Written by
cheaptalk
in
Features
Write the Future: Μπάλα σε πρώτο πλάνο
Έκανε τηλεοπτική πρεμιέρα μόλις το βράδυ του Σαββάτου στο ημίχρονο του τελικού του Champions League, και ήδη χαρακτηρίζεται από τα internets κι από τον απλό κοσμάκη (i.e. τους πατεράδες μας που βλέπανε τον τελικό και μας έλεγαν μετά κατενθουσιασμένοι πόσο διασκέδασαν το κλιπάκι) ως πιθανώς μια από τις καλύτερες διαφημίσεις ever.
Το 3λεπτο σποτάκι της Nike με τίτλο Write the Future έχει γυρίσει ο Alejandro González Iñárritu σε αυτήν που ένας κακεντρεχής θα μπορούσε και να πει πως αποτελεί την κορυφαία στιγμή της φιλμικής καριέρας του (όχι, σας προκαλώ να καθίσετε να ξαναδείτε τη Βαβέλ (2006) και να μου πείτε πως ήταν καλύτερο από το Write the Future), και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στο σύνολο της δουλειάς του. Αν δηλαδή απορούσατε πώς θα έμοιαζε μια σπονδυλωτής αφήγησης διαφήμιση με ποδοσφαιριστές που στοχάζονται την ώρα της αγωνίας τους, για τη μοίρα και για τη θέση τους στον κόσμο, τώρα έχετε την απάντησή σας. Και παραβλέποντας το γεγονός πως ο Iñárritu έχασε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να οπτικοποιήσει ως μέρος της διαφήμισης το θρυλικό φιλοσοφικό ερώτημα περί αγωνίας του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, το αποτέλεσμα είναι φιλόδοξο, στιλιζαρισμένο ως εκεί που δεν πάει, και φοβερά διασκεδαστικό. Θυμίζει πως ένα σώσιμο (του Fabio Cannavaro, εν προκειμένω) ενός βέβαιου γκολ πάνω στη γραμμή μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό και ηρωικό με ένα εντυπωσιακό σκοράρισμα, βάζει το πιο συμπαθές κωλόπαιδο του παγκόσμιου football, Wayne Rooney, να αντιμετωπίσει (α λα Lola Rennt (1998)) στο μυαλό του δύο διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντός του, αναλόγως της έκβασης μιας φάσης (στην άτυχη διαδρομή θα σπάσετε πλάκα στην εικόνα ενός Rooney ερημίτη με μούσια που θα ζήλευε και μέλος των ZZ Top, ενώ στην επιτυχημένη θα τον δείτε να κερδίζει χωρίς καν να προσπαθεί τον... Roger Federer, σαν άλλος Forrest Gump), και αφήνει το κρίσιμο πέναλτι φάουλ στα πόδια του αχώνευτου Cristiano Ronaldo που με χαρακτηριστική υπερβολή (που περιλαμβάνει ένα ιδιοφυές cameo του Homer Simpson) είναι έτοιμος να χριστεί βασιλιάς του κόσμου. Ή μήπως όχι;
Ελέγχονται ως ανακριβείς οι πληροφορίες που θέλουν τον Iñárritu να παρουσίασε το final cut της διαφήμισης με την χαρακτηριστική του κατακερματισμένη αφήγηση πριν η Nike του την βάλει εκεί που δεν φέγγει ο ήλιος, αλλά κατά τα άλλα μια χαρά τα κατάφερε. Και τώρα κάποιος να εξηγήσει στην Adidas ποιος είναι ο Guillermo Arriaga.

Το 3λεπτο σποτάκι της Nike με τίτλο Write the Future έχει γυρίσει ο Alejandro González Iñárritu σε αυτήν που ένας κακεντρεχής θα μπορούσε και να πει πως αποτελεί την κορυφαία στιγμή της φιλμικής καριέρας του (όχι, σας προκαλώ να καθίσετε να ξαναδείτε τη Βαβέλ (2006) και να μου πείτε πως ήταν καλύτερο από το Write the Future), και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στο σύνολο της δουλειάς του. Αν δηλαδή απορούσατε πώς θα έμοιαζε μια σπονδυλωτής αφήγησης διαφήμιση με ποδοσφαιριστές που στοχάζονται την ώρα της αγωνίας τους, για τη μοίρα και για τη θέση τους στον κόσμο, τώρα έχετε την απάντησή σας. Και παραβλέποντας το γεγονός πως ο Iñárritu έχασε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να οπτικοποιήσει ως μέρος της διαφήμισης το θρυλικό φιλοσοφικό ερώτημα περί αγωνίας του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι, το αποτέλεσμα είναι φιλόδοξο, στιλιζαρισμένο ως εκεί που δεν πάει, και φοβερά διασκεδαστικό. Θυμίζει πως ένα σώσιμο (του Fabio Cannavaro, εν προκειμένω) ενός βέβαιου γκολ πάνω στη γραμμή μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό και ηρωικό με ένα εντυπωσιακό σκοράρισμα, βάζει το πιο συμπαθές κωλόπαιδο του παγκόσμιου football, Wayne Rooney, να αντιμετωπίσει (α λα Lola Rennt (1998)) στο μυαλό του δύο διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντός του, αναλόγως της έκβασης μιας φάσης (στην άτυχη διαδρομή θα σπάσετε πλάκα στην εικόνα ενός Rooney ερημίτη με μούσια που θα ζήλευε και μέλος των ZZ Top, ενώ στην επιτυχημένη θα τον δείτε να κερδίζει χωρίς καν να προσπαθεί τον... Roger Federer, σαν άλλος Forrest Gump), και αφήνει το κρίσιμο πέναλτι φάουλ στα πόδια του αχώνευτου Cristiano Ronaldo που με χαρακτηριστική υπερβολή (που περιλαμβάνει ένα ιδιοφυές cameo του Homer Simpson) είναι έτοιμος να χριστεί βασιλιάς του κόσμου. Ή μήπως όχι;
Ελέγχονται ως ανακριβείς οι πληροφορίες που θέλουν τον Iñárritu να παρουσίασε το final cut της διαφήμισης με την χαρακτηριστική του κατακερματισμένη αφήγηση πριν η Nike του την βάλει εκεί που δεν φέγγει ο ήλιος, αλλά κατά τα άλλα μια χαρά τα κατάφερε. Και τώρα κάποιος να εξηγήσει στην Adidas ποιος είναι ο Guillermo Arriaga.

Previously on Movies for the Masses: Street Fighter: Legacy σε νέες τέχνες
Το κείμενο είναι του Dark Tyler του US TV
Written by
verbal
in
Features
Κάνες 2010: Τα βραβεία

Μετά από ένα δεκαήμερο αλλόκοτων γούστων του καιρού (και των ηφαιστείων), μαγκωμένης οικονομικής ρευστότητας, μειωμένων ακολασιών (βλέπε party), αγχωμένης βιομηχανικής απόκρισης, χαμηλωμένης γενικότερης προσέλευσης, κι όλα αυτά ως αποτέλεσμα του, αλλά και με αποτέλεσμα το πεσμένο glam --που οφειλόταν, μεταξύ άλλων, και σε ένα πρόγραμμα που, εκτός από στέρηση βροντερών τίτλων, προκάλεσε και ληθαργικές αντιδράσεις στο κοινό του-- το 63ο Φεστιβάλ των Κανών, έριξε απόψε την αυλαία του, για να δώσει με τα βραβεία του, τους τίτλους που θα κλείσουν τη φετινή σειρά ανταποκρίσεων απ’ το Palais des Festivals. Σειρά, με highlights την επιθετική αντίδραση του κινηματογραφικού χώρου στην φυλάκιση του Jafar Panahi (μέσω και του συμβολισμού της κενής ρεζερβέ καρέκλας στη σειρά των θέσεων της κριτικής επιτροπής), τις φήμες για συλλογή υπογραφών προς απελευθέρωση του Roman Polanski, τα πολιτικά σκανδαλάκια με τις επικρίσεις πολιτικών αξιωματούχων για την εικόνα που παρουσιάζουν για τις χώρες τους, τόσο η ταινία της Ιταλίδας Sabina Guzzanti, Draquila – L’ Italia che Trema (παρεμπιπτόντως, η καλύτερη ταινία που πέρασε απ’ τα μάτια μου), όσο και το γαλλικό Hors-la-loi του Rachid Bouchareb (που προκάλεσε διαδηλώσεις έξω απ’ το Palais το πρωί της Παρασκευής, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των τριγύρω δρόμων από αστυνομικές δυνάμεις), αλλά και με τον Jean Luc Godard που, όπως μαθαίναμε στις Κάνες, έγινε ήρωας του 24ωρου στην Ελλάδα με την άρνησή του να παραστεί σε φιέστες, εν μέσω κρίσεων ελληνικού τύπου.
Στα βραβεία λοιπόν, η μεγάλη έκπληξη ήρθε από την ολοκληρωτική απουσία των Βρετανών, παρά την διπλή συμμετοχή της χώρας με τα βαριά κανόνια των Leigh και Loach. Η επικράτηση του γλωσσοδέτη Apichatpong Weerasethakul στην κούρσα του Χρυσού Φοίνικα, ήρθε να επιβεβαιώσει όσους προέβλεπαν ότι ο πρόεδρος της φετινής επιτροπής, Tim Burton, όλο και κάτι οικείο θα βρει στο γοητευτικά χρονοβόρο και ολότελα διαφορετικό δείγμα κουλτούρας του Lung Boonmee Raluek Chat / Uncle Boonmee Who Can Recall his Past Lives (το οποίο πιθανότατα θα δεις το Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ταινίες του Ταϊλανδού). Το Grand Prix (κάτι σαν Αργυρός Φοίνικας, ας πούμε) στο Des Hommes et de Dieux μοιάζει σωστή αναγνώριση της ευστοχίας και της νηφαλιότητας με την οποία ο Xavier Beauvois καταπιάνεται με το πάντα προσφιλές στους Γάλλους θέμα της θρησκείας και της θρησκευτικότητας. Το βραβείο σκηνοθεσίας στον Mathieu Almaric μπορείς μάλλον να το σημειώσεις ως θαύμα της φύσης μετά τις πικρές εντυπώσεις που είχε αποσπάσει το Tournée του, ενώ το βραβείο της επιτροπής στο Un Homme qui Crie ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να πάρει αυτό το μειλίχιο, μινιμαλιστικό δράμα απ’ το Τσαντ, για έναν πατέρα που, από αφέλεια και περηφάνια, υπογράφει τη θανατική καταδίκη του γιου του. Το βραβειο σεναρίου στο Poetry, είναι κι αυτό μάλλον ευπρόσδεκτο, αφού το παρουσίαζαν ως φαβορί για το μεγάλο βραβείο, όσοι έτυχε να το δουν. Η Juliette Binnoche ήταν μια ασφαλής επιλογή για το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, με τη σχεδόν σόλο δουλειά της στο Copie Conforme, ενώ ο Javier Bardem κέρδισε πανάξια το... μισό βραβείο ανδρικής ερμηνείας για την εξαιρετική του δουλειά στο Biutiful, με το άλλο μισό να πηγαίνει σκανδαλωδώς στον Ello Germano, προφανώς επειδή κατάφερε να κρατήσει τη σοβαρότητά του παίζοντας τον Ιταλάρα, στη νοοτροπίας τηλεοπτικής προπαγάνδας ανοησία του Daniele Luchetti, La Nostra Vita. Μια μέρα πριν, το μεγάλο βραβείο του Un Certain Regard είχε απονεμηθεί στον Sangsoo Hong για το νοσταλγικό HAHAHA, ενώ το βραβείο της επιτροπής είχε πάει στο δραματικό Octubre των Diego και Daniel Vega και το βραβείο ερμηνείας είχε μοιραστεί στις Adela Sanchez, Eva Bianco και Victoria Raposo του Los Labios. Οι τρεις ταινίες μου είχαν ξεφύγει, αλλά μάλλον δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν, κρίνοντας απ’ όσες πέτυχα απ’ τις συμμετοχές ενός εμφανώς αδύναμου φέτος τμήματος, που θα μπορούσε χωρίς δεύτερη σκέψη να έχει φιλοξενήσει και πάνω από μια ελληνικές ταινίες.
Έξω απ’ τα διαγωνιστικά και λοιπά ανοιχτά προγράμματα πάντως, για τον σκληρό πυρήνα της βιομηχανίας, αυτούς δηλαδή που φτιάχνουν και πουλάνε τις ταινίες, κι όχι αυτούς που τις βλέπουν κι αγκομαχάνε, η φετινή χρονιά στις Κάνες πιθανότατα θα σημαδευτεί ως η χρονιά που δοκιμάστηκε (και πέθανε, ή θέριεψε) το 3D, ως συνοδευτικό τίτλων οιασδήποτε υφής. Η αγοραπωλησία τρισδιάστατων ταινιών πήρε φωτιά, σε μια αγορά που ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την περσινή, αλλά σε τίτλους κυρίως δεύτερης και τρίτης διαλογής, κυρίως γιατί είχε επανέλθει το εργατικό δυναμικό, στη βιομηχανία τη χολιγουντιανή. Κι ενώ η ανακοίνωση του Dario Argento ότι θα ξεκινήσει τον Dracula του Bram Stoker σε 3D, την ίδια ώρα που ο Tinto Brass έλεγε δεξιά κι αριστερά ότι ετοιμάζει ξανά τον Calligula, μπορεί να προμηνύει μεγάλες στιγμές για την cult σκηνή της Ιταλίας, τα πιο mainstream ζευγάρια ματιών, κι αυτά προς τα ‘κει αρχίζουν να κοιτάζουν, αφού όλοι τώρα κρατούν την ανάσα τους για τις ανακοινώσεις της Βενετίας, που πιθανότατα θα γεμίσει το πρόγραμμά της με όλα εκείνα τα θεριά (Nolan, Arronofsky, Eastwood, Mallick, Sophia Coppola κλπ), που δεν ήταν έτοιμα για τα μαγιάτικα κόκκινα χαλιά.

Στα βραβεία λοιπόν, η μεγάλη έκπληξη ήρθε από την ολοκληρωτική απουσία των Βρετανών, παρά την διπλή συμμετοχή της χώρας με τα βαριά κανόνια των Leigh και Loach. Η επικράτηση του γλωσσοδέτη Apichatpong Weerasethakul στην κούρσα του Χρυσού Φοίνικα, ήρθε να επιβεβαιώσει όσους προέβλεπαν ότι ο πρόεδρος της φετινής επιτροπής, Tim Burton, όλο και κάτι οικείο θα βρει στο γοητευτικά χρονοβόρο και ολότελα διαφορετικό δείγμα κουλτούρας του Lung Boonmee Raluek Chat / Uncle Boonmee Who Can Recall his Past Lives (το οποίο πιθανότατα θα δεις το Δεκέμβρη στη Θεσσαλονίκη, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ταινίες του Ταϊλανδού). Το Grand Prix (κάτι σαν Αργυρός Φοίνικας, ας πούμε) στο Des Hommes et de Dieux μοιάζει σωστή αναγνώριση της ευστοχίας και της νηφαλιότητας με την οποία ο Xavier Beauvois καταπιάνεται με το πάντα προσφιλές στους Γάλλους θέμα της θρησκείας και της θρησκευτικότητας. Το βραβείο σκηνοθεσίας στον Mathieu Almaric μπορείς μάλλον να το σημειώσεις ως θαύμα της φύσης μετά τις πικρές εντυπώσεις που είχε αποσπάσει το Tournée του, ενώ το βραβείο της επιτροπής στο Un Homme qui Crie ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να πάρει αυτό το μειλίχιο, μινιμαλιστικό δράμα απ’ το Τσαντ, για έναν πατέρα που, από αφέλεια και περηφάνια, υπογράφει τη θανατική καταδίκη του γιου του. Το βραβειο σεναρίου στο Poetry, είναι κι αυτό μάλλον ευπρόσδεκτο, αφού το παρουσίαζαν ως φαβορί για το μεγάλο βραβείο, όσοι έτυχε να το δουν. Η Juliette Binnoche ήταν μια ασφαλής επιλογή για το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, με τη σχεδόν σόλο δουλειά της στο Copie Conforme, ενώ ο Javier Bardem κέρδισε πανάξια το... μισό βραβείο ανδρικής ερμηνείας για την εξαιρετική του δουλειά στο Biutiful, με το άλλο μισό να πηγαίνει σκανδαλωδώς στον Ello Germano, προφανώς επειδή κατάφερε να κρατήσει τη σοβαρότητά του παίζοντας τον Ιταλάρα, στη νοοτροπίας τηλεοπτικής προπαγάνδας ανοησία του Daniele Luchetti, La Nostra Vita. Μια μέρα πριν, το μεγάλο βραβείο του Un Certain Regard είχε απονεμηθεί στον Sangsoo Hong για το νοσταλγικό HAHAHA, ενώ το βραβείο της επιτροπής είχε πάει στο δραματικό Octubre των Diego και Daniel Vega και το βραβείο ερμηνείας είχε μοιραστεί στις Adela Sanchez, Eva Bianco και Victoria Raposo του Los Labios. Οι τρεις ταινίες μου είχαν ξεφύγει, αλλά μάλλον δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουν, κρίνοντας απ’ όσες πέτυχα απ’ τις συμμετοχές ενός εμφανώς αδύναμου φέτος τμήματος, που θα μπορούσε χωρίς δεύτερη σκέψη να έχει φιλοξενήσει και πάνω από μια ελληνικές ταινίες.
Έξω απ’ τα διαγωνιστικά και λοιπά ανοιχτά προγράμματα πάντως, για τον σκληρό πυρήνα της βιομηχανίας, αυτούς δηλαδή που φτιάχνουν και πουλάνε τις ταινίες, κι όχι αυτούς που τις βλέπουν κι αγκομαχάνε, η φετινή χρονιά στις Κάνες πιθανότατα θα σημαδευτεί ως η χρονιά που δοκιμάστηκε (και πέθανε, ή θέριεψε) το 3D, ως συνοδευτικό τίτλων οιασδήποτε υφής. Η αγοραπωλησία τρισδιάστατων ταινιών πήρε φωτιά, σε μια αγορά που ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την περσινή, αλλά σε τίτλους κυρίως δεύτερης και τρίτης διαλογής, κυρίως γιατί είχε επανέλθει το εργατικό δυναμικό, στη βιομηχανία τη χολιγουντιανή. Κι ενώ η ανακοίνωση του Dario Argento ότι θα ξεκινήσει τον Dracula του Bram Stoker σε 3D, την ίδια ώρα που ο Tinto Brass έλεγε δεξιά κι αριστερά ότι ετοιμάζει ξανά τον Calligula, μπορεί να προμηνύει μεγάλες στιγμές για την cult σκηνή της Ιταλίας, τα πιο mainstream ζευγάρια ματιών, κι αυτά προς τα ‘κει αρχίζουν να κοιτάζουν, αφού όλοι τώρα κρατούν την ανάσα τους για τις ανακοινώσεις της Βενετίας, που πιθανότατα θα γεμίσει το πρόγραμμά της με όλα εκείνα τα θεριά (Nolan, Arronofsky, Eastwood, Mallick, Sophia Coppola κλπ), που δεν ήταν έτοιμα για τα μαγιάτικα κόκκινα χαλιά.

