Finding Oscar - Α' Ανδρικός
Αν και για κάποιον περίεργο λόγο η Ακαδημία δε σκέφτηκε τον Paul Giammati (Sideways)που θα μπορούσε άνετα να κρατήσει μια θέση στην πεντάδα -για να μη σας θυμίζω τώρα τον Jim Carrey (Eternal Sunshine of the Spotless Mind) και συγκινούμαστε πάλι- γενικά η κατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά έναν βαθμό αναμενόμενη. Ο Clint Eastwood λόγω κεκτημένης ταχύτητας από το μεγάλο buzz του Μ$Β ανέβασε τον μέσο όρο ηλικίας, ο Johnny Depp (Finding Neverland) φαίνεται ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σ’ αυτή τη μακρά περίοδο των σχετικά κοντινών μεταξύ τους υποψηφιοτήτων που θα του δώσουν την ταμπέλα του εκλεκτού της Ακαδημίας για να κορυφωθεί στη βράβευσή του σε 3-5 χρόνια αν όλα πάνε καλά, ο δε Don Cheadle (Hotel Rwanda) μπήκε στην κατηγορία για να εκπροσωπήσει μια ταινία που μπορεί να τονώσει το ηθικό των αμερικανών για τα ιρακινά τους, πατώντας με δύναμη όλα τα κουμπιά του συναισθηματισμού τους. Την ταινία του δεν την έχουμε δει ακόμη στην Ελλάδα, και αν και πολλοί λένε ότι είναι ξεκάθαρα ο καλύτερος από τους πέντε, η οσκαρική παραφημολογία δεν του δίνει καμία ελπίδα.
Κι έτσι πάμε τώρα στα μεγάλα κεφάλια: Leo DiCaprio, εναντίον Jamie Foxx. Διαγωνιζόμενοι ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ποιος δηλαδή θα αποδώσει καλύτερα την προσωπικότητα και το χαρακτήρα πραγματικών ανθρώπων –ο πρώτος του Howard Hughes, ο δεύτερος του Ray Charles-, ο Foxx έχοντας σαφώς πιο αβανταδόρικο ρόλο αλλά και αδιαμφισβήτητα ευρύτερο υποκριτικό ταλέντο, έρχεται με απίστευτη φόρα έχοντας ήδη σηκώσει και Χρυσή Σφαίρα και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών (SAG) και είναι το απόλυτο φαβορί όλων των κατηγοριών των φετινών Όσκαρ. Το μόνο που μπορεί να τον σταματήσει, είναι ο ίδιος του ο εαυτός, μιας και με την άλλη μεγάλη του φετινή ερμηνεία στο Collateral, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να μοιραστούν οι ψήφοι του. Και τότε μόνο να αφήσει χώρο για τον DiCaprio να του αρπάξει τη στιγμή, κι ο ίδιος να μείνει με άδεια χέρια. Αλλά επειδή έχω ήδη σταυρώσει τα δαχτυλάκια μου και το απεύχομαι, δεν το βλέπω να συμβαίνει…Meet the Fockers - Review
(3/5)Σκηνοθεσία: Jay Roach
Σενάριο: Jim Hertzefeld, Marc Hyman, John Hamburg (με τους χαρακτήρες που έγραψαν οι Greg Glienna και Mary Ruth Clarke)
Παίζουν: Ben Stiller, Robert DeNiro, Dustin Hoffman, Barbara Streisand
Είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις το sequel μιας ταινίας να συναγωνίζεται το πρωτότυπό της, ή ακόμη και να πλησιάζει στο να το ξεπεράσει, ιδίως όταν πρόκειται για κωμωδία, όπου εκεί ο στόχος αυτός είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.
Πάρτε για παράδειγμα το Analyze That, το sequel της πετυχημένης κωμωδίας Analyze This με τον Robert DeNiro και τον Billy Crystal στους ρόλους ενός νονού της Μαφίας και του ψυχαναλυτή του, ένα sequel που βασίστηκε τόσο πολύ στο να ξαναεπισκεφτεί και να επαναλάβει όλες τις ανατρεπτικές παραδοξότητες του πρωτότυπου, ξεχνώντας πως ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ανατρεπτικές και παράδοξες, είναι που τις έκανε να δουλέψουν. Αυτός είναι κατά γενική ομολογία, ο κανόνας των sequel κωμωδιών: ας ξανακάνουμε τα ίδια αστεία άλλη μια φορά, και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει. Έλα όμως που δεν…
Η εκρηκτική πορεία του Meet The Fockers στα ταμεία της Αμερικής, βασίστηκε στο ότι ο Jay Roach αποφάσισε να πάρει έναν άλλο δρόμο, κι όσο κι αν αυτή φαίνεται να είναι η προφανής επιλογή, είναι επίσης προφανές ότι για κάποιο λόγο δεν είναι η συνηθισμένη. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. Εκεί που το Meet the Parents είχε περισσότερη slapstick κωμωδία απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει άνθρωπος (ωθώντας στη συνέχεια τον Stiller στα τερτίπια του Along came Polly και του Dodgeball, όπου έδωσε άλλο νόημα στις λέξεις «σωματική» και «κακοποίηση», αν και είχε ήδη δείξει έντονη προδιάθεση με το There’s Something About Mary), η φετινή ταινία δεν επιμένει τόσο στο φυσικό εξευτελισμό του Stiller, όσο στις παρεξηγήσεις που φροντίζουν να του δημιουργούν οι γονείς του, και να τον μειώνουν στα μάτια του πεθερού του.
Ο Ben Stiller και η Teri Polo επιστρέφουν στους ρόλους του ερωτευμένου ζευγαριού που προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του –αν μη τι άλλο περίεργου- πατέρα της νύφης για την επιλογή της, και να παντρευτούν. Λίγο καιρό λοιπόν αφού ο πρώην πράκτορας της CIA πεθερός του Stiller, ο Robert DeNiro, έχει δώσει το πράσινο φως για την επιχείρηση γάμος, μένει να γνωριστούν μεταξύ τους τα πεθερικά.Σε ένα από τα καλύτερα castings των τελευταίων ετών σε κωμωδία, ο Dustin Hoffman και η Barbara Streisand, δύο αμετανόητοι τελειομανείς, κάνουν το πάρτι της ζωής τους στους ρόλους των γωνιών του Stiller, τους Fockers. Κι αυτό το old-school lineup τριών τεράτων της υποκριτικής, είναι η ανεξάντλητη πηγή της κωμικής δυναμικής της ταινίας.
Δεν εκτίμησα ποτέ τη σχετικά πρόσφατη ιδέα του DeNiro να προσπαθήσει να κωμικοποιήσει τους χαρακτήρες που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα, όμως σ’ αυτήν εδώ την ταινία, που παίζει το ρόλο του όσο πιο straight γίνεται, δε μπορώ να μην παραδεχτώ ότι το να βγάλεις το χαρακτήρα του απ’ τους Goodfellas και να τον ρίξεις στη μέση μιας ανεμοθύελλας παρανοϊκών καταστάσεων, έχει την πλάκα του. Πόσο μάλλον το να του φοράς πλαστικό στήθος! Ok, αυτό ίσως φανεί λίγο χοντροκομμένο σε μερικούς, αλλά το αναφέρω γιατί αυτό είναι το maximum του χονδροειδούς χιούμορ της ταινίας, κι από τον Jay Roach που έχει στο βιογραφικό του δύο ταινίες του Austin Powers, μπορεί να περιμένει κανείς πολλά περισσότερα…
Όμως το πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της ταινίας, είναι ο υπέροχος συντονισμός ανάμεσα στον Hoffman και την Streisand, οι οποίοι με την κωμική τους ιδιοφυΐα προσφέρουν τα περισσότερα αστεία στιγμιότυπα της ταινίας, και της δίνουν χρώμα με το φωνακλάδικο γεροντοέρωτά τους και την παθιασμένη τους αγάπη προς του χαρακτήρα του Stiller.Βέβαια μπορεί να μην είναι το χρώμα που θα αρέσει σε όλους, μιας κι όντως το αμερικάνικο χιούμορ αυτού του είδους δεν έχει πάντα πολλούς θαυμαστές στη χώρα μας, όμως σε γενικές γραμμές το Meet the Fockers κινείται σε πιο σοβαρά και αξιοπρεπή επίπεδα από την πρώτη ταινία, και θα είναι για όλους μια ευχάριστη έκπληξη.
