υπάρχουν υποχρεώσεις στην οικογένεια, συντάξεις, ολόκληρη υποδομή να συντηρηθεί. Οπότε, απ’ την οπτική του επιχειρηματία, ναι, πάρε έναν μισθοφόρο. Είναι πιο φθηνός. Δεν πειράζει αν πεθάνει», λέει ο Loach. «Η ένταση ήταν εκεί, στο σενάριο, στην ιστορία», καταλήγει, για μια ταινία για τον πόλεμο, που κρατά τις εκρήξεις της στο ψυχολογικό επίπεδο, μια πολιτική ταινία που φέρει την πολεμική της σε εικόνα και αφήγηση, επιθετική κι αλύγιστη, μια επίδειξη φόρμας του Ιρλανδού σκηνοθέτη, που ήταν από τις καλύτερες στιγμές της διοργάνωσης, και θα δοκιμάσει τα γούστα της φετινής επιτροπής των Κανών, για τα βραβεία που θα μοιράσει στο τέλος του Σαββατοκύριακου.


Previously on Movies for the Masses: Megamind (2010): Trailer υπερκακούργου

Megamind (2010): Trailer υπερκακούργου

Δες/Κρύψε το teaser

Iστορικό φιλμ στο χώρο του κινούμενου, το Megamind (2010) της Dreamworks Animation θα γίνει το Νοέμβρη το τρίτο φιλμ του στούντιο που κυκλοφορεί μέσα στη χρονιά (πράγμα που δε χρειάζεται και πολλή επαφή με τη κινηματογραφική παραγωγή για να καταλάβεις ότι δεν έχει ξαναγίνει), και προβάλλει το σχετικό trailer από χτες στο Yahoo! Movies και από σήμερα στις αμερικάνικες αίθουσες πριν το Shrek Forever After (2010).

Η ιστορικότητά του είναι δεδομένη αλλά το τίτλο του φιλμ μη τον δέσεις ακόμα κόμπο, αφού από πέρσι τέτοια εποχή έχει πάει από Master Mind σε Oobermind σε Megamind και θα καταλήξει μάλλον σε Supermegamasteroobermetromind για να έχει και μια αντίθεση με τον Metroman, τον αρχι-αντίπαλο του αρχι-κακού πρωταγωνιστή που μαζί του συμπληρώνει όπως βλέπεις ένα αρχετυπικό ντουέτο με καραμπάμ αναφορές στον Lex Luthor και τον Superman. Σοβαρή (ή αλλιώς ελάχιστα πρωτότυπη) ιστορία με ένα τέτοιο ντουέτο δε μπορείς να αφηγηθείς πια βέβαια, και το σενάριο φαίνεται να ακολουθεί ένα φίδισμα σχετικά συνηθισμένο τις τελευταίες δεκαετίες, το να νικάει τελικά ο ένας από τους δυο αντιπάλους αλλά να αποτρελένεται χωρίς νέμεση και να προσπαθεί να ξαναποκτήσει, φίδισμα που κι αυτό δεν είναι πια αρκετό προφανώς και έτσι, σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη, σαν αποτελειωτικό χτύπημα για τον Megamind, ο Titan που κατασκευάζει (για να πάρει τη θέση του νικημένου Metroman).. δε θέλει να είναι καλός. Οι ανατροπές συνεχίζονται και στο casting, όπου τα ονόματα των Ben Stiller (που έχει credit και στη παραγωγή έχοντας το spec script με τη Red Hour Films) και Robert Downey, Jr. (που μάλλον πέρασε και από τους δύο ρόλους) τα αντικατέστησαν οι Will Ferrell και Brad Pitt, αν όχι τιποτάλλο μια καλή ένδειξη του ότι το φιλμ είναι από αυτά τα κινούμενα που πουλάνε τα ονόματα στη μαρκίζα.

Σαφής είναι συνεπακόλουθα και η ένδειξη ότι ο Jeffrey Katzenberg σκοπεύει πια να βγάζει τα κινούμενά του ένα κι ένα κάθε χρονιά, ένα πιο σοβαρό σα το How to Train your Dragon (2010), κι ένα χύμα ποπκαλτσιουρομαρκιζάτο, με πιθανά τρίτα όπως φέτος αν του προκύψει franchise στιλ Shrek. Πολύς κόσμος που πιπιλάει άκριτα τα σχετικά με Pixar και Dreamworks, ξεχνάει ή αγνοεί πως ο Katzenberg ήταν single-handedly υπεύθυνος για τη δεύτερη χρυσή εποχή της Disney, τόσο που ο Michael Eisner τον έδιωξε κάπου μετά τον Lion King (1994) γιατί είχε γίνει πολύ μεγάλος. Οι εμπορικές του επιλογές στη συνέχεια ήταν.. εμπορικά αναγκαίες (αφού δε μπορούν να πουλάνε όλοι πγιότητα), και μιας και οι εξελίξεις στη τεχνολογία του δίνουν τη δυνατότητα, ανεβάζει τώρα τους ρυθμούς παραγωγής του και παίζει και σε δύο ταμπλό, σε μια περίοδο που γενικά το Hollywood από κει που πήγαινε για 200 ταινίες το χρόνο μέχρι το 2008 πάει πια με φόρα να πέσει στις 100. Ο CEO της Dreamworks Animation ήταν και ο ο πρώτος που επένδυσε βαριά στο S3D την εποχή του Monsters vs Aliens (2009), ο πρώτος όπως ξαναματάπαμε που παρακίνησε τους αιθουσάρχες να ανεβάσουν τις σχετικές τιμές στα ύψη, έχει κι ένα προϊόν εκ φύσεως τρισδιάστατο, οπότε ήδη είναι κερδισμένος από τις ψιλο-απρόβλεπτες εισπράξεις του "δύσκολου" HTTYD και δε προβλέπεται να σταματάει σύντομα η ρέντα του.