Previously on Movies for the Masses: Βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας 2010: Οι νικητές
Written by
cheaptalk
in
Trailers
Despicable Me (2010): Trailer υπερκακούργου υπερμπαμπά
Δες/Κρύψε το trailer
Νέο animation studio on the block η Illumination, ξεκινάει μπλοκμπαστερικά αρχές Ιούλη με το Despicable Me (2010) σε συνεργασία με τη Universal, χολιγουντιανό studio που δεν έχει ακριβώς και ιστορία στο χώρο αλλά έχει σαφώς ανάγκη από επιτυχίες, μετά από ένα κακό 2009 που δε φαίνεται να καλυτέρεψε και ακριβώς φέτος, ούτε καν με τον Robin Hood (2010). Η παραγωγή θυμίζει με featurette, από προχτές στο σχετικό κανάλι του YouTube, πως φιλοδοξεί να μαζέψει τα οικογενειακά μποξοφικά σκήπτρα όταν τα αφήσει ο τέταρτος Shrek που άνοιξε με πάνω από $70 εκατομμύρια το σαββατοκύριακο.
Η Illumination δε κάνει βέβαια τυχαία τόσο μεγάλο άνοιγμα, την έστησε ο Chris Meledandri, πρόεδρος στη σχετική στέγη της Fox μέχρι τις αρχές του 2007, και κουβάλησε μαζί του και αρκετό χάρισμα, με πρώτους όλους τους Γάλλους που δούλεψαν σε Horton Hears a Who! (2008) και Ice Age: Dawn of the Dinosaurs (2009) έχοντας πάρει προαγωγή μέχρι σκηνοθέτες τώρα, και τελευταίο.. τον Tim Burton που ετοιμάζει Addams Family σε stop motion εκδοχή. Ο Meledandri έχει μάτι για κοφτερό ταλέντο όπως καταλαβαίνεις από τις συμμετοχές στο καστ και μόνο, και έχει και κοφτερότερο timing στην αναφορά συνεργατών του και των προηγούμενων project τους στη διάρκεια της προώθησης, παρολαυτά το πρώτο προϊόν του είναι μάλλον αναμενόμενα κάποια χρόνια πίσω όπως βλέπεις. Για παράδειγμα, ούτε οι ψευτοφωτισμοί ούτε η εξυπνάδα στα textures ούτε η συνέπεια στην αισθητική δε φτάνουν ούτε αυτά του Planet 51 (2009) που έψαξε παρόμοια στας Ευρώπας για πηγή ταλέντου. Παραπέρα, αυτό το στιλ του κακού σκοτώθηκε από την υπερβολική χρήση στα 60s (σε κόμικ, καρτούν και.. James Bond) και ανασκολοπίστηκε και το πτώμα του από τις παρωδίες τουλάχιστο από την εποχή του Austin Powers (1997), ενώ η ιδέα του απρόθυμου νταντέματος έχει μέχρι και σταρ με ειδίκευση και ντοκτορά (Dwayne Johnson) και την έχουν πάρει παρτούζα και όλοι οι υπόλοιποι. Σε αντίθεση στη τυπική συνταγή, ο Meledandri έχει να τονίσει το μη τονισμό της φωνής του Steve Carell στον κύριο ρόλο (έχει υιοθετήσει κάτι σε σκωτσέζικη προφορά), το θέμα (και το score) του Pharrell Williams για μια νότα από Disney, και το S3D που εξελίσσεται γρήγορα σε γιατρειά κάθε προβληματικής παραγωγής και αιθουσάρχη με πονεμένη τσέπη αλλά στο Despicable Me, αν πιστέψεις τον κύριο διευθυντή, o τρίτος διαστασιακός χώρος ήταν από την αρχή στη παλέτα των εξαρτημάτων των σχεδιαστών του. Αν πιστέψεις τις αναφορές από τις αποσπασματικές και τις δοκιμαστικές προβολές από την άλλη, δε θα χάσεις και πολλά αν αρκεστείς στο trailer.

Η Illumination δε κάνει βέβαια τυχαία τόσο μεγάλο άνοιγμα, την έστησε ο Chris Meledandri, πρόεδρος στη σχετική στέγη της Fox μέχρι τις αρχές του 2007, και κουβάλησε μαζί του και αρκετό χάρισμα, με πρώτους όλους τους Γάλλους που δούλεψαν σε Horton Hears a Who! (2008) και Ice Age: Dawn of the Dinosaurs (2009) έχοντας πάρει προαγωγή μέχρι σκηνοθέτες τώρα, και τελευταίο.. τον Tim Burton που ετοιμάζει Addams Family σε stop motion εκδοχή. Ο Meledandri έχει μάτι για κοφτερό ταλέντο όπως καταλαβαίνεις από τις συμμετοχές στο καστ και μόνο, και έχει και κοφτερότερο timing στην αναφορά συνεργατών του και των προηγούμενων project τους στη διάρκεια της προώθησης, παρολαυτά το πρώτο προϊόν του είναι μάλλον αναμενόμενα κάποια χρόνια πίσω όπως βλέπεις. Για παράδειγμα, ούτε οι ψευτοφωτισμοί ούτε η εξυπνάδα στα textures ούτε η συνέπεια στην αισθητική δε φτάνουν ούτε αυτά του Planet 51 (2009) που έψαξε παρόμοια στας Ευρώπας για πηγή ταλέντου. Παραπέρα, αυτό το στιλ του κακού σκοτώθηκε από την υπερβολική χρήση στα 60s (σε κόμικ, καρτούν και.. James Bond) και ανασκολοπίστηκε και το πτώμα του από τις παρωδίες τουλάχιστο από την εποχή του Austin Powers (1997), ενώ η ιδέα του απρόθυμου νταντέματος έχει μέχρι και σταρ με ειδίκευση και ντοκτορά (Dwayne Johnson) και την έχουν πάρει παρτούζα και όλοι οι υπόλοιποι. Σε αντίθεση στη τυπική συνταγή, ο Meledandri έχει να τονίσει το μη τονισμό της φωνής του Steve Carell στον κύριο ρόλο (έχει υιοθετήσει κάτι σε σκωτσέζικη προφορά), το θέμα (και το score) του Pharrell Williams για μια νότα από Disney, και το S3D που εξελίσσεται γρήγορα σε γιατρειά κάθε προβληματικής παραγωγής και αιθουσάρχη με πονεμένη τσέπη αλλά στο Despicable Me, αν πιστέψεις τον κύριο διευθυντή, o τρίτος διαστασιακός χώρος ήταν από την αρχή στη παλέτα των εξαρτημάτων των σχεδιαστών του. Αν πιστέψεις τις αναφορές από τις αποσπασματικές και τις δοκιμαστικές προβολές από την άλλη, δε θα χάσεις και πολλά αν αρκεστείς στο trailer.

Previously on Movies for the Masses: Route Irish (2010): Sélection officielle extraits
Written by
verbal
in
Trailers
Route Irish (2010): Sélection officielle extraits

Μπήκε στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή (η συμμετοχή του ανακοινώθηκε λίγα 24ωρα πριν ο Robin Hood (2010) σηκώσει την αυλαία) κι έφτασε στις αίθουσες του Palais κοντά στο τέλος της διοργάνωσης, για να ενθουσιάσει τους κριτικούς που χώρεσαν στην περιορισμένη πρώτη δημοσιογραφική του, και να αποσπάσει πιο νερωμένες αντιδράσεις στη δεύτερη προβολή, της Πέμπτης. Κάτι που ήταν λογικό, μετά τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει, όχι μόνο απ’ τις αντιδράσεις που είχε αποσπάσει, αλλά και απ’ το μύθο του δυνατού χαρτιού, που συνήθως πάει πακέτο με το πέπλο μυστηρίου των late entries.
Γυρισμένο με ένα κλάσμα των $100 εκατομμυρίων που είχε στη διάθεσή του ο Paul Greengrass για το Green Zone (2010), με το οποίο απ’ ότι φαίνεται το Route Irish (2010) θα κάνει εξαιρετικό double bill, το αντιπολεμικό θρίλερ που έφερε τον Ken Loach στα σκαλιά της Croisette για 12η φορά και 5 χρόνια μετά την βράβευσή του με το Χρυσό Φοίνικα για το The Wind that Shakes the Barley (2006), ακολουθεί την προσπάθεια βετεράνου Ιρλανδού μισθοφόρου που έχει γυρίσει απ’ το Ιράκ, να πάρει απόφαση το ότι και να καταλάβει το πώς, χάθηκε στις διαμάχες με τους αντάρτες στους δρόμους της Βαγδάτης, ο αδερφικός του κολλητός. Παίρνοντας το όνομά της από τα 12 χιλιόμετρα λεωφόρου γεμάτης περιστατικά επιθέσεων αυτοκτονίας και αυτοσχέδιων βομβών, που συνδέει την πράσινη ζώνη στο κέντρο της πόλης, με το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, το Route Irish είναι μια ταινία που προέκυψε απ’ το ερώτημα «όχι αν θα κάναμε, αλλά πώς θα κάναμε μια ταινία» γι’ αυτό το «τεράστιο έγκλημα εις βάρους του λαού του Ιράκ», όπως το έθεσε ο σκηνοθέτης του, στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας, το μεσημέρι της Παρασκευής. Την απάντηση στο ερώτημα, του την βρήκε ο σεναριογράφος Paul Laverty, που ξεκινώντας απ’ την παραδοχή ότι «αυτός ο πόλεμος είναι αδιάκριτη μαζική δολοφονία αθώων πολιτών», μίλησε με πατριώτες του που είχαν γυρίσει απ’ αυτή τη φρίκη «με το Ιράκ στο κεφάλι τους, ζητώντας πίσω τον παλιό τους εαυτό».
Άνθρωποι που, αν δεν έχασαν τη ζωή τους, τα άκρα τους, ή τα μυαλά τους, έχασαν την ανθρωπιά και τον εαυτό τους και σ’ αυτήν «την αποσύνθεση του χαρακτήρα» εντόπισε ο Loach την ένταση της ιστορίας που προσπάθησε να πει «με τον οικονομικότερο και τον αποτελεσματικότερο τρόπο». Ιστορία που έχει να κάνει τόσο με τον αντίκτυπο του πολέμου που φέρνουν πίσω στην πατρίδα οι φαντάροι που επιστρέφουν, όσο και με τον τρόμο που προκαλεί το εύρος της ιδιωτικοποίησης του πολέμου και το πόσο πιο αμείλικτο τον κάνει το καπιταλιστικό σύστημα που του φοράνε, οι εταιρίες που αναλαμβάνουν να τον διεξάγουν, για λογαριασμό των κρατών που τον προκαλούν. «Ιδιωτικοποιούμε τη βιομηχανία, τις μεταφορές, την υγεία, τις φυλακές, τα σχολεία, [...] λογική συνέπεια ήταν να ιδιωτικοποιήσουμε τη βία. Είναι πολύ φθηνότερο: δεν χρειάζεται να συντηρείς τακτικό στρατό. Προσλαμβάνεις κάποιον, πεθαίνει, τελειώνει η ευθύνη σου, ενώ αν πεθάνει στρατιώτης, υπάρχουν υποχρεώσεις στην οικογένεια, συντάξεις, ολόκληρη υποδομή να συντηρηθεί. Οπότε, απ’ την οπτική του επιχειρηματία, ναι, πάρε έναν μισθοφόρο. Είναι πιο φθηνός. Δεν πειράζει αν πεθάνει», λέει ο Loach. «Η ένταση ήταν εκεί, στο σενάριο, στην ιστορία», καταλήγει, για μια ταινία για τον πόλεμο, που κρατά τις εκρήξεις της στο ψυχολογικό επίπεδο, μια πολιτική ταινία που φέρει την πολεμική της σε εικόνα και αφήγηση, επιθετική κι αλύγιστη, μια επίδειξη φόρμας του Ιρλανδού σκηνοθέτη, που ήταν από τις καλύτερες στιγμές της διοργάνωσης, και θα δοκιμάσει τα γούστα της φετινής επιτροπής των Κανών, για τα βραβεία που θα μοιράσει στο τέλος του Σαββατοκύριακου.
Γυρισμένο με ένα κλάσμα των $100 εκατομμυρίων που είχε στη διάθεσή του ο Paul Greengrass για το Green Zone (2010), με το οποίο απ’ ότι φαίνεται το Route Irish (2010) θα κάνει εξαιρετικό double bill, το αντιπολεμικό θρίλερ που έφερε τον Ken Loach στα σκαλιά της Croisette για 12η φορά και 5 χρόνια μετά την βράβευσή του με το Χρυσό Φοίνικα για το The Wind that Shakes the Barley (2006), ακολουθεί την προσπάθεια βετεράνου Ιρλανδού μισθοφόρου που έχει γυρίσει απ’ το Ιράκ, να πάρει απόφαση το ότι και να καταλάβει το πώς, χάθηκε στις διαμάχες με τους αντάρτες στους δρόμους της Βαγδάτης, ο αδερφικός του κολλητός. Παίρνοντας το όνομά της από τα 12 χιλιόμετρα λεωφόρου γεμάτης περιστατικά επιθέσεων αυτοκτονίας και αυτοσχέδιων βομβών, που συνδέει την πράσινη ζώνη στο κέντρο της πόλης, με το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, το Route Irish είναι μια ταινία που προέκυψε απ’ το ερώτημα «όχι αν θα κάναμε, αλλά πώς θα κάναμε μια ταινία» γι’ αυτό το «τεράστιο έγκλημα εις βάρους του λαού του Ιράκ», όπως το έθεσε ο σκηνοθέτης του, στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας, το μεσημέρι της Παρασκευής. Την απάντηση στο ερώτημα, του την βρήκε ο σεναριογράφος Paul Laverty, που ξεκινώντας απ’ την παραδοχή ότι «αυτός ο πόλεμος είναι αδιάκριτη μαζική δολοφονία αθώων πολιτών», μίλησε με πατριώτες του που είχαν γυρίσει απ’ αυτή τη φρίκη «με το Ιράκ στο κεφάλι τους, ζητώντας πίσω τον παλιό τους εαυτό».
Άνθρωποι που, αν δεν έχασαν τη ζωή τους, τα άκρα τους, ή τα μυαλά τους, έχασαν την ανθρωπιά και τον εαυτό τους και σ’ αυτήν «την αποσύνθεση του χαρακτήρα» εντόπισε ο Loach την ένταση της ιστορίας που προσπάθησε να πει «με τον οικονομικότερο και τον αποτελεσματικότερο τρόπο». Ιστορία που έχει να κάνει τόσο με τον αντίκτυπο του πολέμου που φέρνουν πίσω στην πατρίδα οι φαντάροι που επιστρέφουν, όσο και με τον τρόμο που προκαλεί το εύρος της ιδιωτικοποίησης του πολέμου και το πόσο πιο αμείλικτο τον κάνει το καπιταλιστικό σύστημα που του φοράνε, οι εταιρίες που αναλαμβάνουν να τον διεξάγουν, για λογαριασμό των κρατών που τον προκαλούν. «Ιδιωτικοποιούμε τη βιομηχανία, τις μεταφορές, την υγεία, τις φυλακές, τα σχολεία, [...] λογική συνέπεια ήταν να ιδιωτικοποιήσουμε τη βία. Είναι πολύ φθηνότερο: δεν χρειάζεται να συντηρείς τακτικό στρατό. Προσλαμβάνεις κάποιον, πεθαίνει, τελειώνει η ευθύνη σου, ενώ αν πεθάνει στρατιώτης, υπάρχουν υποχρεώσεις στην οικογένεια, συντάξεις, ολόκληρη υποδομή να συντηρηθεί. Οπότε, απ’ την οπτική του επιχειρηματία, ναι, πάρε έναν μισθοφόρο. Είναι πιο φθηνός. Δεν πειράζει αν πεθάνει», λέει ο Loach. «Η ένταση ήταν εκεί, στο σενάριο, στην ιστορία», καταλήγει, για μια ταινία για τον πόλεμο, που κρατά τις εκρήξεις της στο ψυχολογικό επίπεδο, μια πολιτική ταινία που φέρει την πολεμική της σε εικόνα και αφήγηση, επιθετική κι αλύγιστη, μια επίδειξη φόρμας του Ιρλανδού σκηνοθέτη, που ήταν από τις καλύτερες στιγμές της διοργάνωσης, και θα δοκιμάσει τα γούστα της φετινής επιτροπής των Κανών, για τα βραβεία που θα μοιράσει στο τέλος του Σαββατοκύριακου.
Previously on Movies for the Masses: Megamind (2010): Trailer υπερκακούργου
Written by
cheaptalk
in
Trailers
Megamind (2010): Trailer υπερκακούργου
Δες/Κρύψε το teaser