Finding Oscar - Α' Γυναικείος
H Imelda Staunton (Vera Drake) και η Catalina Sandino Moreno (Maria Full Of Grace) αποτελούν το σινεφιλ άλλοθι της Ακαδημίας, και ο ρόλος τους στην πεντάδα περιορίζεται σ’ αυτό, ενώ η Kate Winslet (Eternal Sunshine of The Spotless Mind) θα παρεβρεθεί στην τελετή μόνο για να εκπροσωπήσει το ούτως ή άλλως (αδικο)χαμένο από χέρι Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Οπότε το αληθινό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν η Annette Benning (Being Julia) και η Hillary Swank (Million Dollar Baby).

Οι δυο τους είχαν ξανασυναντηθεί το ’99, τότε που το Όσκαρ Α’ Γυναικείου ήταν από τα λίγα που έμειναν έξω από το σαρωτικό πέρασμα του American Beauty, και το αγαλματάκι τελικά σήκωσε η Swank για το Boys Don’t Cry. Φέτος, η τελευταία βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, με μια ακόμη καλύτερη ερμηνεία, ξανά σε έναν ρόλο μηδαμινής θυληκότητας. Επίσης, έχει το momentum μιας ταινίας που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν αποκλείεται να κάνει το double σε σκηνοθεσία και ταινία.Ωστόσο, και η Swank και η Benning βραβεύτηκαν πριν από λίγο καιρό με τις Χρυσές Σφαίρες γυναικείας ερμηνείας (η μια στην κατηγορία της δραματικής ταινίας, η άλλη στις κωμωδίες/μιούζικαλ), και το buzz ήθελε πριν από λίγο καιρό η Benning να πηγαίνει καρφωτή για το άγαλμα. Δεν αποκλείεται μάλιστα, λόγω του υψηλού δυναμικού του M$B και της μοναδικής υποψηφιότητας του Being Julia σ’ αυτήν την κατηγορία, να επαναληφθεί η ανατροπή του ’99 προς όφελος της Benning αυτή τη φορά.
Πάντως πολύ σημαντική ένδειξη για το προς τα πού θα κινηθεί το Oscar, θα αποτελέσουν τα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών (Screen Actors’ Guild Awards), που θα απονεμηθούν τα ξημερώματα της Κυριακής. Μη έχοντας δει την Benning εν δράση ακόμη, εμείς προτιμούμε να κρατήσουμε τα λεφτά μας στην τσέπη προς το παρόν, όσο κι αν το ένστικτό μας δείχνει τη Swank.
Million Dollar Baby - Review
(4/5)
Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Σενάριο: Paul Haggis (από τη συλλογή διηγημάτων Rope Burns του F. X. Toole)
Παίζουν: Clint Eastwood
Να πω κάτι απ’ την αρχή: το Mystic River, όσο κι αν εκτίμησα την ατμόσφαιρά του, τους χαρακτήρες του, και τον υπνωτιστικό του ρυθμό, δεν το είχα καταλάβει. Και –περιττό να το πω- δεν είχα καταλάβει γιατί είχε λάχει τόσο εκστατικής ανταπόκρισης από την κριτική κοινότητα. Βλέποντας το M$B όμως, κατάφερα να το επανεκτιμήσω, γιατί με βοήθησε να καταλάβω ότι μόνο ένας άνθρωπος που έζησε στο… Wild West, θα μπορούσε να φέρει στην πολιτισμένη πια Δύση την ιστορία ενός οργισμένου western, και να απογειώσει τη σύγκρουση της φιλίας και τις προσωπικής τιμής, αποδεχόμενος τη σαρωτική δύναμη της δίψας για εκδίκηση.
Το μεγαλείο του Clint Eastwood, όπως στους Ασυγχώρητους έτσι και στο Mystic River και στο Μ$Β, είναι η ικανότητά του να ανάγει τα κλισέ στα κινηματογραφικά αρχέτυπα που τα γέννησαν, κι ακόμη, προσδίδοντάς τους ένα μοντέρνο twist. Και τι πιο κλισεδιάρικο από ένα κλασικό success story;
Mεγαλοκοπέλα 31 χρονών λοιπόν, ψάχνει τη διέξοδο της μίζερης ζωής της στα ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα rings. Είναι παραπάνω από προφανές, ότι πρόκειται να ακολουθήσει εκρηκτική πορεία προς την κορυφή, με τη βοήθεια ψημένου προπονητή που δε θέλει καμία σχέση μαζί της, αλλά μεταπείθεται όταν αρχίζει να βλέπει στη μικρή φαντάσματα από την κατεστραμμένη του προσωπική ζωή (η κόρη του δε θέλει ούτε τα γράμματά του να ανοίξει), και του ετοιμόρροπου πρώην πρωταθλητή που μένει στο προπονητήριο και καμιά φορά κάνει φασίνα και αφήνει τη σοφία του να φανεί με ποιητικές ατάκες.
Ο Eastwood και ο Freeman, βετεράνοι στους (λιγομίλητους, χαρακωμένους από τη ζωή και γεμάτους σοφία) ρόλους που καλούνται να υποδυθούν, είναι και οι δυο τους υποδειγματικοί στο Μ$Β, αλλά οι ερμηνείες τους έρχονται δεύτερες σε σύγκριση με την εκθαμβωτική παρουσία της Hillary Swank, που παίζει τη Maggie Fitzgerland, την 31χρονη γκαρσόνα που παλεύει με τη ζωή της, ρίχνοντάς το ένα knock out μετά το άλλο. Μετά το Oscar της για το Boys Don’t Cry το ’99, η Swank έχει περάσει από πολλές ταινίες που θα ήθελε και η ίδια να ξεχάσει, όμως ο Eastwood καταφέρνει να της αποσπάσει μια ερμηνεία που δικαιολογεί το χρυσό αγαλματάκι που ήδη έχει, και γιατί όχι, αυτό που ενδέχεται να αποκτήσει.
Οι τρεις αυτές ερμηνείες των εικονικών ηρώων του Eastwood, είναι τα highlights ενός χαρμανιού από τα κλασικότερα συστατικά μιας μεγαλειώδους Χολιγουντιανής ιστορίας, η οποία μετατρέπεται σε μάθημα σκηνοθεσίας χάρη στα φωτισμένα σε noir αποχρώσεις και ηλεκτρισμένα με εξαιρετική ακρίβεια και δυναμική καδραρίσματα, που απλώνονται υπομονετικά στο χρόνο, σα να χορεύουν στους ρυθμούς των αγαπημένων jazz κομματιών του Eastwood.