Previously on Movies for the Masses: Fair Game (2010): Sélection officielle extrait

Fair Game (2010): Sélection officielle extrait


Πώς το κάνουν οι Αμερικάνοι, ήρθε για να δείξει σήμερα στο λαό των Κανών, ο Doug Liman, με το Fair Game (2010), τη μόνη συμμετοχή του επίσημου διαγωνιστικού, με διαβατήριο από τις ΗΠΑ. Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Valerie Plame, αξιωματούχου της CIA στον καιρό της μανιώδους αναζήτησης των ΗΠΑ για στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Ιράκ είχε στην κατοχή του (τις δυνατότητες να κατασκευάσει) τα περιβόητα Όπλα Μαζικής Καταστροφής, και αξιωματούχος που βρέθηκε εν μέσω πολιτικής θύελλας, όταν ο σύζυγός της, πρώην πρέσβης της Αμερικής σε αφρικανικές χώρες, άνοιξε μέτωπο αποκαλύψεων για την ψευδή βάση της εισβολής της χώρας του στο Ιράκ, ξεκινώντας απ’ την παραποίηση που υπέστη η δική του αναφορά, σχετικά με πληροφορίες για αγορά ποσοτήτων ουρανίου, από χώρα της Αφρικής.

Κι όσο κι αν το στόρι σου φαίνεται σαν βάση για πολιτικό θρίλερ, ο Doug Liman επανειλημμένως διευκρίνισε στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την πρωινή δημοσιογραφική, ότι «δεν πρόκειται για πολιτική ταινία», αλλά για την ιστορία «δυο δυνατών χαρακτήρων, που βρέθηκαν στη μέση ενός τεράστιου πολιτικού σκανδάλου». Δεν ξέρω πώς το ένα διαφέρει απ’ το άλλο, αλλά τόσο ο Liman, όσο κι ο σεναριογράφος του, Jez Butterworth, επέμειναν στο ότι οι δυο χαρακτήρες και η σχέση τους είναι αυτό που τους ενδιέφερε να εξερευνήσουν, και η τριγύρω κατάσταση, είναι λίγο-πολύ απλώς συμπτωματική. Οπότε γι’ αυτό μάλλον η ταινία παίρνει απότομη στροφή προς το οικογενειακό δράμα στο δεύτερο μισό της --κι αδιάφορο, σχετικά κλισαρισμένο οικογενειακό δράμα, μάλιστα-- θα είχε όμως ενδιαφέρον να απαντήσουν στο αν πιστεύουν ότι αυτό που τους έφερε ως το διαγωνιστικό, ήταν το ανθρώπινο στοιχείο «που θα κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα ακόμη και σ’ εκατό χρόνια», ή η αντικυβερνητική αίσθηση με την οποία ποτίζεται η ταινία τους και την οποία φαίνονται σα να προσπαθούν να απαρνηθούν. Αλλά δεν βρέθηκε κανείς να τους ρωτήσει. Στη δική μου ερώτηση πάντως (που μπορείς να δεις κοντά στο 24ο λεπτό της συνέντευξης Τύπου, όπως έχει ανέβει ολόκληρη στο site του Φεστιβάλ), για το πόσο ήθελαν να καταγράψουν και την αίσθηση του να ζεις σε μια Αμερική όπου ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να εκφοβίσει πολίτες, χρησιμοποιώντας τα media κι αν αυτό έχει αλλάξει στη νέα πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ, ο Liman, αφού φρόντισε ξανά να ξεκαθαρίσει ότι δεν είχε σκοπό να κάνει «μια στρατευμένη ταινία», κατάφερε να πάρει μια πολιτική θέση, σημειώνοντας ότι «ως ρεαλιστής» αναγνωρίζει ότι η χώρα του βρέθηκε «σε μια κατάσταση όπου τα Μέσα παπαγάλιζαν αυτά που τους έλεγε ο Λευκός Οίκος, γιατί έτσι αποκτάς πρόσβαση στο Λευκό Οίκο, και αυτό δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει ποτέ».


Previously on Movies for the Masses: Copie Conforme (2010): Sélection officielle extraits
Copyright © 2012 Movies for the Masses, Challenging common sense since 2004. Your ticket is
Contact us at moviesforthemasses@gmail.com. Subscribe by RSS or E-mail.