Iστορικό φιλμ στο χώρο του κινούμενου, το Megamind (2010) της Dreamworks Animation θα γίνει το Νοέμβρη το τρίτο φιλμ του στούντιο που κυκλοφορεί μέσα στη χρονιά (πράγμα που δε χρειάζεται και πολλή επαφή με τη κινηματογραφική παραγωγή για να καταλάβεις ότι δεν έχει ξαναγίνει), και προβάλλει το σχετικό trailer από χτες στο Yahoo! Movies και από σήμερα στις αμερικάνικες αίθουσες πριν το Shrek Forever After (2010).
Η ιστορικότητά του είναι δεδομένη αλλά το τίτλο του φιλμ μη τον δέσεις ακόμα κόμπο, αφού από πέρσι τέτοια εποχή έχει πάει από Master Mind σε Oobermind σε Megamind και θα καταλήξει μάλλον σε Supermegamasteroobermetromind για να έχει και μια αντίθεση με τον Metroman, τον αρχι-αντίπαλο του αρχι-κακού πρωταγωνιστή που μαζί του συμπληρώνει όπως βλέπεις ένα αρχετυπικό ντουέτο με καραμπάμ αναφορές στον Lex Luthor και τον Superman. Σοβαρή (ή αλλιώς ελάχιστα πρωτότυπη) ιστορία με ένα τέτοιο ντουέτο δε μπορείς να αφηγηθείς πια βέβαια, και το σενάριο φαίνεται να ακολουθεί ένα φίδισμα σχετικά συνηθισμένο τις τελευταίες δεκαετίες, το να νικάει τελικά ο ένας από τους δυο αντιπάλους αλλά να αποτρελένεται χωρίς νέμεση και να προσπαθεί να ξαναποκτήσει, φίδισμα που κι αυτό δεν είναι πια αρκετό προφανώς και έτσι, σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη, σαν αποτελειωτικό χτύπημα για τον Megamind, ο Titan που κατασκευάζει (για να πάρει τη θέση του νικημένου Metroman).. δε θέλει να είναι καλός. Οι ανατροπές συνεχίζονται και στο casting, όπου τα ονόματα των Ben Stiller (που έχει credit και στη παραγωγή έχοντας το spec script με τη Red Hour Films) και Robert Downey, Jr. (που μάλλον πέρασε και από τους δύο ρόλους) τα αντικατέστησαν οι Will Ferrell και Brad Pitt, αν όχι τιποτάλλο μια καλή ένδειξη του ότι το φιλμ είναι από αυτά τα κινούμενα που πουλάνε τα ονόματα στη μαρκίζα.
Σαφής είναι συνεπακόλουθα και η ένδειξη ότι ο Jeffrey Katzenberg σκοπεύει πια να βγάζει τα κινούμενά του ένα κι ένα κάθε χρονιά, ένα πιο σοβαρό σα το How to Train your Dragon (2010), κι ένα χύμα ποπκαλτσιουρομαρκιζάτο, με πιθανά τρίτα όπως φέτος αν του προκύψει franchise στιλ Shrek. Πολύς κόσμος που πιπιλάει άκριτα τα σχετικά με Pixar και Dreamworks, ξεχνάει ή αγνοεί πως ο Katzenberg ήταν single-handedly υπεύθυνος για τη δεύτερη χρυσή εποχή της Disney, τόσο που ο Michael Eisner τον έδιωξε κάπου μετά τον Lion King (1994) γιατί είχε γίνει πολύ μεγάλος. Οι εμπορικές του επιλογές στη συνέχεια ήταν.. εμπορικά αναγκαίες (αφού δε μπορούν να πουλάνε όλοι πγιότητα), και μιας και οι εξελίξεις στη τεχνολογία του δίνουν τη δυνατότητα, ανεβάζει τώρα τους ρυθμούς παραγωγής του και παίζει και σε δύο ταμπλό, σε μια περίοδο που γενικά το Hollywood από κει που πήγαινε για 200 ταινίες το χρόνο μέχρι το 2008 πάει πια με φόρα να πέσει στις 100. Ο CEO της Dreamworks Animation ήταν και ο ο πρώτος που επένδυσε βαριά στο S3D την εποχή του Monsters vs Aliens (2009), ο πρώτος όπως ξαναματάπαμε που παρακίνησε τους αιθουσάρχες να ανεβάσουν τις σχετικές τιμές στα ύψη, έχει κι ένα προϊόν εκ φύσεως τρισδιάστατο, οπότε ήδη είναι κερδισμένος από τις ψιλο-απρόβλεπτες εισπράξεις του "δύσκολου" HTTYD και δε προβλέπεται να σταματάει σύντομα η ρέντα του.
Η ιστορικότητά του είναι δεδομένη αλλά το τίτλο του φιλμ μη τον δέσεις ακόμα κόμπο, αφού από πέρσι τέτοια εποχή έχει πάει από Master Mind σε Oobermind σε Megamind και θα καταλήξει μάλλον σε Supermegamasteroobermetromind για να έχει και μια αντίθεση με τον Metroman, τον αρχι-αντίπαλο του αρχι-κακού πρωταγωνιστή που μαζί του συμπληρώνει όπως βλέπεις ένα αρχετυπικό ντουέτο με καραμπάμ αναφορές στον Lex Luthor και τον Superman. Σοβαρή (ή αλλιώς ελάχιστα πρωτότυπη) ιστορία με ένα τέτοιο ντουέτο δε μπορείς να αφηγηθείς πια βέβαια, και το σενάριο φαίνεται να ακολουθεί ένα φίδισμα σχετικά συνηθισμένο τις τελευταίες δεκαετίες, το να νικάει τελικά ο ένας από τους δυο αντιπάλους αλλά να αποτρελένεται χωρίς νέμεση και να προσπαθεί να ξαναποκτήσει, φίδισμα που κι αυτό δεν είναι πια αρκετό προφανώς και έτσι, σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη, σαν αποτελειωτικό χτύπημα για τον Megamind, ο Titan που κατασκευάζει (για να πάρει τη θέση του νικημένου Metroman).. δε θέλει να είναι καλός. Οι ανατροπές συνεχίζονται και στο casting, όπου τα ονόματα των Ben Stiller (που έχει credit και στη παραγωγή έχοντας το spec script με τη Red Hour Films) και Robert Downey, Jr. (που μάλλον πέρασε και από τους δύο ρόλους) τα αντικατέστησαν οι Will Ferrell και Brad Pitt, αν όχι τιποτάλλο μια καλή ένδειξη του ότι το φιλμ είναι από αυτά τα κινούμενα που πουλάνε τα ονόματα στη μαρκίζα.
Σαφής είναι συνεπακόλουθα και η ένδειξη ότι ο Jeffrey Katzenberg σκοπεύει πια να βγάζει τα κινούμενά του ένα κι ένα κάθε χρονιά, ένα πιο σοβαρό σα το How to Train your Dragon (2010), κι ένα χύμα ποπκαλτσιουρομαρκιζάτο, με πιθανά τρίτα όπως φέτος αν του προκύψει franchise στιλ Shrek. Πολύς κόσμος που πιπιλάει άκριτα τα σχετικά με Pixar και Dreamworks, ξεχνάει ή αγνοεί πως ο Katzenberg ήταν single-handedly υπεύθυνος για τη δεύτερη χρυσή εποχή της Disney, τόσο που ο Michael Eisner τον έδιωξε κάπου μετά τον Lion King (1994) γιατί είχε γίνει πολύ μεγάλος. Οι εμπορικές του επιλογές στη συνέχεια ήταν.. εμπορικά αναγκαίες (αφού δε μπορούν να πουλάνε όλοι πγιότητα), και μιας και οι εξελίξεις στη τεχνολογία του δίνουν τη δυνατότητα, ανεβάζει τώρα τους ρυθμούς παραγωγής του και παίζει και σε δύο ταμπλό, σε μια περίοδο που γενικά το Hollywood από κει που πήγαινε για 200 ταινίες το χρόνο μέχρι το 2008 πάει πια με φόρα να πέσει στις 100. Ο CEO της Dreamworks Animation ήταν και ο ο πρώτος που επένδυσε βαριά στο S3D την εποχή του Monsters vs Aliens (2009), ο πρώτος όπως ξαναματάπαμε που παρακίνησε τους αιθουσάρχες να ανεβάσουν τις σχετικές τιμές στα ύψη, έχει κι ένα προϊόν εκ φύσεως τρισδιάστατο, οπότε ήδη είναι κερδισμένος από τις ψιλο-απρόβλεπτες εισπράξεις του "δύσκολου" HTTYD και δε προβλέπεται να σταματάει σύντομα η ρέντα του.
Previously on Movies for the Masses: Fair Game (2010): Sélection officielle extrait
Written by
verbal
in
Trailers
Fair Game (2010): Sélection officielle extrait