Λιγότερο Rocky και περισσότερο Somebody Up There Likes Me, με περισσότερο βάρος στους χαρακτήρες της παρά στα κροσέ τους, το μόνο αδύναμο σημείο αυτής της ελεγείας στην Χολιγουντιανή κινηματογραφική παράδοση, είναι ότι στο τρίτο μέρος ξαφνικά μετατρέπεται σε ένα τόσο βεβιασμένο και κακοστημένο μελόδραμα, που αφαιρούνται πολλά σημεία από τη μέχρι τότε εξαιρετικά καλοστημένη και σχεδιασμένη κατάδυση στις προσωπικότητες των τριών ηρώων. Κάπως έτσι, μέχρι το τέλος του ματς, το Μωρό του Εκατομυρίου χάνει την ισορροπία του.
News - Counter Strike: The Movie
Το game που αποτελεί τα τελευταία 5 χρόνια ανυπέρβλητο φετίχ των πρεζάκηδων των LAN arenas, μπορεί εύκολα να αναλυθεί στις παρακάτω γραμμές: δυο ομάδες, οι τρομοκράτες και η αντιτρομοκρατική, ξαμολιούνται σε μια πίστα (από πλήθος επιλογών), εφοδιασμένοι με όποιο όπλο μπορούν να αγοράσουν από την υπερπλούσια συλλογή. Όποια ομάδα μείνει όρθια, κερδίζει.Ο αμφιβόλων ικανοτήτων Uwe Boll που ευθύνεται για τις εισπρακτικες αποτυχιες των video games - turned - movies Alone in the Dark και House of the Dead, θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ προς το παρόν μελετά και το σενάριο, που θα περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες μιας ομάδας της αντιτρομοκρατικής να αποτρέψουν έναν βομβαρδισμό από τρομοκράτες. Οι στερεότυποι χαρακτήρες και το σχηματικό story, αναμένεται να είναι οι πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την μεταφορά.
Για βασικούς ρόλους, φέρονται ως ενδιαφερόμενοι οι Ben Affleck και Colin Farell, σκληροπυρηνικοί fans του παιχνιδιού.
A Very Long Engagement - Review
(3.5/5)
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon
Ο Jean-Pierre Jeunet δεν είναι άγνωστος σ’ όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Πριν από 14 χρόνια άφησε τους μικρομηκάδες για να παρουσιάσει το εκστατικό του ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, το Delicatessen, την πρώτη μαρτυρία του φυσικού του ταλέντου σε μια οπτική φινέτσα κι ένα στυλ πρωτόγνωρο και συναρπαστικό, παρέα με τον μέχρι τότε αχώριστο συνεργάτη του, Marc Caro. Στη συνέχεια (μετά το City of Lost Children και τη συνεργασία τους στο Alien: Resurrection), το δίδυμο χωρίστηκε, καθώς ο Caro ασχολήθηκε αποκλειστικά με το σχέδιο, κι ο Jeunet έγινε διάσημος με την Amelie.
Η Amelie βέβαια εκτός από τον Jeunet, μετέτρεψε σε star πρώτου μεγέθους και την Audrey Tautοu, που κρατούσε το ρόλο του τίτλου. Οπότε δεν είναι και μεγάλη έκπληξη που η Tautοu δεν έχασε την ευκαιρία να μεταφέρει το χαρακτήρα της Amelie, στα πιο σκοτεινά, ματοβαμμένα, λασπώδη χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στους Ατέλειωτους Αρραβώνες, η Tautοu είναι η Mathilde, μια νεαρή κοπέλα, που μετά το τέλος του Πολέμου, προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ και του αναθέτει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι επιβίωσε από τα χαρακώματα. Έτσι ξετυλίγεται η ιστορία πέντε στρατιωτών, που συνελήφθησαν να προσπαθούν να αυτοτραυματιστούν για να επιστρέψουν σπίτι τους, κι αντί να εκτελεστούν, εγκαταλείφθηκαν στη No Man’s Land, το χώρο ανάμεσα στα αντιμαχόμενα Γαλλικά και Γερμανικά στρατόπεδα.
Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.
Το Alien: Resurrection, η τέταρτη και ξεκάθαρα η πιο αδύναμη στιγμή του franchise, απέδειξε την πλήρη αδυναμία του Jeunet να χειριστεί και να αφηγηθεί μια ιστορία με τον παραδοσιακό στρωτό τρόπο. Έτσι σ’ αυτή την ταινία ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι και πάλι η ευφάνταστη, επιθετική, αρτίστικη, βεβιασμένα φτιαχτή και υπέροχα σουρεαλιστική κινηματογραφική ατμόσφαιρα του Jeunet, που φυσικά περνά και στο σενάριό του. Οπότε το αν θα απολαύσετε την ταινία, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο σας αρέσει το στυλ του σκηνοθέτη, που είναι ούτως ή άλλως το trademark του. Αν ναι, τότε θα χορτάσετε 130 και κάτι λεπτά απ’ αυτό. Ειδάλλως, οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες, ενδέχεται να σας φανούν πραγματικά ατέλειωτοι.
Ray - Review
(5/5)
Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz
Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει μια εν γένει πολύ καλή ταινία σε αριστούργημα; Λίγα πράγματα. Ένα απ’ αυτά, η ικανότητα του πρωταγωνιστή τους να την απογειώσει. Παράδειγμα; Το Ray.
Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.
Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-παραγωγός Taylor Hackford (An Officer and a Gentleman, The Devil’s Advocate, Proof Of Life) μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του τυφλού τραγουδιστή, με ένα project που προσπαθούσε να στήσει και να ολοκληρώσει τα τελευταία 15 χρόνια, παλεύοντας με όλα τα δεινά που αντιμετωπίζει μια τόσο φιλόδοξη low-budget ανεξάρτητη παραγωγή. Βλέπετε, στη μεγάλη του προϊστορία, δεν είχε δείξει ποτέ ότι προοριζόταν για σπουδαία πράματα, οπότε υποθέτω ότι αυτό δυσκόλεψε την εύρεση χρηματοδοτών. Και έτσι είναι. Το Ray στην ουσία είναι μια αξιοπρεπέστατη παραγωγή, που εκμεταλλευόμενη το μεγάλο αντίκτυπο που έχει ακόμη και σήμερα στην pop κουλτούρα η μεγάλη περσόνα με την οποία καταπιάνεται, εξασφαλίζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αλλά ο Foxx είναι αυτός που τη μετατρέπει σε μια πραγματικά εξαιρετική ταινία.
Η βαθιά συγκινητική, ολοκληρωμένη, επιθετική ερμηνεία του, ο τρόπος που εισβάλει στο πετσί του Charles, στην ψυχή και την ύπαρξη της δαιμονισμένης προσωπικότητας, η ικανότητά του να σε βγάζει από το τριπάκι του «κοίτα πώς πετυχαίνει τις κινήσεις του» και να σε κάνει να τον αποδέχεσαι σαν τον Ray Charles τον ίδιο, αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα. Και θα την έχει! Θυμηθείτε το, σε μια γενιά από τώρα, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τον Ray Charles ζωντανό, όταν ακούν το όνομά θα φέρνουν στο μυαλό τους αντανακλαστικά το πρόσωπο και την εικόνα του Jamie Foxx.
So this is Oscar!
Έφτασε και πέρασε, η δεύτερη καλύτερη μέρα του χρόνου για όποιον θεωρεί τον εαυτό του σοβαρό εραστή του σινεμά. Η ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα φετινά Όσκαρ, που έγινε το μεσημεράκι (ώρα Ελλάδος) της Τρίτης, δεν έκρυβε ιδιαίτερες εκπλήξεις, εκτός ίσως από τις δυσάρεστες. Ο Paul Giammati του Sideways, πραγματικός θριαμβευτής στα μικρότερα βραβεία μέχρι τις Χρυσές Σφαίρες, αυτά των διαφόρων ενώσεων των αμερικανών κριτικών, και φαβορί για μια θέση στις υποψηφιότητες, έμεινε στην απ’ έξω της κατηγορίας πρώτου ανδρικού, όπου ο Eastwood του Million Dollar Baby και ο DiCaprio του The Aviator μάλλον συγκεντρώνουν τις πιο πολλές πιθανότητες. Για τον Carrey βέβαια ούτε λόγος, και γι’ αυτό μπορεί να ευχαριστήσει όποιον αποφάσισε να διανείμει την Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού πολύ νωρίς στη χρονιά, αδιαφορώντας για την οκνηρή μνήμη των γηραιών της Ακαδημίας.
Όπως θα είδατε στις λίστες με τις υποψηφιότητες, ο Aviator ηγείται της κούρσας συγκεντρώνοντας 11 εμφανίσεις, ενώ ισχυρή είναι και η παρουσία του Sideways, με 5 παρουσίες, όλες σε σημαντικές κατηγορίες. Στις ταινίες με μεγάλο οσκαρικό δυναμικό ανήκει και το Million Dollar Baby, η ιστορία ενός τελειωμένου προπονητή πυγμαχίας που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια γυναίκα ηλικίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το μέσο όρο των αντιπάλων της, και τη φτάνει ένα βήμα πριν την κορυφή. Η νέα σκηνοθετική δουλειά του Clint Eastwood, στην οποία κρατά και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει μαζέψει επτά υποψηφιότητες, και είναι το μεγάλο φαβορί τουλάχιστον για τις τρεις. Τα μεγάλα ερωτήματα που προκύπτουν είναι: πού είναι το Kinsey, και τι δουλειά έχει στις καλύτερες ταινίες το Finding Neverland!
Η πρώτη καλύτερη μέρα (ή νύχτα) του χρόνου, θα έρθει σε έναν περίπου μήνα από τώρα, τα ξημερώματα της 28ης του Φλεβάρη, οπότε και το Kodak Theatre του Hollywood θα μαζέψει στα βελούδινα καθίσματά του το καϊμάκι της showbiz, για να φιλοξενήσει την 77η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Μετρώντας τις μέρες μέχρι τότε, κάθε εβδομάδα θα αναλύουμε και θα μαντεύουμε ποιος καλός κύριος θα σηκώσει το περιπόθητο αγαλματάκι, στις τέσσερις πιο δημοφιλείς κατηγορίες: Πρώτου Ανδρικού Ρόλου, Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας, και Καλύτερης Ταινίας. Την επόμενη Παρασκευή: Όσκαρ α' Γυναικείου.
The Aviator - Review
(3/5)
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin
Μια ταινία με έναν μεγαλομανή, υποχόνδριο, αγοραφοβικό και τελειομανή κεντρικό χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει τέλειο δείγμα σπουδής στις πιο σκοτεινές και τρομακτικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, αυτές που μπορούν να σε φυλακίσουν σε μονομανίες και εμμονές πέραν πάσης λογικής. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να γίνει μια απ’ αυτές τις ταινίες που σου δείχνουν ότι τι καλό σου κάνει να σου ανήκει το μισό ακαθάριστο εισόδημα της Αμερικής, αν ποτέ δεν έχεις χρόνο να πας για ψώνια. Και ποιος καλύτερος σκηνοθέτης από τον Martin Scorsese, για να απλώσει στο πανί αυτή τη δύσβατη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Άλλωστε αυτή του η ικανότητα δεν ήταν που μετέτρεψε το Οργισμένο Είδωλο και τον Ταξιτζή σε σύγχρονα αριστουργήματα;
Κι όμως, εδώ δεν το κάνει. Γιατί στο Aviator, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακριβώς αυτός ο σκοπός του, μιας και σε 170 λεπτά (αυτό είναι δύο ώρες και πενήντα λεπτά, δεν είναι αστεία πράματα) προτιμά να παρουσιάσει τις μέρες της δόξας του Howard Hughes, του νεαρού Τεξανού, κληρονόμου αμύθητης περιουσίας, που έθεσε νέα τεχνικά στάνταρ γυρίζοντας ταινίες με αεροπλάνα, που πέταξε γύρω από τον πλανήτη, που έσπασε ρεκόρ ταχύτητας και έδωσε καινούριο πρόσωπο στον σήμερα αεροπορικό κολοσσό της TWA, που τα έπινε στο Coconut Grove στις μέρες της δόξας του, και κοιμήθηκε με την Jean Harlow, την Katherine Hepburn, και την Ava Gardner. Και όχι τα τελευταία 20 χρόνια του ίδιου ανθρώπου, που τα έζησε κλειδωμένος σε δωμάτια ξενοδοχείου. Κατανοητό. Οι τελευταίες αυτές δεκαετίες μάλλον θα ήταν αρκετά μονότονες.
Έτσι ο Scorsese επιλέγει την πιο φωτεινή οδό, και ντύνει την ταινία του με εντυπωσιακά χρώματα κι αρώματα από αλλοτινές εποχές, και αφήνει τις ενστικτώδεις σκηνοθετικές του ικανότητες να κουμαντάρουν την κάμερα. Και χωρίς αμφιβολία, η δημιουργική του έμπνευση και το έντονα διεισδυτικό του βλέμμα μένουν εκτός λήψης. Και μ’ αυτό εννοώ, ότι το The Aviator είναι μια καλή βιογραφική ταινία, αλλά δεν είναι μια εξαιρετική βιογραφική ταινία. Δεν είναι η μεγάλη επιστροφή του Scorsese, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η λιγότερο μέτρια ταινία του.
Ο Leonardo DiCaprio (που είναι και ο άνθρωπος που έφερε στα χέρια του Scorsese το project) κρατά κι εδώ, όπως και στις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τρόπο ικανοποιητικό για μια μέτρια ταινία, σουφρώνοντας τα φρύδια του στις σκηνές δραματουργικής έντασης, και χρησιμοποιώντας τη θεόσταλτη φυσική του γοητεία στις υπόλοιπες. Η ανεπάρκειά του γίνεται αισθητή όταν τον χαρακτήρα του πλαισιώνουν πιο επιβλητικές ερμηνευτικές παρουσίες όπως αυτή του John C. Reilly, ενώ χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την οθόνη για όσην ώρα κρατά το ειδύλλιο του Hughes με την Katherine Hepburn, την οποία υποδύεται με την πιο μπριόζικη και διασκεδαστική β’ γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς η Cate Blanchett. Δεν ξέρω πώς ήταν η Hepburn στην πραγματικότητ
α, και δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ την Hepburn της Blanchett την ερωτευόμουν σε κάθε σκηνή απ’ την αρχή.
Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.
The Last Trapper - Review
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Nicolas Vanier
Σενάριο: Nicolas Vanier
Παίζουν: Norman Winter, May Loo
To Bowling for Columbine, το καυστικό ντοκιμαντέρ του Michael Moore για την οπλοκατοχή, πέρασε το μαχητικό ρεπορτάζ στον κινηματογράφο και μετέτρεψε τα ντοκιμαντέρ στα νέα αμερικάνικα blockbusters. Οι Ευρωπαίοι όμως, είχαν μυριστεί τις δυνατότητες του genre, μετά την εκπληκτική εισπρακτική επιτυχία του Μικρόκοσμου (1996), της γαλλικής παραγωγής που παρουσιάζοντας τη ζωή των εντόμων, πέρασε το μεταμεσονύκτιο πρόγραμμα της ΕΡΤ σε άλλα επίπεδα.