Πώς το κάνουν οι Αμερικάνοι, ήρθε για να δείξει σήμερα στο λαό των Κανών, ο Doug Liman, με το Fair Game (2010), τη μόνη συμμετοχή του επίσημου διαγωνιστικού, με διαβατήριο από τις ΗΠΑ. Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Valerie Plame, αξιωματούχου της CIA στον καιρό της μανιώδους αναζήτησης των ΗΠΑ για στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Ιράκ είχε στην κατοχή του (τις δυνατότητες να κατασκευάσει) τα περιβόητα Όπλα Μαζικής Καταστροφής, και αξιωματούχος που βρέθηκε εν μέσω πολιτικής θύελλας, όταν ο σύζυγός της, πρώην πρέσβης της Αμερικής σε αφρικανικές χώρες, άνοιξε μέτωπο αποκαλύψεων για την ψευδή βάση της εισβολής της χώρας του στο Ιράκ, ξεκινώντας απ’ την παραποίηση που υπέστη η δική του αναφορά, σχετικά με πληροφορίες για αγορά ποσοτήτων ουρανίου, από χώρα της Αφρικής.
Κι όσο κι αν το στόρι σου φαίνεται σαν βάση για πολιτικό θρίλερ, ο Doug Liman επανειλημμένως διευκρίνισε στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την πρωινή δημοσιογραφική, ότι «δεν πρόκειται για πολιτική ταινία», αλλά για την ιστορία «δυο δυνατών χαρακτήρων, που βρέθηκαν στη μέση ενός τεράστιου πολιτικού σκανδάλου». Δεν ξέρω πώς το ένα διαφέρει απ’ το άλλο, αλλά τόσο ο Liman, όσο κι ο σεναριογράφος του, Jez Butterworth, επέμειναν στο ότι οι δυο χαρακτήρες και η σχέση τους είναι αυτό που τους ενδιέφερε να εξερευνήσουν, και η τριγύρω κατάσταση, είναι λίγο-πολύ απλώς συμπτωματική. Οπότε γι’ αυτό μάλλον η ταινία παίρνει απότομη στροφή προς το οικογενειακό δράμα στο δεύτερο μισό της --κι αδιάφορο, σχετικά κλισαρισμένο οικογενειακό δράμα, μάλιστα-- θα είχε όμως ενδιαφέρον να απαντήσουν στο αν πιστεύουν ότι αυτό που τους έφερε ως το διαγωνιστικό, ήταν το ανθρώπινο στοιχείο «που θα κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα ακόμη και σ’ εκατό χρόνια», ή η αντικυβερνητική αίσθηση με την οποία ποτίζεται η ταινία τους και την οποία φαίνονται σα να προσπαθούν να απαρνηθούν. Αλλά δεν βρέθηκε κανείς να τους ρωτήσει. Στη δική μου ερώτηση πάντως (που μπορείς να δεις κοντά στο 24ο λεπτό της συνέντευξης Τύπου, όπως έχει ανέβει ολόκληρη στο site του Φεστιβάλ), για το πόσο ήθελαν να καταγράψουν και την αίσθηση του να ζεις σε μια Αμερική όπου ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να εκφοβίσει πολίτες, χρησιμοποιώντας τα media κι αν αυτό έχει αλλάξει στη νέα πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ, ο Liman, αφού φρόντισε ξανά να ξεκαθαρίσει ότι δεν είχε σκοπό να κάνει «μια στρατευμένη ταινία», κατάφερε να πάρει μια πολιτική θέση, σημειώνοντας ότι «ως ρεαλιστής» αναγνωρίζει ότι η χώρα του βρέθηκε «σε μια κατάσταση όπου τα Μέσα παπαγάλιζαν αυτά που τους έλεγε ο Λευκός Οίκος, γιατί έτσι αποκτάς πρόσβαση στο Λευκό Οίκο, και αυτό δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει ποτέ».
Κι όσο κι αν το στόρι σου φαίνεται σαν βάση για πολιτικό θρίλερ, ο Doug Liman επανειλημμένως διευκρίνισε στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την πρωινή δημοσιογραφική, ότι «δεν πρόκειται για πολιτική ταινία», αλλά για την ιστορία «δυο δυνατών χαρακτήρων, που βρέθηκαν στη μέση ενός τεράστιου πολιτικού σκανδάλου». Δεν ξέρω πώς το ένα διαφέρει απ’ το άλλο, αλλά τόσο ο Liman, όσο κι ο σεναριογράφος του, Jez Butterworth, επέμειναν στο ότι οι δυο χαρακτήρες και η σχέση τους είναι αυτό που τους ενδιέφερε να εξερευνήσουν, και η τριγύρω κατάσταση, είναι λίγο-πολύ απλώς συμπτωματική. Οπότε γι’ αυτό μάλλον η ταινία παίρνει απότομη στροφή προς το οικογενειακό δράμα στο δεύτερο μισό της --κι αδιάφορο, σχετικά κλισαρισμένο οικογενειακό δράμα, μάλιστα-- θα είχε όμως ενδιαφέρον να απαντήσουν στο αν πιστεύουν ότι αυτό που τους έφερε ως το διαγωνιστικό, ήταν το ανθρώπινο στοιχείο «που θα κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα ακόμη και σ’ εκατό χρόνια», ή η αντικυβερνητική αίσθηση με την οποία ποτίζεται η ταινία τους και την οποία φαίνονται σα να προσπαθούν να απαρνηθούν. Αλλά δεν βρέθηκε κανείς να τους ρωτήσει. Στη δική μου ερώτηση πάντως (που μπορείς να δεις κοντά στο 24ο λεπτό της συνέντευξης Τύπου, όπως έχει ανέβει ολόκληρη στο site του Φεστιβάλ), για το πόσο ήθελαν να καταγράψουν και την αίσθηση του να ζεις σε μια Αμερική όπου ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να εκφοβίσει πολίτες, χρησιμοποιώντας τα media κι αν αυτό έχει αλλάξει στη νέα πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ, ο Liman, αφού φρόντισε ξανά να ξεκαθαρίσει ότι δεν είχε σκοπό να κάνει «μια στρατευμένη ταινία», κατάφερε να πάρει μια πολιτική θέση, σημειώνοντας ότι «ως ρεαλιστής» αναγνωρίζει ότι η χώρα του βρέθηκε «σε μια κατάσταση όπου τα Μέσα παπαγάλιζαν αυτά που τους έλεγε ο Λευκός Οίκος, γιατί έτσι αποκτάς πρόσβαση στο Λευκό Οίκο, και αυτό δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει ποτέ».
Previously on Movies for the Masses: Copie Conforme (2010): Sélection officielle extraits
Written by
cheaptalk
in
Reviews
Prince of Persia: The Sands of Time (2010)
Σκηνοθεσία: Mike Newell
Σενάριο: Boaz Yakin, Doug Miro, Carlo Bernard, Jordan Mechner
Παίζουν: Jake Gyllenhaal, Gemma Arterton, Ben Kingsley
Δες/Κρύψε το trailer
Αλητάκος του δρόμου γίνεται τρίτος πρίγκιπας στην αχανή περσική αυτοκρατορία του 6ου αιώνα. Σε πολιορκία ιερής πόλης, θα βρει πριγκίπισσα που δε σουφροχειλιάζει και τόσο, και σατανικό εχθρό με σκοπό να γυρίσει πίσω το χρόνο για να κυριαρχήσει στο σύμπαν βασίλειο.
Μέσα από ένα συνδυασμό αναποδιών και παθημάτων (οι Αμερικάνοι σεναριογράφοι κάναν απεργία, οι τρίτοι Πειρατές κόστισαν εφτά δάχτυλα της μούμιας του Walt Disney για να ολοκληρωθούν έγκαιρα, το franchise των Transformers αποδείχτηκε τεραστιότερο και από τους υπολογισμούς), ο Πρίγκιπας της Περσίας (2010) σηματοδοτεί τον Jerry Bruckheimer και το Mouse House της νέας δεκαετίας, έχοντας μετακινηθεί 10 μήνες αργότερα από τον Ιούλιο του 2009 όπου είχε αρχικά προγραμματιστεί. Σα τέτοιο ορόσημο, η παραγωγή περνάει με επιτυχία τις εξετάσεις καλοκαιρινού tentpole του νέου αιώνα, ο οποίος βέβαια μπαίνει μια δεκαετία αργότερα στο είδος, για να τον προλάβουν και οι πιο καθυστερημένοι: ο κόσμος στον οποίο σε ταξιδεύει το φιλμ είναι βιντεοπαιχνιδιού (που υπονοεί μια κάποια συμμετοχή σου) αντί καρυδότσουφλου για προκαθορισμένη βόλτα, η πριγκίπισσα των ονείρων σου έχει χορταστικές διαστάσεις Gemma Arterton αντί για εμφάνιση σκελετού από μπαούλο, εσύ δεν αντιγράφεις κινήσεις ροκ σταρ με τα δυο πόδια στον τάφο (i.e. τον Keith Richards μέσω Johnny Depp) αλλά ζωντανούς και νεκρούς grunge και post-grunge ήρωες, με μια δόση μελαχρινής βαρβατίλας αντί για πολλές δόσεις μάσκαρας και σκιών. Με απόλυτο και μόνο σχετικό μέτρο πάντα τους Πειρατές της Καραϊβικής, ο Πρίγκιπας αποφεύγει όλη την ασυνοχή που κόντεψε να καταπλακώσει τα δυο τελευταία μέρη τους, η πλοκή είναι τώρα όσο αρκετή για να κρατάει τη δράση σε ροή, σταθερά με οικεία στοιχεία ώστε να μην ανησυχείς ακριβώς για το αποτέλεσμα αλλά ούτε και για τη κατάσταση της νοημοσύνης σου. Και η δράση, προσγειωμένη και parkour-ική (χορογραφημένη από κανέναν άλλον αλλά τον David Belle) στις περισσότερες σκηνές, μένει και αυτή πιστή στους.. κανόνες του παιχνιδιού, με ένα σωρό αναφορές σε κάθε σχετικό τίτλο, από Aladdin μέχρι Assassin's Creed, αναφορές που σου δίνουν αρχικά την εντύπωση ότι ο Mike Newell έπαιξε για 5' λάθος παιχνίδι προτού ξεκινήσει να σκηνοθετεί, αλλά όσο πλακώνουν άψογα ενσωματωμένες σα μοναδικά καρέ που σου κλείνουν το μάτι, τόσο σε πείθουν ότι η συμμετοχή του Jordan Mechner πήγε πολύ παραπέρα από το σενάριο, και έφτασε στην αφομοίωση στο πανί όλης της ηλεκτρονικής κληρονομιάς από τα 80s και μετά, χωρίς να ξεχνάει, κάθε άλλο, τα 2D platformers.
Ο Πρίγκιπας έχει σαφείς τάσεις αφομοίωσης και μιας γενικότερης ευρωπαϊκής κληρονομιάς, με τα αντιδάνεια από τις γαλλικές καταδιώξεις, και τη καμουφλαρισμένη βρετανική κομψότητα από τα γυρίσματα στα Pinewood Studios. Δυστυχώς τα τελευταία σήμαιναν ότι ο μόνος κακός που δεν είχε προλάβει η Warner για τον Harry Potter ήταν ο.. μούσος του Uwe Boll, o Ben Kingsley, που μάλλον έδωσε και το σύνθημα για να πάει το eyeliner σύννεφο στη βασιλική οικογένεια του φιλμ, ώστε να μη φαίνεται μόνος του σε παρακμή στιλ Space Invaders σε μονόχρωμη οθόνη με κολλημένες χρωματιστές λωρίδες σε περιφερόμενο αρχαίο λουναπάρκ. Και ακόμα και αν έτσι τον ξεχωρίζεις από την αρχή για να προσέχεις τις υπουλίες του, και ακόμα και αν ο Alfred Molina δίνει ρέστα σε κλασικό μονομυθικό ρόλο shapeshifter αντισταθμίζοντας τη κατάσταση, η αλήθεια είναι ότι η Disney δε πόνταρε και τα ρέστα της στο ξεκίνημα νέου franchise και τα CGI είναι προσεγμένα μεν αλλά μέχρι εκεί που δεν πλειοψηφούν δε. Συνολικά, σε περίπτωση που δεν έβγαλες ακόμα συμπέρασμα, ο Prince of Persia δε θα κάνει καμία πιτσιρίκα να μουσκεύει ακριβώς όσο οι αγαπημένοι της τυχοδιώκτες κουρσάροι συγκεκριμένου κεντροαμερικάνικου αρχιπελάγους, από την άλλη είναι ότι ονειρευόσουνα σαν αφορμή για να τη πας μετά σπίτι να της δείξεις και το.. παιχνίδι.
Μέσα από ένα συνδυασμό αναποδιών και παθημάτων (οι Αμερικάνοι σεναριογράφοι κάναν απεργία, οι τρίτοι Πειρατές κόστισαν εφτά δάχτυλα της μούμιας του Walt Disney για να ολοκληρωθούν έγκαιρα, το franchise των Transformers αποδείχτηκε τεραστιότερο και από τους υπολογισμούς), ο Πρίγκιπας της Περσίας (2010) σηματοδοτεί τον Jerry Bruckheimer και το Mouse House της νέας δεκαετίας, έχοντας μετακινηθεί 10 μήνες αργότερα από τον Ιούλιο του 2009 όπου είχε αρχικά προγραμματιστεί. Σα τέτοιο ορόσημο, η παραγωγή περνάει με επιτυχία τις εξετάσεις καλοκαιρινού tentpole του νέου αιώνα, ο οποίος βέβαια μπαίνει μια δεκαετία αργότερα στο είδος, για να τον προλάβουν και οι πιο καθυστερημένοι: ο κόσμος στον οποίο σε ταξιδεύει το φιλμ είναι βιντεοπαιχνιδιού (που υπονοεί μια κάποια συμμετοχή σου) αντί καρυδότσουφλου για προκαθορισμένη βόλτα, η πριγκίπισσα των ονείρων σου έχει χορταστικές διαστάσεις Gemma Arterton αντί για εμφάνιση σκελετού από μπαούλο, εσύ δεν αντιγράφεις κινήσεις ροκ σταρ με τα δυο πόδια στον τάφο (i.e. τον Keith Richards μέσω Johnny Depp) αλλά ζωντανούς και νεκρούς grunge και post-grunge ήρωες, με μια δόση μελαχρινής βαρβατίλας αντί για πολλές δόσεις μάσκαρας και σκιών. Με απόλυτο και μόνο σχετικό μέτρο πάντα τους Πειρατές της Καραϊβικής, ο Πρίγκιπας αποφεύγει όλη την ασυνοχή που κόντεψε να καταπλακώσει τα δυο τελευταία μέρη τους, η πλοκή είναι τώρα όσο αρκετή για να κρατάει τη δράση σε ροή, σταθερά με οικεία στοιχεία ώστε να μην ανησυχείς ακριβώς για το αποτέλεσμα αλλά ούτε και για τη κατάσταση της νοημοσύνης σου. Και η δράση, προσγειωμένη και parkour-ική (χορογραφημένη από κανέναν άλλον αλλά τον David Belle) στις περισσότερες σκηνές, μένει και αυτή πιστή στους.. κανόνες του παιχνιδιού, με ένα σωρό αναφορές σε κάθε σχετικό τίτλο, από Aladdin μέχρι Assassin's Creed, αναφορές που σου δίνουν αρχικά την εντύπωση ότι ο Mike Newell έπαιξε για 5' λάθος παιχνίδι προτού ξεκινήσει να σκηνοθετεί, αλλά όσο πλακώνουν άψογα ενσωματωμένες σα μοναδικά καρέ που σου κλείνουν το μάτι, τόσο σε πείθουν ότι η συμμετοχή του Jordan Mechner πήγε πολύ παραπέρα από το σενάριο, και έφτασε στην αφομοίωση στο πανί όλης της ηλεκτρονικής κληρονομιάς από τα 80s και μετά, χωρίς να ξεχνάει, κάθε άλλο, τα 2D platformers.
Ο Πρίγκιπας έχει σαφείς τάσεις αφομοίωσης και μιας γενικότερης ευρωπαϊκής κληρονομιάς, με τα αντιδάνεια από τις γαλλικές καταδιώξεις, και τη καμουφλαρισμένη βρετανική κομψότητα από τα γυρίσματα στα Pinewood Studios. Δυστυχώς τα τελευταία σήμαιναν ότι ο μόνος κακός που δεν είχε προλάβει η Warner για τον Harry Potter ήταν ο.. μούσος του Uwe Boll, o Ben Kingsley, που μάλλον έδωσε και το σύνθημα για να πάει το eyeliner σύννεφο στη βασιλική οικογένεια του φιλμ, ώστε να μη φαίνεται μόνος του σε παρακμή στιλ Space Invaders σε μονόχρωμη οθόνη με κολλημένες χρωματιστές λωρίδες σε περιφερόμενο αρχαίο λουναπάρκ. Και ακόμα και αν έτσι τον ξεχωρίζεις από την αρχή για να προσέχεις τις υπουλίες του, και ακόμα και αν ο Alfred Molina δίνει ρέστα σε κλασικό μονομυθικό ρόλο shapeshifter αντισταθμίζοντας τη κατάσταση, η αλήθεια είναι ότι η Disney δε πόνταρε και τα ρέστα της στο ξεκίνημα νέου franchise και τα CGI είναι προσεγμένα μεν αλλά μέχρι εκεί που δεν πλειοψηφούν δε. Συνολικά, σε περίπτωση που δεν έβγαλες ακόμα συμπέρασμα, ο Prince of Persia δε θα κάνει καμία πιτσιρίκα να μουσκεύει ακριβώς όσο οι αγαπημένοι της τυχοδιώκτες κουρσάροι συγκεκριμένου κεντροαμερικάνικου αρχιπελάγους, από την άλλη είναι ότι ονειρευόσουνα σαν αφορμή για να τη πας μετά σπίτι να της δείξεις και το.. παιχνίδι.
Δες/Κρύψε τις αίθουσες που ανοίγει
*Το πρόγραμμα αναδημοσιεύεται από το Αθηνόραμα και ισχύει για την πρώτη βδομάδα προβολής
ΚΕΝΤΡΟ - ΚΟΛΩΝΑΚΙ - ΕΞΑΡΧΕΙΑ
ΑΤΤΙΚΟΝ CINEMAX CLASS
Σταδίου 19 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3228821.
Πεμ. - Τετ.: 17.40/ 20.10/ 22.30
ΔΕΞΑΜΕΝΗ
Πλατεία Δεξαμενής, Κολωνάκι, 210-3623942, 210-3602363.
Πεμ. - Τετ.: 20.45/ 23.00
ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΝΕΑΠΟΛΗ
ΑΘΗΝΑΙΟΝ 3D DIGITAL ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Β. Σοφίας 124 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι), 211-211-2222, 210-7782122.
Πεμ. - Τετ.: 18.30/ 20.40/ 23.00
ΜΑΡΟΥΣΙ - ΚHΦΙΣΙΑ- ΔΡΟΣΙΑ
ΑΛΙΚΗ
Πλατεία Δροσιάς, 210-6229645, 2102234226.
Πεμ. - Τετ.: 20.45/ 23.00
ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX 1
Λ. Κηφισίας 245, Ζηρίνειο, Κηφισιά (ΗΣΑΠ Κηφισιά), 2106233567, 2106232808.
Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.20/ 22.40
ΗΡΑΚΛΕΙΟ - Ν.ΙΩΝΙΑ- Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ
ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ 3D DIGITAL ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Λ. Ηρακλείου 386, Ν. Ηράκλειο, 2102826873, 2102825607.
Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.15/ 22.40
ΑΙΘΟΥΣΑ 3 (ΘΕΡΙΝΟΣ)
Λ. Ηρακλείου 386, Ν. Ηράκλειο, 2102826873, 2102825607.
Πεμ. - Τετ.: 21.30
ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ - ΑΙΓΑΛΕΩ - ΧΑΪΔΑΡΙ
CINE CITY 2
Κωνσταντινουπόλεως 82, Πλατεία Μπουρνάζι, 210-5756243.
Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.30/ 23.00
VILLAGE CINEMAS ΠΑΓΚΡΑΤΙ
VILLAGE CINEMAS ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 3 COSMOTE
Υμηττού 110 & Χρεμωνίδου (Εμπ. Κέντρο Athens Millenium), Παγκράτι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 17.15/ 20.15/ 23.15. Σάβ.-Δευτ. & 11.15/ 14.15
VILLAGE CINEMAS ΠΑΓΚΡΑΤΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 5
Υμηττού 110 & Χρεμωνίδου (Εμπ. Κέντρο Athens Millenium), Παγκράτι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 18.45/ 21.45/ 00.45. Σάβ.-Δευτ. & 15.45
VILLAGE SHOPPING AND MORE
VILLAGE SHOPPING AND MORE VILLAGE CINEMAS GOLD CLASS 2
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 19.00/ 21.30/ 00.00
VILLAGE SHOPPING AND MORE ΑΙΘΟΥΣΑ 4
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 14.00/ 16.30/ 19.00/ 21.30/ 00.00. Σάβ.-Δευτ. & 11.30
VILLAGE SHOPPING AND MORE ΑΙΘΟΥΣΑ 7
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 22.15
VILLAGE SHOPPING AND MORE ΑΙΘΟΥΣΑ 8
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 14.45/ 17.15/ 19.45/ 22.15/ 00.45. Σάβ.-Δευτ. & 12.15
VILLAGE SHOPPING AND MORE ΑΙΘΟΥΣΑ 20
Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 15.30/ 18.00/ 20.30/ 23.00/ 01.30. Σάβ.-Δευτ. & 13.00
VILLAGE COOL (ΘΕΡΙΝΟΣ)
Θηβών 228 & Παρνασσού (μέσα στον κήπο του Park), 210-4278600.
Πεμ. - Τετ.: 21.00/ 23.30
ΦΙΞ - Ν. ΣΜΥΡΝΗ - Π. ΦΑΛΗΡΟ
ΣΠΟΡΤΙΓΚ 1
Κ. Παλαιολόγου 18, Ν. Σμύρνη, 2109333820, 2109350439.
Πεμ. - Τετ.: 20.00/ 22.45
ΦΙΛΙΠ
Ελ. Βενιζέλου 40, Ν. Σμύρνη,, 210-9332766.
Πεμ. - Τετ.: 21.00
ΓΛΥΦΑΔΑ -ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ - ΒΑΡΚΙΖΑ
ΒΑΡΚΙΖΑ 1
Θάσου 22, Βάρκιζα, 2108973926.
Πεμ. - Τετ.: 20.15/ 22.30
ΒΑΡΚΙΖΑ (ΘΕΡΙΝΟΣ)
Θάσου 22, Βάρκιζα, 2108973926.
Πεμ. - Τετ.: 21.30
ΧΑΛΑΝΔΡΙ - ΧΟΛΑΡΓΟΣ
ΑΒΑΝΑ (Θερινός)
Κηφισίας 234 & Λυκούργου 3, 210-6715905.
Πεμ. - Τετ.: 20.45/ 23.00
ΑΙΓΛΗ 1
Λ. Πεντέλης 98, Χαλάνδρι, 2106841010.
Πεμ. - Τετ.: 18.30/ 20.40/ 22.50
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Ηρ. Πολυτεχνείου 27, Κάτω Χαλάνδρι (5η στάση Χολαργού), 210-6777708, 709.
Πεμ. - Τετ.: 21.45
ΓΑΛΑΤΣΙ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΑΛΣΟΣ SUZUKI
Στο Αττικόν Άλσος (Περιφερειακός Πολυγώνου-Γαλατσίου), 210-6997755, 210-6997788.
Πεμ. - Τετ.: 20.45/ 23.00
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 20.10/ 22.30. Σάβ., Κυρ. & 13.10/ 15.30/ 17.50. Δευτ. & 15.30/ 17.50
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 5
Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 18.40/ 21.00/ 23.20. Σάβ., Κυρ. & 11.40/ 14.00/ 16.20. Δευτ. & 14.00/ 16.20
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 8 (ΘΕΡΙΝΟΣ)
Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 22.00. Παρ.-Κυρ. & 00.20
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 4
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 18.40/ 21.00/ 23.20. Σάβ., Κυρ. & 11.30/ 13.50/ 16.20. Δευτ. & 16.20
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 5
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 19.10/ 21.30/ 23.50. Σάβ., Κυρ. & 12.10/ 14.30/ 16.50. Δευτ. & 14.30/ 16.50
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 9
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 19.40/ 22.00. Παρ.-Κυρ. & 00.40. Σάβ., Κυρ. & 12.40/ 15.00/ 17.20. Δευτ. & 15.00/ 17.20
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 10
Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000. Τηλ. κρατ. 2102371000, 8018017837.
Πεμ. - Τετ.: 20.10/ 22.30. Σάβ., Κυρ. & 13.10/ 15.30/ 17.50. Δευτ. & 15.30/ 17.50
ΔΑΦΝΗ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ
ΣΟΦΙΑ
Ευσταθιάδου 2, Πλ. Άγ.Τριάδος, Αργυρούπολη, 210-9927447, 2109917094.
Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.15/ 22.30
ODEON KOSMOPOLIS - ΜΑΡΟΥΣΙ
ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 9
Λεωφ.Κηφισίας 73, Αγ.Θωμάς, Μαρούσι (Κόμβος Αττικής Οδού), 8011160000Τηλ. Κρατ. 2106786000..
Πεμ. - Τετ.: 18.40/ 21.00/ 23.20. Σάβ., Κυρ. & 14.00/ 16.20
ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 10
Λεωφ.Κηφισίας 73, Αγ.Θωμάς, Μαρούσι (Κόμβος Αττικής Οδού), 8011160000Τηλ. Κρατ. 2106786000..
Πεμ. - Τετ.: 17.00/ 19.20/ 21.40/ 00.00. Σάβ., Κυρ. & 12.20/ 14.40
ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΙΘΟΥΣΑ 11
Λεωφ.Κηφισίας 73, Αγ.Θωμάς, Μαρούσι (Κόμβος Αττικής Οδού), 8011160000Τηλ. Κρατ. 2106786000..
Πεμ. - Τετ.: 17.50/ 20.10/ 22.30. Σάβ., Κυρ. & 13.10/ 15.30
NANA CINEMAX - ΔΑΦΝΗ
ΝΑΝΑ CINEMAX ΑΙΘΟΥΣΑ 3
Λ.Βουλιαγμένης 179 (ΜΕΤΡΟ Αγ.Ιωάννης), 2109703158, 2109706865.
Πεμ. - Τετ.: 18.30/ 21.00/ 23.30
ΝΑΝΑ CINEMAX ΑΙΘΟΥΣΑ 4
Λ.Βουλιαγμένης 179 (ΜΕΤΡΟ Αγ.Ιωάννης), 2109703158, 2109706865.
Πεμ. - Τετ.: 17.15/ 19.45/ 22.15
ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1
ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1 ΑΙΘΟΥΣΑ 3
Πατησίων 140, 2108259975, 2108215327.
Πεμ. - Τετ.: 17.00/ 19.30/ 22.00
ΑΕΛΛΩ CINEMAX 5+1 ΑΙΘΟΥΣΑ 6 (Θερινός)
Πατησίων 140210-8259975, 210-8215327.
Πεμ. - Τετ.: 20.45/ 23.10
VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL
VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 4
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 14.15/ 16.45/ 19.30/ 22.15/ 01.00. Σάβ.-Δευτ. & 11.45
VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 7 MAX SCREEN
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 15.45/ 18.30/ 21.15/ 00.00. Σάβ.-Δευτ. & 13.00
VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 11
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 17.30/ 20.15/ 23.00
VILLAGE 15 CINEMAS @ THE MALL ΑΙΘΟΥΣΑ 13 VILLAGE CINEMAS GOLD CLASS
Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 20.15/ 23.00. Σάβ.-Δευτ. & 17.30
ODEON STARCITY - Λ. ΣΥΓΓΡΟΥ
ODEON STARCITY ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Λεωφ.Συγγρου 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 18.40/ 21.00/ 23.20. Σάβ., Κυρ. & 16.20. Κυρ. & 14.00
ODEON STARCITY ΑΙΘΟΥΣΑ 6
Λεωφ.Συγγρου 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 17.20/ 19.40/ 22.00/ 00.20. Kυρ. & 12.30/ 14.50
VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO
VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO ΑΙΘΟΥΣΑ 2
Παλαιά Λεωφ.Ποσειδώνος 1 & Μωραϊτίνη 3, Δέλτα Π.Φαλήρου, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 16.20/ 19.00/ 21.40/ 00.30. Σάβ.-Δευτ. & 11.00/ 13.40
VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO ΑΙΘΟΥΣΑ 3 CINEMA ING
Παλαιά Λεωφ.Ποσειδώνος 1 & Μωραϊτίνη 3, Δέλτα Π.Φαλήρου, 2108108080.
Τρ.: 19.40/ 22.20
VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO ΑΙΘΟΥΣΑ 7 Vmax
Παλαιά Λεωφ.Ποσειδώνος 1 & Μωραϊτίνη 3, Δέλτα Π.Φαλήρου, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 17.00/ 19.40/ 22.20. Tρ. 17.00
VILLAGE 9 CINEMAS @ FALIRO ΑΙΘΟΥΣΑ 8 GOLD GLASS
Παλαιά Λεωφ.Ποσειδώνος 1 & Μωραϊτίνη 3, Δέλτα Π.Φαλήρου, 2108108080.
Πεμ. - Τετ.: 17.50/ 20.30/ 23.10
ΠΑΓΚΡΑΤΙ - ΒΥΡΩΝΑΣ - ΥΜΗΤΤΟΣ
ΑΡΚΑΔΙΑ
Καραολή Δημητρίου 36 & Φορμίωνος 222, Πάρκο Ν. Ελβετίας, Βύρωνας, 210-7661166, 210-7661226.
Πεμ. - Τετ.: 20.50/ 23.00
ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS 3D DIGITAL
ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS 3D DIGITAL ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Ζησιμοπούλου 7 & Α. Μεταξά, Γλυφάδα, 211-211-2222, 210-8983238.
Πεμ. - Τετ.: 18.20/ 20.40/ 23.00
ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS 3D DIGITAL ΑΙΘΟΥΣΑ 3
Ζησιμοπούλου 7 & Α. Μεταξά, Γλυφάδα, 211-211-2222, 210-8983238.
Πεμ. - Τετ.: 21.50
Also on Movies for the Masses: Prince of Persia: The Sands of Time (2010): Trailer
Written by
cheaptalk
in
Reviews
Sin Νombre (2009)
Χωρίς Όνομα
Σκηνοθεσία: Cary Fukunaga
Σενάριο: Cary Fukunaga
Παίζουν: Paulina Gaitán, Edgar Flores, κ.ά.
Δες/Κρύψε το trailer
Δες/Κρύψε τις αίθουσες που ανοίγει
ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΝΕΑΠΟΛΗ
ΓΑΛΑΞΙΑΣ 1
Μεσογείων 6 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι), 2107773319.
Πεμ. - Τετ.: 19.00/ 21.00/ 23.00
ΓΛΥΦΑΔΑ -ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ - ΒΑΡΚΙΖΑ
ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ 1
Ζέππου 14, Πλ. Ξενοφώντος, 2109650318 Τηλ. κρατ. 2106786000, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 20.15/ 22.30
ΔΑΦΝΗ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ
ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Λ.Βουλιαγμένης 245, Δάφνη (ΜΕΤΡΟ Δάφνης), 210-9711511, 2109750936..
Πεμ. - Τετ.: 18.20/ 20.20/ 22.30
ODEON STARCITY - Λ. ΣΥΓΓΡΟΥ
ODEON STARCITY ΑΙΘΟΥΣΑ 8
Λεωφ.Συγγρου 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 17.50/ 20.00/ 22.10/ 00.10
Σκηνοθεσία: Cary Fukunaga
Σενάριο: Cary Fukunaga
Παίζουν: Paulina Gaitán, Edgar Flores, κ.ά.
Δες/Κρύψε το trailer
Κορίτσι από τη Tegucigalpa στην Ονδούρα, ξεκινάει με τον πατέρα της για το New Jersey απ' όπου τον απέλασαν μια φορά ήδη. Στη Tapachula, στα σύνορα με τη Γουατεμάλα, ανεβαίνει στο τρένο και νεαρός με τη παρέα του για να ληστέψουν και να βιάσουν τους λαθρεπιβάτες.
Κάπου ανάμεσα σε Cidade de Deus (2002) και Crossing Over (2008), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αμερικανο-γιαπωνέζου Cary Fukunaga πέφτει στο ταξίδι του σε όλες τις λούμπες που θεωρητικά προσπαθεί να αποφύγει, με κυριότερες τον εντυπωσιασμό και την οριακή αξιοποίηση ανθρώπινων δραμάτων για παράγραφο σε επαγγελματικό βιογραφικό. Ο Fukunaga μπήκε στο κόπο όπως δηλώνει να ταξιδέψει μέχρι το Chiapas, στα σύνορα Μεξικού-Γουατεμάλας, για να ερευνήσει τη γωνία των συμμοριών που ελέγχουν τις γραμμές των τρένων, σα συνέχεια του μικρού μήκους Victoria para Chino (2004) το οποίο μάλλον σε τέτοιο σενσεσιοναλισμό θα χρωστάει τις αρκετές πάντως φεστιβαλικές του γύρες. Η γωνία (των συμμοριών) σίγουρα κάνει τη ταινία να ξεχωρίζει, και η ιστορία αποφεύγει (σαν ήδη κατανοητές) να συλλαβίσει τις δυσκολίες που σμπρώχνουν τους υπόλοιπους στο ταξίδι, αλλά μοιάζει τελικά παρόμοια με τις πολύ κοντινές γωνίες στη φωτογραφία του Adriano Goldman που περνάνε σταδιακά από το να ακουμπάνε τη ζεστασιά των χαρακτήρων, στο να παρατηρούν τους ερασιτέχνες ηθοποιούς σα πειραματόζωα όσο προσπαθούν να υποκριθούν, σαφές δείγμα ότι ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε με το εφέ χωρίς να ξέρει ούτε πως να το αξιοποιήσει ούτε που να σταματήσει. Ο Fukunaga είναι και στη μεριά που είδε πορνοποίηση των παραγκουπόλεων στη Πόλη του Θεού, και τα σκουπιδαριά του, σα γραμμή που διασχίζει τη Κεντρική Αμερική, έχουν μια επιδεικτική γύμνια η οποία, το μάντεψες, αυτοαναιρείται κι αυτή στην επανάληψη των πλάνων και στο πασπάλισμα με χαρούμενους ρακένδυτους να χαιρετάνε το φακό. Όταν λειτουργεί πάντως, χάρη στα βιώματα του ντόπιου καστ, χάρη στη βραζιλιάνικη κινηματογράφηση και χάρη στην άρνηση της ευκολίας του DV, το φιλμ αγγίζει το συγκλονιστικό, έστω και του είδους που σου μένει σαν ενοχή δίπλα στα πειναλέα παιδάκια της Αφρικής. Το σενάριο διαθέτει και τις στοιχειώδεις υπόνοιές του για τους κύκλους της βίας (κομπλέ με πιτσιρικά που χρησιμεύει και σα τα μάτια σου στη μύηση στις ένοπλες ομάδες), διαθέτει και τους παραλληλισμούς του ανάμεσα σε φυσικά και ηθικά ταξίδια (αυτό έλειπε), καταλήγει αρκετά εύπεπτο για αμερικάνικα και μέσα γενικότερα ακροατήρια, χωρίς στρατεύσεις που άλλωστε δε θα μπορούσε και να έχει. Βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο περσινό Sundance, όπως λένε.
Κάπου ανάμεσα σε Cidade de Deus (2002) και Crossing Over (2008), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αμερικανο-γιαπωνέζου Cary Fukunaga πέφτει στο ταξίδι του σε όλες τις λούμπες που θεωρητικά προσπαθεί να αποφύγει, με κυριότερες τον εντυπωσιασμό και την οριακή αξιοποίηση ανθρώπινων δραμάτων για παράγραφο σε επαγγελματικό βιογραφικό. Ο Fukunaga μπήκε στο κόπο όπως δηλώνει να ταξιδέψει μέχρι το Chiapas, στα σύνορα Μεξικού-Γουατεμάλας, για να ερευνήσει τη γωνία των συμμοριών που ελέγχουν τις γραμμές των τρένων, σα συνέχεια του μικρού μήκους Victoria para Chino (2004) το οποίο μάλλον σε τέτοιο σενσεσιοναλισμό θα χρωστάει τις αρκετές πάντως φεστιβαλικές του γύρες. Η γωνία (των συμμοριών) σίγουρα κάνει τη ταινία να ξεχωρίζει, και η ιστορία αποφεύγει (σαν ήδη κατανοητές) να συλλαβίσει τις δυσκολίες που σμπρώχνουν τους υπόλοιπους στο ταξίδι, αλλά μοιάζει τελικά παρόμοια με τις πολύ κοντινές γωνίες στη φωτογραφία του Adriano Goldman που περνάνε σταδιακά από το να ακουμπάνε τη ζεστασιά των χαρακτήρων, στο να παρατηρούν τους ερασιτέχνες ηθοποιούς σα πειραματόζωα όσο προσπαθούν να υποκριθούν, σαφές δείγμα ότι ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε με το εφέ χωρίς να ξέρει ούτε πως να το αξιοποιήσει ούτε που να σταματήσει. Ο Fukunaga είναι και στη μεριά που είδε πορνοποίηση των παραγκουπόλεων στη Πόλη του Θεού, και τα σκουπιδαριά του, σα γραμμή που διασχίζει τη Κεντρική Αμερική, έχουν μια επιδεικτική γύμνια η οποία, το μάντεψες, αυτοαναιρείται κι αυτή στην επανάληψη των πλάνων και στο πασπάλισμα με χαρούμενους ρακένδυτους να χαιρετάνε το φακό. Όταν λειτουργεί πάντως, χάρη στα βιώματα του ντόπιου καστ, χάρη στη βραζιλιάνικη κινηματογράφηση και χάρη στην άρνηση της ευκολίας του DV, το φιλμ αγγίζει το συγκλονιστικό, έστω και του είδους που σου μένει σαν ενοχή δίπλα στα πειναλέα παιδάκια της Αφρικής. Το σενάριο διαθέτει και τις στοιχειώδεις υπόνοιές του για τους κύκλους της βίας (κομπλέ με πιτσιρικά που χρησιμεύει και σα τα μάτια σου στη μύηση στις ένοπλες ομάδες), διαθέτει και τους παραλληλισμούς του ανάμεσα σε φυσικά και ηθικά ταξίδια (αυτό έλειπε), καταλήγει αρκετά εύπεπτο για αμερικάνικα και μέσα γενικότερα ακροατήρια, χωρίς στρατεύσεις που άλλωστε δε θα μπορούσε και να έχει. Βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο περσινό Sundance, όπως λένε.Δες/Κρύψε τις αίθουσες που ανοίγει
*Το πρόγραμμα αναδημοσιεύεται από το Αθηνόραμα και ισχύει για την πρώτη βδομάδα προβολής
ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΝΕΑΠΟΛΗ
ΓΑΛΑΞΙΑΣ 1
Μεσογείων 6 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι), 2107773319.
Πεμ. - Τετ.: 19.00/ 21.00/ 23.00
ΓΛΥΦΑΔΑ -ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ - ΒΑΡΚΙΖΑ
ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ 1
Ζέππου 14, Πλ. Ξενοφώντος, 2109650318 Τηλ. κρατ. 2106786000, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 20.15/ 22.30
ΔΑΦΝΗ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ
ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 1
Λ.Βουλιαγμένης 245, Δάφνη (ΜΕΤΡΟ Δάφνης), 210-9711511, 2109750936..
Πεμ. - Τετ.: 18.20/ 20.20/ 22.30
ODEON STARCITY - Λ. ΣΥΓΓΡΟΥ
ODEON STARCITY ΑΙΘΟΥΣΑ 8
Λεωφ.Συγγρου 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος, 8011160000.
Πεμ. - Τετ.: 17.50/ 20.00/ 22.10/ 00.10
Written by
verbal
in
Trailers
Copie Conforme (2010): Sélection officielle extraits
Δες/Κρύψε το teaser