Τον Μικρόκοσμο ακολούθησαν –εν μέρει λόγω των δικών τους δυνατοτήτων, εν μέρει λόγω κεκτημένης ταχύτητας- τα Ταξιδιάρικα Πουλιά το 2001, ενώ φέτος έρχεται ο Τελευταίος Κυνηγός. Ο Nicolas Varnie, μας μεταφέρει στα Βραχώδη Όρη, εκεί που ζει ο Nortman Winter, ένας από τους τελευταίους θηρευτές. Αυτό σημαίνει ότι ο Winter κυνηγά μεγάλα θεριά, πουλά τις γούνες τους για χρήματα, χρησιμοποιεί το κρέας τους για τροφή, και μοιράζεται το οικοσύστημά τους για σπίτι. Κι έτσι περνάει ο καιρός. Μόνο που τον πετυχαίνουμε σε άσκημη περίοδο. Οι αχόρταγες πολυεθνικές, εισβάλουν στα λημέρια του για να τα αποψιλώσουν, διώχνοντας τα ζώα και τον ίδιο σε πιο παρθένες περιοχές. Αλλά ο Nortman δεν τους κρατάει κακία. Πάει εκεί που τον πάει η φύση.
Τι κοινό έχουν οι τρεις ταινίες; Εν αντιθέσει με τις αναλύσεις για τις αναπαραγωγικές διαδικασίες της πέστροφας και τις καταστροφικές συνήθειες του δάκου, με τις οποίες έχει συνδεθεί ο όρος ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, και οι τρεις τους καταπιάνονται με ένα φαινομενικά αδιάφορο θέμα, μετατρέποντάς το σε υπερθέαμα μαγευτικών τοπίων, συνοδευόμενων από ενίοτε συναρπαστικές «ανατροπές της πλοκής», ευγενική χορηγία του απρόβλεπτου ταμπεραμέντου των φυσικών φαινομένων. Α, και φυσικά, τον Thierry Machado, διευθυντή φωτογραφίας και των τριών ντοκιμαντέρ, υπεύθυνου για τα μαγευτικά τοπία, που είναι στην ουσία αυτά που κρατούν τον θεατή στην αίθουσα, γεμίζοντας το νεκρό χρόνο και, στην περίπτωση του Τελευταίου Κυνηγού, καλύπτοντας τους αδιάφορους διάλογους σαπουνόπερας.
Εν ολίγοις, στον Τελευταίο Κυνηγό θα έχετε την ευκαιρία να δείτε πώς ένας κάστορας φτιάχνει το φράγμα του, πώς μία και μόνη αλοιφή μπορεί να θεραπεύσει από πυρετό και διάρροια μέχρι πονοκέφαλο και μολύνσεις του αυτιού, και πώς ένας άντρας φτιάχνει από το μηδέν, χρησιμοποιώντας μόνο κορμούς δέντρων, αυτά τα υπέροχα καταφύγια που έχετε δει στα εφηβικά θρίλερ. Αν αυτό είναι το στυλ σας, καλώς ήρθατε στη χώρα του Marlboro. Ειδάλλως, σύντομα στην κρατική τηλεόραση.oldyear
oldboy
the assasination of richard nixon
eternal sunshine of the spotless mind
reconstruction
the incredibles
big fish
resident evil: apocalypse
spiderman 2
capturing the friedmans
diarios de motocicleta
The Grudge - Review
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Takasho Shimizu
Σενάριο: Takasho Shimizu (για το Ju-On), Stephen Susco
Παίζουν: Sarah Michelle Gellar, Bill Pullman, Jason Behr
Το πρόβλημα με τα ιαπωνικά μεταφυσικά θρίλερ της μετά-Ringu εποχής, όταν πρέπει να μετατραπούν σε αμερικανικά remake, είναι πως στην αρχική τους εκδοχή βασίζονται περισσότερο στη δύναμη της ατμόσφαιρας και των ξαφνικών μπου, παρά στη στιβαρή δομή του στόρι τους, που μένει να κρέμεται από την ικανότητα των θεατών να δεχτούν a priori την βαθιά μεταφυσική βάση του. Παραδόξως, αυτό δε φαίνεται να είναι το πρόβλημα της αμερικανικής version του Ju-On. Έχει άλλα, σοβαρότερα να αντιμετωπίσει.
Η Sarah Michelle Gellar, νοσηλεύτρια που κάνει την πρακτική της στην Ιαπωνία, βρίσκει τον εαυτό της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, να παρακολουθεί το τρομερό περιστατικό ενός φαντάσματος να ρουφά τη ζωή από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εντάξει, βγαίνει από το σπίτι, αλλά τα προβλήματά της δεν σταματούν εκεί. Τα φαντάσματα αρχίζουν να την ακολουθούν όπου κι αν πάει. Αυτή, είναι η Κατάρα, που κόστισε τη ζωή οποιουδήποτε μπήκε ποτέ σ’ εκείνο το σπίτι.
Ο δημιουργός του original (Ju-On), ο Takashi Shimizu, κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και για το αμερικανικό remake. Μπορώ να τον φανταστώ να τσακώνεται με τους παραγωγούς για το ότι θέλει να το κάνει με Ιάπωνες, αυτοί να του λένε ότι είναι αμερικάνικη ταινία, και τελικά να συμβιβάζονται στο εξής εκπληκτικό: γύρνα πίσω στην Ιαπωνία με το cast μας, και όσα μέλη του cast έχουν screen time άνω των 4 ατακών, θα είναι Αμερικάνοι. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να είναι σχιστομάτηδες, δε μας νοιάζει.
Οπότε το συνολάκι που προκύπτει ανήκει στη γειτονιά του γελοίου, όμως αυτό το ξεπερνάει κανείς εύκολα. Σε μια πρώτη ματιά, το The Grudge μοιάζει με ακριβή αναπαράσταση της γιαπωνέζικης ταινίας, όμως το πιο στρωτό, δυτικόμορφα δομημένο στόρι, κάνει την πλοκή πιο εύκολη να την παρακολουθήσει κανείς, και ακόμη κι αυτά τα «μπου» που λέγαμε, είναι πολύ πιο ξαφνικά και άρα πολύ πιο αποτελεσματικά αυτή τη φορά.
Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, είναι η πρωταγωνίστρια: η Sarah Michelle Gellar, το αστέρι της πετυχημένης εφηβικής σειράς Buffy, the Vampire Slayer, έχει σφάξει πολλούς βρικόλακες για να τρομάξει με ένα κοριτσάκι που έχει προβλήματα με το λούσιμο. Κι αν όταν γύρω από την πρωταγωνίστρια ζωντανεύει η κόλαση, αυτή δεν μπορεί να δείξει τρομαγμένη, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Sideways - Review
**** (4/5)
Σκηνοθεσία: Alexander Payne
Σενάριο: Alexander Payne, Jim Taylor, Rex Pickett (τη νουβέλα)
Παίζουν: Paul Giamatti, Thomas Hayden Church, Virginia Madsen, Sandra Oh
Θα μου άρεσε να ξεκινήσω να μιλάω για την ταινία σα να ήταν ένα μπουκάλι κρασί, και να χρησιμοποιήσω λουσάτες λέξεις για αρώματα και πυκνότητες και γεύσεις και άλλα σχετικά, αλλά δυστυχώς, δεν ξέρω καμία. Δηλαδή εντάξει, ξέρω μερικές, αλλά δε νομίζω ότι φτάνουν. Να, ας πούμε, δεν ξέρω ποιος είναι ο ελληνικός όρος για το wine country…
Περιφραστικά πάντως, το wine country της California είναι επαρχιακή περιοχή της οποίας τεράστιες εκτάσεις είναι αφιερωμένες στην καλλιέργεια διαφόρων ποικιλιών σταφυλιού, με σκοπό την παραγωγή κρασιού. Επίσης είναι το μέρος όπου ο Miles (Giamatti), ένας κακόμοιρος, αποτυχημένος, αντικοινωνικός, μηδενικής αυτοεκτίμησης αλλά μεγάλου πάθους για το καλό κρασί τύπος, σκοπεύει να ξεναγήσει τον φίλο του Jack (Hayden Church), έναν αρρενωπό, ελαφρόμυαλο άντρα στο ζενίθ της ακόρεστης σεξουαλικότητας που συνοδεύει τη μέση ηλικία του. Για τον Miles, η εκδρομή στα μυστικά της οινογνωσίας θα είναι το bachelor party και το δώρο του στον Jack, τον οποίο και θα παντρέψει άμα τη επιστροφή τους. Για τον Jack, το ποιο κρασί είναι φρουτώδες και ποιο έχει έντονη οξύτητα, είναι παντελώς αδιάφορο. Θέλει να νιώσει χαρές στα σκέλια του, για να σιγουρευτεί ότι είναι έτοιμος να παντρευτεί. Κι εδώ μπαίνουν οι δυο γυναικείοι χαρακτήρες, η πηγή των προβλημάτων και ενδεχομένως της λύτρωσής τους.
Το Sideways είναι η νέα ταινία του Alexander Payne, του (ναι, ελληνοαμερικάνου) σκηνοθέτη που πριν από δύο χρόνια μας χάρισε τον κομμένο και ραμμένο για Όσκαρ μαραθώνιο χασμουρητών Σχετικά με τον Schmidt, που ένας φίλος περιέγραψε με τη γλαφυρή φράση: «μέχρι να τελειώσει, έχεις βγει στη σύνταξη».
Μετά την παραπάνω παράγραφο, πάω στοίχημα ότι οι μισοί από ‘σας έχετε αρχίσει να χτυπάτε το κεφάλι σας στην οθόνη, ενώ από τους άλλους μισούς κάνας-δυο συμφωνείτε και οι υπόλοιποι απλά δεν είχατε δει την ταινία.
Πέρα απ’ τους ρυθμούς του όμως, ο Payne (που μαζί με τον Jim Taylor είχαν γράψει και το σενάριο του Jurassic Park III, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό) στον Schmidt είχε επιδείξει την εξαιρετική του ικανότητα να χειρίζεται χαρακτήρες, να τους αναλύει σε βάθος και να αναδεικνύει μικρές χαρακτηριστικές πτυχές που, σαν την άκρη ενός φιόγκου, τραβώντας ‘τες σου αποκαλύπτουν ξαφνικά το υπέροχο δώρο που κρύβουν από κάτω τους.
Η αγάπη των δύο σεναριογράφων για τους χαρακτήρες τους, λάμπει στο Sideways όπως οι ζουμεροί καρποί του Pinot στον ήλιο της California (αρχίσαμε…) και είναι αυτή η αγάπη που δίνει την παιχνιδιάρικη, άλλοτε γλυκιά κι άλλοτε πιπεράτη γεύση στην ταινία. Ο Miles κάτω από το αξιολύπητο παρουσιαστικό του, σε μαγεύει τόσο όταν μιλά γι’ αυτό που πραγματικά αγαπά, που νιώθεις ότι αυτό που πραγματικά τον κατατρώει είναι η μοναξιά της ιδιοφυΐας του, κι ας είναι πολύ ταπεινός για να το παραδεχτεί. Όσο για τον Jack, εντάξει, νομίζω όλοι ξέρουμε από έναν τέτοιον.
Οι ρόλοι αυτοί, δε θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από άλλους ηθοποιούς, αλλά πάλι, ο Payne έχει κι αυτό το χαρακτηριστικό: να αναθέτει ρόλους σε ανθρώπους με τη δυνατότητα να μη σου επιτρέπουν να φανταστείς άλλον στη θέση τους. Ο Giamatti μετά και την ερμηνεία του στο περσινό American Splendor αρχίζει να σχηματίζει ένα σερί από εξαιρετικά αποτελεσματικές ερμηνείες –αν και θα έπρεπε να προσέξει λίγο τη μανιέρα-, ενώ ο Church, όντας ο ίδιος πρώην επιτυχημένος ηθοποιός σαπουνόπερας που έχει πέσει στην ανεργία, όπως και ο ρόλος του δηλαδή, είχε ένα προβάδισμα.
Η δε Virgnia Madsen, το ερωτικό ενδιαφέρον του Miles, στην πιο σπαραχτική σκηνή της ταινίας εμποτίζει τα λόγια της με τέτοια αμεσότητα και ειλικρίνεια που δεν αποκλείεται να τη δούμε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ το Φλεβάρη. Αγκαζέ με τον Giamatti βέβαια, που μάλλον έχει εξασφαλίσει άλλη μια υποψηφιότητα, έχοντας ήδη μαζέψει ένα σωρό υποψηφιότητες σε βραβεύσεις ενώσεων κριτικών, Χρυσές Σφαίρες και λοιπά βραβεία.
Ae Fond Kiss - Review
(3/5)Σκηνοθεσία: Ken Loach
Σενάριο: Paul Laverty
Πρωταγωνιστούν: Atta Yaqub, Eva Birthistle
O Ken Loach, ο σκηνοθέτης του στρατευμένου σινεμά, αφήνει τους άνεργους, τους μετανάστες και τους αλκοολικούς για να καταπιαστεί με μια ερωτική ιστορία, προκαλώντας αρχικά έκπληξη σε όσους παρακολουθούν ανελλιπώς τη δουλειά του. Μια ταινία του Loach τόσο διαφορετική θεματολογικά... αλλά τόσο Loach τελικά. Γιατί αυτή η ιστορία αφορά τον αντίθετο με όλες τις πιθανότητες έρωτα μιας καθολικής Βρετανής και ενός Πακιστανού (αν και πρωτοεμφανιζόμενοι, οι νεαροί ηθοποιοί, είναι άψογοι στους ρόλους τους), λογοδοσμένο με μια ομοεθνή του, που δεν την έχει δει ποτέ.Οι οικογενειακές πιέσεις και η θρησκευτική αναλγησία είναι θέματα που βγάζουν την ταινία έξω από τα γεωγραφικά της σύνορα, και που ο Loach μπορεί να διευθετήσει χωρίς δυσκολία, κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες: χωρίς να είναι απαισιόδοξα σεξπηρικό ή αναίτια δραματικό, έχει τις σωστές δόσεις έρωτα, πόνου και κοινωνικού προβληματισμού, χωρίς να παίρνει το μέρος ούτε της μίας ούτε της άλλης πλευράς, ίσως μόνο της αγάπης. Περίεργο στ’ αλήθεια να βγει τόσο ρομαντική μία ταινία του Loach, αλλά αυτή είναι και η απόδειξη πως ένα τηλεοπτικό άρλεκιν μπορεί μέσα από την ματιά ενός αξιόλογου σκηνοθέτη να γίνει ένα πραγματικά τρυφερό φιλί.
2004 Top 10
Η πρωτοχρονιά, εκτός από τον Αι Βασίλη και τα δώρα, φέρνει και τις λίστες. Ιδού και το δικό μου top 10 των ταινιών του 2004 χωρίς πολλά-πολλά. Αναμένω σχόλια, εντάσεις, παρατηρήσεις.
1. Old Boy
Το αριστούργημα της χρονιάς, μια ελεγεία βίας από την Κορέα, με σκηνοθεσία που βγάζει μάτια, soundtrack που κόβει αυτιά, σενάριο που τινάζει μυαλά στον αέρα, και ένα πεντάλεπτο μονόπλανο ανελέητο αιματοκύλισμα που σου παίρνει τη μαγκιά. Παίζεται ακόμη στο ΑΤΤΙΚΑ, καλύτερα να μην το χάσετε.
2. Big Fish
Η μεγάλη επιστροφή του Tim Burton με ένα από τα καλύτερα χαρμάνια χιούμορ και συγκίνησης που έχει πετύχει ποτέ, αμπαλαρισμένο με την ανυπέρβλητη παιχνιδιάρικη ματιά του. Ίσως το καλύτερο παραμύθι ενός από τους πιο ιδιαίτερους παραμυθάδες του αμερικανικού σινεμά.
3. Eternal Sunshine of the Spotless Mind
Η πεμπτουσία των αντισυμβατικών ρομάντζων, ειπωμένη με τον ευφυή, αφηρημένο κωμικό τρόπο του διαβόητου σεναριογράφου Charlie Kaufman, με την καλύτερη ίσως ερμηνεία του Jim Carrey ever. Κρίμα που το ότι βγήκε τόσο νωρίς στη σαιζόν, ίσως του στερήσει την πορεία που του αξίζει στα επερχόμενα Όσκαρ.
4. Head/On
Έτερο αντισυμβατικό ρομάντζο, γερμανόφωνο αλλά τουρκοτραφές, το εκρηκτικό Head On του Γερμανού Fatih Akin ήταν μια από τις καλύτερες ταινίες που έπαιξαν φέτος οι Νύχτες Πρεμιέρας. Η μεγάλη του διάρκεια ίσως κουράσει, αλλά όχι γιατί θα βαρεθείτε, αλλά γιατί δεν θα αντέξετε το επιθετικό του νεύρο.
5. Bad Education
Με διαφορά η καλύτερη ταινία του Αλμοδοβάρ, μιας και είναι η πιο αντι-αλμοδοβαρική του. Σε διαφορετική περίπτωση δε νομίζω ότι θα την έβαζα στο top 10 μου, αλλά με το πολυεπίπεδο σενάριο, την εκπληκτική κάντε-με-σταρ ερμηνεία του Gael Garcia Bernal, και την τόσο ώριμη σκηνοθεσία, κερδίζει φαν και μη του Ισπανού σκηνοθέτη.
6. Spider-Man 2
Άλλη μια μεγάλη απόδειξη του ότι οι uber-cult δημιουργοί μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι αναμορφωτές του θεαματικού Hollywood (βλ. Peter Jackson στον Άρχοντα, και Sam Raimi εδώ). Κι αν δεν υπήρχε ο Batman, το σοκολατάκι τεστοστερόνης με την κοκκινομπλε στολή θα ήταν αναμφίβολα ο αγαπημένος μου υπερήρωας
7. Shrek 2
Η ταινία που με έκανε να πιστέψω στη δύναμη του animation…
8. The Incredibles
…και η ταινία που με άφησε με ανοιχτό το στόμα, με τις δυνατότητες του animation.
9. Harry Potter and the Prisoner of Azkaban
Το τρίτο μέρος του franchise είναι αυτό που με έφτασε πιο κοντά στο να γίνω… Potter-ας (τουτέστιν, ψυχωτικός με τον μικρό μάγο), και το μοναδικό από τα τρία που έμοιαζε με κανονική ταινία. Εύσημα στον Alfonso Cuaron για τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και την ενηλικίωση της σειράς.
10. Αληθινή Ζωή
Η πιο αληθινή, εμπνευσμένη και ζωντανή ταινία της χρονιάς (μετά το CCTV που τυπικά δεν μπορεί να μπει στη λίστα μιας και οι διανομείς μας το φυλάνε για μερικούς μήνες αργότερα). Σε κάνει να νομίζεις πως το ελληνικό σινεμά μπορεί και να υπάρχει.
Alfie - Review
(3/5)Σκηνοθεσία: Charles Shyer
Σενάριο: Charles Shyer
Πρωταγωνιστούν: Jude Law, Susan Sarandon, Marisa Tomei
Ο αγγλοτραφής, περιζήτητος εργένης με το όνομα Alfie, δώρο Θεού στις γυναίκες, περιφέρεται στο Manhattan καίγοντας καρδιές μέχρι να καεί η δική του.
Στις περιπτώσεις των remakes, συνήθως υπάρχει ένα βασικό κριτήριο ικανό να τους δώσει λόγο ύπαρξης: είναι αρκετά ενδιαφέροντα ή/και διαφορετικά ώστε να μπορούν να σταθούν χωρίς την ύπαρξη των πρωτοτύπων; Ο Alfie όμως, είναι λίγο ιδιαίτερος, μιας και το στυλ της –κάτι πολύ βασικό για τη συγκεκριμένη ταινία- είναι χωρίς καμία αμφιβολία πιο φρέσκο και ζωντανό απ’ αυτό του ’66, όμως ο Shyer μάλλον ξέχασε να φέρει στο 2000 και το σενάριό του.Πάντως, εξασφάλισε ένα αχτύπητο ατού: τον Jude Law. Εκτός από ακαταμάχητος κούκλος με ανυπέρβλητο στυλ, ο χαρακτήρας του Alfie του ταιριάζει γάντι. Ο άνθρωπος έχει ταλέντο, και σηκώνει όλη την ταινία στην πλάτη του, με την εκτυφλωτική γοητεία του να σκεπάζει τους κλισαρισμένους χαρακτήρες και το επιφανειακό, αφελές σενάριο.
Shark Tale Review
Shark Tale – Ο Καρχαριομάχος
** (2/5)
Σκηνοθεσία: Bibo Bergeron, Vicky Jenson, Rob Letterman
Σενάριο: Rob Letterman, Damian Shannon, Mark Swift, Michael J.
Παίζουν (φωνές): Will Smith, Robert De Niro, Renee Zellweger, Angelina Jolie, Jack Black
Για να ε ίμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι υπάρχει τρόπος να είναι κανείς απόλυτα αντικειμενικός απέναντι στο Shark Tale. Δεν είναι μόνο το ότι η νέα ταινία της DreamWorks μοιάζει πολύ με κλωνοποιημένο Finding Nemo, γιατί ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο Nemo, υπάρχει ο Shrek 2 και οι Απίθανοι που δεν έχουν παρά μερικούς μήνες από τότε που γέμιζαν τις οθόνες χρώμα, χιούμορ και φινέτσα.
Κι αν τα ν ούμερα και για τις δύο τελευταίες ταινίες ήταν ελαφρώς απογοητευτικά για την πορεία των κινούμενων στις ελληνικές αίθουσες παρά το εκρηκτικό τους ξεκίνημα, τότε αν αποτολμήσω μια πρόβλεψη, η πορεία θα είναι ακόμη χειρότερη για τον Καρχαριομάχο, που ξεκινά και ο ίδιος με πολλές υποσχέσεις, για να χειροτερέψει απελπιστικά όσο περνάει η ώρα.