Για τη μόνη ταινία που έφαγε γιούχα στις φετινές Κάνες (έστω κι αν ήταν από 3-4 άτομα μονάχα, στη χθεσινή απογευματινή δημοσιογραφική της), έχει απόψε ρεζερβέ τα κόκκινα σκαλιά του το Grand Théâtre Lumière, που υποδέχεται καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, το πρώτο δυτικόφωνο φιλμ του τρεις φορές υποψήφιου και μια απ’ αυτές βραβευμένου με τον Χρυσό Φοίνικα, Abbas Kiarostami. Ο Kiarostami εκπροσωπεί εδώ το Ιράν, που έχει γίνει επίκεντρο φωνών και ψιθύρων του Φεστιβάλ και της γενικότερης κινηματογραφικής πραγματικότητας, από την εποχή που οι αρχές της χώρας απαγόρευσαν την έξοδο απ’ τα σύνορα στον φυλακισμένο απ’ το Μάρτη Jafar Panahi, για να παραστεί στη διοργάνωση ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Θέμα που δεν έχει σταματήσει να ανασύρεται όλες αυτές τις μέρες, χάρη και στην κενή ρεζερβέ θέση που του έχουν φυλάξει οι διοργανωτές ανάμεσα στην επιτροπή, αλλά κι ακόμη περισσότερο χθες και σήμερα, που έγινε γνωστό ότι την Κυριακή η αστυνομία εισέβαλε εκ νέου στο σπίτι της οικογένειας του Panahi, για να τους προειδοποιήσει για σοβαρές συνέπειες, αν δεν σταματήσουν να ανταποκρίνονται στο ενδιαφέρον του Τύπου για το θέμα.
Στο δικό μας θέμα πάντως, ο Abbas Kiarostami, αφήνοντας τα φαρσί έξω απ’ το σενάριό του, κι αντικαθιστώντας τα με γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά --τις τρεις γλώσσες που κυριαρχούν, άλλωστε, και στην Croisette αυτές τις μέρες, με αυτήν την συγκεκριμένη σειρά συμπτωματικά--, υιοθετεί παράλληλα κι ένα εντελώς δυτικό θεματικό πυρήνα, γυρίζοντας αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει κλασικό rom-com, αν δεν ήταν ποτισμένο απ’ τις πολιτικοκοινωνικοφιλοσοφικές ευαισθησίες του δημιουργού του. Φορτώνοντας την ταινία στις ερμηνευτικές πλάτες της Juliette Binnoche σχεδόν αποκλειστικά (κάνοντάς την και ισχυρό φαβορί για το βραβείο ερμηνείας), και με τον (Βρετανό βαρίτονο) William Shimel ως βοηθητική παρουσία (για να έχει κάποιον να της επιστρέφει τις ατάκες) ο Kiarostami γυρίζει πρακτικά ένα απιστοποίητο αντίγραφο της διλογίας του Richard Linklater, Before Sunrise (1995) και Before Sunset (2004), βάζοντας τους δυο ήρωές του να περπατάνε και να μιλάνε ακατάπαυστα και επί παντώς, δίχως όμως να έχει ανάγκη την εφετζίδικη φωτογραφία, κι αφήνοντας το αστικό τοπίο της Τοσκάνης να ομορφύνει με το δικό του χρώμα τα σχεδόν απεριποίητα καδραρίσματά του.
Η ταινία διαφοροποιείται, και γίνεται αυθεντική μέσα στις ομοιότητές της, χάρη στο εύρημα των δυο χαρακτήρων, που ξεκινούν ως άγνωστοι (αυτός της Binnoche παραμένει κι ανώνυμος μέχρι τους τίτλους τέλους, αλλά κι οι δυο τους δεν είναι παρά κενά δοχεία που μπορείς ανά πάσα στιγμή να γεμίσεις με οποιανού την ύπαρξη θέλεις), κι απ’ την περιπατιτική παρλαπίπα περνούν στο επίπεδο της σουρεαλιτέ (αλλά, παρλαπίπας ωστόσο), όταν αρχίζουν να ενδύονται σταδιακά, ρόλους ζευγαριού με εντελώς διαφορετικούς δεσμούς από κομμάτι σε κομμάτι. Ρόλοι που τους μεταμορφώνουν σε φωτοκόπιες των εαυτών τους, με διαφορετικές δόσεις γκριζαρίσματος, δείχνοντας πρακτικά τα στάδια ζωής που περνά ο άνθρωπος στη σχέση του με τον άνθρωπό του, και τους ρόλους που αυτά επιβάλουν, κάνοντάς τον ταυτόχρονα ίδιο, μα και διαφορετικό, με τον ίδιο μα και με τον διπλανό του. Οι χωρίς προειδοποίηση αλλαγές, απλώνουν και διάφορα είδη αμηχανίας στον θεατή που δεν πιάνει απαραίτητα το τί συμβαίνει όταν το βλέπει, αλλά εδώ που τα λέμε, ποιος σου είπε ότι θα ενημερωθείς για το πότε αλλάζεις κι εσύ ο ίδιος;
Στο δικό μας θέμα πάντως, ο Abbas Kiarostami, αφήνοντας τα φαρσί έξω απ’ το σενάριό του, κι αντικαθιστώντας τα με γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά --τις τρεις γλώσσες που κυριαρχούν, άλλωστε, και στην Croisette αυτές τις μέρες, με αυτήν την συγκεκριμένη σειρά συμπτωματικά--, υιοθετεί παράλληλα κι ένα εντελώς δυτικό θεματικό πυρήνα, γυρίζοντας αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει κλασικό rom-com, αν δεν ήταν ποτισμένο απ’ τις πολιτικοκοινωνικοφιλοσοφικές ευαισθησίες του δημιουργού του. Φορτώνοντας την ταινία στις ερμηνευτικές πλάτες της Juliette Binnoche σχεδόν αποκλειστικά (κάνοντάς την και ισχυρό φαβορί για το βραβείο ερμηνείας), και με τον (Βρετανό βαρίτονο) William Shimel ως βοηθητική παρουσία (για να έχει κάποιον να της επιστρέφει τις ατάκες) ο Kiarostami γυρίζει πρακτικά ένα απιστοποίητο αντίγραφο της διλογίας του Richard Linklater, Before Sunrise (1995) και Before Sunset (2004), βάζοντας τους δυο ήρωές του να περπατάνε και να μιλάνε ακατάπαυστα και επί παντώς, δίχως όμως να έχει ανάγκη την εφετζίδικη φωτογραφία, κι αφήνοντας το αστικό τοπίο της Τοσκάνης να ομορφύνει με το δικό του χρώμα τα σχεδόν απεριποίητα καδραρίσματά του.
Η ταινία διαφοροποιείται, και γίνεται αυθεντική μέσα στις ομοιότητές της, χάρη στο εύρημα των δυο χαρακτήρων, που ξεκινούν ως άγνωστοι (αυτός της Binnoche παραμένει κι ανώνυμος μέχρι τους τίτλους τέλους, αλλά κι οι δυο τους δεν είναι παρά κενά δοχεία που μπορείς ανά πάσα στιγμή να γεμίσεις με οποιανού την ύπαρξη θέλεις), κι απ’ την περιπατιτική παρλαπίπα περνούν στο επίπεδο της σουρεαλιτέ (αλλά, παρλαπίπας ωστόσο), όταν αρχίζουν να ενδύονται σταδιακά, ρόλους ζευγαριού με εντελώς διαφορετικούς δεσμούς από κομμάτι σε κομμάτι. Ρόλοι που τους μεταμορφώνουν σε φωτοκόπιες των εαυτών τους, με διαφορετικές δόσεις γκριζαρίσματος, δείχνοντας πρακτικά τα στάδια ζωής που περνά ο άνθρωπος στη σχέση του με τον άνθρωπό του, και τους ρόλους που αυτά επιβάλουν, κάνοντάς τον ταυτόχρονα ίδιο, μα και διαφορετικό, με τον ίδιο μα και με τον διπλανό του. Οι χωρίς προειδοποίηση αλλαγές, απλώνουν και διάφορα είδη αμηχανίας στον θεατή που δεν πιάνει απαραίτητα το τί συμβαίνει όταν το βλέπει, αλλά εδώ που τα λέμε, ποιος σου είπε ότι θα ενημερωθείς για το πότε αλλάζεις κι εσύ ο ίδιος;
Previously on Movies for the Masses: Tamara Drewe (2010): Hors compétition extraits
Written by
verbal
in
Trailers
Tamara Drewe (2010): Hors compétition extraits