Οι πρώτες σκηνές της ιστορίας ενός μικροσκοπικού ψαριού που στον τυχαίο θάνατο ενός καρχαρία βρίσκει την ευκαιρία να γίνει διάσημος, είναι πλημμυρισμένες με φρεσκάδα, ζωντάνια και χιουμοριστικές αναφορές σε μεγάλες στιγμές του Χόλυγουντ, όπως ο μελλοθάνατος καρχαρίας που μουρμουρίζει το «επίσημο μουσικό θέμα των καρχαριών» από το Jaws, ή η απίθανη ομοιότητα του υφάλου που αποτελεί το φυσικό περιβάλλον των πρωταγωνιστών μας με την Times Square.
Όμως λίγο αργότερα, αρχίζει να φαίνεται το σενάριο που μπάζει νερά από παντού, για να βυθίσει το σύνολο σε μια άνιση μετριότητα, που αναλώνεται στο να προσπαθεί να χωρέσει κάθε γκανγκστερικό στερεότυπο σε ψάρια-κομπάρσους, καθώς το στόρι ακολουθεί την κλισεδιάρικη ανέλιξή του προς το happy-end. Highlight, ο gay-icon καρχαρίας του Jack Black που είναι χορτοφάγος (ναι, είναι επίσημα καινούριο είδος) και του αρέσει να ντύνεται… δελφίνι!
Bad Santa - Review
(3/5)Σκηνοθεσία: Terry Zwigoff
Σενάριο: Glen Ficarra, John Requa
Παίζουν: Billy Bob Thornton, Laren Graham, Tony Cox, Bernie Mac
Ο αλκοολικός Αϊ Βασίλης με το πιστό του ξωτικό, τριγυρνούν στα εμπορικά κέντρα της Αμερικής, και περιμένουν τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων για να τα αδειάσουν από την πραμάτεια τους. Η ιδέα από μόνη της, φαίνεται ιδεώδης γι’ αυτούς με το απαραίτητο μαύρο χιούμορ και την κυνικότητα που χρειάζεται για να εκτιμήσουν το μεγαλείο της.Τα καλά νέα γι’ αυτούς λοιπόν, είναι ότι τόσο η συνέχεια του σεναρίου από τους Ficarra και Requa, είναι εξίσου απολαυστική. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε σέξι barwoman να την πέφτει σε βρωμερό, ημιλιπόθυμο θαμώνα, γιατί την ανάβει η στολή του Αγιοβασίλη που φοράει; Πότε είδατε έναν τέτοιο Αγιοβασίλη να ξυλοφορτώνει ψεύτικο τάρανδο μπροστά στα μάτια δεκάδων τρομοκρατημένων παιδιών, επειδή νόμισε ότι γελούσε μαζί του; Και πότε ο Άγιος Βασίλης αυτός συνάντησε ένα μικρό παιδάκι που αντί να δώσει νόημα στην τελειωμένη ζωή του μέσα από την αθωότητα και την απλότητά του, να του κολλάει σα μανιακός και να του διαλύει το νευρικό σύστημα με ατέλειωτες απορίες;
Το μαύρο χιούμορ του Bad Santa βρίσκεται σε καλά χέρια, με τον Zwigoff να μη διστάζει να ξεπεράσει όλα τα όρια της πολιτικής ορθότητας, διατηρώντας όμως πάντα την αξιοπρέπειά του άθικτη, και τον Billy Bob να παίζει… τον εαυτό του, σε έναν από τους καλύτερους αντι-ρόλους της καριέρας του. Ασυμβίβαστη, σκανδαλιάρικη, σαδιστικά αντιχριστουγεννιάτικη και διαολεμένα αστεία, η ταινία σε κάνει να βλέπεις με άλλο μάτι τις παιδικές παραγωγές αν αναλογιστείς ότι το σενάριο υπογράφει το δίδυμο του αυστηρώς για ανηλίκους Cats and Dogs. Άραγε τι να έχουν κρυμμένο στο συρτάρι τους οι δημιουργοί του Toy Story…
Welcome, pull out a chair, sit down, shut up, n'joy
Προς τον αναγνώστη: οι απόψεις όλων των ανθρώπων είναι ίσες, αλλά οι απόψεις οι δικές μας, είναι πιο ίσες απ' τις άλλες. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται αυστηρή λογοκρισία, και κάθε σχόλιο άσχετο με το θέμα, υβριστικό, ή απλά αντίθετο με την αισθητική του διαχειριστή του χώρου, διαγράφεται χωρίς προειδοποίηση ή αιτιολόγηση. Και κάποιες άλλες φορές, δεν διαγράφεται. Όπως και να 'χει, τα σχόλια χρησιμοποιούνται κυρίως απο τους διαχειριστές του χώρου για να ανανεώνεται το θέμα και να προστίθενται νέες πληροφορίες και σχετικές ειδήσεις, όταν προκύπτουν. Οπότε καλό είναι να τα τσεκάρετε αν θέλετε να μένετε up to speed με κάποιο θέμα που σας ενδιαφέρει. Και να μην τα γεμίζετε με άσχετα και μπερδεύετε αυτούς που όντως τα τσεκάρουν.
Αν σας αρέσουν τα γραφτά, drop us a line. Αν δεν σας αρέσουν, κάντε πάλι το ίδιο, γιατί μερικές φορές μας πιάνουν μοναξιές.
Have fun, enjoy, come back often.
Το φτερό και το μαστίγιο:
MftM @ Μοτέρ (σελίς 63)
Recomandare
ΣΙΝΕΜΑ likes MftM (τ. 189)
Έθνος - Στα άδυτα των bloggers [list]
MftM does LiFO - interview [page one, page two]
NetSphere - "ό,τι πιο ζωντανό για το χώρο την τελευταία δεκαετία"
LifO - The Influentials
Brocolli Garden - look who's blogging [list]
JoBlo.com - Greek gods of MftM
στο μυαλό του μούχλα - Γιατί;;; Γιατί να είναι κανείς τόσο μαλάκας;
Ain't it Cool News
NYLON >> Archives >> Movies for the Masses
**layout and techie stuff executed by cheaplog
Five Star Reviews
...Ο Alfredson δε σε προσκαλεί απλά, σε προκαλεί να αναγνωρίσεις τη δημιουργική δεξιοτεχνία...
...ο Nolan καταγράφει στο Inception τις ταλαντώσεις ανάμεσα σε τέχνη και τέχνασμα στον κινηματογράφο, πλάθει με πηλό τον φορμαλισμό του genre...
...Μερικές ταινίες δεν είναι απλά αριστουργηματικές. Γεννιούνται για να μείνουν κλασικές....
...είναι και η καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Που μπορεί ν’ αντέξει ακόμη και χωρίς την ταυτότητά της...
...να εξομολογηθώ πως η Συνεκδοχή είναι η καλύτερη ταινία του 2008 και της σεζόν, μαζί; Μπορεί και να μειώνω την αξία της με μια έκφραση τόσο στερεότυπη......
...να έργο άκρατου ρομαντισμού και ευαισθησίας, τόσο πολυεπίπεδο στην ανάγνωση, που σε υποχρεώνει να εισέλθεις μέσα του ξανά και ξανά για ν' αποκρυπτογραφήσεις όλο και περισσότερα τα μυστικά του...
...utterly utterly brilliant, το Βαλς δε δικαιολογεί, ίσα ίσα, ούτε Χριστιανούς χασάπηδες ούτε Εβραίους συνοδοιπόρους, καλωσορίζοντας τη συλλογική μνήμη στους εφιάλτες της...
...πιο τρομαχτική στιγμή του φιλμ είναι αυτή που διαπιστώνεις τον απόλυτο έλεγχο της τέχνης τους από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Εμπειρία ζωής αν δε κάνει το μυαλό σου να λιώσει...
5/5