Ένα υπέροχο objet du désir εδραιώνεται φέτος, σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, κι έχει μακριά μελαχρινά μαλλιά, σκοτεινά καστανά μάτια, δελεαστικές φακίδες, σαγηνευτικά γεμάτα χείλη και αναλογίες που δίνουν εντελώς ποθητή σάρκα στον ζωγραφιστό χαρακτήρα της Tamara Drewe, που μεταφέρει στην οθόνη ο Stephen Frears, από το θρυλικό comic strip που τρέχει στις σελίδες κριτικής του Guardian απ’ το 2005. Το όνομά της είναι Gemma Arterton κι αφού η πρώτη της μεγάλη εμφάνιση στο πλευρό του Daniel Craig στο Quantum of Solace (2008), δεν την άφησε να μείνει στο μυαλό σου ως τίποτε περισσότερο από ένα ακόμη bond girl με ημερομηνία λήξης το τέλος της ταινίας, η 24χρονη Βρετανίδα φέτος έκανε δυναμικό come-back, καθοδηγώντας τον Περσέα στο θρίαμβο στο Clash of the Titans ως Ιω, ενώ δίνει έμπνευση ως πριγκίπισσα εν κινδύνω στον καλοχτενισμένο πρίγκιπα του Prince of Persia: The Sands of Time (2010) που βγαίνει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη. Η καλύτερή της στιγμή όμως, ερμηνευτικά και... υπαρξιακά, είναι στο ρόλο της υπερφιλόδοξης και υπεργεμάτης αυτοπεποίθηση, δημοσιογράφου Tamara Drewe, που γυρίζει απ’ το Λονδίνο στο πατρικό της στην εξοχή, για να το ανακαινίσει και να το πουλήσει, αλλά όχι προτού αναστατώσει με τα επαναστατικά της καμώματα και τα καυτά της σορτσάκια, το παραδίπλα ησυχαστήριο φερέλπιδων συγγραφέων, διαλέγοντας υποψήφιους να δοκιμάσουν μαζί της τις αντοχές της κρεβατοκάμαράς της.
Η ταινία, που κάνει την εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα της σήμερα στις Κάνες, μοιάζει περισσότερο με δουλειά του Περάκη, παρά του Frears, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αφού δίνει στον σκηνοθέτη του My Beautiful Laundrette (1985) και του The Queen (2006), την ευκαιρία να επιστρέψει πιο κοντά στα λημέρια του The Grifters (1990) και του High Fidelity (2000), για να φτιάξει μια ανάλαφρη, κωμωδία με δροσερή πλοκή, μπόλικο πιπεράκι για γεύση και εξαιρετικό, απογειωτικό ρυθμό. Φλερτάρει με τη μπαλαφάρα, αλλά καταφέρνει να βγει στεγνός απ’ τον κίνδυνο πνιγμού στη σεξοκωμωδία, και ντύνει την ταινία του με αύρα μυστηρίου αλά Agatha Christie, στις υποπλοκές που φέρνουν το σενάριο να περιπλέκεται γύρω απ’ τις εξωσυζυγικές περιπέτειες ενός απ’ τα παράπλευρα ζευγάρια των υποβοηθητικών χαρακτήρων. Δεν είναι μια απ’ τις καλύτερες στιγμές του δις υποψήφιου για Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτη (με τα Pick Up Your Ears (1986) και The Van (1996)) και ευτυχώς που δεν κατέληξε κι αυτός στο διαγωνιστικό μόνο και μόνο χάρη στο όνομά του, όμως το φιλμάκι του είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται ο λαός της Croisette, για να συνέλθει για 110 φρεσκαριστικά λεπτά, απ’ τη βαριά κουλτούρα που τρώει στη μάπα απ’ το πρωί ως το βράδυ.

Η ταινία, που κάνει την εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα της σήμερα στις Κάνες, μοιάζει περισσότερο με δουλειά του Περάκη, παρά του Frears, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αφού δίνει στον σκηνοθέτη του My Beautiful Laundrette (1985) και του The Queen (2006), την ευκαιρία να επιστρέψει πιο κοντά στα λημέρια του The Grifters (1990) και του High Fidelity (2000), για να φτιάξει μια ανάλαφρη, κωμωδία με δροσερή πλοκή, μπόλικο πιπεράκι για γεύση και εξαιρετικό, απογειωτικό ρυθμό. Φλερτάρει με τη μπαλαφάρα, αλλά καταφέρνει να βγει στεγνός απ’ τον κίνδυνο πνιγμού στη σεξοκωμωδία, και ντύνει την ταινία του με αύρα μυστηρίου αλά Agatha Christie, στις υποπλοκές που φέρνουν το σενάριο να περιπλέκεται γύρω απ’ τις εξωσυζυγικές περιπέτειες ενός απ’ τα παράπλευρα ζευγάρια των υποβοηθητικών χαρακτήρων. Δεν είναι μια απ’ τις καλύτερες στιγμές του δις υποψήφιου για Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτη (με τα Pick Up Your Ears (1986) και The Van (1996)) και ευτυχώς που δεν κατέληξε κι αυτός στο διαγωνιστικό μόνο και μόνο χάρη στο όνομά του, όμως το φιλμάκι του είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται ο λαός της Croisette, για να συνέλθει για 110 φρεσκαριστικά λεπτά, απ’ τη βαριά κουλτούρα που τρώει στη μάπα απ’ το πρωί ως το βράδυ.

Previously on Movies for the Masses: Outrage (2010): Sélection officielle extraits
Written by
verbal
in
Trailers
Outrage (2010): Sélection officielle extraits
Δες/Κρύψε το trailer

Επιτέλους λίγη ένταση, θα φέρει σε λίγα λεπτά, στο διαγωνιστικό των Κανών, ο (Takeshi, που υπογράφει πάλι ως) Beat Kitano, με το Outrage. Την επιστροφή του στα ματοβαμμένα γανγκστερικά yakuza, με την οποία φούλαρε χθες βράδυ την πρώτη δημοσιογραφική προβολή στην βαρβάτη αίθουσα Debussy κι έκανε το ίδιο στην επανάληψη δυο ώρες αργότερα, με την μικρομεσαία Bazin. Γυρίζοντας πίσω στο genre που τον βοήθησε να βρει την προσωπική του υπογραφή, ο Kitano φοράει την ανανεωτική ματιά του, και φρεσκάρει όχι μόνο τα πρόσωπα που επιλέγει να επανδρώσουν, αλλά και τις προσδοκίες σου σε μερικά απ’ τα στοιχεία που θα περίμενες ως χαρακτηριστικά του Kitano να δεις, στο στόρι για τις δυο οικογένειες του εγκλήματος, που με μια κάποια βοήθεια απ’ τον αρχινονό της περιοχής, και με μια αστεία αφορμή, έρχονται αντιμέτωπες μέχρι τελικής πτώσεως, γεμίζοντας αίμα τους δρόμους που ελέγχουν.
Σ’ αυτήν την αστεία αφορμή πάντως, αρκείται κι ο Kitano για να απλώσει στην οθόνη του έναν ύμνο στον κυνισμό των αδίστακτων αντιηρώων του, χωρίς να τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα ζωώδη ένστικτα και οι κτηνώδεις πράξεις που τους βοηθούν να εκτελέσουν, ή τουλάχιστον όχι τόσο όσο οι ίδιες οι πράξεις. Που όπως έλεγε και στη συνέντευξη Τύπου, αποτέλεσαν το έναυσμα και για την ταινία την ίδια, αφού, πρώτα κάθισε και σκέφτηκε τί φόνους θέλει να στήσει, και μετά βρήκε και μερικές σκηνές και μια πλοκή για να γεμίσει το σενάριό του. Βία για χάρη της βίας δηλαδή, κι εκεί που μπορείς να δεις μια χαμένη ευκαιρία ένας σκηνοθέτης τόσο οξυδερκής και ψημένος όσο ο Kitano, να τη μελετήσει λιγάκι περισσότερο και να διαπλουτίσει την προδοσία, την εκδικητικότητα και την καχυποψία, με καμιά ψυχοπαθολογία, ας πούμε, εκεί μπορείς να δεις και μια εξαιρετική ευκαιρία να τσεκαριστούν οι αντοχές τόσο οι δικές σου, όσο κι αυτές των καλοντυμένων στομαχιών του Grand Théâtre Lumière απόψε, και των ακριβών τους υφασμάτων που θα υποδεχτούν τις μπόλικες πιτσιλιές αίματος, απ’ τις ευφάνταστες μεθόδους ανατριχιαστικών επιδείξεων μακελειού. Έχει, όμως, κάτι να πει και για το φεστιβάλ, το γεγονός ότι μια τόσο ξεκάθαρα καφρίλικη ταινία, δίχως ιδιαίτερες σκηνοθετικές αρετές πέρα απ’ τα γκάζια και την εμπειρία του σκηνοθέτη στο συγκεκριμένο είδος, κατέληξε σε κοτζαμάν διαγωνιστικό, να διεκδικεί το μεγαλύτερο βραβείο του παγκόσμιου κινηματογραφικού φεστιβαλικού κυκλώματος.

Σ’ αυτήν την αστεία αφορμή πάντως, αρκείται κι ο Kitano για να απλώσει στην οθόνη του έναν ύμνο στον κυνισμό των αδίστακτων αντιηρώων του, χωρίς να τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα ζωώδη ένστικτα και οι κτηνώδεις πράξεις που τους βοηθούν να εκτελέσουν, ή τουλάχιστον όχι τόσο όσο οι ίδιες οι πράξεις. Που όπως έλεγε και στη συνέντευξη Τύπου, αποτέλεσαν το έναυσμα και για την ταινία την ίδια, αφού, πρώτα κάθισε και σκέφτηκε τί φόνους θέλει να στήσει, και μετά βρήκε και μερικές σκηνές και μια πλοκή για να γεμίσει το σενάριό του. Βία για χάρη της βίας δηλαδή, κι εκεί που μπορείς να δεις μια χαμένη ευκαιρία ένας σκηνοθέτης τόσο οξυδερκής και ψημένος όσο ο Kitano, να τη μελετήσει λιγάκι περισσότερο και να διαπλουτίσει την προδοσία, την εκδικητικότητα και την καχυποψία, με καμιά ψυχοπαθολογία, ας πούμε, εκεί μπορείς να δεις και μια εξαιρετική ευκαιρία να τσεκαριστούν οι αντοχές τόσο οι δικές σου, όσο κι αυτές των καλοντυμένων στομαχιών του Grand Théâtre Lumière απόψε, και των ακριβών τους υφασμάτων που θα υποδεχτούν τις μπόλικες πιτσιλιές αίματος, απ’ τις ευφάνταστες μεθόδους ανατριχιαστικών επιδείξεων μακελειού. Έχει, όμως, κάτι να πει και για το φεστιβάλ, το γεγονός ότι μια τόσο ξεκάθαρα καφρίλικη ταινία, δίχως ιδιαίτερες σκηνοθετικές αρετές πέρα απ’ τα γκάζια και την εμπειρία του σκηνοθέτη στο συγκεκριμένο είδος, κατέληξε σε κοτζαμάν διαγωνιστικό, να διεκδικεί το μεγαλύτερο βραβείο του παγκόσμιου κινηματογραφικού φεστιβαλικού κυκλώματος.

Previously on Movies for the Masses: Biutiful (2010): Sélection officielle featurette
Written by
verbal
in
Trailers
Biutiful (2010): Sélection officielle featurette

Αν το φετινό φεστιβάλ των Κανών, φαινόταν απ’ τις επιλογές του να είναι το πιο βαρύ στην κουλτούρα του, απ’ όλες τις διοργανώσεις των τελευταίων χρόνων του, πού να δεις και το πρόγραμμα της σημερινής του ημέρας. Η Δευτέρα των auter, έχει μέσα της Abbas Kiarostami, Stephen Frears, Christopher Boe και Jean-Luc Godard, αλλά η αρχή έγινε με την κατάμεστη πρωινή προβολή της νέας ταινίας του Alejandro González Iñárritu, το Biutiful (2010), που γέμισε πρώτα την τεράστια αίθουσα του Grand Théâtre Lumière και μετά την επίσης άνετη Soixantième, με δημοσιογράφους ανυπόμονους να βυθίσουν τα δοντάκια της στην ιστορία φουκαριάρη πατέρα δυο παιδιών, που βγάζει τα προς το ζειν κάνοντας τα logistics για Κινέζο με φάμπρικα απομιμήσεων (κανονίζει, δηλαδή, πού θα στηθούν οι πάγκοι, και πόσα θα πάρουν οι μπάτσοι για να μην τους μαζέψουν), ενώ παράλληλα βοηθά το αφεντικό του να περάσει και στις κατασκευές, νοικιάζοντας παράνομους Κινέζους εργάτες σε μεγαλοεργολάβο της Μεξικάνικης πόλης που φιλοξενεί τη δράση. Παράλληλα, εκτός από το μεταφυσικού τύπου χάρισμα να διαβάζει τα παράπονα παγιδευμένων ψυχών προσφάτως τεθνηκότων, έχει και προχωρημένο καρκίνο, με μετάσταση απ’ τον προστάτη, στα οστά και τα νεφρά του.
Μ’ ένα μάτσο συμφορές φορτωμένες στο κεφάλι του, ο φουκαράς που ερμηνεύει με ανατριχιαστική ακρίβεια κι ικανότητα ο αξιοβράβευτος Javier Bardem, περιφέρεται μέσα στο σαπουνοπερετικά μελοδραματικό σύμπαν που τον έχει φυλακίσει ο Iñárritu, ο οποίος κάνει εδώ την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση χωρίς σενάριο απ’ τον Guillermo Arriaga από πίσω, κι αν νόμιζες ότι αυτό θα τον απελευθέρωνε, μάλλον πρέπει να το ξανασκεφτείς. Παίζοντας πάλι με τη μονταζιέρα του, ο Iñárritu επιμένει στο μοτίβο των κομμένων timelines, μόνο που εδώ έχει στην πραγματικότητα μονάχα μία ιστορία να κόψει και να ράψει (αν εξαιρέσεις μια άσχετη υποπλοκή του Κινέζου αφεντικού και του εραστή του, που δεν πάει πουθενά) κι αυτό του βγαίνει μάλλον σε καλό, με τον συμπυκνωτικό συγχρονισμό, να δίνει ρυθμό δυναμικό στην ιστορία του, κι αν μη το άλλο να κρατάει τη διάρκεια κάτω απ’ τις δυόμιση ώρες, γιατί δεν θες ούτε να φανταστείς πόσο θα έφτανε, αν δεν την έκοβε έτσι. Πίσω από την κάμερα ο Iñárritu κάνει εξαιρετική δουλειά, αφήνοντας τις δυνατότητές του να φανούν χωρίς να κουράζουν, και το εύρος του να απλώνεται τόσο στη δράση όσο και στο θρίλερ, με εξαιρετικά δειγματάκια κι απ’ τα δύο, να κρύβονται διάσπαρτα μέσα στην ταινία. Το δράμα του είναι αυτό που υστερεί, γιατί όσο καλά κι αν το υπηρετεί στους περιορισμούς που θέτει, δεν παύει στην ουσία του να είναι μια μπούρδα για έναν καλό (καθολικό) χριστιανό που σ’ όλη του τη ζωή προσπαθεί να είναι τίμιος και ηθικός στα πλαίσια των επαγγελματικών του περιστάσεων, κι όταν μαθαίνει πως πεθαίνει και πρέπει να κάτσει να υπολογίσει τι τον περιμένει στην άλλη άκρη του τούνελ κι αν θα καταλήξει στην κόλαση, στον παράδεισο, ή θα νοικιάσει καζάνι στο καθαρτήριο, αρχίζει να τα κάνει όλα στραβά, "σα τη διαστρέβλωση του beautiful στον τίτλο", όπως σημείωσε κι ο Άκης Καπράνος, senior reviewer του νεότευκτου sevenart.gr, το οποίο, με την ευκαιρία, καλοδεχόμαστε στα δίχτυα.
Μ’ ένα μάτσο συμφορές φορτωμένες στο κεφάλι του, ο φουκαράς που ερμηνεύει με ανατριχιαστική ακρίβεια κι ικανότητα ο αξιοβράβευτος Javier Bardem, περιφέρεται μέσα στο σαπουνοπερετικά μελοδραματικό σύμπαν που τον έχει φυλακίσει ο Iñárritu, ο οποίος κάνει εδώ την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση χωρίς σενάριο απ’ τον Guillermo Arriaga από πίσω, κι αν νόμιζες ότι αυτό θα τον απελευθέρωνε, μάλλον πρέπει να το ξανασκεφτείς. Παίζοντας πάλι με τη μονταζιέρα του, ο Iñárritu επιμένει στο μοτίβο των κομμένων timelines, μόνο που εδώ έχει στην πραγματικότητα μονάχα μία ιστορία να κόψει και να ράψει (αν εξαιρέσεις μια άσχετη υποπλοκή του Κινέζου αφεντικού και του εραστή του, που δεν πάει πουθενά) κι αυτό του βγαίνει μάλλον σε καλό, με τον συμπυκνωτικό συγχρονισμό, να δίνει ρυθμό δυναμικό στην ιστορία του, κι αν μη το άλλο να κρατάει τη διάρκεια κάτω απ’ τις δυόμιση ώρες, γιατί δεν θες ούτε να φανταστείς πόσο θα έφτανε, αν δεν την έκοβε έτσι. Πίσω από την κάμερα ο Iñárritu κάνει εξαιρετική δουλειά, αφήνοντας τις δυνατότητές του να φανούν χωρίς να κουράζουν, και το εύρος του να απλώνεται τόσο στη δράση όσο και στο θρίλερ, με εξαιρετικά δειγματάκια κι απ’ τα δύο, να κρύβονται διάσπαρτα μέσα στην ταινία. Το δράμα του είναι αυτό που υστερεί, γιατί όσο καλά κι αν το υπηρετεί στους περιορισμούς που θέτει, δεν παύει στην ουσία του να είναι μια μπούρδα για έναν καλό (καθολικό) χριστιανό που σ’ όλη του τη ζωή προσπαθεί να είναι τίμιος και ηθικός στα πλαίσια των επαγγελματικών του περιστάσεων, κι όταν μαθαίνει πως πεθαίνει και πρέπει να κάτσει να υπολογίσει τι τον περιμένει στην άλλη άκρη του τούνελ κι αν θα καταλήξει στην κόλαση, στον παράδεισο, ή θα νοικιάσει καζάνι στο καθαρτήριο, αρχίζει να τα κάνει όλα στραβά, "σα τη διαστρέβλωση του beautiful στον τίτλο", όπως σημείωσε κι ο Άκης Καπράνος, senior reviewer του νεότευκτου sevenart.gr, το οποίο, με την ευκαιρία, καλοδεχόμαστε στα δίχτυα.
Previously on Movies for the Masses: Les Amours Imaginaires (2010): Un certain regard trailer
Written by
cheaptalk
in
Features
Masses v5: Στη φωτεινή εποχή του διχτύου
Journal στα Αγγλικά, από τα Γαλλικά με λατινική ρίζα, σημαίνει daily record, ημερήσιο αρχείο. Blog είναι web journal, διχτυακό ημερήσιο αρχείο. Η ερώτηση της δεκαετίας στα naughties, αν είναι οι bloggers journalists, είναι λοιπόν εξ ορισμού πανηλίθια, ένα αποτέλεσμα-συνδυασμός της αναλυτικότητας (ή πραγματικής κινεζικότητας) της αγγλικής γλώσσας και της αγωνίας των παλιών media να διατηρήσουν το καθεστώς τους σε ένα κόσμο που τα ξεπέρναγε. Journal από τη πιο συνηθισμένη χρήση έγινε (στη σημασία) σταδιακά η εφημερίδα, journalist ο δημοσιογράφος, και χωρίς να πιάνεις και τις ελληνικές ρίζες των λέξεων για να μη πάθεις καμιά ημικρανία, όταν καταργήθηκαν τα μονοπώλια της ενημέρωσης (από τη χρήση της λέξης με τέτοια έννοια στα παραδοσιακά μέσα) journalist έγινε ο.. Joseph Pulitzer, ο υπερπρότυπος και υπερπροικισμένος δημοσιογράφος. Ξεκινώντας τα 10s και με τους εκδοτικούς οργανισμούς να έχουν μεταφερθεί μέχρι και αποκλειστικά στο δίχτυο, ο διαχωρισμός μεταξύ (ουσιαστικά) ημερησιοαρχειάκια και ημερησιοαρχειάκια έγινε ακόμα πιο μπερδεμένος για τον μέσο Αμερικάνο και κατ' επέκταση για τον μέσο πολίτη του διχτύου και του κόσμου, όπως διαπίστωσα συζητώντας κάτι μέρες την υπόθεση του Jason Chen με το κινητό της Apple. Ξεκάθαρα όμως, από τη πολλή πιπίλα των παλιών εκδοτικών οργανισμών, journalist είναι απλά όποιος δουλεύει σε αυτούς και είναι αυτόματα και ο Pulitzer φυσικά. Ενώ blogger είναι όποιος δημοσιογραφεί ανεξάρτητα, και αυτός είναι αυτόματα η κυρά Κατίνα φυσικά.
Σημείωσε σαν παρένθεση ότι η αμερικάνικη δικαιοσύνη έχει καταργήσει ουσιαστικά κάθε διάκριση στην αντίληψη περί "τύπου" στα Ελληνικά ή "journalism" στα Αγγλικά εδώ και δεκαετίες˙ κάθε "person that disseminates information" προστατεύεται χωρίς χρήση λέξεων βαρυφορτωμένων με σημασίες. Παρολαυτά, χρησιμοποιήθηκε (η αμερικάνικη δικαιοσύνη) τερατολογικά και κατά κόρο στην ενίσχυση των διακρίσεων από αμέτρητα διαστρεβλωτικά δημοσιεύματα. Η πιο χαρακτηριστική υπόθεση είναι αυτή του καλιφορνέζικου ανώτατου δικαστηρίου (O'Grady v. Superior Court) που "αποφάσισε" ότι "οι bloggers είναι journalists" όταν ρητά η απόφαση (επαναξαναματα)αρνήθηκε να κάνει διακρίσεις στο τι είναι "legitimate journalis[m]". Για χρόνια μέχρι τον Απρίλη, έπαιζε και η υπόθεση του New Jersey (Too Much Media v. Hale) που "κοντρα-αποφάσισε" πως "οι bloggers δεν είναι journalists", όταν το καημένο το δικαστήριο έγραψε ολόκληρα υπέροχα κατεβατά για να δικαιολογήσει ιστορικά την άρνησή του να αναγνωρίσει πως είναι δημοσιογράφος κάποια που, ανάμεσα σε άλλα λαμπρά, ισχυρίζονταν ότι θα ξεκίναγε blog.
Οι Μάζες πέρασαν τόσα χρόνια από αυτά τα παλιρροϊκά κύματα παπάρας σα ναυαγοί ανάμεσα σε καρχαρίες. Είμαστε bloggers και όχι σοβαροί για τους παραδοσιακούς πουλιτζεράδες, δεν είμαστε bloggers είμαστε αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι για το κάποτε ελληνικό μπλογκοχώρι που ευτυχώς πια μεγάλωσε και πολη-τίστηκε. Έτσι, ψάχνοντας καμιά καλή ιδέα να φρεσκάρω το σχεδιασμό στις μαζοσελίδες, είπα να παίξω με τα καλύτερα και τα χειρότερα όλων, μπας και φανεί ότι διαφορά δεν υπάρχει, η διαφορά είναι στο περιεχόμενο, στις πράξεις και όχι στις δηλώσεις.
Το περιεχόμενο ήταν πάντα και το θέμα στις Μάσες, στο προηγούμενο template, το πρώτο για 1024+ πλάτος, πολύ συνειδητά φάρδυνε το κάδρο των θεμάτων αντί να πλατύνουν καθόλου οι επιλογές δεξιά και αριστερά. Το περιεχόμενο ήταν όμως και πονοκέφαλος στη σχεδίαση τώρα, γράφουμε σταδιακά όλο και περισσότερα, κυρίως γιατί υπάρχει μια ανάγκη να αναλύουμε όσα λέμε ώστε να φαίνεται περισσότερο η λογική και η έρευνα από πίσω όσο περισσότεροι γράφουν αέρα κοπανιστό και ανακρίβειες με το ίδιο ύφος. Οπότε, αφού μεγάλωσε το περιεχόμενο.. μίκρυνε η γραμματοσειρά, προσωπικά έτσι κι αλλιώς αντιπαθώ όλες τις τάσεις να απλώνονται το chrome (που λέει και η Google) και το κείμενο όσο μεγαλώνουν τα monitor, δεν είμαι γκαβός, έχω 24άρι εδώ και χρόονια για να βλέπω πιο πολλά και όχι για να μεγενθύνω το κινητό μου. Για να φαίνεται το περιεχόμενο έγιναν minimal οι επιλογές, και καλύτερα νομίζω, πια το μόνο που χρειάζεται και ο τελευταίος στο δίχτυο είναι τα labels και το κουτάκι με το search, τη ροή της πληροφορίας του έχει μάθει να τη καθορίζει ο καθένας ακόμα κι αν δε ξέρει από feeds και λοιπά τεχνικά.
Το no logo (που για την ακρίβεια είναι ένα άσπρο κουτάκι 2x2) προέκυψε όσο περίμενα τον rotweiler να φτιάξει logo που να λέει ότι είμαστε οι μεγαλύτεροι και καλύτεροι αλήτες ρουφιάνοι bloggers. Είπε και ο Citizen Mac ότι του φαίνονταν πολύ generic entertainment blog το όλο στιλ, μια καλή αφορμή για μένα για να το κάνω ακόμα genericότερο.
Σημείωσε σαν παρένθεση ότι η αμερικάνικη δικαιοσύνη έχει καταργήσει ουσιαστικά κάθε διάκριση στην αντίληψη περί "τύπου" στα Ελληνικά ή "journalism" στα Αγγλικά εδώ και δεκαετίες˙ κάθε "person that disseminates information" προστατεύεται χωρίς χρήση λέξεων βαρυφορτωμένων με σημασίες. Παρολαυτά, χρησιμοποιήθηκε (η αμερικάνικη δικαιοσύνη) τερατολογικά και κατά κόρο στην ενίσχυση των διακρίσεων από αμέτρητα διαστρεβλωτικά δημοσιεύματα. Η πιο χαρακτηριστική υπόθεση είναι αυτή του καλιφορνέζικου ανώτατου δικαστηρίου (O'Grady v. Superior Court) που "αποφάσισε" ότι "οι bloggers είναι journalists" όταν ρητά η απόφαση (επαναξαναματα)αρνήθηκε να κάνει διακρίσεις στο τι είναι "legitimate journalis[m]". Για χρόνια μέχρι τον Απρίλη, έπαιζε και η υπόθεση του New Jersey (Too Much Media v. Hale) που "κοντρα-αποφάσισε" πως "οι bloggers δεν είναι journalists", όταν το καημένο το δικαστήριο έγραψε ολόκληρα υπέροχα κατεβατά για να δικαιολογήσει ιστορικά την άρνησή του να αναγνωρίσει πως είναι δημοσιογράφος κάποια που, ανάμεσα σε άλλα λαμπρά, ισχυρίζονταν ότι θα ξεκίναγε blog.
Οι Μάζες πέρασαν τόσα χρόνια από αυτά τα παλιρροϊκά κύματα παπάρας σα ναυαγοί ανάμεσα σε καρχαρίες. Είμαστε bloggers και όχι σοβαροί για τους παραδοσιακούς πουλιτζεράδες, δεν είμαστε bloggers είμαστε αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι για το κάποτε ελληνικό μπλογκοχώρι που ευτυχώς πια μεγάλωσε και πολη-τίστηκε. Έτσι, ψάχνοντας καμιά καλή ιδέα να φρεσκάρω το σχεδιασμό στις μαζοσελίδες, είπα να παίξω με τα καλύτερα και τα χειρότερα όλων, μπας και φανεί ότι διαφορά δεν υπάρχει, η διαφορά είναι στο περιεχόμενο, στις πράξεις και όχι στις δηλώσεις.
Το περιεχόμενο ήταν πάντα και το θέμα στις Μάσες, στο προηγούμενο template, το πρώτο για 1024+ πλάτος, πολύ συνειδητά φάρδυνε το κάδρο των θεμάτων αντί να πλατύνουν καθόλου οι επιλογές δεξιά και αριστερά. Το περιεχόμενο ήταν όμως και πονοκέφαλος στη σχεδίαση τώρα, γράφουμε σταδιακά όλο και περισσότερα, κυρίως γιατί υπάρχει μια ανάγκη να αναλύουμε όσα λέμε ώστε να φαίνεται περισσότερο η λογική και η έρευνα από πίσω όσο περισσότεροι γράφουν αέρα κοπανιστό και ανακρίβειες με το ίδιο ύφος. Οπότε, αφού μεγάλωσε το περιεχόμενο.. μίκρυνε η γραμματοσειρά, προσωπικά έτσι κι αλλιώς αντιπαθώ όλες τις τάσεις να απλώνονται το chrome (που λέει και η Google) και το κείμενο όσο μεγαλώνουν τα monitor, δεν είμαι γκαβός, έχω 24άρι εδώ και χρόονια για να βλέπω πιο πολλά και όχι για να μεγενθύνω το κινητό μου. Για να φαίνεται το περιεχόμενο έγιναν minimal οι επιλογές, και καλύτερα νομίζω, πια το μόνο που χρειάζεται και ο τελευταίος στο δίχτυο είναι τα labels και το κουτάκι με το search, τη ροή της πληροφορίας του έχει μάθει να τη καθορίζει ο καθένας ακόμα κι αν δε ξέρει από feeds και λοιπά τεχνικά.
Το no logo (που για την ακρίβεια είναι ένα άσπρο κουτάκι 2x2) προέκυψε όσο περίμενα τον rotweiler να φτιάξει logo που να λέει ότι είμαστε οι μεγαλύτεροι και καλύτεροι αλήτες ρουφιάνοι bloggers. Είπε και ο Citizen Mac ότι του φαίνονταν πολύ generic entertainment blog το όλο στιλ, μια καλή αφορμή για μένα για να το κάνω ακόμα genericότερο.
Previously on Movies for the Masses: Masses v4: Στην εποχή των σκοτεινών ηρώων
Written by
verbal
in
Trailers
Les Amours Imaginaires (2010): Un certain regard trailer

Ίσως το πιο άξιο σχολιασμού στην περίπτωση της δεύτερης ταινίας του 21χρονου Xavier Dolan, που είναι και η δεύτερη που φτάνει στην Croisette (μετά το περσινό J'ai Tué ma Mère (2009)), είναι το πόσο χρήσιμο για το ίδιο, και ωραίο για το κοινό του, είναι να μπορεί ένα φεστιβάλ να έχει τη δύναμη να δημιουργεί αστέρια, να τα αγκαλιάζει ως τέτοια και να τα πλασάρει ως τέτοια, δηλαδή όχι μόνο ως αστέρια, αλλά ως αστέρια δημιουργημένα απ’ το ίδιο το φεστιβάλ. O Xavier Dolan έλαμπε χθες το βράδι στα αποκαλυπτήρια της ταινίας του, που διαγωνίζεται στο Un Certain Regard (μια πόρτα δίπλα από τους μεγάλους δηλαδή), όπως έλαμπε κι όλη τη μέρα που κυλοφορούσε από terrace σε balcon κι απ’ το ξενοδοχείο στην Croisette, έχοντας λάχει υποδοχής που δεν επιφύλαξαν οι (γαλλόφωνοι) δημοσιογράφοι ούτε για τον Russell Crowe σχεδόν, πόσο μάλλον για τη Naomi Watts και τον Josh Brolin, που επίσης χθες, συνόδευαν τον Woody Allen στην εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα του You Will Meet a Tall Dark Stranger (2010).
Βέβαια το ότι ο Dolan περπατάει στην Croisette με τον αέρα του νέου François Ozon και λίγα λες, δεν είναι και τυχαίο, ούτε αβάσιμο. Το Les Amours Imaginaires, εκτός από μια εξαιρετικά κολακευτική ερωτική εξομολόγηση προς την παράδοση του γαλλικού κινηματογράφου και της nouvelle vague, είναι και μια βροντερή επίδειξη εξαιρετικού ταλέντου και ικανοτήτων. Φρεσκάροντας το στόρι του Jules et Jim (1962) για να το μεταμορφώσει σε μια πιο σεξουλιάρικη και μοντέρνα εκδοχή για την bisexual εποχή και παράλληλα να δημιουργήσει το homme fatale, ο Dolan βγάζει παρέλαση την φρεσκάδα, την αναπολογητικότητα, την ανατρεπτική διάθεση και την παιχνιδιάρικη τσαχπινιά που οφείλει να κουβαλά η νιότη των ιδεών του, και αφήνει ξεκάθαρα να φανεί, ότι μπορεί με μεγάλη ευκολία πολύ σύντομα να αναδειχθεί σε Tarantino του cinema d’ auteur, έτσι άνετα που ελίσσεται ανάμεσα σε αναφορές, αναδιαμορφώσεις και αναπροσαρμογές ειδών, τεχνικών και στιλιστικών επιλογών. Αρκεί, για να τα καταφέρει όλα αυτά, να μπορέσει σύντομα να ξεπεράσει τον εαυτό του, να περιορίσει την ανάγκη του να βαυκαλίζεται με τις εικόνες του, να συγκρατήσει τα σενάριά του και να μην αφήσει τα κολλήματά του να ξεχαρβαλώνουν τις πλοκές του, ξεπερνώντας κατά το εν τρίτο της συνολικής ώρας, την αληθινή διάρκεια των ταινιών του. Όλα αυτά δηλαδή που του συγχωρούσες στην πρώτη του ταινία επειδή ήταν η πρώτη του, και επανέρχονται ανησυχητικά στη δεύτερη, αν και, ακόμα κι έτσι, την αποθέωση απ' το κοινό στο τέλος, την πήρε και την ευχαριστήθηκε.
Βέβαια το ότι ο Dolan περπατάει στην Croisette με τον αέρα του νέου François Ozon και λίγα λες, δεν είναι και τυχαίο, ούτε αβάσιμο. Το Les Amours Imaginaires, εκτός από μια εξαιρετικά κολακευτική ερωτική εξομολόγηση προς την παράδοση του γαλλικού κινηματογράφου και της nouvelle vague, είναι και μια βροντερή επίδειξη εξαιρετικού ταλέντου και ικανοτήτων. Φρεσκάροντας το στόρι του Jules et Jim (1962) για να το μεταμορφώσει σε μια πιο σεξουλιάρικη και μοντέρνα εκδοχή για την bisexual εποχή και παράλληλα να δημιουργήσει το homme fatale, ο Dolan βγάζει παρέλαση την φρεσκάδα, την αναπολογητικότητα, την ανατρεπτική διάθεση και την παιχνιδιάρικη τσαχπινιά που οφείλει να κουβαλά η νιότη των ιδεών του, και αφήνει ξεκάθαρα να φανεί, ότι μπορεί με μεγάλη ευκολία πολύ σύντομα να αναδειχθεί σε Tarantino του cinema d’ auteur, έτσι άνετα που ελίσσεται ανάμεσα σε αναφορές, αναδιαμορφώσεις και αναπροσαρμογές ειδών, τεχνικών και στιλιστικών επιλογών. Αρκεί, για να τα καταφέρει όλα αυτά, να μπορέσει σύντομα να ξεπεράσει τον εαυτό του, να περιορίσει την ανάγκη του να βαυκαλίζεται με τις εικόνες του, να συγκρατήσει τα σενάριά του και να μην αφήσει τα κολλήματά του να ξεχαρβαλώνουν τις πλοκές του, ξεπερνώντας κατά το εν τρίτο της συνολικής ώρας, την αληθινή διάρκεια των ταινιών του. Όλα αυτά δηλαδή που του συγχωρούσες στην πρώτη του ταινία επειδή ήταν η πρώτη του, και επανέρχονται ανησυχητικά στη δεύτερη, αν και, ακόμα κι έτσι, την αποθέωση απ' το κοινό στο τέλος, την πήρε και την ευχαριστήθηκε.
Previously on Movies for the Masses: Another Year (2010): Sélection officielle extraits
Written by
verbal
in
Trailers
Another Year (2010): Sélection officielle extraits

Ο πρώτος απ’ τους τρεις μεγάλους της Βρετανικής επέλασης, έκανε σήμερα πρωί-πρωί το πέρασμά του από ένα κατάμεστο Grand Théâtre Lumière για την πρώτη εμφάνιση της ταινίας στους δημοσιογράφους, πριν κάνει το επίσημο άνοιγμά του το βράδι, μπας κι αλλάξει λίγο τις προφορές που ακούγονται στα κόκκινα χαλιά των Κανών.
Another Year ο τίτλος της ταινίας, άλλη μια χρονιά στο φεστιβάλ της Croisette για τον Mike Leigh, που την έχει περπατήσει ήδη τρεις φορές, κι επιστρέφει εδώ τρίτη φορά, διαγωνιζόμενος σχεδόν μια δεκαετία μετά το All or Nothing (2002), για τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα που είχε κερδίσει με το Secrets & Lies (1996), ή έστω τα τριγύρω του βραβεία, με την 10η ταινία του. Ταινία χωρισμένη στα τέσσερα κεφάλαια των εποχών που χωρίζουν κι όλες τις χρονιές κανονικά, και η οποία ανοίγει με την παραπλανητική cameo εμφάνιση της Imelda Staunton, για να αρχίσει να βολτάρει ανάμεσα στους τριγύρω χαρακτήρες, με γοητευτική όσο και χαρακτηριστική άνεση, προτού τους δέσει όλους μαζί απάνω στην πλοκή του, την οποία μπορείς να συνοψίσεις και ως «μεσήλικες Εγγλέζοι πίνουν», κινδυνεύοντας όμως ν’ αδικήσεις και τους μεσήλικες φίλους τους που τους κοιτάζουν, τους ακούν και τους αντέχουν.
Μια χρονιά απ’ τη ζωή ενός ζευγαριού χρόνια παντρεμένου, επαγγελματικά εξασφαλισμένου, οικογενειακά πετυχημένου και ως εκ τούτου, γενικά ευτυχισμένου, είναι η κεντρικός κορμός της ταινίας, γύρω απ’ τον οποίο περιφέρονται ζαλισμένες οι ιστορίες φίλων τους και συγγενών, όχι όλων κι όχι των κανονικών, αλλά αυτωνών που έχουν ζωές αρκετά διαλυμένες για να έχουν χρόνο και ανάγκη να βρουν ένα αποκούμπι στη ζεστασιά του σπιτικού των ανοιχτόκαρδων πρωταγωνιστών. Μια ιστορία για την συντροφικότητα όπως αυτή αναδεικνύεται από την έλλειψή της, για την απελπισία του σκοτεινού κενού της μοναξιάς, όπως αυτό φωτίζεται από το αντίθετό του, μια ιστορία για το πώς η ζωή μπορεί καμιά φορά να είναι άδικη, αλλά και το πώς οι άνθρωποι που τη ζουν αφήνονται να πνιγούν στη μοιρολατρία τους, το Another Year είναι κλασικός Mike Leigh στο δόγμα του «ζωή και τίποτε άλλο», όπως το θέτει, χωρίς υστερίες και φωνές, αλλά και χωρίς αξιώσεις εξαιρετικές, στο τεατράλε σενάριο που υπηρετούν με περισσή κομψότητα ο Jim Broadbent, η Ruth Sheen και η Lesley Manville στους τρεις κεντρικούς ρόλους.
Another Year ο τίτλος της ταινίας, άλλη μια χρονιά στο φεστιβάλ της Croisette για τον Mike Leigh, που την έχει περπατήσει ήδη τρεις φορές, κι επιστρέφει εδώ τρίτη φορά, διαγωνιζόμενος σχεδόν μια δεκαετία μετά το All or Nothing (2002), για τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα που είχε κερδίσει με το Secrets & Lies (1996), ή έστω τα τριγύρω του βραβεία, με την 10η ταινία του. Ταινία χωρισμένη στα τέσσερα κεφάλαια των εποχών που χωρίζουν κι όλες τις χρονιές κανονικά, και η οποία ανοίγει με την παραπλανητική cameo εμφάνιση της Imelda Staunton, για να αρχίσει να βολτάρει ανάμεσα στους τριγύρω χαρακτήρες, με γοητευτική όσο και χαρακτηριστική άνεση, προτού τους δέσει όλους μαζί απάνω στην πλοκή του, την οποία μπορείς να συνοψίσεις και ως «μεσήλικες Εγγλέζοι πίνουν», κινδυνεύοντας όμως ν’ αδικήσεις και τους μεσήλικες φίλους τους που τους κοιτάζουν, τους ακούν και τους αντέχουν.
Μια χρονιά απ’ τη ζωή ενός ζευγαριού χρόνια παντρεμένου, επαγγελματικά εξασφαλισμένου, οικογενειακά πετυχημένου και ως εκ τούτου, γενικά ευτυχισμένου, είναι η κεντρικός κορμός της ταινίας, γύρω απ’ τον οποίο περιφέρονται ζαλισμένες οι ιστορίες φίλων τους και συγγενών, όχι όλων κι όχι των κανονικών, αλλά αυτωνών που έχουν ζωές αρκετά διαλυμένες για να έχουν χρόνο και ανάγκη να βρουν ένα αποκούμπι στη ζεστασιά του σπιτικού των ανοιχτόκαρδων πρωταγωνιστών. Μια ιστορία για την συντροφικότητα όπως αυτή αναδεικνύεται από την έλλειψή της, για την απελπισία του σκοτεινού κενού της μοναξιάς, όπως αυτό φωτίζεται από το αντίθετό του, μια ιστορία για το πώς η ζωή μπορεί καμιά φορά να είναι άδικη, αλλά και το πώς οι άνθρωποι που τη ζουν αφήνονται να πνιγούν στη μοιρολατρία τους, το Another Year είναι κλασικός Mike Leigh στο δόγμα του «ζωή και τίποτε άλλο», όπως το θέτει, χωρίς υστερίες και φωνές, αλλά και χωρίς αξιώσεις εξαιρετικές, στο τεατράλε σενάριο που υπηρετούν με περισσή κομψότητα ο Jim Broadbent, η Ruth Sheen και η Lesley Manville στους τρεις κεντρικούς ρόλους.
Previously on Movies for the Masses: Draquila (2010): Séances spéciales trailer
Written by
verbal
in
Trailers
Draquila - L' Italia che Trema (2010): Séances spéciales trailer

«Ήταν η αρχή της Άνοιξης στην όμορφη χερσόνησο, και για τον Silvio Berlusconi, ήταν μια μέρα γεμάτη σκατά, όπως πολλές άλλες», λέει η Sabina Guzzanti, ξεκινώντας το ντοκιμαντέρ της, που ανοίγει με πλάνα σκοτεινά και αηκίνητα, για να σου θυμίζει ταινία τρόμου, προτού ξεδιπλώσει μπροστά σου τη φρίκη του φονικού σεισμού της Aquila του 2009. Φρίκη που, όσο δύσκολο κι αν είναι να το πιστέψεις, έχει πολύ περισσότερο να κάνει με αυτά που προκάλεσε στις ζωές όσων βγήκαν ζωντανοί απ’ τα συντρίμμια της ήσυχης κωμόπολης, και το πολιτικό σύστημα ολόκληρης της Ιταλίας στους μήνες που ακολούθησαν, παρά με τις 308 ψυχές που χάθηκαν, πάλι όχι χωρίς υπαιτιότητα της κυβέρνησης Berlusconi.
Κυβέρνηση που μέσω του Υπουργού Πολιτισμού της, φρόντισε να εκφράσει την οργή της απέναντι στο αμείλικτο ντοκιμαντέρ της Guzzanti, λέγοντας ότι κι αυτό όπως κι άλλες ταινίες του τελευταίου κύματος ιταλικού νεορεαλισμού (το Gomorra (2008) και το Il Divo (2008), λόγου χάρη), διασύρει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, σερβίροντας ανακρίβειες και ψευδείς κατηγορίες. Τις οποίες, ο Υπουργός, προφανώς δεν είχε καμία όρεξη να δει να απλώνονται στις οθόνες του Φεστιβάλ των Κανών, γι’ αυτό και αρνήθηκε να παρευρεθεί στις προβολές της ταινίας, που έκλεισαν χθες τον κύκλο τους στην κατάμεστη Soixantième. Η Guzzanti, ωστόσο, δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον Υπουργό, λέγοντας ότι θα του στείλει ένα καφάσι σαμπάνιες, για την τόση δωρεάν διαφήμιση που παρείχε στην ταινία, κάνοντάς την θέμα σε όλα τα trades του φεστιβάλ, από την πρώτη μέρα του.
«Οι δημοσκοπήσεις βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση» συνεχίζει το ντοκιμαντέρ. «Έτσι, στις 03:32 της 6ης Απριλίου του 2009, όταν ένας σεισμός ξύπνησε ακόμη και τους κατοίκους του σπιτιού του Big Brother, κι όταν ανακάλυψε ότι μια ολόκληρη πόλη είχε διαλυθεί, για τον Silvio Berlusconi, ήταν σαν ο Θεός του άπλωσε το χέρι, για άλλη μια φορά». Το Draquila – L’ Italia che Trema, ξεκινά αποκαλύπτοντας το μηντιακό τσίρκο επαναφοράς του Berlusconi στο ρόλο του υπερήρωα, που στήθηκε με αφορμή το δραματικό περιστατικό της Aquila, και συνεχίζει για να εξαπολύσει μια ολομέτωπη επίθεση κατά του κυβερνητικού σχηματισμού που ηγείται ο Berlusconi, ενός σχηματισμού ηθικών ατοπημάτων, οικονομικών διαφθορών, εξώφθαλμων καταχρήσεων εξουσίας, υπεξαιρέσεων δημόσιας περιουσίας, ολοκληρωτικής αδιαφορίας για τις δημοκρατικές αρχές, και εξοργιστικών συνταγματικών παραβιάσεων, που έχουν παραλύσει το πολιτικό σύστημα ολόκληρης της χώρας. Κι όλα αυτά με τυπικά νόμιμο τρόπο, υποβοηθούμενο απ’ την μαεστρική χειραγώγηση των πολιτών μέσω της πλύσης εγκεφάλου που φροντίζουν να τους κάνουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, υπό τον πλήρη έλεγχο του φοβερού αυτού μαριονετίστα, είτε μέσω του πορτοφολιού, είτε μέσω της τρομοκρατίας που τους επιβάλει.
Με Michael-Moore-ίστικο φορμά και μια δικαιολογημένη (κι ευπρόσδεκτη, με τέτοιες χειλάρες) δόση φιλαυτίας απ’ τη μεριά της, η συνηθισμένη σε κυβερνητικές επιθέσεις Guzzanti, στήνει ένα ντοκιμαντέρ-γροθιά, όχι μόνο στο στομάχι των Ιταλών, αλλά και στο σαγόνι των γειτόνων της χώρας γενικότερα, κι ειδικότερα σ’ αυτούς στα δυτικά της, που πλησιάζουν όλο και πιο κοντά σ’ αυτού του είδους την αληταρχία, όσο επιλέγουν την απολίτικη αδιαφορία ως τρόπο αντίδρασης σ’ ένα σύστημα, που γίνεται όλο και πιο ισχυρό, όσο κανείς δεν σηκώνει τα μάτια του να το αντικρίσει στα ίσια. Ούτε καν οι κινηματογραφιστές.
Κυβέρνηση που μέσω του Υπουργού Πολιτισμού της, φρόντισε να εκφράσει την οργή της απέναντι στο αμείλικτο ντοκιμαντέρ της Guzzanti, λέγοντας ότι κι αυτό όπως κι άλλες ταινίες του τελευταίου κύματος ιταλικού νεορεαλισμού (το Gomorra (2008) και το Il Divo (2008), λόγου χάρη), διασύρει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, σερβίροντας ανακρίβειες και ψευδείς κατηγορίες. Τις οποίες, ο Υπουργός, προφανώς δεν είχε καμία όρεξη να δει να απλώνονται στις οθόνες του Φεστιβάλ των Κανών, γι’ αυτό και αρνήθηκε να παρευρεθεί στις προβολές της ταινίας, που έκλεισαν χθες τον κύκλο τους στην κατάμεστη Soixantième. Η Guzzanti, ωστόσο, δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον Υπουργό, λέγοντας ότι θα του στείλει ένα καφάσι σαμπάνιες, για την τόση δωρεάν διαφήμιση που παρείχε στην ταινία, κάνοντάς την θέμα σε όλα τα trades του φεστιβάλ, από την πρώτη μέρα του.
«Οι δημοσκοπήσεις βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση» συνεχίζει το ντοκιμαντέρ. «Έτσι, στις 03:32 της 6ης Απριλίου του 2009, όταν ένας σεισμός ξύπνησε ακόμη και τους κατοίκους του σπιτιού του Big Brother, κι όταν ανακάλυψε ότι μια ολόκληρη πόλη είχε διαλυθεί, για τον Silvio Berlusconi, ήταν σαν ο Θεός του άπλωσε το χέρι, για άλλη μια φορά». Το Draquila – L’ Italia che Trema, ξεκινά αποκαλύπτοντας το μηντιακό τσίρκο επαναφοράς του Berlusconi στο ρόλο του υπερήρωα, που στήθηκε με αφορμή το δραματικό περιστατικό της Aquila, και συνεχίζει για να εξαπολύσει μια ολομέτωπη επίθεση κατά του κυβερνητικού σχηματισμού που ηγείται ο Berlusconi, ενός σχηματισμού ηθικών ατοπημάτων, οικονομικών διαφθορών, εξώφθαλμων καταχρήσεων εξουσίας, υπεξαιρέσεων δημόσιας περιουσίας, ολοκληρωτικής αδιαφορίας για τις δημοκρατικές αρχές, και εξοργιστικών συνταγματικών παραβιάσεων, που έχουν παραλύσει το πολιτικό σύστημα ολόκληρης της χώρας. Κι όλα αυτά με τυπικά νόμιμο τρόπο, υποβοηθούμενο απ’ την μαεστρική χειραγώγηση των πολιτών μέσω της πλύσης εγκεφάλου που φροντίζουν να τους κάνουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, υπό τον πλήρη έλεγχο του φοβερού αυτού μαριονετίστα, είτε μέσω του πορτοφολιού, είτε μέσω της τρομοκρατίας που τους επιβάλει.
Με Michael-Moore-ίστικο φορμά και μια δικαιολογημένη (κι ευπρόσδεκτη, με τέτοιες χειλάρες) δόση φιλαυτίας απ’ τη μεριά της, η συνηθισμένη σε κυβερνητικές επιθέσεις Guzzanti, στήνει ένα ντοκιμαντέρ-γροθιά, όχι μόνο στο στομάχι των Ιταλών, αλλά και στο σαγόνι των γειτόνων της χώρας γενικότερα, κι ειδικότερα σ’ αυτούς στα δυτικά της, που πλησιάζουν όλο και πιο κοντά σ’ αυτού του είδους την αληταρχία, όσο επιλέγουν την απολίτικη αδιαφορία ως τρόπο αντίδρασης σ’ ένα σύστημα, που γίνεται όλο και πιο ισχυρό, όσο κανείς δεν σηκώνει τα μάτια του να το αντικρίσει στα ίσια. Ούτε καν οι κινηματογραφιστές.
Previously on Movies for the Masses: Inception (2010): Κινηματογραφικότατο trailer
3.5/5
2.5/5